Εγκόλπιο συσχετισμών και διερευνήσεων

Εγκόλπιο συσχετισμών και διερευνήσεων

Ηώ Αγ­γε­λή: «Eσω­τε­ρι­κή βρο­χή»


——— ≈ ———

Αυ­τά τα λό­για εί­ναι τό­σο αυ­το­νό­η­τα και τό­σο εύ­κο­λο να εφαρ­μο­στούν, που κα­νείς δεν τα κα­τα­νο­εί και δεν τα κά­νει πρά­ξη…
Λάο Τσε, Ταό Τε Κινγκ


1.
Εάν πράγ­μα­τι «πά­ντα εί­σω», όπως ήθε­λε ο Πλω­τί­νος, δη­λα­δή αν «το άθροι­σμα των πραγ­μά­των βρί­σκε­ται εντός μας», η ελυ­τι­κή κα­τά­θε­ση εί­ναι αυ­θε­ντι­κή μαρ­τυ­ρία μιας έν­δον φα­ντα­σμα­γο­ρί­ας, η οποία δεν υπο­λεί­πε­ται του κό­σμου, αλ­λά δρα πα­ρα­πλη­ρω­μα­τι­κά προς αυ­τόν, διορ­θω­τι­κά, δη­λα­δή ια­μα­τι­κά. Λό­γω του χα­ρι­σμα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα του ποι­η­τή, η λέ­ξη ομο­νο­εί με το πράγ­μα. Δεν συμ­φύ­ρε­ται απλώς μα­ζί του, αλ­λά το στέρ­γει για να ανα­δει­χθεί πλή­ρως ως ου­σία που εί­ναι κι αυ­τό. Η συ­νταύ­τι­ση με το φως της Γνώ­σε­ως εί­ναι εξαι­ρε­τι­κά δυ­να­μι­κή. Στο ερώ­τη­μα μά­λι­στα του Ζακ Ντερ­ρι­ντά, το οποίο πα­ρα­θέ­τω αυ­τού­σιο, ο ποι­η­τής του Άξιον Εστί στα­θε­ρά προ­βάλ­λει ταυ­τό­τη­τες και συν-αξί­ες. Ήτοι: «Εί­ναι τυ­χαίο το ότι, όντας σχε­δόν όλοι με­σο­γεια­κοί λό­γω κα­τα­γω­γής και ο κα­θέ­νας από εμάς με­σο­γεια­κός λό­γω κά­ποιου εί­δους μα­γνη­τι­σμού, δε­χθή­κα­με τον προ­σα­να­το­λι­σμό μας, πα­ρά τις πολ­λές δια­φο­ρές μας, από μια ορι­σμέ­νη φαι­νο­με­νο­λο­γία (πά­λι το φως);» Η φαι­νο­με­νο­λο­γία της δια-φώ­τι­σης, του πε­ριώ­νυ­μου σα­τό­ρι των Ια­πώ­νων, εί­ναι κυ­ρί­ως υπό­θε­ση ανα­γραμ­μα­τι­σμού των ονεί­ρων. Η ποι­η­τι­κή γρα­φή συ­νι­στά εν ολί­γοις κό­λα­φο. Μέμ­φε­ται δη­λα­δή την ασύγ­γνω­στη αβελ­τη­ρία μας να δια­κρί­νου­με, να δια-βλέ­που­με κά­θε φο­ρά το κρί­σι­μο τι, στην πλη­ρό­τη­τα του όρου. Ο αφο­ρι­σμός του ποι­η­τή στο Εκ του πλη­σί­ον ανα­φέ­ρε­ται λοι­πόν σε όσους ολι­γω­ρούν μπρο­στά στο θαύ­μα, στο κε­κρυμ­μέ­νο αλ­λά προ­σβά­σι­μο εν τέ­λει της ύπαρ­ξης. Τον θυ­μί­ζω: «Μια εξί­σω­ση από κο­λο­κύ­θια που βρά­ζουν χω­ρίς κα­νέ­ναν προ­ο­ρι­σμό εί­ναι η ζωή. Αμέ­τε να με­τρη­θεί­τε, αχθο­φό­ροι του ονό­μα­τός σας».

2
. Επι­στρέ­φω συ­χνά στο βι­βλίο του Πωλ Κλω­ντέλ Μα­θαί­νο­ντας την Ανα­το­λή. Ξε­χω­ρί­ζω, στο πρω­τό­τυ­πο, ένα από τα ση­μα­δια­κά, ιδιαί­τε­ρα ποι­η­τι­κά εκεί­να προ­τάγ­μα­τα: «N’ applique point à la vérité l’ œil seul, mais tout cela sans réserve qui est toi-même». Δο­κι­μά­ζω τις ανα­λο­γί­ες στη γλώσ­σα μας. Γρά­φω και δια­γρά­φω. Πι­θα­νο­λο­γώ ότι προ­κύ­πτει το εξής, εν­δε­χο­μέ­νως εύ­λη­πτο: «Να μην προ­σαρ­μό­ζεις πο­τέ το μά­τι μό­νο στην αλή­θεια, αλ­λά να εφαρ­μό­ζεις ό, τι ακρι­βώς συ­νι­στά εσέ­να τον ίδιο, χω­ρίς επι­φυ­λά­ξεις». Βρι­σκό­μα­στε στα τέ­λη του 19ου αιώ­να. Συ­γκε­κρι­μέ­να στα 1896. Δε­κα­πέ­ντε ακρι­βώς χρό­νια πριν τη γέν­νη­ση του Οδυσ­σέα Ελύ­τη. Το ποι­η­τι­κό εί­μαι από την ίδια του την υπό­στα­ση διευ­ρυ­μέ­νο συ­νι­στά μια συ­νε­χώς διευ­ρυ­μέ­νη διά­στα­ση του εξ αντι­κει­μέ­νου υπερ-αλη­θούς.

3.
Πα­ρα­βάλ­λω αυ­θόρ­μη­τα. Όπως όταν σκέ­φτο­μαι το Πε­κί­νο στην Αθή­να. Με την ελευ­θε­ρία των ασί­γα­στων, πά­ντως ανα­γεν­νη­σια­κών συ­νειρ­μών: «Το πρό­σω­πο εί­ναι η ψυ­χή του σώ­μα­τος», απο­τυ­πώ­νει ο Λού­ντ­βιχ Βιτ­γκεν­στάιν κά­που με­τα­ξύ των ετών 1932 – 1934. Και: «Ένα σώ­μα γυ­μνό εί­ναι η μο­να­δι­κή προ­έ­κτα­ση της νοη­τής γραμ­μής που μας ενώ­νει με το Μυ­στή­ριο», ει­ση­γεί­ται, ως γνω­στόν, ο Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της στο Ση­μα­το­λό­γιον των εκ­δό­σε­ων Ύψι­λον/βι­βλία του 2001. Μά­λι­στα, στη δεύ­τε­ρη ει­σα­γω­γι­κή του σε­λί­δα. Ενώ, «όταν ακούς αέ­ρα εί­ναι η Γα­λή­νη που βρι­κο­λά­κια­σε» διευ­κρι­νί­ζε­ται με­τά από εί­κο­σι έξι σε­λί­δες. Στο βαθ­μό που «κά­θε με­γά­λη τέ­χνη κλεί­νει μέ­σα της ένα ΑΓΡΙΟ θη­ρίο: εξη­με­ρω­μέ­νο», όπως ισχυ­ρί­ζε­ται ο Λού­ντ­βιχ Βιτ­γκεν­στάιν, τό­τε η λέ­ξη ανα­πα­ρά­γει στο πλαί­σιο της ποι­η­τι­κής σύν­θε­σης την ευ­ερ­γε­τι­κή ώσμω­ση του υπο­κει­μέ­νου με την παν-φύ­ση. Η σύ­γκλι­ση εν ολί­γοις την οποία ευαγ­γε­λί­ζε­ται ο Αντρέ Μπρε­τόν: «il existe un certain point de l’ esprit, από το οποίο η ζωή και ο θά­να­τος, το πραγ­μα­τι­κό και το φα­ντα­σια­κό [. . .] παύ­ουν να δια­περ­νώ­νται αντι­φα­τι­κά». Αλ­λά κι ο Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της συ­νταυ­τί­ζε­ται, ως γνω­στόν. Θυ­μί­ζω απλώς από τα Ανοι­χτά χαρ­τιά, “Τ.Τ 1935”»: «υπάρ­χει μέ­σα στο πνεύ­μα ένα ση­μείο όπου όλες οι αντι­φά­σεις συμ­φι­λιώ­νο­νται». 

4.
Απο­μο­νώ­νω από τη Μα­ρία Νε­φέ­λη για τις ανά­γκες της επο­πτι­κής στιγ­μής τα εξής εν­δει­κτι­κά: «Πα­ρα­κα­λώ προ­σέ­ξε­τε τα χεί­λη μου: απ’ αυ­τά εξαρ­τά­ται ο κό­σμος». Η υπερ­βο­λή συ­νι­στά σύ­νε­ση εν προ­κει­μέ­νω. H επί­κλη­ση πα­ρα­πέ­μπει στην ανυ­πο­χώ­ρη­τη αί­γλη της λέ­ξης. Εκεί­νης που κι­νη­το­ποιεί αλ­λά και εκεί­νης της ανυ­πό­κρι­της έκ­στα­σης των απα­ντα­χού Γνω­στι­κών. Θυ­μά­μαι την άμε­ση εξάρ­τη­ση του πο­ρί­σμα­τος αυ­τού από την ευ­θύ­βο­λη παρ­ρη­σία της δια­κή­ρυ­ξης του Λού­ντ­βιχ Βιτ­γκεν­στάιν στην 546η πρό­τα­ση των Φι­λο­σο­φι­κών ερευ­νών του (Philosophische Untersuchungen): «Οι λέ­ξεις εί­ναι πρά­ξεις». Και η ανα­πό­φευ­κτη αντι-θέ­ση έπε­ται: «Όχι, πα­λιό­φι­λε˙ όχι, δεν ξέ­ρω αν θα γρά­ψω. Με­ρι­κές φο­ρές μου φαί­νε­ται πως το να γρά­φεις σε εμπο­δί­ζει να ζεις, πως μπο­ρεί κα­νείς να εκ­φρα­στεί κα­λύ­τε­ρα με τις πρά­ξεις πα­ρά με τις λέ­ξεις». Πα­ρέ­θε­σα από τους Κι­βδη­λο­ποιούς του Αντρέ Ζιντ των εκ­δό­σε­ων Πό­λις. Να προ­σθέ­σω μιαν επι­σή­μαν­ση από το «Πρώ­τα-πρώ­τα» η Ποί­η­ση του Οδυσ­σέα Ελύ­τη: «Για λί­γη λα­μπε­ρή στιγ­μή, κυ­ριο­λε­χτι­κά που­λή­θη­κα, πί­σω έδω­σα ως και τις ρυ­τί­δες˙ κοι­μή­θη­κα πά­νω σε κά­τι χλο­ε­ρό, ακη­λί­δω­το˙ κιό­λας το αί­μα μου έσφυ­ζε ψη­λά μέ­σα στον ήλιο». H ρη­το­ρεία των ποι­η­τι­κών ελιγ­μών στην υπη­ρε­σία ενός σχε­δί­ου ανα­νέ­ω­σης του λε­κτι­κού παλ­μού. Η οντο­λο­γία σε ανα­βαθ­μι­σμέ­νη επα­νε­ξέ­τα­ση, όπου ο στί­χος προ­σαρ­μό­ζει νουν. Εξ ού και η συ­ναλ­λη­λία εδώ: «Φρο­νώ ότι κά­ποια στιγ­μή συ­νό­ψι­σα τη θέ­ση μου σε σχέ­ση με τη φι­λο­σο­φία υπο­στη­ρί­ζο­ντας ότι τη φι­λο­σο­φία θα οφεί­λα­με να την κα­τα­θέ­τα­με μό­νον ως ποί­η­ση (dichten). Εξ αυ­τού, ισχυ­ρί­ζο­μαι, απορ­ρέ­ει η συ­νά­φεια της σκέ­ψης μου με το πα­ρόν το μέλ­λον ή το πα­ρελ­θόν. Έτσι επί­σης πα­ρου­σιά­ζο­μαι, με τη δή­λω­σή μου αυ­τή, ως να ήμουν κά­ποιος, ο οποί­ος δεν μπο­ρεί να κά­νει όλα εκεί­να που θα ήθε­λε να μπο­ρού­σε να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει». Έτσι ακρι­βώς συ­νο­ψί­ζει ο Λού­ντ­βιχ Βιτ­γκεν­στάιν στο προ­α­να­φε­ρό­με­νο έρ­γο του Πο­λι­τι­σμός και Αξί­ες.

5.
Να θυ­μη­θώ: η λέ­ξη εί­ναι συν τοις άλ­λοις και ο Άλ­λος. Επι­προ­σθέ­τως, όπως έχω ήδη απο­στη­θί­σει από την Ει­σα­γω­γή στη Με­τα­φυ­σι­κή του Μάρ­τιν Χάι­ντε­γκερ, κα­τα­γρά­φω: «Φύ­σις και Λό­γος εί­ναι το αυ­τό». Προ­σαυ­ξά­νε­ται η επι­κρά­τεια των ση­μαι­νο­μέ­νων. Η καί­ρια λέ­ξη εί­ναι η τρο­φός των και­ρών. «H δε ανά­γνω­ση εί­ναι ζή­τη­μα ευ­τυ­χούς στί­ξης», επι­ση­μαί­νει ο Ζακ-Αλέν Μι­λέρ ήδη στην πρώ­τη αρά­δα της ει­σα­γω­γής του στο εμ­βλη­μα­τι­κό έρ­γο του Ζακ Λα­κάν Λει­τουρ­γία και πε­δίο της ομι­λί­ας και της γλώσ­σας στην ψυ­χα­νά­λυ­ση. Και εν συ­νε­χεία η απα­ραί­τη­τη κι άλ­λο τό­σο εύ­στο­χη προ­σαρ­μο­γή ad hoc: «οι ει­κό­νες, οι με­λω­δί­ες, οι νοη­μα­τι­κές πυ­κνώ­σεις, οι λαν­θά­νου­σες συ­νυ­πο­δη­λώ­σεις, τα παι­χνί­δια, οι ανα­τρο­πές, οι συ­νειρ­μι­κές συν­δέ­σεις, οι πα­ρη­χη­τι­κές ακο­λου­θί­ες, οι παύ­σεις χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοί εκ­φρα­στι­κοί τρό­ποι του ποι­ή­μα­τος, γί­νο­νται τα κυ­ρί­αρ­χα στοι­χεία στη σύν­θε­ση των εκ­φρα­στι­κών μέ­σων του ανα­γνώ­στη. Η αι­σθη­τι­κή ποιό­τη­τα του ποι­ή­μα­τος ζη­τά να γί­νει αι­σθη­τι­κή ταυ­τό­τη­τα του ανα­γνώ­στη», όπως κω­δι­κο­ποιεί η Ιου­λί­τα Ηλιο­πού­λου στο δο­κί­μιό της «Η “θε­α­τρι­κή” διά­στα­ση του ποι­η­τι­κού λό­γου του Οδυσ­σέα Ελύ­τη».

6.
Κα­τα­θέ­τω την έν­δει­ξη εκεί­νη που απα­ντά στον Μι­κρό Ναυ­τί­λο και αφο­ρά στην κα­θό­λα εξα­κρι­βω­μέ­νη και πι­στο­ποι­η­μέ­νη ύπαρ­ξη «ενός τα­πει­νού Πα­ρα­δεί­σου, που εί­ναι ο αλη­θι­νός μας εαυ­τός, το δί­κιο μας, η ελευ­θε­ρία μας, ο δεύ­τε­ρος και πραγ­μα­τι­κός ηθι­κός μας ήλιος». Ανή­κω σ΄ αυ­τούς που επι­χει­ρούν να ει­σπράτ­τουν ακέ­ραιο, ει δυ­να­τόν, όλο το χρη­σμι­κό, με­τω­νυ­μι­κό φορ­τίο της ελυ­τι­κής γρα­φής, χω­ρίς να πα­ρα­βιά­ζουν στο ελά­χι­στο την αυ­τα­ξία του. Πι­στεύω άλ­λω­στε ότι η φα­ντα­σία εί­ναι η θέ­λη­ση των πραγ­μά­των, σύμ­φω­να μά­λι­στα με τον ορι­σμό, τον οποίο διε­τύ­πω­σε στο ση­μα­δια­κό Αρ­μό­νιό του, σα­ρά­ντα πε­ρί­που χρό­νια πριν από το Άξιον Εστί, ο μεί­ζων Αμε­ρι­κα­νός ποι­η­τής Ουά­λας Στή­βενς: «imagination is the will of things». Τα ποι­ή­μα­τα, τα οποία αντι­στέ­κο­νται κά­θε φο­ρά που επι­χει­ρού­νται ακό­μη και οι με­θο­δι­κό­τε­ροι των σχο­λια­σμών τους από έγκρι­τους ερ­μη­νευ­τές, ανή­κουν προ­φα­νώς στην κα­τη­γο­ρία με τις από­κρυ­φες ποιό­τη­τες, ήτοι qualitates occultae. Αυ­τές άλ­λω­στε συ­νι­στούν, με­τα­ξύ άλ­λων, όχι μό­νον τις συ­νι­στα­μέ­νες της συ­νε­κτι­κό­τη­τας ενός συ­γκε­κρι­μέ­νου έρ­γου, αλ­λά και τα αί­τια και τα αι­τια­τά των ορια­κών επι­λο­γών της όλης κει­με­νι­κής στρα­τη­γι­κής. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή πε­ρί­πτω­ση εί­ναι και τα Ελε­γεία της Οξώ­πε­τρας

7.
Συ­ντάσ­σο­μαι: ο ελυ­τι­κός ορι­σμός που πα­ρα­θέ­τω στη συ­νέ­χεια εφά­πτε­ται των διερ­γα­σιών της σκέ­ψης μου στο συ­γκε­κρι­μέ­νο ζή­τη­μα των ανα­λο­γιών και των αλ­λη­λε­ξαρ­τή­σε­ων, όπως εμ­φα­νί­ζο­νται κά­θε φο­ρά από τους επι­λεγ­μέ­νους γραμ­μα­τι­κούς - συ­ντα­κτι­κούς δε­σμούς. Δη­λα­δή η αλή­θεια απα­ντά «πά­ντα πα­ρα­δί­πλα στο νό­η­μα, όπως η μα­γεία, πα­ρα­δί­πλα στο εκά­στο­τε νό­η­μα που την εκ­φρά­ζει». Εδώ υπει­σέρ­χε­ται υπο­στη­ρι­κτι­κά η εν – αί­σθη­ση, ένα εί­δος Einfühlung, για να επι­τευ­χθεί μια άκρως ανα­βαθ­μι­σμέ­νη εμπει­ρία του όντως όντος. Αυ­τό το «πα­ρα­δί­πλα» εί­ναι συ­νε­πώς ο ζω­τι­κός χώ­ρος, το ανα­γκαίο διά­στη­μα όπου ανα­πτύσ­σε­ται, πά­ντα με τους όρους της αυ­το­νο­μί­ας του, το πλά­σμα της ποι­η­τι­κής γλώσ­σας. Εί­ναι ο και­νός χώ­ρος των συ­νο­μι­λιών (μας) με το ρη­τό μέ­ρος του υπερ- αι­σθη­τού κό­σμου. Κι εκεί βέ­βαια, συν τοις άλ­λοις, «ακό­μη και η απλού­στε­ρη λέ­ξη προ­ϋ­πο­θέ­τει το σύ­νο­λο της Δη­μιουρ­γί­ας», όπως δια­τεί­νε­ται ο Χόρ­χε Λουίς Μπόρ­χες. Στο «πα­ρα­δί­πλα» δια­πι­στώ­νε­ται επί­σης και ένα εύ­λο­γο εί­δος σύ­μπρα­ξης με τον Άλ­λον. Η ποί­η­ση δεν ακού­γε­ται άλ­λω­στε κα­τά μό­νας: «Διό­τι κα­νείς δεν μπο­ρεί να επω­μι­στεί το ζην μό­νος» — «Denn keiner trӓgt das Leben allein» επι­μέ­νει ο Χέλ­ντερ­λιν (βλ. Die Titanen).

8.
Ένα δελ­τίο κα­τά λέ­ξη από την ενό­τη­τα Ταυ­τό­τη­τα, ισχύς, πο­λι­τι­σμός του Πα­να­γιώ­τη Κον­δύ­λη: «Ακρι­βώς η ανα­στο­χα­στι­κή δο­μή του εαυ­τού με κά­νει να επι­ζη­τώ ισχύ, για­τί αυ­τή με ανα­γκά­ζει να ανα­ρω­τιέ­μαι κά­θε τό­σο ποιος εί­μαι – σε σχέ­ση με τους άλ­λους. (Και στο κρί­σι­μο ση­μείο βλέ­που­με ότι η ισχύς φω­λιά­ζει εκεί όπου οι ηθι­κο­λό­γοι εντο­πί­ζουν τον ηθι­κό πυ­ρή­να του αν­θρώ­που)». Στην αυ­το­νο­μία του ποι­η­τι­κού εγώ, νο­ου­μέ­νου σαν ένα σύ­νο­λο ελευ­θέ­ρων προ­σαρ­μο­γών και δη­μιουρ­γι­κών ανα­συ­ντά­ξε­ων στις κα­τά και­ρούς συ­γκρού­σεις του με τους ενα­ντί­ους, το ελυ­τι­κό πρό­ταγ­μα συμ­βάλ­λει πολ­λα­πλώς. Ενι­σχύ­ει κυ­ρί­ως τις άμυ­νες της ρη­μα­τι­κής ταυ­τό­τη­τας. Η γλώσ­σα κα­θί­στα­ται προ­πέ­τα­σμα του πραγ­μα­τι­κού.

9.
Πα­ρα­τη­ρώ την εμ­βέ­λεια της πρό­κρι­σης του Οδυσ­σέα Ελύ­τη: «να υπο­βι­βά­ζεις ένα ποί­η­μα στο ου­σια­στι­κό του νό­η­μα δεν έχει κα­νέ­να νό­η­μα». Ακούω πά­λι στο βά­θος των ονο­μά­των και των επι­θέ­των τον τυ­φλό γέ­ρο­ντα από το Μπου­έ­νος Άι­ρες «ένας στί­χος υπάρ­χει ανε­ξάρ­τη­τα από το νό­η­μά του». Ο Χόρ­χε Λουίς Μπόρ­χες εξα­σφα­λί­ζει έτσι, εκτός των άλ­λων, τη δια­τή­ρη­ση των ση­μαι­νο­μέ­νων ως ακοί­μη­των φρου­ρών του πο­λύ­τι­μου φορ­τί­ου στο πε­δίο του φα­ντα­σια­κού. Να προ­σθέ­σω ότι ο ποι­η­τής του ως άνω Ση­μα­το­λο­γί­ου ανή­κει, ως γνω­στόν, σ΄ εκεί­νους, οι οποί­οι ει­σέ­πρα­ξαν στην κυ­ριο­λε­ξία τό­σο το μά­θη­μα του Σε­ζάν, όσο βε­βαί­ως και τη συ­νει­δη­τή απα­ρέ­σκεια του Βυ­ζα­ντί­ου για τα πα­ρα­φερ­νά­λια της ζω­γρα­φι­κής δρά­σης. Γι’ αυ­τό αμ­φι­σβή­τη­σε και απέρ­ρι­ψε στην ει­κα­στι­κή πρά­ξη την προ­ο­πτι­κή, το παν­θο­μο­λο­γού­με­νο κα­τα­φύ­γιο της με­τριό­τη­τας. Η ρή­ξη αυ­τή θα τον φέ­ρει αμέ­σως στις απαρ­χές, στις κα­τα­γω­γι­κές ρί­ζες του ει­κο­νι­κού όντος, του υπε­ρού­σιου, αλ­λά και υπέρ­κα­λου: η ζω­γρα­φι­κή, η ζω­ο­φό­ρος, η ανα­και­νι­στι­κή, τί­θε­ται έτσι εγκαί­ρως στην υπη­ρε­σία της ιδε­α­λι­στι­κής ανα­πα­ρά­στα­σης του ονει­ρι­κού. Η με­τα­φυ­σι­κή κα­τε­βαί­νει από τις ειρ­κτές των ομι­χλών της στο πε­δίο της ει­κα­στι­κής πρά­ξης του εδώ και τώ­ρα. Ο πλα­τω­νι­κός δυ­ϊ­σμός επι­βάλ­λει τε­λε­σί­δι­κα, δη­λα­δή απο­λύ­τως δη­μιουρ­γι­κά τις αρ­χές του. Όπως η λέ­ξη έχει ανα­λά­βει προ πολ­λού το πρό­σθε­το βά­ρος να υπο­μνη­μα­τί­σει το Άπει­ρον, έτσι και η χρω­μα­τι­κή κου­κί­δα επι­ζη­τεί να απο­κρυ­πτο­γρα­φή­σει τις ζεί­δω­ρες ποιό­τη­τες του κό­σμου, δη­λα­δή την ίδια την υφή της βα­ρυ­σή­μα­ντης φαι­νο­με­νο­λο­γί­ας.

10.
O αι­σθη­τός κό­σμος, ο Sinnlichkeit, όπως φέ­ρ’ ει­πείν εκλαμ­βά­νε­ται από τον Λού­ντ­βιχ Αντρέα Φόιερ­μπαχ στο έρ­γο του Προ­σω­ρι­νές θέ­σεις για την με­ταρ­ρύθ­μι­ση της Φι­λο­σο­φί­ας, αφο­ρά άμε­σα και το ποι­η­τι­κό υπο­κεί­με­νο στο Ημε­ρο­λό­γιο ενός αθέ­α­του Απρι­λί­ου. Βε­βαί­ως ο ευ­χε­ρώς και κα­ταλ­λή­λως διαι­σθη­τι­κά επε­ξερ­γα­σμέ­νος αι­σθη­τός κό­σμος. Χω­ρίς τις επεμ­βά­σεις των αυ­τα­πα­τών μας, χω­ρίς την επή­ρεια της αλυ­σί­δας των πλα­νών μας. Άλ­λω­στε, «εί­μα­στε πά­ρα πο­λύ επη­ρε­α­σμέ­νοι από προ­κα­τα­λή­ψεις που ανά­γο­νται στην Ανα­γέν­νη­ση. Ο αλη­θι­νά απρο­κα­τά­λη­πτος αδια­φο­ρεί αν μια δια­πί­στω­ση προ­έρ­χε­ται από τον Καντ ή τον Θω­μά Ακι­νά­τη, από τον Δαρ­βί­νο ή τον Αρι­στο­τέ­λη, τον Helmholtz ή τον Πα­ρά­κελ­σο. Του χρειά­ζε­ται μό­νο η απαί­τη­ση να τη βλέ­πει με τα ίδια του τα μά­τια ή μάλ­λον: Να μην πα­ρερ­μη­νεύ­ει, κά­τω από τον εξα­να­γκα­σμό των προ­κα­τα­λή­ψε­ων, αυ­τό που έγι­νε ορα­τό (das Gesehene) […] και εί­ναι το πιο με­γά­λο βή­μα που έχει να κά­νει η επο­χή μας, να ανα­γνω­ρί­σει πως με τη σω­στά εν­νο­ού­με­νη φι­λο­σο­φι­κή ενό­ρα­ση, τη φαι­νο­με­νο­λο­γι­κή σύλ­λη­ψη της ου­σί­ας, ανοί­γε­ται ένα απέ­ρα­ντο πε­δίο δου­λειάς…». Η επι­σή­μαν­ση ανή­κει στον Έντμουντ Χού­σερλ, όπως απα­ντά στο έρ­γο του Η φι­λο­σο­φία ως αυ­στη­ρή επι­στή­μη. Εκ­δό­θη­κε το έτος που γεν­νή­θη­κε ο Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της, δη­λα­δή το 1911. Εξ ου και η ει­δο­ποί­η­ση στην πρώ­τη σε­λί­δα του Ημε­ρο­λο­γί­ου ενός αθέ­α­του Απρι­λί­ου: «Γρή­γο­ρα. Προ­τού ξε­θω­ριά­σουν οι ει­κό­νες». Αλ­λά και η πρό­βλε­ψη στην τε­λευ­ταία σε­λί­δα «— Όλα χά­νο­νται. Του κα­θε­νός έρ­χε­ται η ώρα». Η τα­χύ­τη­τα της πρό­σλη­ψης με­τρά­ει πά­νω από όλα. Πρό­κει­ται για την τα­χύ­τη­τα της ανα­με­νό­με­νης δια­κα­ώς, της ευ­ερ­γε­τι­κά εν­δε­χό­με­νης με­τα­τρο­πής π.χ. του Ιν­δάλ­μα­τος σε Ι.Ι. δη­λα­δή σε Ια­μα­τι­κή Ιδέα [ή και γράμ­μα]. Το δρά­μα της δια­φυ­γής της κρί­σι­μης εκεί­νης ικ­μά­δας του χρό­νου απο­τυ­πώ­νε­ται, με­τα­ξύ άλ­λων, πε­ρί το μέ­σον της εξι­στό­ρη­σης των πα­θών στο ίδιο έρ­γο: «Όπως και να’ ναι υπάρ­χουν πολ­λά ζώα που δεν έσω­σε ακό­μη να βγουν από την Κι­βω­τό και δεί­χνουν αδη­μο­νία. Ως και το πλή­θος που κα­τα­κλύ­ζει το μου­ρά­γιο και ρί­χνει ανή­συ­χα βλέμ­μα­τα, σι­γά σι­γά συ­νει­δη­το­ποιεί ότι το παν εξαρ­τά­ται από μια στιγ­μή – τη στιγ­μή ακρι­βώς που μό­λις πας να την αδρά­ξεις, χά­νε­ται». Ο ενι­κός αριθ­μός «χά­νε­ται» αυ­ξά­νει σε πλη­θυ­ντι­κό, σε εφιαλ­τι­κό πολ­λα­πλα­σια­σμό: «χά­νο­νται», όπως διέ­κρι­να λί­γες αρά­δες πιο πά­νω. Η δε ορι­στι­κή απώ­λεια εκτι­μά­ται ως δυ­σοί­ω­νο μέ­γα τραύ­μα του ίδιου του εγώ. 

11.
Η απο­κω­δι­κο­ποί­η­ση των ση­μα­σιο­λο­γι­κών τό­πων στα Ετε­ρο­θα­λή με αφο­ρά. Εν­νοώ μα­κρο­πρό­θε­σμα. Κι ενώ η εντύ­πω­ση ότι όλα έχουν γρα­φτεί κι ανα­λυ­θεί εν προ­κει­μέ­νω ισχύ­ει, πα­ρέ­χε­ται αυ­το­μά­τως το κί­νη­τρο πε­ραι­τέ­ρω προ­σεγ­γί­σε­ων ή ανα­νε­ώ­σε­ων επι­σκό­πη­σης. Η διαρ­κής μα­θη­τεία στον «Φυλ­λο­μά­ντη», η διαρ­κής μα­θη­τεία στη σπου­δή της ση­μα­σί­ας του πα­ρα-μι­κρού: «Όπως μια στιγ­μή που προ­σπέ­ρα­σες την ευ­τυ­χία». Ο τρια­κο­στός στί­χος. Η εμ­μο­νή στην πο­λυ­διά­στα­τη πτύ­χω­ση των κα­τα­νυ­κτι­κών ου­σιών του βί­ου. Η δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τα της πε­ρί­στα­σης. Η πε­ριρ­ρέ­ου­σα ατμό­σφαι­ρα συ­μπυ­κνώ­νε­ται σε ένα κρύ­σταλ­λο γραμ­μα­τι­κής πύ­κνω­σης. Στο βαθ­μό που «το συ­μπα­ντι­κό και το αν­θρώ­πι­νο δρά­μα τεί­νουν να εξι­σω­θούν», όπως απο­φαί­νε­ται ο Πιερ Ρε­βερ­ντύ στο έρ­γο του Le gant de crin, τό­τε η επα­γρύ­πνη­ση της ύπαρ­ξης κα­θί­στα­ται χρεία. Και μά­λι­στα κα­τα­στα­τι­κή. Τα όποια “λό­για” δεν απα­ξιώ­νο­νται: με­τα­μορ­φώ­νο­νται σε αγάλ­μα­τα ήθους. Το φευ­γα­λέο εί­ναι η εί­σο­δος στο άπαν. Η κα­τε­ξο­χήν πο­λι­τι­κή πρά­ξη της ποι­η­τι­κής ζω­ής. Γνω­ρί­ζου­με ασφα­λώς ότι « τα μά­τια μας δεν μπο­ρούν να στρα­φούν μέ­σα στις κόγ­χες τους χω­ρίς να με­τα­βλη­θούν οι αντι­λή­ψεις μας. Η σκέ­ψη μας εί­ναι ακό­μη πιο ευ­με­τά­βλη­τη από την όρα­σή μας, ενώ όλες οι υπό­λοι­πες αι­σθή­σεις και ικα­νό­τη­τές μας συ­νει­σφέ­ρουν σε αυ­τή τη διαρ­κή αλ­λα­γή. Δεν υπάρ­χει κα­μία με­μο­νω­μέ­νη δύ­να­μη της ψυ­χής που να πα­ρα­μέ­νει ίδια ού­τε για μια στιγ­μή. Ο νους εί­ναι ένα εί­δος θε­ά­τρου, όπου διά­φο­ρες αντι­λή­ψεις κά­νουν την εμ­φά­νι­σή τους δια­δο­χι­κά. Περ­νούν, ξα­να­περ­νούν, γλι­στρούν αθό­ρυ­βα έξω από τη σκη­νή και πλέ­κο­νται σε ανε­ξά­ντλη­τη ποι­κι­λία θέ­σε­ων και κα­τα­στά­σε­ων. Δεν υπάρ­χει κυ­ριο­λε­κτι­κά κα­μία απλό­τη­τα στον νου σε μια δε­δο­μέ­νη στιγ­μή, ού­τε ταυ­τό­τη­τα σε κά­ποια άλ­λη, όσο και εάν εμείς τεί­νου­με να φα­ντα­ζό­μα­στε πως υπάρ­χει μια τέ­τοια απλό­τη­τα και ταυ­τό­τη­τα. Η σύ­γκρι­ση µε το θέ­α­τρο δεν πρέ­πει να µας οδη­γή­σει σε εσφαλ­μέ­να συ­μπε­ρά­σμα­τα. Ο νους συ­νί­στα­ται απο­κλει­στι­κά και μό­νο στις δια­δο­χι­κές αντι­λή­ψεις, χω­ρίς να έχου­με την πα­ρα­μι­κρή έν­νοια του χώ­ρου, όπου αυ­τές οι σκη­νές εκτυ­λίσ­σο­νται ή των υλι­κών από τα οποία εί­ναι κα­τα­σκευα­σμέ­νος». Το θε­ώ­ρη­μα του Ντέι­βιντ Χιουμ, όπως κα­τα­τί­θε­ται στο Πρώ­το Βι­βλίο της Πραγ­μα­τεί­ας για την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση, συ­νο­μι­λεί ασφα­λώς με την στι­χι­κή δέ­σμευ­ση του «Φυλ­λο­μά­ντη» – και όχι μό­νον – να επι­τη­ρεί το ον των κλα­σμά­των (της εκά­στο­τε εν­δε­χό­με­νης μορ­φής)του χρό­νου.

12.
Συ­γκρα­τώ την προ­ο­πτι­κή της εκτί­μη­σης του Ζακ Μπου­σκέ, όπως εγκολ­πώ­νε­ται την απώ­τε­ρη ση­μα­σία της θέ­ας: «μια ει­κό­να κο­στί­ζει τό­ση ερ­γα­σία στην αν­θρω­πό­τη­τα όση μια και­νούρ­για ιδιό­τη­τα σ’ ένα φυ­τό». Δια­βά­ζω το σύν­θε­το απο­τέ­λε­σμα της ανε­ξά­ντλη­της ει­κο­νο­ποι­ί­ας του Οδυσ­σέα Ελύ­τη με τη θέρ­μη των πρώ­των εκεί­νων προ­σεγ­γί­σε­ων: το ανα­γνω­στι­κό βί­ω­μα εί­ναι εί­σο­δος στο πι­θα­νό που φαι­νό­ταν μό­λις λί­γο πριν απί­θα­νο. Ένα σταυ­ρο­δρό­μι νοη­μά­των - χρω­μά­των. Η «Ωδή στον Πι­κασ­σό», το τρί­το ποί­η­μα της πρώ­της σει­ράς των Ετε­ρο­θα­λώ» γνω­ρί­ζω, φέ­ρ’ ει­πείν, ότι επι­στρα­τεύ­ει αυ­θε­ντι­κές επι­κλή­σεις διαύ­γα­σης, προ­κει­μέ­νου το ου­το­πι­κό να κα­τα­στεί επι­τέ­λους Τό­πος. Διά της με­τα­λή­ψε­ως, κυ­ρί­ως, ει­κό­νων. Ήτοι, άλ­λη μια έκ­φαν­ση του πο­λι­τι­κού Οδυσ­σέα Ελύ­τη. Η έμπρα­κτη δρά­ση. Θυ­μί­ζω για τις ανά­γκες της επο­πτι­κής στιγ­μής τα εξής εν­δει­κτι­κά: «Αλή­θεια Πι­κασ­σό Παύ­λε υπάρ­χεις/Και μα­ζί με σέ­να εμείς υπάρ­χου­με/Ολο­έ­να χτί­ζουν μαύ­ρες πέ­τρες γύ­ρω μας — αλ­λά συ γε­λάς/Μαύ­ρα τεί­χη γύ­ρω μας — αλ­λά συ με­μιάς/Ανοί­γεις πά­νω τους μυ­ριά­δες πόρ­τες και πα­ρά­θυ­ρα/Να ξε­χυ­θεί στον ήλιο κεί­νη αχ η πυρ­ρό­ξαν­θη κραυ­γή/Που μ' έρω­τα πα­ρά­φο­ρο με­γα­λύ­νει και δια­λα­λεί τ' αέ­ρια τα/ υγρά και τα στε­ρεά του κό­σμου ετού­του/Έτσι που να μη μά­χε­ται πια κα­νέ­να το άλ­λο/Έτσι που να μη μά­χε­ται πια κα­νείς τον άλ­λον/Να μην υπάρ­χει εχτρός/Πλάι πλάι να βα­δί­ζου­νε το αρ­νί με το λε­ο­ντά­ρι/Κι η ζωή αδερ­φέ μου ωσάν τον Γουα­δαλ­κι­βίρ των άστρων/Να κα­τρα­κυ­λά­ει με κα­θα­ρό νε­ρό και με χρυ­σά­φι/Χι­λιά­δες λεύ­γες μες στα όνει­ρα της/Χι­λιά­δες λεύ­γες μες στα όνει­ρα μας…». Η ορ­μή του στί­χου επι­κυ­ρώ­νει την ορ­μή προς επι­χρω­μα­τι­κή διά­στα­ση, οπωσ­δή­πο­τε προς μου­σι­κή αξί­ω­ση του βί­ου. Και προ­σθέ­τω τον πρό­σφο­ρο αφο­ρι­σμό από την Έκτη Στρο­φή του Βι­βλί­ου του Λό­γου (Ταό Κινγκ) του Λάο Τσε: «Το πνεύ­μα της κοι­λά­δας δεν πε­θαί­νει πο­τέ. Εί­ναι κεί­νο το μυ­στή­ριο θη­λυ­κό που οδη­γεί στη ρί­ζα της γης και τ’ ου­ρα­νού. Εκεί μέ­νει πά­ντα σαν πέ­πλο αμυ­δρό που η χρή­ση δεν εξα­ντλεί». Ο γλωσ­σο­κε­ντρι­κός ιδε­α­λι­σμός του Οδυσ­σέα Ελύ­τη συ­νι­στά εμπρο­σθο­φυ­λα­κή του εαυ­τού. Η συ­σπεί­ρω­ση του υπο­κει­μέ­νου τε­λεί­ται ως συ­σπεί­ρω­ση της συλ­λα­βής σω­σι­βί­ου.

13.
Η ιδιαί­τε­ρα προ­βε­βλη­μέ­νη από την κρι­τι­κή και την ει­δι­κό­τε­ρη φι­λο­λο­γι­κή ερ­μη­νεία της αρ­χι­τε­κτο­νι­κής διάρ­θρω­σης των μει­ζό­νων ποι­η­μά­των του τι­μώ­με­νου σή­με­ρα ποι­η­τή ανα­κα­λεί ευ­θέ­ως την εξ ίσου δια­πι­στω­μέ­νη προ­σέγ­γι­ση των εν­νοιών κα­τά τρό­πο εμ­φα­νώς γε­ω­με­τρι­κό από τον Γκα­στόν Μπα­σε­λάρ. Το έρ­γο του οποί­ου φαί­νε­ται να γνώ­ρι­ζε σε βά­θος ο Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της. Η ορια­κή δια­πί­στω­ση που πα­ρα­τί­θε­ται εν συ­νε­χεία υπο­γρά­φε­ται από τον Γκα­στόν Μπα­σε­λάρ: «η “ευ­γλωτ­τία” εί­ναι ένα από τα στοι­χεία του ευ ζην». Μή­πως το ελυ­τι­κό δί­δαγ­μα στο σύ­νο­λό του δεν εί­ναι πράγ­μα­τι ένα ευ­ρύ­χω­ρο δί­δαγ­μα «ευ­γλωτ­τί­ας»; Μή­πως η γλώσ­σα του προ­κεί­με­νου δη­μιουρ­γι­κού κα­τα­πι­στεύ­μα­τος δεν συ­νι­στά και η ίδια την υπο­δειγ­μα­τι­κά δρα­μα­το­ποι­η­μέ­νη έκ­φρα­ση ενός εμ­φα­νώς ανα­στο­χα­στι­κού ευ ζην; Μή­πως το ποί­η­μα δεν εί­ναι τέ­λει η ασυμ­βί­βα­στη εκεί­νη φυ­γή; Η φυ­γή από την κα­κο­φορ­μι­σμέ­νη Σύμ­βα­ση; Η απο­μά­κρυν­ση από το status quo των δε­δο­μέ­νων, των επι­βε­βλη­μέ­νων συ­νειρ­μών της ζω­ής σε απλό, σε πρώ­το δη­λα­δή βαθ­μό θέ­α­σης; Δια­κρί­νω τα εξής, όπως απα­ντούν στη με­λέ­τη του Μάρ­τιν Χάι­ντε­γκερ Η γλώσ­σα στην ποί­η­ση, προ­κει­μέ­νου να οδη­γη­θώ πιο γρή­γο­ρα, από ό τι συ­νή­θως συμ­βαί­νει, στο ανα­γκαίο και ικα­νό συ­μπέ­ρα­σμα: «η συ­νο­μι­λία της νό­η­σης με την ποί­η­ση επι­διώ­κει να προ­σκα­λέ­σει την ου­σί­ω­ση της γλώσ­σας, για να ξα­να­μά­θουν οι θνη­τοί να κα­τοι­κούν μέ­σα στη γλώσ­σα». Η γλώσ­σα πα­ρί­στα­ται ως διευ­θέ­τη­ση μορ­φών – δο­μών – θε­σμών του θε­με­λί­ου-εί­ναι. Εξ ου και η λα­τρεία του άκρως διε­σταλ­μέ­νου πα­ρό­ντος, το οποίο δια­θέ­τει το εξαι­ρε­τι­κό πλε­ο­νέ­κτη­μα να πε­ριέ­χει το σύ­μπαν. Το μέλ­λον κα­θί­στα­ται μάλ­λον τρι­τεύ­ον ως ζή­τη­μα γρα­φής. Άλ­λω­στε «τα υπερ­βο­λι­κά πά­ρε δώ­σε με το μέλ­λον εί­ναι μια μορ­φή δει­λί­ας» μας δεί­χνει και ο Ντά­νιελ Κέλ­μαν. Το μνη­μείο των συλ­λα­βών, ένα μα­νι­φέ­στο λυ­ρι­κού modus vivendi αλ­λά και βε­βαί­ως modus operandi, αφο­ρά κα­τε­ξο­χήν στην εδραί­ω­ση της πί­στης στο κα­τά­λυ­μα του διαρ­κώς ενερ­γη­τι­κού, πο­λυ­ε­πί­πε­δου, πο­λύ­ση­μου, σα­φώς δι­ι­στο­ρι­κού ενε­στώ­τος.

14.
Ξε­χω­ρί­ζω τα εξής από το τέ­ταρ­το ποί­η­μα του πρώ­του μέ­ρους των Ετε­ρο­θα­λών, που επι­γρά­φε­ται «Της Σε­λή­νης της Μυ­τι­λή­νης πα­λαιά και νέα ωδή»: «Ότι τό­σο ελα­φρύ στα φρύ­γα­να το πά­τη­μα ήταν/Τό­σο μπλά­βα τα λου­λού­δια. Τό­σο η στά­λα των μα­τιών /Ωραία με­τά που η ευ­τυ­χία χά­θη­κε/Μα­κριά με­σ’ στα θα­λασ­σι­νά χα­ρά­μα­τα/To φι­λί που εκρά­τη­σα όσο το αστέ­ρι μου έσχι­ζε/Την πλα­γιά του Αυ­γού­στου τό­σο κα­θα­ρό/Τό­σο πι­κρή στη φού­χτα μου η γα­λή­νη/Τό­σο οι άν­θρω­ποι μαύ­ροι και μι­κροί/Με το πό­δι εμπρός που ολο­έ­να παν/Παν κα­τευ­θεί­αν για τον Κω­κυ­τό και τον Πυ­ρι­φλε­γέ­θο­ντα!». Οι στί­χοι, κά­το­πτρα ει­λι­κρι­νή της αλή­θειας, κα­τευ­θύ­νο­νται στην εν­δο­χώ­ρα της φι­λέ­ρευ­νης ανά­γνω­σης. Με τον ρυθ­μό τον ασί­γα­στο της άμε­σης μαρ­τυ­ρί­ας του ποι­η­τι­κού νου. Εξ ού και η ευ­θύ­τη­τα των προ­κεί­με­νων δη­λώ­σε­ων. Ανή­κω σ αυ­τούς που πι­στεύ­ουν ότι πράγ­μα­τι «μέ­σα στο έρ­γο εί­ναι επί το έρ­γον η αλή­θεια, άρα όχι μό­νο κά­τι το αλη­θι­νό [. . . ] Έτσι φω­τα­γω­γεί­ται το αυ­το­κρυ­βό­με­νο Εί­ναι. Η έτσι δια­μορ­φω­μέ­νη φω­τει­νό­τη­τα ρί­χνει το φέγ­γος της στο έρ­γο τέ­χνης. Το φέγ­γος που έχει ρι­χτεί στο έρ­γο τέ­χνης εί­ναι το ωραίο. Η ομορ­φιά εί­ναι ένας τρό­πος ύπαρ­ξης της αλή­θειας ως μη-κρυ­πτό­τη­τας»: για να μνη­μο­νεύ­σω πά­λι αυ­τόν που προ­σλαμ­βά­νει και εν­νο­εί την ποι­η­τι­κή δο­κι­μή με ιδιαί­τε­ρα εμ­φα­νή ευ­ρύ­τη­τα. Εν­νοώ βέ­βαια τον Μάρ­τιν Χάι­ντε­γκερ, όπως τον ξα­να­δια­βά­ζω. Η προ­έ­λευ­ση του έρ­γου τέ­χνης: η απο­δελ­τί­ω­ση συ­νε­χί­ζε­ται.

       

BIΒΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ ΠΑ­ΡΑ­ΘΕ­ΜΑ­ΤΩΝ                                                                                    

Ιου­λί­τα Ηλιο­πού­λου, Ανα­ζη­τώ­ντας τη Δέ­κα­τη Τέ­ταρ­τη Ομορ­φιά, (βλ. σ. 154), εκδ. Ύψι­λον/βι­βλία 2014.
Λού­ντ­βιχ Βιτ­γκεν­στάιν, Πο­λι­τι­σμός και αξί­ες, μτ­φρ.: Μυρ­τώ Δρα­γώ­να-Μο­νά­χου και Κω­στής Μ. Κω­βαί­ου, εκδ. Καρ­δα­μί­τσα 2000.
Λού­ντ­βιχ Βιτ­γκεν­στάιν, Φιλο­σο­φι­κές έρευ­νες, ει­σα­γω­γή - με­τά­φρα­ση - σχό­λια: Παύ­λος Χρι­στο­δου­λί­δης, εκδ. Πα­πα­ζή­ση 1977.
Πα­να­γιώ­της Κον­δύ­λης, Ταυ­τό­τη­τα, ισχύς, πο­λι­τι­σμός (Πε­νή­ντα δελ­τία), επιμ.: Ευάγ­γε­λος Γκα­νάς, περ. Νέα Εστία, Ιού­λιος-Αύ­γου­στος 2004.
Ντά­νιελ Κέλ­μαν, Η μέ­τρη­ση του κό­σμου, μτ­φρ.: Κώ­στας Κο­σμάς, εκδ. Κα­στα­νιώ­τη 2009.
Αντρέ Μπρε­τόν, Seconde manifeste du Surréalisme, 1930, Œuvres complètes, I, 781, 1594/1595.
Λάο Τσε, Ταό Τε Κινγκ, από­δο­ση και σχό­λια: Γιώρ­γος Αλε­ξά­κης, εκδ. Εκ­κρε­μές 1983.
Ζακ Λα­κάν, Λει­τουρ­γία και πε­δίο της ομι­λί­ας και της γλώσ­σας στην ψυ­χα­νά­λυ­ση, ει­σα­γω­γή: Ζακ-Αλέν Μι­λέρ, μτ­φρ.: Να­σία Λι­νάρ­δου-Μπλαν­σέ και Ρε­ζι­νάλντ Μπλαν­σέ, επί­με­τρο: Ρε­ζι­νάλντ Μπλαν­σέ, εκδ. Εκ­κρε­μές 2005.
Γκα­στόν Μπα­σε­λάρ, Η ποι­η­τι­κή του χώ­ρου, μτ­φρ. Ελέ­νη Βέλ­τσου-Ιω­άν­να Δ. Χα­τζη­νι­κο­λή, εκδ. Χα­τζη­νι­κο­λή 1982.
Ζακ Ντερ­ρι­ντά «Πί­στη και γνώ­ση», σ. 19 στο Jacques Derrida, Gianni Vattimo (επιμ.), H Θρη­σκεία, μτ­φρ., ση­μειώ­σεις: Γιώρ­γος Φα­ρά­κλας, εκδ. Αλε­ξάν­δρεια 2003.
Μάρ­τιν Χάι­ντε­γκερ, Η γλώσ­σα στην ποί­η­ση, μτ­φρ. - σχό­λιο: Κώ­στας Γε­με­νε­τζής, στο Γκέ­οργκ Τρακλ, Ο Sebastian στο όνει­ρο-Δη­μο­σιεύ­σεις στο Brenner 1914/1915, μτ­φρ.: Έλε­να Νού­σια, Ύψι­λον/βι­βλία, Ξέ­νοι Ποι­η­τές, 1999.
Μάρ­τιν Χάι­ντε­γκερ, Ει­σα­γω­γή στη Με­τα­φυ­σι­κή, ει­σα­γω­γή, μτ­φρ.,  επι­λε­γό­με­να: Χρή­στου Μα­λε­βί­τση, εκδ. Δω­δώ­νη 1973.
Μάρ­τιν Χάι­ντε­γκερ, Η προ­έ­λευ­ση του έρ­γου τέ­χνης, ει­σα­γω­γή-μτ­φρ.-σχό­λια: Γιάν­νης Τζα­βά­ρας, εκδ. Δω­δώ­νη 1986.
Ντέι­βιντ Χιουμ, Πραγ­μα­τεία για την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση, μτ­φρ: Μα­ρία Πουρ­νά­ρα, εκδ. Πα­τά­κη 2005.
Έντμουντ Χού­σερλ, Η φι­λο­σο­φία ως αυ­στη­ρή επι­στή­μη, μτ­φρ.- ει­σα­γω­γή-σχό­λια: Ν.Μ. Σκου­τε­ρό­που­λος, εκδ. Ρο­ές 1988.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: