Τόκιο: στο μουσείο των εμμονών

Τόκιο: στο μουσείο των εμμονών

Δεν υπάρ­χουν με­γά­λες δια­φο­ρές με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων, όσο με­τα­ξύ αν­θρώ­πων και πι­θή­κων. Τα­λέ­ντο δεν εί­ναι τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά η ικα­νό­τη­τα να ξε­περ­νά­ει κα­νείς τους άλ­λους ερ­γα­ζό­με­νος σκλη­ρά.

Φου­μι­νό­ρι Να­κα­μού­ρα, Το Κα­κό και η Μά­σκα

Η ίδια ζή­τη­σε το 1997 να εγκα­τα­στα­θεί μο­νί­μως σε ει­δι­κό ψυ­χια­τρείο, όπου πα­ρα­μέ­νει έως σή­με­ρα. Βρί­σκε­ται, μά­λι­στα, πο­λύ κο­ντά στο ερ­γα­στή­ριό της, σε κε­ντρι­κό ση­μείο της πυ­κνο­κα­τοι­κη­μέ­νης πε­ριο­χής του Τό­κιο, στη Σιν­τζού­κου, τη γνω­στή, ιδιαί­τε­ρα προ­σφι­λή εμπο­ρι­κή ζώ­νη των του­ρι­στών. Προη­γή­θη­καν δύο από­πει­ρες αυ­το­κτο­νί­ας της, με­τά από συ­νε­χείς, κυ­νι­κές απορ­ρί­ψεις της τό­σο στην εθνι­κή όσο και στη διε­θνή καλ­λι­τε­χνι­κή σκη­νή. Εί­χε, όμως, κα­τα­φέ­ρει να επη­ρε­ά­σει ορι­σμέ­νους επώ­νυ­μους δη­μιουρ­γούς του χώ­ρου, όπως φέ­ρ’ ει­πείν, τον Λού­κας Σά­μπρας, τον Κλά­ες Όλ­ντερ­μπουργκ και τον Άντι Γουόρ­χολ. Και οι τρεις τους μι­μή­θη­καν ανεν­δοί­α­στα κα­τά και­ρούς, όπως διε­πί­στω­σε εγκαί­ρως η κρι­τι­κή, ορι­σμέ­νες δια­κρι­τές απο­κλί­σεις του προ­σω­πι­κού της ύφους. Με­τα­ξύ αυ­τών συ­γκα­τα­λέ­γο­νται οι συ­χνές, σχε­δόν εξα­ντλη­τι­κές επα­να­λή­ψεις του ίδιου μο­τί­βου, οι προ­βο­λές του τε­τριμ­μέ­νου ή του πε­ριτ­τού ως ου­σιώ­δους στοι­χεί­ου της δη­μιουρ­γι­κής πρό­τα­σης, ως και οι αντα­να­κλά­σεις του επι­λεγ­μέ­νου για ανα­πα­ρά­στα­ση ή ανα­δό­μη­ση αντι­κεί­με­νου μέ­σα από αλ­λε­πάλ­λη­λα κά­το­πτρα.

Τόκιο: στο μουσείο των εμμονών

Πρό­κει­ται για την εξό­φθαλ­μα ιδιόρ­ρυθ­μη, εντυ­πω­σια­κά ακρι­βο­πλη­ρω­μέ­νη ζω­γρά­φο, γλύ­πτρια, κή­ρυ­κα της πα­γκό­σμιας ει­ρή­νης και μα­χη­τι­κή συγ­γρα­φέα, Για­γιόι Κου­σά­μα. Γεν­νη­μέ­νη το 1929 στην ορει­νή πό­λη Μα­τσου­μό­το της Ια­πω­νί­ας, πι­στεύ­ε­ται ότι εί­ναι πράγ­μα­τι η πλέ­ον δη­μο­φι­λής στην επο­χή μας ει­κα­στι­κή δη­μιουρ­γός της χώ­ρας της. Στο έρ­γο της κυ­ριαρ­χεί η εμ­μο­νή ενός ασί­γα­στου εγώ να δο­ξά­σει το πουά, την κουκ­κί­δα, την ελ­λει­πτι­κή τρο­χιά, το στίγ­μα της κα­τά­θλι­ψης, αλ­λά και το ση­μείο μιας εξό­φθαλ­μα πη­γαί­ας ευ­φο­ρί­ας. Συ­γκε­ντρώ­νει, τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες, το ισχυ­ρό εν­δια­φέ­ρον των απα­ντα­χού φι­λο­τέ­χνων όλων των κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων. Έχο­ντας δι­καιω­θεί απο­λύ­τως από την αδια­πραγ­μά­τευ­τη προ­σφυ­γή της στη λε­γό­με­νη «ει­κα­στι­κή ψυ­χο­θε­ρα­πεία», μπο­ρεί ως τα ενε­νή­ντα της χρό­νια να ζω­γρα­φί­ζει κα­θη­με­ρι­νά και να πα­ρεμ­βαί­νει κα­τά και­ρούς στη διε­θνή πο­λι­τι­κή σκη­νή, χω­ρίς να παύ­ει να εκ­θέ­τει σε πε­ρί­ο­πτους εκ­θε­σια­κούς χώ­ρους, όπως π.χ. στη Νέα Υόρ­κη, στην Ουά­σιγ­κτον και στο Λον­δί­νο. Ανα­νε­ώ­νο­ντας δρα­στι­κά την πε­ριέρ­γεια με­γά­λου αριθ­μού δη­μο­σιο­γρά­φων του εσω­τε­ρι­κού, αλ­λά και του εξω­τε­ρι­κού, συ­νι­στά έτσι ένα ιδιό­τυ­πο έμ­βλη­μα της Χώ­ρας του Ανα­τέλ­λο­ντος Ηλί­ου. Από το ανα­πη­ρι­κό της κα­ρο­τσά­κι εκ­πέ­μπει φρό­νη­μα.

*

Εγκαι­νιά­στη­κε πέ­ρυ­σι το ιδιω­τι­κό Μου­σείο της. Πρό­κει­ται για πε­ντα­ώ­ρο­φο κτί­ριο πρω­το­πο­ρια­κής τε­χνο­τρο­πί­ας, που δεν απέ­χει πο­λύ από το ερ­γα­στή­ριό της. Aξιο­ποιώ­ντας ιδια­ζό­ντως τις αρ­χι­τε­κτο­νι­κές δυ­να­τό­τη­τες των πολ­λα­πλών κύ­βων, επι­κυ­ρώ­νει στην πρά­ξη μιαν αναμ­φι­σβή­τη­τη, στα­θε­ρά πολ­λα­πλα­σια­ζό­με­νη επι­τυ­χία. Δεν κα­τά­φε­ρε να χω­ρέ­σει στις φω­το­γρα­φί­ες μου η όλη δυ­να­μι­κή προ­ο­πτι­κή, η αλ­κή και η πλη­ρό­τη­τα της έμ­φα­σης στο δο­μι­κά απροσ­δό­κη­το. Πά­ντως δεν πα­ραι­τού­μαι. Θα επα­νέλ­θω και θα δο­κι­μά­σω ξα­νά να πε­ρά­σω στο φιλμ τον αέ­ρα της ευ­φρό­συ­νης αυ­τής πρό­κλη­σης.
Για να απο­φευ­χθεί ο συ­νω­στι­σμός, οι υπεύ­θυ­νοι του Μου­σεί­ου επι­τρέ­πουν την εί­σο­δο πε­νή­ντα μό­νον ατό­μων την κά­θε φο­ρά. Η πε­ρι­ή­γη­ση διαρ­κεί ενε­νή­ντα λε­πτά της ώρας και επα­να­λαμ­βά­νε­ται, χω­ρίς εξαί­ρε­ση, τέσ­σε­ρις φο­ρές την ημέ­ρα. Με φί­λους που ζουν μο­νί­μως εδώ, επι­σκέ­πτο­μαι εγκαί­ρως τον ει­κα­στι­κό χω­ρο­χρό­νο της εμ­μα­νούς, ενί­ο­τε έκ­κε­ντρης αυ­τής Για­πω­νέ­ζας. Εί­μαι, βέ­βαια, προ­ε­τοι­μα­σμέ­νος. Προ­σφέ­ρο­μαι, δη­λα­δή, να ει­σπρά­ξω την κά­θε αιφ­νι­δια­στι­κή κί­νη­ση του χρω­στή­ρα, την κά­θε από­κλι­ση από τους κα­νό­νες του μέ­τρου, την κά­θε δια­γρα­φή του αυ­το­νό­η­του, δη­λα­δή όλα τα εχέγ­γυα της Από­κλι­σης, ως τα ισχυ­ρά σή­μα­τα μιας προ­φα­νώς τι­θα­σευ­μέ­νης νεύ­ρω­σης. Οι εφιάλ­τες της παι­δι­κής της ηλι­κί­ας, οι τραυ­μα­τι­κές εμπει­ρί­ες ενός νο­ή­μο­νος αλ­λά άτυ­χου κο­ρι­τσιού που βί­ω­σε την απο­τυ­χία της σχέ­σης πα­τέ­ρα-μη­τέ­ρας, οι πολ­λα­πλές αγκυ­λώ­σεις μιας δύ­σκο­λης στη συ­νέ­χεια εφη­βεί­ας, τα πλέ­ον τυ­ραν­νι­κά το­πία της ψυ­χής, τα οποία εί­θι­σται να διερ­μη­νεύ­ουν ως σή­με­ρα, κα­τά το δο­κούν, πλεί­στοι εκ­πρό­σω­ποι των μέ­σων μα­ζι­κής ενη­μέ­ρω­σης, με­τα­τρέ­πο­νται με πεί­σμα και υπο­δειγ­μα­τι­κή ει­κα­στι­κή συ­νέ­πεια, σε εί­δω­λα αυ­το­προ­στα­σί­ας. Πρό­κει­ται προ­φα­νώς για τα αμά­χη­τα τεκ­μή­ρια ενός κα­θό­λα συ­νει­δη­τού, λυ­τρω­τι­κού εν τέ­λει εξορ­κι­σμού. Ασφα­λής επι­νό­η­ση κα­τά το εἰκὸς καὶ τὸ ἀνα­γκαῖον. Η πά­για στρα­τη­γι­κή της ζω­γρά­φου.

Veis3

Δε­κα­έ­ξι από τα σα­ρά­ντα πέ­ντε έρ­γα, τα οποία συ­γκε­ντρώ­νουν δια­δο­χι­κά τα εγκω­μια­στι­κά σχό­λια του κοι­νού, την έχουν απα­σχο­λή­σει εντα­τι­κά από το 2009 και με­τά. Ανή­κουν στη σει­ρά που φέ­ρει τον τί­τλο H Αιώ­νια Ψυ­χή μου. Με­γά­λα, ακρυ­λι­κά κομ­μά­τια. Έμ­με­σες πλην σα­φείς ανα­φο­ρές σε ένα εγώ, το οποίο πα­ρα­μέ­νει εξό­φθαλ­μα διο­γκω­μέ­νο από τις αντι­στά­σεις που έχει μά­θει να προ­βάλ­λει κα­τά της ολι­κής του φθο­ράς. Πα­ρα­πέ­μπουν εμ­φα­νώς στην εμπράγ­μα­τη οντο­λο­γία της Για­γιόι Κου­σά­μα. Πι­στά απο­τυ­πώ­μα­τα, αντι­στοί­χως, της πρό­σφο­ρης μύ­η­σής της στην ία­ση. Τα χρώ­μα­τα, οι Ευ­με­νί­δες (της).
Η θε­μα­το­λο­γία της εί­ναι θε­α­μα­τι­κά διευ­ρυ­μέ­νη. Άλ­λω­στε, από την αρ­χή των αι­σθη­τι­κών της πα­ρεμ­βά­σε­ων συ­νέ­δε­σε τα ιν­δάλ­μα­τά της με την αεί­ζωη πα­ρου­σία της συ­μπα­ντι­κής ύλης σε έναν διαρ­κώς δια­στελ­λό­με­νο κο­σμο­χώ­ρο. Απορ­ρί­πτο­ντας χω­ρίς εν­δοια­σμούς τον καμ­βά των συμ­βα­τι­κών ανα­πα­ρα­στά­σε­ων συν­δέ­θη­κε ενερ­γά με το ευ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο της συ­στη­μα­τι­κά ανα­λυ­τι­κής απει­κό­νι­σης. Ήταν, άλ­λω­στε, η επο­χή των πρώ­των δια­στη­μι­κών τα­ξι­διών. «Η Γη μας δεν εί­ναι, άρα­γε, κι αυ­τή μια κουκ­κί­δα, ένα ση­μείο μέ­σα στο σύ­μπαν;»: το δι­κό της σχό­λιο για την όντως δη­μιουρ­γι­κή, όπως φαί­νε­ται πλέ­ον, εξει­δί­κευ­σή της στο ση­μα­σιο­λο­γι­κό πε­δίο των αλ­λε­πάλ­λη­λων, αυ­στη­ρά ορ­γα­νω­μέ­νων πουά. Η ύλη δια­τεί­νε­ται ότι μπο­ρεί να κα­θο­ρί­σει άλ­λη μια φο­ρά με ακρί­βεια το προ­σω­πι­κό τι. Το αντι­κεί­με­νο της καλ­λι­τε­χνι­κής επε­ξερ­γα­σί­ας μή­πως δεν συ­νι­στά μεί­ζο­να ιδιό­τη­τα του υπο­κει­μέ­νου; Η ταύ­τι­ση στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση εί­ναι ορια­κή: το πουά κω­δι­κο­ποιεί αι­σθή­σεις. Ας ανα­τρέ­ξω στις πα­ρεμ­φε­ρείς εκτι­μή­σεις του Μάρ­τιν Χάι­ντε­γκερ, όπως απα­ντούν στην Επι­στο­λή του για τον Αν­θρω­πι­σμό:«η ου­σία του υλι­σμού δεν έγκει­ται στον ισχυ­ρι­σμό ότι όλα εί­ναι απλώς ύλη, πα­ρά μάλ­λον σε έναν με­τα­φυ­σι­κό κα­θο­ρι­σμό, σύμ­φω­να με τον οποίο κά­θε ον εμ­φα­νί­ζε­ται ως το υλι­κό απο­τέ­λε­σμα της ερ­γα­σί­ας του».

*

Το άλ­μα της ζω­γρα­φι­κής της πρό­τα­σης: η ικα­νο­ποί­η­ση, εν ολί­γοις, του αι­τή­μα­τος μιας στιγ­μιαί­ας έστω συ­ναί­ρε­σης του χα­ο­τι­κού δε­δο­μέ­νου σε μια παλ­λό­με­νη, βα­τή ση­μα­σία. Εξ ου και η αβί­α­στη εξοι­κεί­ω­ση με το χρω­μα­τι­κό τόλ­μη­μά της. Ενώ ακό­μη δεν έχω ανέ­βει στον δεύ­τε­ρο όρο­φο, αι­σθά­νο­μαι ότι αφο­μοιώ­νω εύ­κο­λα κυ­μα­τι­σμούς κα­τα­στα­λαγ­μέ­νης, ένυ­λης ου­σί­ας. Από το φά­σμα μιας γε­νι­κευ­μέ­νης οδύ­νης, η δη­μιουρ­γός χρω­μο­το­πί­ων περ­νά­ει στο φά­σμα ενός Γα­λα­ξία με πουά. Μια αυ­το­τε­λής, πη­γαία δια­κή­ρυ­ξη ύπαρ­ξης, που ζω­γρα­φί­ζει ανελ­λι­πώς από τα δέ­κα της χρό­νια τι άλ­λο, πα­ρά την επι­θυ­μία μιας όσο το δυ­να­τόν διαυ­γέ­στε­ρης ταυ­τό­τη­τας. Η όποια κα­τ' αρ­χήν προ­φα­νέ­στα­τη έν­στα­ση αί­ρε­ται εκ γε­νε­τής: το πουά εί­ναι η γεν­ναία πε­ρί­λη­ψη μιας λί­μνης γνώ­σε­ων. Η Για­γιόι Κου­σά­μα, ανε­πί­δε­κτη της πα­ρα­δε­δο­μέ­νης νο­μο­τέ­λειας στη ζώ­νη των ει­κα­στι­κών εφαρ­μο­γών, ζω­γρα­φί­ζει με τυ­πι­κή προ­σή­λω­ση, όπως εκεί­νη θέ­λει ακρι­βώς να ζή­σει την κά­θε στιγ­μή: ήτοι, μέ­σα στο ανα­βαθ­μι­σμέ­νο Φυ­σι­κό. Ό,τι μη τυ­πο­ποι­η­μέ­νο, ό,τι μη αυ­το­νό­η­το έχει μά­θει να εξαί­ρει με τό­ση αυ­τα­πάρ­νη­ση η ζω­γρά­φος. Άλ­λω­στε έχει ει­πω­θεί ότι από τη νο­μπε­λί­στα Σι­σουά­βα Σι­μπόρ­σκα ότι «θαυ­μά­ζου­με τα πράγ­μα­τα, τα οποία δια­φεύ­γουν των γνω­στών και κα­θο­λι­κά πα­ρα­δε­κτών κα­νό­νων, δια­φεύ­γουν από το προ­φα­νές στο οποίο εί­μα­στε συ­νη­θι­σμέ­νοι. Όμως δεν υπάρ­χει κα­νέ­νας κό­σμος που να εί­ναι κα­νο­νι­κός και προ­φα­νής. Ο θαυ­μα­σμός μας εί­ναι αυ­τό­νο­μος και δεν προ­έρ­χε­ται από κα­μιά σύ­γκρι­ση [...] στη γλώσ­σα της ποί­η­σης, όπου κά­θε λέ­ξη ζυ­γί­ζε­ται με φρο­ντί­δα, τί­πο­τε δεν εί­ναι πο­τέ συ­νη­θι­σμέ­νο ή φυ­σιο­λο­γι­κό. Ού­τε μια πέ­τρα, ού­τε ένα σύν­νε­φο πά­νω της. Ού­τε μια μέ­ρα, ού­τε μια νύ­χτα... Και προ­πά­ντων, ού­τε η πιο κοι­νή ύπαρ­ξη σ' αυ­τόν τον κό­σμο». Η εν ευ­ρεία εν­νοία ποί­η­ση της Για­γιόι Κου­σά­μα υπο­γραμ­μί­ζει με υπο­δειγ­μα­τι­κό σε­βα­σμό στις αρ­χές της αυ­τήν ακρι­βώς την τα­κτι­κή εστί­α­σης στο Δί­ση­μο.

*

Η καλ­λιέρ­γεια μιας προ­ο­δευ­τι­κής εν­συ­ναί­σθη­σης: το πουά ως κρί­κος συ­νεί­δη­σης.

*

Η πλη­ρό­τη­τα της ζω­γρά­φου-μάρ­τυ­ρος: όταν αντι­λαμ­βά­νε­ται την ύπαρ­ξη μιας άλ­λης πτυ­χής των φαι­νο­μέ­νων, η οποία, ως εκ των πραγ­μά­των, εί­ναι εναρ­γέ­στε­ρη, δεν δι­στά­ζει να επι­κα­λε­στεί με το ανά­λο­γο πά­ντα σθέ­νος τα όντως αλη­θι­νά με­γέ­θη. Να απο­δώ­σει, δη­λα­δή, την πλέ­ον λει­τουρ­γι­κή διά­στα­ση. Η αυ­το-ανα­φο­ρι­κή κλί­μα­κα των αξιών δια­χέ­ε­ται στο δι­η­νε­κές Όλον ενός σα­φώς λα­λού­ντος χρώ­μα­τος. Συ­νι­στά, βε­βαί­ως, το ελι­ξί­ριο του ιδε­α­τού ευ ζην. Η πε­ποί­θη­ση της Για­γιόι Κου­σά­μα, ότι εί­μα­στε σή­μα­τα, σω­μα­τί­δια, ισό­τι­μα των πουά, την κα­τα­κλύ­ζει. Ως αυ­θε­ντι­κοί επί­γο­νοι κόκ­κων σή­μαν­σης, δεν αρ­γού­με να συ­ναι­νέ­σου­με σε αυ­τό το παι­χνί­δι των ορι­σμών. Και γι' αυ­τό ακρι­βώς μάς ελ­κύ­ουν οι ατε­λεύ­τη­τες σει­ρές των κυ­κλι­κών ρε­φρέν στους τοί­χους, στους ανελ­κυ­στή­ρες, στους δια­δρό­μους, στις τουα­λέ­τες του και­νο­φα­νούς Μου­σεί­ου. Η επα­γω­γι­κή επι­σκό­πη­ση της πε­ριρ­ρέ­ου­σας ατμό­σφαι­ρας: το Νό­η­μα σε σμί­κρυν­ση = πουά.

Veis2
Veis4

Στο ανα­πη­ρι­κό της κα­ρο­τσά­κι. Με τη βο­ή­θεια ενός νε­α­ρού περ­νά­ει κά­ποια στιγ­μή από μπρο­στά μας. Υπέρ­γη­ρη, αλ­λά επι­κοι­νω­νια­κά ακ­μαία, η Για­γιόι Κου­σά­μα ξέ­ρει να πε­ρι­ποιεί­ται το προ­ϊ­όν της. Ένα χα­μό­γε­λο, ως υπό­σχε­ση ανα­νέ­ω­σης των δη­μο­σί­ων εμ­φα­νί­σε­ών της. Έχω κά­θε λό­γο να το πα­ρα­φρά­ζω έτσι.

*

Η Ένα­στρη κο­λο­κύ­θα, ένα έρ­γο με­γε­θυ­σμέ­νης γλυ­πτι­κής του 2015, η εντο­νό­τα­τη αυ­τή υπό­μνη­ση της υπε­ρά­σπι­σης της επα­πει­λού­με­νης φύ­σης, συ­νι­στά, αντι­στοί­χως, άμε­ση ανα­φο­ρά στην ανά­γκη της άμε­σης απο­κα­τά­στα­σης όσων αδί­κως θε­ω­ρού­με ότι απο­τε­λούν, εξ ορι­σμού μά­λι­στα, αντι­καλ­λι­τε­χνι­κά στοι­χεία. Ανα­κα­λώ για την πε­ρί­στα­ση την αρι­στο­τε­λι­κή επι­σή­μαν­ση για το εκ­φυ­λι­στι­κό πε­πρω­μέ­νο των ορα­τών. Η συ­νά­φειά της με τα όσα πα­ρα­τη­ρώ εδώ εί­ναι έκ­δη­λη. Εν­νοώ τα εξής κα­τά λέ­ξη: «πρώ­τα απ' όλα πρέ­πει να θε­ω­ρή­σου­με ότι τα πράγ­μα­τα εί­ναι φτιαγ­μέ­να από τη φύ­ση τους έτσι που να κα­τα­στρέ­φο­νται από την έλ­λει­ψη ή την υπερ­βο­λή, όπως βλέ­που­με να συμ­βαί­νει με τη σω­μα­τι­κή δύ­να­μη και τη υγεία...» (βλ. Ηθι­κά Νι­κο­μά­χεια Β', 1104 a, 13-16). Η προ­σω­πο­πα­γής καλ­λι­τε­χνι­κή δια­τρι­βή, όπως εκτί­θε­ται με από­λυ­τη επαγ­γελ­μα­τι­κή τά­ξη στο πα­ρά­δο­ξο αυ­τό Μου­σείο, ισχυ­ρί­ζο­μαι ότι θα μπο­ρού­σε, με­τα­ξύ άλ­λων, να εκλη­φθεί ως εγ­χεί­ρη­μα διά­σω­σης του ανα­και­νι­στι­κού βλέμ­μα­τος.

*

Με­τά την προ­κα­θο­ρι­σμέ­νη έξο­δό μας από το Μου­σείο, κα­τευ­θυν­θή­κα­με στο πλη­σιέ­στε­ρο μπαρ. Εί­χε αρ­χί­σει να νυ­χτώ­νει. Τα φώ­τα στους δρό­μους θύ­μι­ζαν τη διά­τα­ξη των κε­ντρι­κών χρω­μα­τι­κών αρ­τη­ριών σε ορι­σμέ­να από τα έρ­γα που εί­δα­με. Όπως ήταν κι αυ­τό φαί­νε­ται προ­κα­θο­ρι­σμέ­νο από την εθι­μο­τυ­πία των συ­γκυ­ριών, επα­κο­λού­θη­σε άφθο­νη κα­τα­νά­λω­ση της το­πι­κής μπί­ρας. Δεν στά­θη­κε, όμως, ικα­νή να αμ­βλύ­νει, έστω σε μι­κρό βαθ­μό, την ικα­νό­τη­τά μου να δια­κρί­νω σχε­δόν πα­ντού υπο­ψή­φια πουά, έτοι­μα να προ­στε­θούν στα απει­ρά­ριθ­μα εκεί­να που μό­λις λί­γο πριν μου έδει­ξαν όχι μό­νο πώς να τα δια­βά­ζω, αλ­λά πώς, εν μέ­ρει, να τα κα­τα­νοώ.


ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ

Σι­σουά­βα Σι­μπόρ­σκα, από την ομι­λία της στη Στοκ­χόλ­μη το 1996. Τε­λε­τή απο­νο­μής του Βρα­βεί­ου Νό­μπελ Λο­γο­τε­χνί­ας, βλ. Το Βή­μα, 26 Ια­νουα­ρί­ου 1997.
Μάρ­τιν Χάι­ντε­γκερ, Επι­στο­λή για τον Αν­θρω­πι­σμό, μτφ. Γιώρ­γος Ξη­ρο­πα­ΐ­δης εκδ. Ρο­ές 2000.
Fuminori Nakamura (Tο­κάι, Αϊ­τσί, Ια­πω­νία, 1977 - ), Aku to kamen no ruru, εκδ. Kodasha Ltd,Τό­κιο 2010 και ως Evil and the Mask, εκ­δό­σεις Soho Press, Inc., Νέα Υόρ­κη 2013.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: