Ταϊλάνδη: διαδρομές στο εσωτερικό του βουδισμού

Ταϊλάνδη: διαδρομές στο εσωτερικό του βουδισμού

Πά­ντα υπάρ­χει η δυ­να­τό­τη­τα να ανα­πτύ­ξεις μια φι­λία στη διάρ­κεια ενός τα­ξι­διού / Πολ Θε­ρού

Πε­ρι­μέ­νουν στη σει­ρά, χω­ρίς να στρι­μώ­χνο­νται ή να ενο­χλεί ο ένας τον άλ­λο. Η τυ­πι­κή ου­ρά ενός ακό­μη προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νου συσ­σι­τί­ου. Η βου­λι­μία, η απε­ρι­σκε­ψία της βια­σύ­νης έχουν ακυ­ρω­θεί όμως εκ των προ­τέ­ρων. Δεν νο­εί­ται άλ­λω­στε η πα­ρου­σία οποιασ­δή­πο­τε υπερ­βο­λής. Εί­ναι οι γυ­μνα­στές, οι εκ­πρό­σω­ποι της εγκρά­τειας. Πρό­σω­πα σχε­δόν ομοιο­γε­νή, αλ­φα­δια­σμέ­να στην υπο­μο­νή, στον ορ­θο­λο­γι­σμό της αυ­το­συ­γκρά­τη­σης. Μει­λί­χια. Με με­θο­δι­κά ξυ­ρι­σμέ­νο κε­φά­λι. Πε­ρί­που εκα­τό. Ένας πί­να­κας ζω­γρα­φι­κής που κι­νεί­ται αρ­γά, στο ρυθ­μό μιας κα­τα­νυ­κτι­κής, εν­νο­ού­με­νης προ­σευ­χής. Το δι­καί­ω­μα των λέ­ξε­ων το πα­ρα­χω­ρούν προ­σώ­ρας στους άλ­λους. Εκεί­νοι αρ­κού­νται στη συ­να­ντί­λη­ψη των αυ­το­νό­η­των πραγ­μά­των. Οι υπο­θέ­σεις των αν­θρώ­πων, ακούω από φί­λους εδώ ότι, ασφα­λώς τους εν­δια­φέ­ρουν, ασφα­λώς τους αφο­ρούν, αλ­λά στο εξω­τε­ρι­κό πε­ρί­βλη­μα της σκέ­ψης τους. Δεν αρ­νού­νται να φω­το­γρα­φη­θούν. Ίσως διό­τι η κοι­νω­νία δεν συ­νι­στά την απει­λή μιας ξέ­φρε­νης δη­μο­σιό­τη­τας, αλ­λά τον δε­δο­μέ­νο, τον απλό διά­κο­σμο.
Πάμ­φω­τος, άπλε­τος, κα­θα­ρός χώ­ρος. Στο κέ­ντρο της πρω­τεύ­ου­σας της Ταϊ­λάν­δης. Το κυ­κλο­φο­ρια­κό χά­ος δεν τους απο­θαρ­ρύ­νει. Οι απο­στά­σεις και ο χρό­νος δια­χέ­ο­νται σε δια­φο­ρε­τι­κά μέ­τρα και σταθ­μά. Φο­ρούν πά­ντα όλοι τους το γνω­στό, το πα­νο­μοιό­τυ­πο μα­κρύ ρού­χο, το βαμ­μέ­νο πά­ντα στο ίδιο μο­νό­το­νο χρώ­μα, στο πορ­το­κα­λί δη­λα­δή αυ­τής της γε­νι­κευ­μέ­νης ομοιο­μορ­φί­ας των μο­να­χών, των αφιε­ρω­μέ­νων διά βί­ου στον Βού­δα. Δεν σχο­λιά­ζουν κά­τι, δεν γνέ­φουν, δεν χα­μο­γε­λούν. Όχι από αμη­χα­νία ή ντρο­πή, αλ­λά από σε­βα­σμό, πι­στεύω, στη συ­ντρο­φι­κό­τη­τα της δω­ρε­άς. Η ανέ­ξο­δη από­λαυ­ση της τρο­φής ισού­ται προ­φα­νώς με μια πα­θη­τι­κή, πλην όμως γεν­ναιό­δω­ρη ευ­λο­γία.

*

Ο ευ­ερ­γέ­της τους, ο Νικ Μπι­ρομ­χά­κντι, γεν­νη­μέ­νος στο Μπαν­γκόκ το 1957, με σπoυ­δές στη Νέα Αγ­γλία των ΗΠΑ, όπου και ερ­γά­στη­κε αρ­κε­τά χρό­νια, προ πολ­λού επι­φα­νές στέ­λε­χος με­γά­λης εδώ επι­χεί­ρη­σης και για δέ­κα και πλέ­ον χρό­νια επι­κε­φα­λής της Επι­τρο­πής Πα­ρά-αθλη­τι­σμού της χώ­ρας του, υπήρ­ξε στο πα­ρελ­θόν ένας ακρι­βώς σαν αυ­τούς. Εκ γε­νε­τής βου­δι­στής, έζη­σε για ένα διά­στη­μα μα­ζί τους, έχο­ντας ήδη κλεί­σει τα τριά­ντα τρία του χρό­νια. Ασκή­θη­κε συ­νει­δη­τά στην εμπέ­δω­ση του φρο­νή­μα­τος της στο­χευ­μέ­νης, της εκ προ­οι­μί­ου άδο­λης προ­σφο­ράς. Γι΄ αυ­τό και δεν δεί­χνει τώ­ρα να νοιά­ζε­ται κα­θό­λου, κα­θώς μοι­ρά­ζει τις ισό­πο­σες δό­σεις του φα­γη­τού, αν κά­ποιοι ασιά­τες του­ρί­στες, προ­φα­νώς αρ­κε­τά χα­μη­λού ει­σο­δή­μα­τος, έχουν ανα­μει­χθεί την τε­λευ­ταία στιγ­μή με τους κα­λό­γε­ρους, ντυ­μέ­νοι ακρι­βώς σαν αυ­τούς, κου­ρε­μέ­νοι ασφα­λώς γου­λί, προ­σποιού­με­νοι δέ­ος και συ­νή­θειες δια­λο­γι­σμών. Εκεί­νος εί­ναι εκεί, διό­τι απλού­στα­τα δεν μπο­ρεί να κά­νει αλ­λιώς. Συ­νι­στά κε­φά­λαιο μιας εμ­φα­νώς δη­μιουρ­γι­κής με­τα­φυ­σι­κής. Την κλη­ρο­νό­μη­σε από την πλού­σια πα­ρά­δο­ση του Σιάμ, ή της Ταϊ­λάν­δης, όπως ονο­μά­ζε­ται από το 1949 ως τις μέ­ρες μας η πα­τρί­δα του.

*

Η Να­τα­λί, μια φί­λη από την Ιν­δο­νη­σία, κι­νε­ζι­κής κα­τα­γω­γής, μας έφε­ρε πρό­σφα­τα σε επα­φή. Εί­χα ήδη μά­θει από άλ­λη πη­γή ότι ο Νικ Μπι­ρομ­χά­κντι αφιε­ρώ­νει πο­λύ από τον ελεύ­θε­ρο χρό­νο του, όχι μό­νον στην πα­ρο­χή βοη­θεί­ας σε ορ­γα­νώ­σεις πι­στών του Βού­δα, αλ­λά και στην υπο­στή­ρι­ξη ανα­πή­ρων, αν­δρών και γυ­ναι­κών, που θέ­λουν να ασχο­λη­θούν εντα­τι­κά με τον αθλη­τι­σμό, προ­κει­μέ­νου να βγουν, έστω και προ­σω­ρι­νά, από το θλι­βε­ρό αδιέ­ξο­δο της κα­τά­στα­σής τους. Μά­λι­στα συμ­με­τέ­χει ενερ­γά στις προ­πο­νή­σεις των πα­ρα- αθλη­τών στο μπά­σκετ, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας και ο ίδιος πο­λύ συ­χνά ανα­πη­ρι­κό κα­ρο­τσά­κι. Η αυ­θόρ­μη­τη, η οπωσ­δή­πο­τε συ­γκι­νη­σια­κή αυ­τή προ­σμοί­ω­ση λει­τουρ­γεί μό­νον θε­τι­κά. Δεν πρό­κει­ται ασφα­λώς για μιαν ευ­πρε­πή υπο­κρι­σία των πε­ρι­στά­σε­ων, ό, τι δη­λα­δή θα ευ­νο­ού­σε μια πρό­χει­ρη δια­δι­κα­σία μα­ζι­κής επι­κοι­νω­νί­ας, αλ­λά για μια δυ­να­μι­κή συν­δή­λω­ση ταύ­τι­σης με τον πό­νο. Έχει το­νι­στεί επα­νει­λημ­μέ­να ότι μέ­σα σε δύο μό­νο μή­νες προ­ε­τοι­μα­σί­ας δώ­δε­κα ανα­πη­ρα κο­ρί­τια κα­τά­φε­ραν να αγω­νι­στούν ευ­πρό­σω­πα σε ανά­λο­γη αγω­νι­στι­κή συ­νά­ντη­ση στην Ταϊ­λάν­δη με συμ­με­το­χή αθλη­τών από άλ­λες χώ­ρες.
Συ­γκρα­τώ επί­σης ότι δη­μο­φι­λείς πα­ρα-αθλη­τές του εί­δους, όπως ο Ντι­κέ­μπε Μου­τό­μπο και ο Βλα­ντι­μίρ Ρα­ντά­νο­βιτς, αντα­πο­κρί­θη­καν κα­τά και­ρούς στις προ­σκλή­σεις της ταϊ­λαν­δέ­ζι­κης ομά­δας ατό­μων με ει­δι­κές ανά­γκες κι έπαι­ξαν μα­ζί της. Σε έν­δει­ξη σε­βα­σμού και συ­σπεί­ρω­σης ταυ­το­χρό­νως, οι προ­σκε­κλη­μέ­νοι μπα­σκε­τμπο­λί­στες έδει­ξαν στο κοι­νό τους ότι η αλ­λη­λου­χία της ηθι­κής συν­δρο­μής εί­ναι σε εφι­κτή και μά­λι­στα σε από­λυ­το βαθ­μό. Βου­δι­στές και μη συ­νυ­πάρ­χουν στην κοι­νό­τη­τα της συν-πά­θειας. Έτσι, η έν­νοια της μη αρ­τι­μέ­λειας απορ­ρο­φή­θη­κε, έστω προ­σω­ρι­νά, από το κλέ­ος της επι­βί­ω­σης στη σκη­νή του κό­σμου.

*

Δεν χρειά­στη­κε να δω και τα ενε­νή­ντα επτά επει­σό­δια της τη­λε­ο­πτι­κής σει­ράς, η οποια εί­ναι αφιε­ρω­μέ­νη στην εκ­παί­δευ­ση αυ­τών των «ηρώ­ων», όπως απο­κα­λεί ο δω­ρη­τής πα­ρη­γο­ρί­ας τους άτυ­χους φί­λους του, τους εξαι­ρε­τι­κά όμως πρό­θυ­μους να ξε­πε­ρά­σουν μα­ζί του τα εμπό­δια της χρό­νιας ανα­πη­ρί­ας. Εν­νό­η­σα την όλη στά­ση του ως μου­σι­κή μυών. Γνώ­στης, με­τα­ξύ άλ­λων, σε βά­θος της τε­χνι­κής του κα­ρά­τε Σο­το­κάν, αλ­λά και της συ­στη­μα­τι­κής υπο­βρύ­χιας κα­τά­δυ­σης, συ­μπυ­κνώ­νει κώ­δι­κες σω­μά­των σε μια μορ­φή: εί­ναι ένα κύ­μα μη-οδύ­νης. Ο ίδιος μου μί­λη­σε με θαυ­μα­σμό για το ίν­δαλ­μά του, τον Μπρους Λη. Το διά­ση­μο γέν­νη­μα του Χονγκ Κονγκ, που διέ­δω­σε τό­σο απο­τε­λε­σμα­τι­κά τη ση­μα­σιο­λο­γία της αυ­το­ά­μυ­νας μέ­σα από τις γνω­στές κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές πα­ρα­γω­γές. Η πα­ροι­μιώ­δης ρή­ση του τε­λευ­ταί­ου, η συ­μπυ­κνω­μέ­νη οδη­γία προς τις νε­ό­τε­ρες γε­νιές, μά­λι­στα σε δύο μό­νον λέ­ξεις, δη­λα­δή «be water», συ­νι­στά ένα από τα εμ­βλή­μα­τα της στρα­τη­γι­κής βί­ου του Νικ Μπι­ρομ­χά­κντι. «Να εί­στε σαν το νε­ρό, να κυ­λά­τε ήρε­μα, αλ­λά αν κά­τι σας στα­θεί εμπό­διο, να το ξε­περ­νά­τε, να το εξου­δε­τε­ρώ­νε­τε με όλη σας τη δύ­να­μη, be water», μου εξη­γεί χα­μη­λό­φω­να, αλ­λά με μια από­χρω­ση δο­κι­μα­σμέ­νης απο­φα­σι­στι­κό­τη­τας ο Ταϊ­λαν­δός φί­λος. Πρό­κει­ται για τη σύ­νο­ψη της πο­λι­τι­κής του, η οποία οδή­γη­σε πρώ­τη φο­ρά εκτός των εθνι­κών συ­νό­ρων μιαν πλή­ρη ομά­δα πα­ρα-αθλη­τών. Ακό­μα θυ­μού­νται οι εδώ κύ­κλοι εκεί­νη την πα­νη­γυ­ρι­κή με­τά­βα­ση στις Φι­λιπ­πί­νες, το 2009. Ήταν επό­με­νο η διε­θνο­ποί­η­ση αυ­τή να επι­φέ­ρει καρ­πούς. Αυ­ξή­θη­κε έτσι το έμπρα­κτο εν­δια­φέ­ρον τό­σο των κρα­τι­κών υπη­ρε­σιών, όσο και των αμι­γώς ιδιω­τι­κών φο­ρέ­ων, που συμ­βάλ­λουν έκτο­τε υλι­κά στην πε­ραι­τέ­ρω διά­δο­ση των αντι­συμ­βα­τι­κών αθλη­τι­κών εκ­δη­λώ­σε­ων, στις οποί­ες δια­κρί­νο­νται πλέ­ον και αρ­κε­τοί βα­ριά τραυ­μα­τι­σμε­νοι στρα­τιώ­τες. Η από κοι­νού διορ­γά­νω­ση πα­ρό­μοιων αγώ­νων σε πό­λεις της Ια­πω­νί­ας, όπως π. χ. στη Σε­μπού­κου στην επαρ­χία της Ακί­τα, έδω­σε και στη Χώ­ρα του Ανα­τέλ­λο­ντος Ηλί­ου το προ­νό­μιο να στο­χα­στεί την προ­ο­πτι­κή της κα­λα­θο­σφαί­ρι­σης μέ­σω του εφαρ­μο­σμέ­νου βου­δι­σμού. Η επί­δο­ση τι­μη­τι­κής πλα­κέ­τας στον Νικ Μπι­ρομ­χά­κντι από τον Ιά­πω­να πρέ­σβη στο Μπαν­γκόκ, εκ μέ­ρους του Αυ­το­κρά­το­ρα της Ια­πω­νί­ας το 2015, επι­βρα­βεύ­ει μια στα­διο­δρο­μία στη ψυ­χω­μέ­νη διευ­θέ­τη­ση του σω­μα­τι­κού ελ­λείμ­μα­τος μέ­σα από δι­με­ρείς ή και πο­λυ­με­ρείς συμ­μα­χί­ες πνεύ­μα­τος.

Ταϊλάνδη: διαδρομές στο εσωτερικό του βουδισμού

«Το σύ­μπαν αυ­τό της δρο­σιάς / απο­τε­λεί ένα σύ­μπαν δρο­σιάς / αλ­λά...». Να συ­νε­χί­σω: «Ένα σύ­μπαν δρο­σιάς / και στο εσω­τε­ρι­κό κά­θε στα­γό­νας δρο­σιάς / ένα σύ­μπαν ατε­λεύ­τη­του αγώ­να». Δείγ­μα­τα της για­πω­νέ­ζι­κης πρό­νοιας: τα χάι κου του Κο­μπα­γιά­σι Ίσ­σα, επί­και­ρα και σα­φή, δη­λώ­νουν τη διάρ­κεια της συ­νύ­παρ­ξης όσων μας κρα­τούν δε­μέ­νους στο πε­δίο της τρα­γι­κής δο­κι­μα­σί­ας. Η προ­ο­πτι­κή της δια­φυ­γής υπαρ­κτή, δη­λώ­νει με τον δι­κό τους τρό­πο ο φί­λος από το Μπαν­γκόκ. Ομι­λη­τι­κός, θερ­μός γλωσ­σι­κά, αλ­λά όχι κου­ρα­στι­κός ή επι­τη­δευ­μέ­νος, αρ­κού­ντως διε­ξο­δι­κός, όσο διαρ­κεί η ροή των διευ­κρι­νή­σε­ων, τεκ­μη­ριώ­νει την αλή­θεια του, χω­ρίς όμως να πέ­φτει στην πα­γί­δα της έπαρ­σης: ανα­πνέω, ενερ­γώ, υπάρ­χω, κατ΄ εξο­χήν, στο πρώ­το πρό­σω­πο του πλη­θυ­ντι­κού αριθ­μού. Αλ­λά δεν συμ­με­τέ­χει, του λεω, στη στε­νά εν­νο­ού­με­νη πο­λι­τι­κή σκη­νή της χώ­ρας του. Χα­μο­γε­λά­ει. Τον απορ­ρο­φά η άλ­λη σκη­νή, αυ­τή των αθλη­τι­κών εγκα­τα­στά­σε­ων, το­νί­ζει, πα­ρα­μέ­νο­ντας νη­φά­λιος.

*

Επα­να­φο­ρά:« Ο κό­σμος αυ­τός· / στην τα­ρά­τσα περ­πα­τά­με της κό­λα­σης / λου­λου­δά­κια βλέ­πο­ντας». Το κά­το­πτρο του Κο­μπα­γιά­σι Ίσ­σα γυ­ρί­ζει αρ­γά προς το μέ­ρος μου. Με βρί­σκει στο μπαρ κε­ντρι­κού ξε­νο­δο­χεί­ου του Μπαν­γκόκ. Εκεί συ­να­ντώ συ­νή­θως τον Νικ, όταν φτά­νω στην πό­λη του. Αρ­κεί να μην έχει δια­σχί­σει πά­λι μό­νος την πα­τρί­δα του, πά­νω σε μο­το­συ­κλέ­τα, για να πε­ρά­σει άλ­λη μια φο­ρά κά­μπο­σες μέ­ρες στο γει­το­νι­κό Λά­ος, στη Μιαν­μάρ ή στην Κα­μπό­τζη. Στο βά­θος της αί­θου­σας, τρεις μου­σι­κοί παί­ζουν πα­ρα­δο­σια­κά κομ­μά­τια. Η έντα­ση δια­τη­ρεί­ται σκο­πί­μως χα­μη­λή. Σα να κου­βε­ντιά­ζουν κι εκεί­νοι με­τα­ξύ τους. Ώρα το­νι­σμέ­νη στις προ­θέ­σεις της γα­λή­νης. Οι φα­νε­ρά τι­θα­σευ­μέ­νοι ήχοι εν­νο­εί­ται ότι τυ­λί­γο­νται αμέ­σως από τις ακα­τά­παυ­στες συγ­χορ­δί­ες των που­λιών. Ναι, τα βλέ­πω, εί­ναι έτοι­μα να πε­τά­ξουν ως εδώ. Βρί­σκο­ντας ολά­νοι­χτα τα με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα που κοι­τούν στον πο­τα­μό, τον υπο­βλη­τι­κό, υπεύ­θυ­νο τό­σων σε­λί­δων της πα­γκό­σμιας λο­γο­τε­χνί­ας, Τσάο Πρά­για, τα σπουρ­γί­τια κι άλ­λα ιπτά­με­νοι πει­ρα­τές θα τσι­μπο­λο­γή­σουν σε λί­γο στα τρα­πέ­ζια, που μό­λις άφη­σαν πί­σω τους κά­ποιοι από τους πε­λά­τες.
Στο με­τα­ξύ, ξα­ναρ­χό­μα­στε με τον Νικ στους πε­ρί­φη­μους δια­σκε­λι­σμούς της ποι­η­τι­κής πρό­τα­σης του Κο­μπα­γιά­σι Ίσ­σα. Εξοι­κειω­μέ­νος με τη δυ­να­τό­τη­τα της διά­σπα­σης της λε­γό­με­νης εξ αντι­κει­μέ­νου πραγ­μα­τι­κό­τη­τας σε πολ­λα­πλές ταυ­το­χρό­νως όψεις, ισό­τι­μες ή μη, επι­νοη­μέ­νες κα­τά τι ή μη, ο συ­νο­μι­λη­τής μου μ΄ αφή­νει να πι­στεύω ότι η ευ­ε­λι­ξία των τρό­πων της ευ­θύ­βο­λης δια­χεί­ρι­σης των πολ­λα­πλών δυ­σκο­λιών της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, αλ­λά και της όλης συ­μπε­ρι­φο­ράς του, ίσως να πη­γά­ζει από τη συ­νει­δη­τή τρι­βή του και με το φα­ντα­σια­κό στοι­χείο.

*

Δεν περ­νώ το κα­τώ­φλι του βου­δι­σμού. Προ­σπα­θώ να το δια­κρί­νω όμως. Όσο κα­θα­ρό­τε­ρα γί­νε­ται στο φως των θε­με­λιω­δών προ­ταγ­μά­των του. Να ει­σπρά­ξω στο πε­ρι­θώ­ριο των θε­ω­ρη­τι­κών σχη­μα­τι­σμών του λό­γου την πει­στι­κή ει­κό­να μιας πλη­ρό­τη­τας. Τη στιγ­μιαία αλ­λά υπαρ­κτή μορ­φή της. Όπως φέρ΄ ει­πείν τη συ­γκε­κρι­με­νο­ποιεί αυ­τή η κου­τά­λα της δια­νο­μής του αγα­θού που γε­μί­ζει προ­σε­κτι­κά όλες τις γυα­λι­στε­ρές γα­βά­θες, με την ίδια υπο­γρα­φή χά­ρι­τος. Κα­θό­λα υπαρ­κτή, μά­χι­μη μορ­φή, δη­λα­δή διά­χυ­τη, όπως εί­ναι τώ­ρα, για πα­ρά­δειγ­μα, η μυ­ρω­διά από τα μπα­χα­ρι­κά της πε­ριο­χής, η δια­κρι­τι­κή δε­ξί­ω­ση του κο­λιά­ντερ, η γεύ­ση του χιού­με­ρικ, η ευ­γε­νής πα­ρου­σία του τζίν­τζερ, η ευ­φρά­δεια της σού­πας από τα λα­χα­νι­κά. H επι­χει­ρη­μα­το­λο­γία του Χόρ­χε Λουίς Μπόρ­χες ισχύ­ει ανα­λό­γως κι εδώ: «το αν­θρώ­πι­νο μυα­λό έχει την τά­ση να αρ­νεί­ται τις δη­λώ­σεις. Αλ­λά όταν κά­τι λέ­γε­ται απλώς ή ακό­μα κα­λύ­τε­ρα υπο­νο­εί­ται, υπάρ­χει ένα εί­δος φι­λο­ξε­νί­ας στο μυα­λό μας; και εί­μα­στε έτοι­μοι να το δε­χτού­με». Η μυ­ρω­διά του γεύ­μα­τος, ο οιω­νός της στορ­γής. Αντι­λαμ­βά­νο­μαι με την όσφρη­ση την άλ­λη πλευ­ρά των δε­δο­μέ­νων.

*

Η ευ­μέ­νεια της δια­τρο­φής προ­οι­κο­νο­μεί στο με­τα­ξύ τη διά­δο­ση, την ισχύ και το εύ­ρος των προ­σε­χών. H ου­σια­στι­κή αρω­γή και η αμεί­ω­τη στα­θε­ρό­τη­τα της συ­μπα­ρά­στα­σης, όπως ακρι­βώς ου­σιώ­νε­ται μπρο­στά μου, δεν επεί­γε­ται να υιο­θε­τή­σει κά­ποιες άλ­λες, πιο εξει­δι­κευ­μέ­νες δή­θεν πρα­κτι­κές συ­νει­σφο­ρών. Ο δρό­μος για την απαλ­λα­γή από τον εφιάλ­τη της δια­βρω­τι­κής Επι­θυ­μί­ας περ­νά­ει κυ­ρί­ως από τις γει­το­νιές των συσ­σι­τί­ων, από την απλό­τη­τα της βρώ­σης για την επι­βί­ω­ση. Τη φω­τι­σμέ­νη, συ­μπλη­ρώ­νει ο Νικ.

*

Έχω ξε­χω­ρί­σει, περ­νώ­ντας ακό­μη μια φο­ρά από το Μπαν­γκόκ, ένα ήθος που μοιά­ζει να κα­τά­γε­ται από τα εγκόλ­πια των μο­να­χών που συ­νά­ντη­σα εδώ: «Κι όμως η ζωή δεν εί­ναι με­τα­φο­ρά, συλ­λο­γί­στη­κε, δεν εί­ναι ένας δρα­μα­τι­κός μο­νό­λο­γος ή ένα συ­ναρ­πα­στι­κό νού­με­ρο του τσίρ­κου. Εί­ναι μια υπό­θε­ση πε­ζή, που δεν δια­δρα­μα­τί­ζε­ται μέ­σα σε που­δρα­ρι­σμέ­νο αέ­ρα ή πά­νω σε λου­στρα­ρι­σμέ­να σα­νί­δια, αλ­λά στην απλή γη, δί­χως το με­τα­μορ­φω­τι­κό άγ­γιγ­μα της τέ­χνης, δί­χως με­γά­λες συ­ναι­σθη­μα­τι­κές κο­ρυ­φώ­σεις, με εξαί­ρε­ση κά­ποιες στιγ­μές, σπά­νιες και πο­λύ­τι­μες, τό­τε που, μες στο κοι­νό φως της ημέ­ρας, σπρωγ­μέ­νοι από μυ­στη­ριώ­δεις δυ­νά­μεις, ανώ­τε­ρες από εμάς, βλέ­που­με αίφ­νης τον κό­σμο μπρο­στά μας να τυ­λί­γε­ται από μια ακτι­νο­βο­λία υπερ­φυ­σι­κή». Αντέ­γρα­ψα κα­τά λέ­ξη από την Κυ­ρία Όσμοντ, το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Τζων Μπάν­βιλ. Συμ­βαί­νει να τα­ξι­δεύ­ει συ­χνά μα­ζί μου. Θα μπο­ρού­σε να ήταν το «πι­στεύω» του Νικ Μπι­ρομ­χά­κντι. Του το με­τέ­φρα­σα κά­ποια στιγ­μή. Το ενέ­κρι­νε σχε­δόν αμέ­σως. Πρό­κει­ται συ­νε­πώς για αξί­ες του βί­ου, όπως τις γνω­ρί­ζου­με στη Δύ­ση, αλ­λά όπως φαί­νε­ται να ευ­δο­κι­μούν στην Ταϊ­λάν­δη, στον στί­βο των κα­λα­θο­σφαι­ρι­στών ει­δι­κών ανα­γκών. Και όχι μό­νον.

Βιβλιογραφία παραθεμάτων
Τζων Μπάνβιλ, H κυρία Όσμοντ, μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδ. Καστανιώτη 2019
Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Η τέχνη του στίχου, μτφρ. Μαρία Τόμπρου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2006
Paul Theroux, The happy islands of Oceania-Paddling the Pacific, Penguin Group 1992

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: