Καμερούν: Λεπτομέρειες διαμονής

Καμερούν: Λεπτομέρειες διαμονής

«Τα κου­νού­πια εί­χαν ήδη ανα­λά­βει να τους ρου­φή­ξουν το αί­μα και να στα­λά­ξουν κα­τευ­θεί­αν στις φλέ­βες τους φαρ­μά­κια που δεν τα ξε­φορ­τώ­νε­σαι πια με τί­πο­τα...»
ΣΕ­ΛΙΝ, Τα­ξί­δι στην άκρη της νύ­χτας

 
Η ακρι­βή λι­χου­διά, η λα­χτα­ρι­στή γα­ρί­δα έγι­νε όνο­μα κρά­τους. Άλ­λη μια φο­ρά οι από­γο­νοι των αρ­χαί­ων ονο­μα­το­ποιών προσ­διό­ρι­σαν τα πράγ­μα­τα σύμ­φω­να με τις επι­τα­γές της βου­λι­μί­ας τους: όταν το 1472 οι πει­να­σμέ­νοι Πορ­το­γά­λοι θα­λασ­σο­πό­ροι εί­δαν έκ­θαμ­βοι για πρώ­τη φο­ρά ένα τε­ρά­στιο πο­τά­μι γε­μά­το υπερ­με­γέ­θεις γα­ρί­δες να χύ­νε­ται στον κόλ­πο της Γουι­νέ­ας, τον βα­φτί­σουν αμέ­σως «Rio dos Camaroes», που πά­ει να πει «Πο­τά­μι με τις γα­ρί­δες». Ακο­λού­θη­σαν τα παι­χνί­δια της γλώσ­σας. Με­τά από λί­γο ο κό­σμος πεί­στη­κε ότι όντως η χώ­ρα αυ­τή εί­ναι το Cameroon ή, όπως το θέ­λουν οι φί­λοι μας οι Γάλ­λοι, Cameroun.
Ο Κα­νέ­τι ισχυ­ρί­ζε­ται ότι ο φό­βος μάς υπο­χρε­ώ­νει να εφευ­ρί­σκου­με συ­νε­χώς ονό­μα­τα για πε­ρι­σπα­σμό. Ή μή­πως και για λό­γους εκ­δί­κη­σης; Ίσως η πε­ρί­πτω­ση της αυ­θόρ­μη­της ονο­μα­το­δο­σί­ας του Κα­με­ρούν να συ­νι­στά μια από τις λί­γες εκεί­νες φο­ρές που η πη­γαία, η ανα­κου­φι­στι­κή χα­ρά, που κα­μιά άλ­λη δεν της μοιά­ζει, χα­ρά­ζει λέ­ξεις για πά­ντα.


Ο ωκε­α­νός ει­σχω­ρεί όσο βα­θύ­τε­ρα μπο­ρεί στον ηπει­ρω­τι­κό κορ­μό. Εκεί που στα­μα­τά­ει, αρ­χί­ζουν οι πα­ρα­λί­ες του Κα­με­ρούν. Οι πε­ρι­γρα­φές όσων πέ­ρα­σαν από εδώ και θέ­λη­σαν να τις πα­ρα­δώ­σουν στο χαρ­τί συ­να­γω­νί­ζο­νται η μια την άλ­λη σε κο­σμη­τι­κά επί­θε­τα και κα­τα­χρη­στι­κές εξάρ­σεις. Δεν ένοιω­σα ού­τε μια στιγ­μή ξέ­νος εδώ κι ας ήταν η πρώ­τη αφρι­κα­νι­κή μου εμπει­ρία. Απρο­ε­τοί­μα­στος, με το μυα­λό στραμ­μέ­νο αλ­λού, η ήπει­ρος αυ­τή ήταν η τε­λευ­ταία που θα μπο­ρού­σα να σκε­φτώ τον χει­μώ­να του 2004, τον οποίο πέ­ρα­σα ολό­κλη­ρο στην Αθή­να. Δεν ήθε­λα όμως και πο­λύ για να ντυ­θώ έναν άλ­λο εν­θου­σια­σμό, όταν έμα­θα το νέο μου προ­ο­ρι­σμό: υπο­σα­χα­ρι­κή μοί­ρα. Και δύο βα­λί­τσες με κο­ντο­μά­νι­κα, δύο ελα­φριά, πο­λύ ελα­φριά κου­στού­μια, τρία – τέσ­σε­ρα βι­βλία, σα­ντά­λια και αντι­η­λια­κά της υψη­λό­τε­ρης προ­στα­σί­ας. Αλ­λά και μια έντο­νη πε­ριέρ­γεια, σαν αυ­τή ακρι­βώς του παι­διού που θέ­λει να εξε­ρευ­νή­σει το ημι­φω­τι­σμέ­νο δω­μά­τιο, αυ­τό που εί­ναι δί­πλα στην κρε­βα­το­κά­μα­ρά του, το οποίο για άγνω­στους λό­γους τού το κρα­τά­νε πά­ντα κλει­στό∙ μια χα­ρα­μά­δα όμως τού λέ­ει ότι για την ώρα έχουν ξε­χά­σει να κλει­δώ­σουν την πόρ­τα.

Καμερούν: Λεπτομέρειες διαμονής


Η εξοι­κεί­ω­σή μου με τα δε­δο­μέ­να της κα­με­ρου­νέ­ζι­κης ταυ­τό­τη­τας, αν και δεν οδή­γη­σε κα­τ’ ανά­γκην στην πλή­ρη αφο­μοί­ω­σή μου από την πα­νί­σχυ­ρη, επι­βλη­τι­κή της φύ­ση, με έφε­ρε όμως πο­λύ κο­ντά στις αλή­θειες και στους μύ­θους της, οι οποί­οι την συ­γκρο­τούν κα­τά τρό­πο μο­να­δι­κό και αδιά­πτω­το. Θα θε­ω­ρού­σα μά­λι­στα την προ­σέγ­γι­ση του κα­ται­γι­στι­κού εκεί­νου διά­κο­σμου ότι απε­τέ­λε­σε μια πρώ­τη ει­σα­γω­γή στη γραμ­μα­τι­κή του αφρι­κα­νι­κού φά­σμα­τος. Ομο­λο­γώ πά­ντως, χω­ρίς πε­ρι­στρο­φές, ότι η ιδιαί­τε­ρα επι­τυ­χής, τε­τρα­ε­τής και πλέ­ον με­τα­φύ­τευ­σή μου στην αφρι­κα­νι­κή εν­δο­χώ­ρα ήταν υπό­θε­ση δη­μιουρ­γι­κών αντα­πο­κρί­σε­ων και συ­σχε­τι­σμών ποι­κί­λων γε­ω­γρα­φι­κών πα­ρα­γό­ντων, οι οποί­οι έκα­ναν το παν για να με βε­βαιώ­σουν ότι εί­χα και πα­λαιό­τε­ρα συ­νυ­πάρ­ξει μα­ζί τους. Ότι ήταν ένα τα­ξί­δι επι­στρο­φής, μια ανα­με­νό­με­νη επά­νο­δος. Ένα κεί­με­νο που υπήρ­χε στην άκρη πα­λαιο­τέ­ρων εμπει­ριών.
Ναι, θα μπο­ρού­σε να ισχυ­ρι­στεί κά­ποιος ότι επρό­κει­το για μια πα­ρα­τε­τα­μέ­νη πα­ραί­σθη­ση, για ένα συ­νη­θι­σμέ­νο επι­φα­νεια­κό με­ταί­σθη­μα, αλ­λά ήταν βε­βαιό­τη­τα. Η Για­ου­ντέ υπήρ­ξε για μέ­να εμ­φα­νέ­στα­τη προ­έ­κτα­ση των υδρο­χα­ρών, ρευ­στών χώ­ρων της Άπω Ανα­το­λής, που γνώ­ρι­σα ως τυ­χε­ρός των ορι­ζό­ντων, ελά­χι­στα χρό­νια πριν, και οι­κειο­ποι­ή­θη­κα όσο στά­θη­κε δυ­να­τόν. Εν­νοώ όλα εκεί­να τα το­πία που δεν άρ­γη­σαν με τη σει­ρά τους να με μυ­ή­σουν στην τέ­χνη της με­τα­μόρ­φω­σης των ορα­τών σε ιν­δάλ­μα­τα μιας διαρ­κούς από­λαυ­σης.
Εν­νο­εί­ται ότι προ­ε­τοι­μά­στη­κα εγκαί­ρως για ό, τι τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κό με πε­ρί­με­νε από πλευ­ράς κλι­μα­το­λο­γι­κών συν­θη­κών στα εν­δό­τε­ρα του άλ­λου Κα­με­ρούν, του σκλη­ρό­τε­ρου, του αντι­φα­τι­κού, το βο­ρειό­τε­ρο τμή­μα του οποί­ου, μια σου­βλε­ρή μύ­τη, ει­σέρ­χε­ται στο δια­κε­καυ­μέ­νο Τσαντ, για να συ­γκα­εί μα­ζί του κά­τω από έναν σκλη­ρό­τε­ρο ήλιο. Ρα­γδαί­ες αλ­λα­γές, νε­κρές ζώ­νες, επι­κρά­τειες του μη­δε­νός, αλ­λά και αιφ­νι­δια­στι­κές με­τα­μορ­φώ­σεις των απο­ξη­ρα­μέ­νων εδα­φών σε μι­κρές πα­ρή­γο­ρες οά­σεις. Η βρο­χή ρυθ­μί­ζει ασφα­λώς τα πά­ντα, από το κα­θη­με­ρι­νό όνει­ρο των ανι­μι­στών για μια ατο­μι­κή δι­καί­ω­ση μέ­σα στο Πάν­θε­ον του υλο­ζω­ι­σμού τους έως τις πο­λύ­τι­μες σο­δειές των κα­πνών και των φρού­των.
Συ­νά­ντη­σα φυ­λές που καί­νε συ­στη­μα­τι­κά τα υπο­λείμ­μα­τα του χορ­τα­ριού, που απο­ψι­λώ­νουν τα πά­ντα γύ­ρω τους, που επι­βιώ­νουν με το παρ΄ ολί­γον τί­πο­τα, πε­ρι­μέ­νο­ντας την πε­ρί­ο­δο των βρο­χών, που θα με­τα­τρέ­ψει τον εφιάλ­τη της αφυ­δα­τω­μέ­νης γης σε λι­βά­δι ζω­ής. Όπως ακρι­βώς εμείς κα­θα­ρί­ζου­με το σπί­τι μας πριν από μια γιορ­τή, πε­ρι­μέ­νο­ντας με ανυ­πο­μο­νη­σία τους κα­λύ­τε­ρος φί­λους μας, έτσι κι αυ­τοί κα­θα­ρί­ζουν αρ­κε­τά τε­τρα­γω­νι­κά χι­λιό­με­τρα της πε­ρι­φέ­ρειας που ελέγ­χουν για να τα βρει σε λί­γο όλα κα­θα­ρά ο απέ­θα­ντος θε­ός της βρο­χής.
Πολ­λοί πε­ρι­η­γη­τές κι ευ­και­ρια­κοί τα­ξι­διώ­τες έφυ­γαν από εδώ με σπα­σμέ­να νεύ­ρα. Ήταν αδύ­να­τον να αντι­λη­φθούν τη σκο­πι­μό­τη­τα των συ­ντρι­πτι­κών αυ­τών με­ταλ­λα­γών, την αδιά­κο­πη πά­λη του άγο­νου το­πί­ου με το ανα­γκα­στι­κό δί­δυ­μο του, μια δια­με­τρι­κά δη­λα­δή αντί­θε­τη φύ­ση, που της αρέ­σει να κρύ­βε­ται και να φα­νε­ρώ­νε­ται όπο­τε αυ­τή θέ­λει. Εί­ναι εν­δει­κτι­κή η αφα­σία του εκρη­κτι­κού νε­α­ρού, ονό­μα­τι Ρε­νέ Κα­τράι­ζε, του Βέλ­γου εθε­λο­ντή που σπα­τα­λή­θη­κε στο Κο­γκό, του πρω­τα­γω­νι­στή του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Ού­γκο Κλά­ους Οι φή­μες: «Δεν ήταν δια­τε­θει­μέ­νος να απο­κα­λύ­ψει οτι­δή­πο­τε λο­γι­κό σχε­τι­κά με την πα­ρα­μο­νή του στην αφρι­κα­νι­κή ήπει­ρο. Ή μή­πως στην κα­τά­στα­ση που βρι­σκό­ταν δεν ήταν σε θέ­ση να κά­νει ένα κα­τα­νοη­τό σχό­λιο; Φο­βού­μαι το τε­λευ­ταίο, διό­τι σε μία συ­γκε­κρι­μέ­νη ερώ­τη­ση που του έκα­να σχε­τι­κά με τη μαύ­ρη ήπει­ρο, και συ­γκε­κρι­μέ­να τι άπο­ψη εί­χε για το δι­κό μας ρό­λο και το δι­κό μας κα­θή­κον ως ευ­κα­τά­στα­των Ευ­ρω­παί­ων ένα­ντι των κα­τα­πιε­σμέ­νων λα­ών εκεί, απά­ντη­σε με μια σει­ρά ακα­τα­νό­η­των ήχων, οι οποί­οι προ­φα­νώς σχε­τί­ζο­νταν με αυ­τό που οι ιθα­γε­νείς ονο­μά­ζουν γλώσ­σα. Εκεί δεν μπό­ρε­σα να βγά­λω ζου­μί, για να το πού­με λί­γο άξε­στα. Απτό­η­τος συ­νέ­χι­σα τη συ­ζή­τη­ση στην ίδια γλώσ­σα, αλ­λά προ­σέ­κρου­σα σε τέ­τοια ισχυ­ρή απρο­θυ­μία εκ μέ­ρους του και η όψη του ήταν τό­σο μο­χθη­ρή που κα­τά­πια τον τε­λευ­ταίο ήχο μου». 
Ο δό­κι­μος της ζού­γκλας ασέλ­γη­σε: εί­δε την κε­ντρι­κή Αφρι­κή σαν ζώο που έπρε­πε να το εξη­με­ρώ­σει ή να το εξο­λο­θρεύ­σει.


Δύο πρω­τεύ­ου­σες αφρι­κα­νι­κών κρα­τών χτί­στη­καν γύ­ρω και πά­νω σε επτά λό­φους, θυ­μί­ζο­ντας αρ­κε­τά το αντί­στοι­χο πε­ρί­γραμ­μα της ρω­μαϊ­κής σκη­νο­γρα­φί­ας. Η μία εί­ναι της Ου­γκά­ντα, η Κα­μπά­λα, και η άλ­λη του Κα­με­ρούν, η Για­ου­ντέ, ο επτά­λο­φος των φυ­στι­κό­δε­ντρων. Το όνο­μά της ση­μαί­νει άλ­λω­στε κα­τά λέ­ξη «Η πό­λη αυ­τών που αγα­πούν τα φι­στί­κια». Οι δε Μπραν­ζα­βίλ και Κιν­σά­σα, οι πρω­τεύ­ου­σες της Λαϊ­κής Δη­μο­κρα­τί­ας του γει­το­νι­κού Κον­γκό και του Ζα­ΐρ, αντί­στοι­χα, οι οποί­ες εκτεί­νο­νται στα νό­τιο-ανα­το­λι­κά του Κα­με­ρούν, ού­τε μία ώρα με το αε­ρο­πλά­νο από τη Για­ου­ντέ, και η Τζα­κάρ­τα, η πρω­τεύ­ου­σα της Ιν­δο­νη­σί­ας, στην άλ­λη με­ριά του πλα­νή­τη, βρί­σκο­νται ακρι­βώς στον ίδιο πα­ράλ­λη­λο. Γι΄ αυ­τό λοι­πόν μό­λις έφτα­σα στο Κα­με­ρούν, μού δό­θη­κε αμέ­σως η εντύ­πω­ση ότι επέ­στρε­φα στο κα­τα­πρά­σι­νο προ­σφι­λές μου Ου­μπούντ, το κό­σμη­μα και το προ­σκύ­νη­μα των μυ­στι­κι­στι­κών υψι­πέ­δων της νή­σου Μπά­λι, όπου τό­σα κα­λο­καί­ρια στο πα­ρελ­θόν έγι­νε το δεύ­τε­ρο σπί­τι μου.  
Πα­νο­μοιό­τυ­πη ορ­για­στι­κή βλά­στη­ση. Η γνω­στή θο­λή, κά­θι­δρη ατμό­σφαι­ρα. Ταυ­τό­ση­μες κλί­μα­κες των απο­χρώ­σε­ων και των δια­στά­σε­ων, από­λυ­τα πει­στι­κές συγ­γέ­νειες και εμ­φα­νείς αλ­λη­λου­χί­ες. Ένα αε­ρά­κι που ερ­χό­ταν τα­κτι­κά από το Σα­νούρ, την Κού­τα και το Ντεν­πά­σαρ του Μπά­λι μού δρό­σι­ζε το πρό­σω­πο. Το ιε­ρό νη­σί των Ιν­δουι­στών, σύμ­βο­λο και σύ­νο­ρο της πο­λυ­φω­νί­ας του τα­ραγ­μέ­νου αρ­χι­πε­λά­γους, με υπο­δε­χό­ταν εγκάρ­δια ακό­μη μια φο­ρά. Σε τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κή ήπει­ρο, σε μια γη που την δια­τρέ­χουν δια­φο­ρε­τι­κές ιδε­ο­λο­γί­ες, που την αυ­λα­κώ­νουν τό­σο πα­ρά­ται­ρα βιώ­μα­τα πρω­τό­γνω­ρων για μέ­να φυ­λών και ομά­δων, μια ισχυ­ρή ιν­δο­νη­σια­κή μνή­μη επέ­με­νε να εγκα­τα­στα­θεί μα­ζί μου στο και­νούρ­γιο μου σπί­τι, που δυο τρι­ζό­νια ήδη το κα­τοι­κού­σαν, προ­τι­μώ­ντας να απαγ­γέλ­λουν το μο­νό­το­νο ποί­η­μά τους από κά­ποιες από­κρυ­φες σχι­σμές του τοί­χου της κου­ζί­νας. Δί­πλα στις πα­νύ­ψη­λες χουρ­μα­διές ένοιω­θα τις αξί­ες χρω­μά­των, ήχων και δια­στά­σε­ων: ήμουν δη­λα­δή από την πρώ­τη σχε­δόν στιγ­μή κι εδώ ευ­πρόσ­δε­κτος. Το κα­τα­θέ­τω με συ­γκί­νη­ση αυ­τό.

Τώ­ρα που γρά­φω για το Κα­με­ρούν, για την κοκ­κι­νω­πή, απα­λή γη του, που θέ­λει με κά­θε τρό­πο να σε δια­βε­βαιώ­σει ότι εί­σαι κομ­μά­τι της, ότι μό­νον από αυ­τήν εί­σαι πλα­σμέ­νος, έρ­χε­ται η εμπει­ρία της υπο­δο­χής να ξε­δι­πλω­θεί με τη σει­ρά της στον ιμά­ντα του πα­ρό­ντος. Το πρώ­το εκεί­νο ση­μά­δι, το αί­σθη­μα μιας φι­λό­τη­τας ήταν φυ­λα­κτό και πί­στη· άλ­λω­στε ό, τι κι αν ακο­λού­θη­σε στη συ­νέ­χεια, όποια έντα­ση κι αν γέν­νη­σαν οι συ­γκυ­ρί­ες, πολ­λές φο­ρές συ­γκε­χυ­μέ­νες ή πει­σμα­τι­κά δι­φο­ρού­με­νες, δεν ακύ­ρω­σε τον ήπιο αυ­τό πρό­λο­γο.

Καμερούν: Λεπτομέρειες διαμονής

Η απο­ρία κρί­νε­ται εύ­λο­γη: «Αλή­θεια», ανα­ρω­τή­θη­κε στρί­βο­ντας το τι­μό­νι για ν΄ απο­φύ­γει το πτώ­μα ενός σκύ­λου. «Για­τί αγα­πώ τό­σο πο­λύ αυ­τόν τον τό­πο; Μή­πως για­τί εδώ πέ­ρα η αν­θρώ­πι­νη φύ­ση δεν έχει την ευ­και­ρία να μα­σκα­ρευ­τεί;». Μι­λά­ει ένας από τους κε­ντρι­κούς χα­ρα­κτή­ρες του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Γκρά­χαμ Γκρην The heart of the matter, το οποίο έχει απο­δο­θεί στη γλώσ­σα μας ως Ου­σία και βά­θος. Από την πλευ­ρά μου βέ­βαια θα απα­ντού­σα κα­τα­φα­τι­κά. Δεν μού πή­ρε άλ­λω­στε και πο­λύ χρό­νο για να πει­στώ ότι αυ­τή ήταν η σω­στή θέ­ση μπρο­στά στο σύγ­χρο­νο αφρι­κα­νι­κό φαι­νό­με­νο.
Το Κα­με­ρούν μού φα­νε­ρώ­θη­κε σ΄ ένα με­γά­λο βαθ­μό μέ­σα από τους αντι­προ­σώ­πους του, οι οποί­οι μού χά­ρι­σαν τη φι­λία τους. Ό, τι νό­μι­σε πως εί­χα τη δύ­να­μη και το κου­ρά­γιο να κα­τα­λά­βω, η πα­τρί­δα της γα­ρί­δας και του φι­στι­κιού τα διε­βί­βα­σε αι­σί­ως. Ένα πα­λίμ­ψη­στο ανι­μι­στι­κών πε­ποι­θή­σε­ων, μου­σουλ­μα­νι­κών αρ­χών και χρι­στια­νι­κών αντι­λή­ψε­ων, το κρά­τος των δέ­κα έξι εκα­τομ­μυ­ρί­ων κα­τοί­κων, με τις δι­κές του πα­ρα­μέ­τρους και τα έντο­να, ατο­μι­κά του γνω­ρί­σμα­τα, μια ψη­φί­δα ανά­με­σα στις άλ­λες, που συ­νι­στούν την ευ­ρύ­τε­ρη αφρι­κα­νι­κή ιδιαι­τε­ρό­τη­τα, συ­νο­ψί­στη­κε σε κά­τι εξαι­ρε­τι­κά εύ­λη­πτο, σε ένα ανοι­κτό βι­βλίο, που με ήθε­λε πι­στό, απε­ρί­σπα­στο ανα­γνώ­στη του. Μια χώ­ρα που ξε­τυ­λί­χτη­κε μπρο­στά μου σαν περ­γα­μη­νή, ένα ακό­μη με­γά­λο κα­στα­νο­πρά­σι­νο φύλ­λο γε­μά­το πό­ρους και ιστο­ρί­ες. Ένα κεί­με­νο δά­σους και απε­ρή­μω­σης. Σχέ­δια σαν μο­νο­γρα­φές, χα­ρα­κιές φό­βων και προσ­δο­κιών, σύμ­βο­λα και μη­νύ­μα­τα αυ­το­χθό­νων. Έχουν βε­βαί­ως τα πε­ρισ­σό­τε­ρα από αυ­τά απο­κω­δι­κο­ποι­η­θεί πριν από μέ­να, από άλ­λους, πε­ρισ­σό­τε­ρο έμπει­ρους της υπο­σα­χα­ρι­κής Αφρι­κής, οι οποί­οι συ­γκα­τα­λέ­γο­νται σ΄ εκεί­νους που σπού­δα­σαν για χρό­νια την ξε­χω­ρι­στή νο­μο­τέ­λεια που ορ­γά­νω­σε και ορ­γα­νώ­νει αυ­τές τις εστί­ες του αν­θρώ­που.

Ανα­τρέ­χω αρ­κε­τά συ­χνά στις εμπει­ρί­ες τους, πυ­ξί­δες για μέ­να σε τό­πους μυ­στη­ρί­ων και πα­θών. Οι πρώ­τες θέ­σεις στον πά­ντα πρό­χει­ρο κα­τά­λο­γό μου ανή­κουν ασφα­λώς στον ημέ­τε­ρο Νί­κο Κα­χτί­τση, αλ­λά και στον Γάλ­λο Σε­λίν. Οι επε­ξη­γη­μα­τι­κές αντα­πο­κρί­σεις του πρώ­του από το λι­μά­νι του Κα­με­ρούν, τη βακ­χι­κή Ντουά­λα, η οποία βρί­σκε­ται σε από­στα­ση δια­κο­σί­ων εβδο­μή­ντα πέ­ντε χι­λιο­μέ­τρων από τη Για­ου­ντέ, μού έδω­σαν πολ­λές φο­ρές το έναυ­σμα των δι­κών μου πε­ρι­πε­τειών στο εσω­τε­ρι­κό του ανα­τρε­πτι­κού του μι­κρό­κο­σμου. Όσο για τις εκτε­νείς, κά­πο­τε κω­δι­κο­ποι­η­μέ­νες ανα­φο­ρές του δεύ­τε­ρου για το ίδιο λι­μά­νι, αλ­λά και για το εσω­τε­ρι­κό της χώ­ρας, ισχύ­ουν ακό­μη όσα με συ­νε­πή­ραν την πρώ­τη φο­ρά που τις διά­βα­σα: ρί­γος, πα­ρα­λο­γι­σμός, ρή­ξη – η δυ­σκο­λία να συ­ζή­σεις με τους αυ­τό­χθο­νες, χω­ρίς να αντι­λη­φθείς τι τούς συ­νέ­χει.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΡΑΘΕΜΑΤΩΝ

Γκρά­χαμ Γκρην, Ου­σία και βά­θος, μτ­φρ. Βαγ­γέ­λης Κα­τσά­νης, εκδ. Ψυ­χο­γιός, 1983
Ού­γκο Κλά­ους, Οι φή­μες, μτ­φρ. από τα φλα­μαν­δι­κά: Γιάν­νης Ιω­αν­νί­δης, εκδ. Κα­στα­νιώ­τη, 1999.
Σε­λίν, Τα­ξί­δι στην άκρη της νύ­χτας, ει­σα­γω­γή-με­τά­φρα­ση-ση­μειώ­σεις: Σε­σίλ Ιγ­γλέ­ση Μαρ­γέλ­λου, εκδ. Εστία, 2007

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: