Το γεφύρι της γλώσσας

Το γεφύρι της γλώσσας

Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της: «Με­ταλ­λι­κό» (τέ­μπε­ρα 1988)


——— ≈ ———

Ένας συ­νε­χής κα­ταρ­ρά­κτης συν­δέ­ει έναν ανώ­τε­ρο κό­σμο με τον κα­τώ­τε­ρο κό­σμο των αν­θρώ­πων και των κοι­νω­νιών τους, δρο­σί­ζο­ντάς και ανα­ζω­ο­γο­νώ­ντας τον, συ­νά­μα όμως κα­τα­στρέ­φο­ντας και ενώ­νο­ντας τις αντι­θέ­σεις και τις αντι­φά­σεις του. Δια­φα­νής στο φως και λά­μπο­ντας στο σκο­τά­δι, μουρ­μου­ρί­ζο­ντας, μπουρ­δου­κλώ­νο­ντας και μη­δε­νί­ζο­ντας μι­λά­ει για το σύ­μπαν και λέ­ει ου­σια­στι­κά ένα πράγ­μα, που μα­κά­ρι να μπο­ρού­σα­με να με­τα­φρά­σου­με σε όλα τα λε­ξι­λό­για, δια­θέ­σι­μα σε μας: ότι αυ­τός εί­ναι η γλώσ­σα του αθα­νά­του και η γέ­φυ­ρα της γέν­νη­σης, ότι αυ­τός εί­ναι η ζωή και ο θά­να­τος, και ότι όταν παύ­σει κά­πο­τε να ρέ­ει, θα εί­ναι επει­δή θα έχει κα­τα­πιεί τον εαυ­τό του, έτσι ώστε μες στη σιω­πή σύ­ντο­μα να ρέ­ει εκ νέ­ου έξω και μέ­σα από τον εαυ­τό του…
Σε αυ­τήν σκέ­ψη, ότι δη­λα­δή οι γλώσ­σες και τα λό­για των αν­θρώ­πων –και ει­δι­κά στη Βα­βέλ της ση­με­ρι­νής Ευ­ρώ­πης– λει­τουρ­γούν σαν γε­φύ­ρι και θύ­ρα, και όχι σαν χω­ρι­σμός με­τα­ξύ τους, με έχουν οδη­γή­σει η ποί­η­ση και τα δο­κί­μια για την ποί­η­ση του Ελύ­τη. Επι­φα­νεια­κά, η ποι­κι­λο­μορ­φία των λέ­ξε­ων μιας γλώσ­σας και οι δια­φο­ρές της με άλ­λες γλώσ­σες μπο­ρεί να μοιά­ζουν με αδια­πέ­ρα­στα εμπό­δια, και ως εκ τού­του ανα­γκα­ζό­μα­στε να μα­θαί­νου­με να μι­λά­με όσες ξέ­νες γλώσ­σες μπο­ρού­με. Η μόρ­φω­ση και η πο­λυ­γλωσ­σία μπο­ρεί να εί­ναι χρή­σι­μες, όμως δεν εί­ναι το κρί­σι­μο ση­μείο στην επι­κοι­νω­νία εντός και με­τα­ξύ των κοι­νω­νιών. Όλοι οι διερ­μη­νείς, οι με­τα­φρα­στές, οι πο­λύ­γλωσ­σοι πο­λι­τι­κοί δεν μπο­ρούν να κα­τα­φέ­ρουν να εξα­λεί­ψουν τα ελ­λείμ­μα­τα της ευ­ρω­παϊ­κής ένω­σης –έλ­λει­ψη δη­μο­κρα­τι­κής θε­σμο­θέ­τη­σης, αμοι­βαία αλ­λη­λεγ­γύη, οι­κο­λο­γι­κή και οι­κου­με­νι­κή οι­κο­νο­μία και αντι­θέ­τως εξά­πλω­ση εθνι­κι­σμών– όταν μέ­σα σε μό­νο μια γλώσ­σα δεν μπο­ρούν να τα ανα­γνω­ρί­σουν και να τα αντι­με­τω­πί­σουν ως όρια, όχι της γλώσ­σας, αλ­λά ως όρια της χρή­σης της. Δεν εί­ναι η πο­σό­τη­τα των λέ­ξε­ων και των γλωσ­σών που μπο­ρούν να προ­σεγ­γί­ξουν το άγνω­στο, αλ­λά η ποιό­τη­τα και ποι­η­τι­κό­τη­τα τους που τις ανοί­γει προς αυ­τό.
Φυ­σι­κά, δεν πρέ­πει να ανταλ­λάσ­σου­με ποι­ή­μα­τα ή να αλ­λη­λο­γρα­φού­με λο­γο­τε­χνι­κά για να γι­νό­μα­στε κα­τα­νοη­τοί. Φτά­νει να χρη­σι­μο­ποιού­με τα σω­στά μέ­σα έκ­φρα­σης και τη σω­στή εκ­φο­ρά λό­γου, να βρού­με το

«όργανο ικανό να κλείνει μέσα του την ανώτερη σύνθεση των αντιθέσεων και να δημιουργεί με περιεκτικές, ευκίνητες και δυναμικές εικόνες, πολλών διαφορόχρωμων διαθέσεων, αποτελέσματα προσιτά στον άνθρωπο, ανάλογα όχι πια με το βαθμό της μεγάλης του παιδείας, ή της εγκυκλοπαιδικής του μόρφωσης, αλλά με το βαθμό της συναισθηματικής του ή όχι δεκτικότητας». (Τα Κορίτσια, Α’)

Πέ­ρα από το γε­γο­νός ότι οι γλώσ­σες της γης με τα πλέ­ον απέ­ρα­ντα λε­ξι­λό­γιά τους και τους πο­λυ­ποί­κι­λους ιδιω­μα­τι­σμούς τους αλ­λη­λο­ε­πη­ρε­ά­ζο­νται συ­νε­χώς και ρι­ζώ­νε­ται η μια μες στην άλ­λη, δεν εί­ναι τό­σο το νό­η­μα των λέ­ξε­ών τους –το οποίο ού­τως ή άλ­λως μέ­σα από με­τα­φρά­σεις συ­χνά αλ­λά­ζει σε κά­τι εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κό, ακό­μα και στο αντί­θε­το της αρ­χι­κής ση­μα­σί­ας– αλ­λά πρω­τί­στως οι αι­σθη­σια­σμοί των ήχων των λέ­ξε­ων και των ει­κό­νων των συ­νειρ­μών και δια­θέ­σε­ων που προ­κα­λούν, και εν συ­νέ­χεια οι αι­σθη­σια­σμοί της γρα­φής των γλωσ­σών που από την πο­λυ­ση­μία τους εί­ναι δια­χρο­νι­κά κα­τα­νοη­τοί ή μα­ντεύ­σι­μοι χω­ρίς με­τα­φρά­σεις, ακό­μη και σε ένα παι­δί όταν αρ­χί­ζει να γνω­ρί­ζει μια γλώσ­σα:

«Η αγάπη στην ποίηση μου ήρθε από μακριά και, αν μπορεί να το πει αυτό κανένας, έξω απ᾽ τη λογοτεχνία. Το συνειδητοποίησα μια μέρα καθώς τριγύριζα στις αίθουσες του Βρετανικού Μουσείου και βρέθηκα μπροστά σ᾽ έναν πάπυρο πρασινωπό, αν θυμάμαι καλά, με χαραγμένο επάνω του αρκετά καθαρά ένα απόσπασμα της Σαπφώς. Ύστερα από τους σωρούς τα λατινικά χειρόγραφα που κατάπινα τα χρόνια εκείνα ένιωθα μια πραγματική ανακούφιση· μου φαινότανε ότι ο κόσμος ίσιωνε κι έμπαινε στη σωστή του θέση. Αυτά τα λιγνόκορμα συμπαγή κεφαλαία συγκροτούσανε μια γραφική παράσταση διαυγή και μυστηριακή μαζί, που μου ᾽κανε νόημα φιλικό μέσ᾽ από τους αιώνες. Σα να βρισκόμουν πάλι σ᾽ ένα γιαλό της Μυτιλήνης και ν᾽ άκουγα την κόρη του περιβολάρη μας να τραγουδά. Κι άξαφνα, όπως ένας ήχος ή μια μυρωδιά, πριν προλάβουμε να το καλοσκεφτούμε, ανασταίνουν μέσα μας μια θαμμένη από καιρό εντύπωση, ξανάβλεπα τον εαυτό μου μαθητή στο Δημοτικό Σχολείο να σκαλίζει τα βιβλία των μεγάλων και να στέκεται με απορία μπροστά σε μιαν ωδή του Πινδάρου. Δεν κάνω λάθος, είμαι βέβαιος, από τότε μου μείνε το κλασικό εκείνο: άριστον μεν ύδωρ. Αλλά εδώ δεν ήταν η ουσία, ήταν η διαφορετική διάταξη της γραφής, που με τραβούσε, νομίζω, τόσο ακατανίκητα.» (Πρώτα πρώτα η Ποίηση, Δ’)

Εί­ναι οι ήχοι μιας γλώσ­σας και οι ει­κό­νες της γρα­φής της που προη­γού­νται του πε­ριε­χο­μέ­νου τους όταν ανοί­γουν την αι­σθα­ντι­κό­τη­τά μας. Εί­ναι οι κραυ­γές χα­ράς, οι λυγ­μοί θλί­ψης, το γέ­λιο, η έκ­πλη­ξη και οι εναλ­λα­γές των σχη­μά­των των γραμ­μά­των, των γραμ­μών, των κα­μπύ­λων και των κύ­κλων τους, που εί­ναι ου­σια­στι­κά ίδιες σε όλες τις γλώσ­σες και μας αγ­γί­ζουν με τον ίδιο ζω­ντα­νό τρό­πο. Έτσι, θα έλε­γα, ότι η εκ­μά­θη­ση και ιδί­ως η με­τά­φρα­ση μιας ξέ­νης γλώσ­σας μπο­ρεί πρω­τί­στως να βοη­θή­σει στην κα­λύ­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση και δη­μιουρ­γι­κή χρή­ση της μη­τρι­κής του μα­θη­τή και με­τα­φρα­στή και επο­μέ­νως μέ­σα από αυ­τές πά­λι στην προ­σέγ­γι­ση μιας άλ­λης γλώσ­σας. Για­τί η γλώσ­σα εί­ναι ένα αι­σθη­τή­ριο όρ­γα­νο ενός κοι­νού αν­θρώ­πι­νου πνεύ­μα­τος που δη­μιουρ­γεί ακα­τά­παυ­στα γεύ­σεις, αγ­γίγ­μα­τα, ήχους και ει­κό­νες, και που πα­ρα­δό­ξως συ­νει­δη­το­ποιεί την μο­να­δι­κό­τη­τα του μό­νο μέ­σω μιας προ­σπά­θειας γε­φύ­ρω­σης της αντι­πα­ρά­θε­σης με πα­ρό­μοιες ιδιό­τη­τες μιας άλ­λης γλώσ­σας.
Από τους Κα­βεί­ρους που τα άγια ονό­μα­τά τους δεν έπρε­πε να προ­φέ­ρο­νται και να κα­τα­γρά­φο­νται από κα­νέ­ναν, και τις Πυ­θί­ες και Μά­ντισ­σες που μέ­σα από τα θρο­ΐ­σμα­τα των δέν­δρων και φύλ­λων ή τις πο­ρεί­ες των που­λιών προ­φή­τευαν με ασυ­νάρ­τη­τες κραυ­γές και ακα­τά­λη­πτους φθόγ­γους χρη­σμούς για τα μελ­λού­με­να, ως το τρα­γού­δι του Σαρ­λό στους Μο­ντέρ­νους Και­ρούς, το Rosebud ή το Asa Nisi Masa (που στο πλαί­σιο των ται­νιών τους και εν ελ­λεί­ψη κι­νη­μα­το­γρα­φι­κών μέ­σων δεν μπό­ρε­σαν να τα εκ­φρά­σουν δια­φο­ρε­τι­κά) – το μυ­στή­ριο μιας γλώσ­σας εί­ναι η αμε­τά­φρα­στη ελευ­θε­ρία της. Επο­μέ­νως, το ζη­τού­με­νο εί­ναι, η λο­γο­τε­χνία, η ποί­η­ση και η με­τά­φρα­ση να μπο­ρούν να κα­θο­δη­γή­σουν τον ακρο­α­τή ή ανα­γνώ­στη προς σ᾽ αυ­τήν την ελευ­θε­ρία ώστε ο ίδιος να μπο­ρεί να την εκ­φρά­σει με τη δι­κιά του γλώσ­σα και να συ­ντη­ρεί­ται έτσι η ζω­ντά­νια της. Μια τέ­χνη, προ­σπα­θώ­ντας να τη φτά­σει, πρέ­πει να κυ­μαί­νε­ται ανά­με­σα από μια εν­νοιο­λο­γι­κή ισχύ και μια ανώ­τε­ρη αι­σθη­σια­κή ισχύ, την οποία ο Ελύ­της απο­κα­λεί «αι­ρε­τι­κό χει­ρι­σμό τού λό­γου», κά­τι που βρί­σκε­ται «σε αντι­στοι­χία με τον αι­ρε­τι­κό τρό­πο τής γρα­φής» (Πρώ­τα πρώ­τα η Ποί­η­ση, Δ’) και που ίσως απο­τε­λού­σε τον λό­γο που του επέ­τρε­ψε να με­τα­φρά­σει από γλώσ­σες τις οποί­ες ο ίδιος δεν κα­τα­κτού­σε, στις οποί­ες ωστό­σο εί­χε πρό­σβα­ση μέ­σω με­τα­φρά­σε­ων άλ­λων, και που πα­ρε­μπι­πτό­ντως, του επέ­τρε­ψε να γρά­ψει ποί­η­ση σε μια δι­κή του αυ­το­δη­μιούρ­γη­τη γλώσ­σα, η οποία μοιά­ζει ελ­λη­νι­κή, αλ­λά εί­ναι αδύ­να­το να με­τα­φρα­στεί σε άλ­λη γλώσ­σα, για­τί έτσι θα έχα­νε τη φυ­σι­κό­τη­τα, την αυ­θε­ντι­κό­τη­τα, την ελευ­θε­ριά της.

«Κι ύστερα κακολογούν τους ποιητές ότι δεν έχουν τη δύναμη ν᾽ αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, μόνον κάθονται και ρεμβάζουν. Καλά κάνουν. Να βάζεις με το νου σου αβρά πράγματα, και μάλιστα να τα βλέπεις απ᾽ την ανάποδη, χρειάζεται να ᾽σαι σκληρός. Η μήπως αδιάφορη και σκληρή δε δείχνει πάντα να είναι μέσα στις συμφορές μας η φύση; Μα είναι; Ή ζητάει τ᾽ αδύνατα; Να εκπληρώσει τον προορισμό της, χωρίς ν᾽ αφεθεί να κλονιστεί από το χτυποκάρδι μας;» (Τα δημόσια και τα ιδιωτικά, Δ’)

Και, αν μου επι­τρέ­πε­ται να το προ­σθέ­σω, να εκ­πλη­ρώ­σου­με τον δι­κό μας και κοι­νό μας προ­ο­ρι­σμό, να εί­μα­στε ελεύ­θε­ροι.

Η ίδια αυ­θε­ντι­κό­τη­τα και αν­θε­κτι­κό­τη­τα και ο ίδιος ποι­η­τι­κός αι­σθη­σια­σμός της γλώσ­σας και της γρα­φής της θα έπρε­πε επο­μέ­νως να ισχύ­ουν και για τους κα­λούς και κοι­νούς νό­μους, οι οποί­οι μπο­ρούν πά­ντα να ερ­μη­νεύ­ο­νται δια­φο­ρε­τι­κά, ποι­κι­λο­τρό­πως, δη­λα­δή σαν να εί­ναι ζω­ντα­νοί:

«Οι νόμοι της τέχνης είναι και νόμοι της ζωής. Ο πολιτικός οφείλει να μη διαφέρει σαν αντίληψη απ᾽ τον καλλιτέχνη. Και στην αντίληψη τού καλλιτέχνη ο αγώνας για τη σωτηρία του ανθρώπου είναι αγώνας για την ορθή έκφραση, και τίποτε άλλο. Σε τέτοιο σημείο, που θα έλεγα ότι και οι πλέον αντίθετες τοποθετήσεις απέναντι στο ίδιο πρόβλημα εξισώνονται αν η εν τέχνη δικαίωση τους είναι του αυτού υψηλού βαθμού.» (Τα δημόσια και τα ιδιωτικά, Ε’)

Η τό­σο έντο­να από τό­σο πολ­λούς ευ­ρω­παί­ους πο­λι­τι­κούς και δη­μο­σιο­γρά­φους επι­κα­λού­με­νη και απαι­τού­με­νη αφή­γη­ση για μια σύγ­χρο­νη Ευ­ρώ­πη δεν θα υπάρ­χει πο­τέ όταν απου­σιά­ζει η αλη­θι­νή, ποι­η­τι­κή γλώσ­σα, η οποία προ­ϋ­πο­θέ­τει την αφή­γη­ση. Η πρώ­τη ποι­η­τι­κή πρά­ξη σε μια ενω­μέ­νη Ευ­ρώ­πη θα μπο­ρού­σε λοι­πόν να εί­ναι ένα σύ­νταγ­μα που δεν θα δια­πραγ­μα­τεύ­ε­ται στα πα­ρα­σκή­νια, αλ­λά θα πη­γά­ζει από τον αι­σθη­σια­κό λό­γο και θα κα­τα­λή­γει στον αι­σθη­τι­κό λό­γο. Για­τί μό­νο μέ­σω ενός τέ­τοιου συ­ντάγ­μα­τος μπο­ρούν τα άγνω­στα «κοι­νά» …

«μέσα στο άδυτον του κάθε ιδιώτη να καθαγιασθούν, και έτσι μόνον να γίνουν κανόνες ζωής για όλους, με το ίδιο ήθος και την ίδια δύναμη» (Τα δημόσια και τα ιδιωτικά, Γ’)

αφού έτσι θα γί­νουν και εν γέ­νει γνω­στά. Ακό­μη και οι αριθ­μή­σεις (της νο­μο­θε­σί­ας ενός τέ­τοιου συ­ντάγ­μα­τος) θα μπο­ρού­σαν να απο­κτή­σουν μια αμ­φι­ση­μία και ζω­ντά­νια μέ­σω των ηχη­τι­κών ει­κό­νων τους όταν τα δια­βά­ζει κα­νείς και μέ­σω των ήχων της ει­κό­νας που προ­κα­λούν όταν τα κοι­τά­ζει κα­νείς:

«Δεν ξέρεις αν θα σου ξαναδοθεί ποτέ να σμίξεις τις λέξεις με την ίδια θαυμαστή ασυμμετρία ενός αριθμού τηλεφώνου που τόλμησες κάποτε, γοητευμένος, να πάρεις και σου άλλαξε τη ζωή.» (Προσώ ηρέμα, Β’)


Η ελευ­θε­ρία μιας τέ­τοιας συ­νταγ­μα­τι­κής θε­με­λί­ω­σης βρί­σκε­ται –ανε­παί­σθη­τη σχε­δόν, πα­ντο­δύ­να­μη πά­ντα και κα­θό­λου με­τα­τρέ­ψι­μη– στο εν­διά­με­σο αυ­τής της εναλ­λα­κτι­κής με­τα­τρο­πής μιας γλώσ­σας με­τα­ξύ ήχου και ει­κό­νας, δη­λα­δή στο τέ­λος του ενός που εί­ναι η αρ­χή του άλ­λου. Οι νό­μοι αυ­τού του συ­ντάγ­μα­τος θα δη­μιουρ­γού­σαν έναν συ­νε­χή διά­λο­γο ερ­μη­νειών και εξη­γή­σε­ων και μέ­σα από αυ­τόν, άλ­λους νό­μους που θα απέ­πνε­αν αυ­τό το πνεύ­μα της ελευ­θε­ρί­ας.
Πά­ντα η τέ­χνη ήταν αυ­τή που δια­περ­νού­σε σύ­νο­ρα και όρια και με­τέ­φε­ρε τους νό­μους της φύ­σης στην κοι­νω­νία των αν­θρώ­πων, αφή­νο­ντας έτσι να μι­λή­σει το μέ­χρι τό­τε άγνω­στο στο γνω­στό και επο­μέ­νως το γνω­στό στο άγνω­στο, και ενώ­νο­ντας τους αν­θρώ­πους όχι μό­νο υπαρ­ξια­κά αλ­λά και πνευ­μα­τι­κά, σαν μια απέ­ρα­ντη γέ­φυ­ρα από το άπει­ρο που αντέ­χει όλους τους χρό­νους και συν­δέ­ει όλους τους χώ­ρους:

«Ο άνθρωπος, για την Ποίηση, δεν είναι ο εθνικός ή ο χριστιανός, ο αιρετικός ή ο ορθόδοξος, ο κομμουνιστής ή ο φασίστας –για ν᾽ απαριθμήσω ελάχιστους απ᾽ αυτούς που αλληλοφαγωθήκανε (δίκαια ή άδικα, δεν έχει σημασία) δώθε από την Ανάγκη. Ο “κείθε” είναι· που τα χαρακτηριστικά του τ᾽ αληθινά, “τέτοια που η αιωνιότητα θα του τα καταστήσει οριστικά”, τα βρίσκεις από τώρα κιόλας εξίσου σε µία πέτρα ή σ᾽ ένα σύννεφο, σ᾽ ένα βλέμμα τυχαίο ή σε µία κραυγή που µήτε καν σε αφορά.» (Τα κορίτσια, Β’)

Ωστό­σο, αυ­τή η ποι­η­τι­κή ισχύς της τέ­χνης συν­δέ­ε­ται πά­ντα επί­σης με ισχυ­ρές αμ­φι­βο­λί­ες, ακό­μη και από­γνω­ση μέ­χρι να με­τα­βλη­θεί και στην απε­λευ­θέ­ρω­ση του καλ­λι­τέ­χνη:

«Έχω χίλιες πίκρες για τα ποιήματα που έγραψα, δεν υπάρχει ούτ᾽ ένα που να μ᾽ αφήνει ορθόν, παρ᾽ όλ᾽ αυτά ευλογώ την ώρα και τη στιγμή που έσπρωξαν το χέρι μου να τα γράψω, και μάλιστα να τα γράψω έτσι κι όχι αλλιώς.» (Πρώτα πρώτα η Ποίηση, ΣΤ’)


Ένα αν­θρώ­πι­νο, ευ­ρω­παϊ­κό σύ­νταγ­μα των αι­σθή­σε­ων που με τη σει­ρά του εισ­ρέ­ει σ᾽ αυ­τές θα έπρε­πε να εμπε­ριέ­χει και ένα «λε­ξι­λό­γιο» των φυ­τών, των ζώ­ων, της φύ­σης και του θεί­ου:

«Ο κόσμος των φυτών με γοήτευσε. Αείποτε μ᾽ εξέπληξε. Περισσότερο και από τον κόσμο των άστρων κατάφερνε να μου αποβάλλει το μυστήριο της ζωής. Αποπνέει ένα είδος αγιοσύνης, που δοκίμασα να το εκφράσω, ακόμη και με ανορθόδοξα μέσα, όταν αισθάνθηκα να είμαι αρκετά καθαρός στην ψυχή για να το αποπεφαθώ. Μετατρέποντας το φυτό από ουδέτερο σε θηλυκό, και θεωρώντας το σαν κόρη, περίπου, άγια ή θεά, ζωγράφισα, χωρίς να είμαι ζωγράφος, και μάλιστα σε πολλές παραλλαγές, μια θεά Φυτώ, που της έβαλα βυσσινιά δυνατά και χρυσά και φωτοστέφανο στο κεφάλι, με την ελπίδα να μπορεί δίπλα μου να ενσαρκώνει κείνον τον αέρα που έρχεται σαν από θαύμα μεσ᾽ απ᾽ τα έγκατα της γης και να υποκαταστήσει όσα και σαν ειδωλολάτρες και σαν χριστιανοί διακονήσαμε στο βωμό του Ποσειδώνα και της Παρθένου.» (Τα δημόσια και τα ιδιωτικά, Δ’)


Αυ­τό θα σή­μαι­νε τέ­χνη της ζω­ής, να ακο­λου­θείς τις αι­σθή­σεις σου σαν τους ανέ­μους και τα νε­ρά του κό­σμου, μέ­χρι το τέ­λος τους που εί­ναι πά­ντα η αρ­χή. Μό­νο τό­τε η γλώσ­σα σαν γε­φύ­ρι μπο­ρεί να πει πει­στι­κά στον εαυ­τό της να σω­πά­σει ώστε ο νους να αντι­λη­φθεί τη σιω­πή του πνεύ­μα­τος και να ενω­θεί με τη σει­ρά του με αυ­τήν, την αιω­νιό­τη­τα και την ελευ­θε­ρία. Αυ­τή εί­ναι η δια­λε­κτι­κή και ο δια­λο­γι­σμός της γλώσ­σας ως γέ­φυ­ρα, ως θύ­ρα και ως κα­ταρ­ρά­κτης. Πα­ρά­λο­γος συν­δυα­σμός. Όπως η ζωή και ο θά­να­τος.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: