Γυαλιά πεταλούδα

Γυαλιά πεταλούδα


Είμαστε Ένα Απόρ­θη­το Ερω­το­φυ­λά­κιο

Αυ­τό έλε­γαν, ξα­νά και ξα­νά, ενώ ανά­πο­δα γυ­ρί­ζαν τα ρο­λό­για, κα­θώς προ­έ­βλε­πε ο Μίλ­τος Σα­χτού­ρης, ήδη από τη δε­κα­ε­τία του Τό­τε-Που-Τα-Πράγ­μα­τα-Ήσαν-Αί­θρια, τό­τε που έτρε­χαν μ᾽ ένα Πε­ντα­κο­σα­ρά­κι, χρώ­μα­τος γα­λα­ζο­πρά­σι­νου αχνού, από την Κυ­ψέ­λη στη Λά­ρι­σα για να δουν την ται­νιά­ρα του Βιμ Βέ­ντερς Im Lauf der Zeit, πά­ει να πει Στο Πέ­ρασμα του Χρό­νου, και όχι Οι Βα­σι­λιά­δες του Δρόμου, The Kings of the Road, όπως ήταν ο τί­τλος στην εγ­γλέ­ζι­κη εκ­δο­χή του, αλ­λά εί­ναι γνω­στό ότι οι Αγ­γλο­σά­ξο­νες ενί­ο­τε δεν τα πά­νε κα­λά με το εφή­με­ρο, το πα­ρο­δι­κό, το κύ­λι­σμα των δευ­τε­ρο­λέ­πτων (που ο Κα­ρού­ζος τα έλε­γε «κορ­σέ­δες», αν εί­ναι δυ­να­τόν!), ενώ αυ­τοί οι δύο, πά­ει να πει ο Οδυσ­σέ­ας Γε­ωρ­γί­ου και ο Ρά­σκυ ο Δεύ­τε­ρος, καί­τοι λά­τρευαν ορι­σμέ­να αγ­γλο­σα­ξω­νι­κής προ­ε­λεύ­σε­ως προ­ϊ­ό­ντα (τα τσά­για Fortnum & Mason, το μυ­θι­στό­ρη­μα Mason & Dixon, και τον ηθο­ποιό James Mason, λό­γου χά­ρη) επέ­με­ναν πο­λι­τι­σμι­κώς και φι­λο­σο­φι­κώς στον Γαλ­λο­γερ­μα­νι­κό Άξο­να, στην εγε­λια­νή δια­λε­κτι­κή από τη μια, στο υπερ­ρε­α­λι­στι­κό γκα­γκάν-γκα­γκάν από την άλ­λη, στο αβαν­γκάρντ παν­δαι­μό­νιο της μπά­ντας Can αφε­νός, και στην ντα­νταϊ­στι­κή πα­λιν­δρο­μι­κή κο­λού­μπρα αφε­τέ­ρου, διό­τι έτσι εί­χαν γα­λου­χη­θεί, έτσι εί­χαν προ­χω­ρή­σει και εξε­λι­χθεί, and the rest is silence.

Λαμπρα­ντο­ρί­της / Άλεφ

Στον ένα εί­χε δω­ρί­σει το κο­ρί­τσι του ένα ζευ­γά­ρι γυα­λιά ηλί­ου φα­ει­νό­τε­ρα, σαν αυ­τά που φο­ρού­σε, κα­θι­σμέ­νος στο κα­λά­θι της μο­το­σι­κλέ­τας του Χανς Τσί­σλερ, ο Ρού­ντι­γκερ Φόλ­γκερ, στον άλ­λο εί­χε δω­ρί­σει το κο­ρί­τσι του (δη­λα­δή του άλ­λου το κο­ρί­τσι) ένα δα­χτυ­λί­δι για τον αντί­χει­ρα. Ήταν τα φε­τίχ τους, ήταν τα φυ­λα­χτά τους, γυα­λιά πε­τα­λού­δα του ενός, δα­χτυ­λί­δι με λί­θο λα­μπρα­ντο­ρί­τη του άλ­λου. Μ᾽ αυ­τά σαν όπλα, σαν σκή­πτρα, σαν κη­ρο­πή­για αλώ­νι­ζαν την Αθή­να, πά­ντα με τα πό­δια, από­γο­νοι του Νηλ Κάσ­σα­ντι αμ­φό­τε­ροι, μα­νια­κοί της flânerie και, κυ­ρί­ως της dérive, που εί­ναι η στρα­τη­γι­κή βελ­τί­ω­ση της flânerie, επί το επα­να­στα­τι­κό­τε­ρον, το πιο πε­ρι­πε­τειώ­δες και, πά­νω απ᾽ όλα, το πιο προσ­διο­ρι­σμέ­νο στο αστι­κό το­πίο — πού να σου εξη­γώ! Αν και αυ­τοί, αφή­νο­ντας στην άκρη, και σκα­σμέ­νοι στα γέ­λια με­σού­ντος του ζό­φου (ναι, του ζό­φου, τό­τες που το Κα­τά­στη­μα Πλα­νή­της Γη κα­τέ­βα­ζε τα ρο­λά), ακρι­βώς αφή­νο­ντας στην άκρη αυ­τό το μπι­θι­κω­τσι­κο­σαβ­βο­που­λι­κό «Πού Να Σου Εξη­γώ», έστερ­γαν, μες στην αμέ­ρι­μνη δυ­στυ­χία κό­σμου και κο­σμά­κη, να εξη­γούν, να ανα­λύ­ουν, να επι­χει­ρη­μα­το­λο­γούν.

Είμαστε Ένα Απόρ­θη­το Ερω­το­φυ­λά­κιο

Έλε­γαν, και το εν­νο­ού­σαν, και το εξη­γού­σαν στα κο­ρί­τσια τους, αν και τα κο­ρί­τσια τους, εύ­μορ­φα και ευ­φυ­έ­στα­τα, λί­γη χρεία εί­χαν, αν όχι κα­θό­λου, από εξη­γή­σεις, κα­θώς χό­ρευαν μα­ζί τους ασμέ­νως της σύ­μπνοιας και της σύ­μπλευ­σης τον υπέ­ρο­χο χο­ρό. Για του λό­γου το αλη­θές εί­χαν ολόι­δια φε­τίχ/φυ­λα­χτά και τα κο­ρί­τσια τους, η Με­λέ­νια Μάρ­τζυ και η Άλι­κη Αλί­κη, όπως ήταν γνω­στά τα εν λό­γω κο­ρί­τσια στα πέ­ριξ, όπου πέ­ριξ ίσον οι δρό­μοι της Αθή­νας, και δη της Κυ­ψέ­λης, μά­λι­στα εί­χαν φε­τίχ/φυ­λα­χτά, ολόι­δια με τα δι­κά τους η Με­λέ­νια γυα­λιά πε­τα­λού­δα και η Άλι­κη δα­χτυ­λί­δι αντί­χει­ρος με λα­μπρα­ντο­ρί­τη (γουφ! γουφ!), και ομοί­ως αλώ­νι­ζαν αλέ­ες και σο­κά­κια φο­ρώ­ντας πά­ντα τα γυα­λιά πε­τα­λού­δα, η Με­λέ­νια, το δα­χυ­λί­δι με τον λα­μπρα­ντο­ρί­τη η Άλι­κη, διό­τι δί­χως φε­τίχ, διό­τι δί­χως φυ­λα­χτά η ζωή εί­ναι μια πε­ζή μου­ντή κοι­νο­το­πία, ενώ με φε­τίχ, ενώ με φυ­λα­χτά, η ζωή γί­νε­ται μια τα­ξιαν­θία, γί­νε­ται ένας κα­ταιο­νι­σμός υγρών μαρ­γα­ρι­τα­ριὠν στην κοι­λιά και στο στή­θος και στο μέ­τω­πο και στον αυ­χέ­να.

Λαμπρα­ντο­ρί­της / Άλεφ

Ήταν σαν και το Άλεφ ο λα­μπρα­ντο­ρί­της, άλ­λα­ζε χρώ­μα­τα αε­νά­ως, εμπε­ριεί­χε ιστο­ρί­ες, μέ­σα του σκιρ­τού­σαν χι­λιό­κο­σμοι, σού­τρες, χαϊ­κού, δε­κα­πε­ντα­σύλ­λα­βοι, πί­να­κες του Κλωντ Λορ­ραίν, λε­πι­δό­πτε­ρα, φι­λιά, σμι­ξί­μα­τα της χα­ραυ­γής, ιε­ρά ανα­κραυ­γά­σμα­τα, κα­ρα­μέ­λες βου­τύ­ρου, σύ­κα Κύ­μης, μπου­κά­λια με πει­ρα­τι­κό ρού­μι, αε­ρό­πλοια του Εμπει­ρί­κου και του Πίν­τσον, εσκεμ­μέ­να ορ­θο­γρα­φι­κά λά­θη, λι­γω­τι­κές λε­ξού­λες, λι­λι­πού­τειες εγκυ­κλο­παί­δειες, άυ­λες πι­να­κο­θή­κες, το πό­σο θλίμ­μέ­να χα­μο­γε­λά­ει η Τε­ρέ­ζα Ρά­σελ στο Bad Timing, η επι­σή­μαν­ση του Νί­κο­λας Ρεγκ προς τον Ουίλ­λιαμ Μπά­ρο­ουζ ότι η λέ­ξη punk απα­ντά στον Σαίξ­πηρ και αρ­χι­κά σή­μαι­νε πόρ­νη, η φρά­ση ῾῾No Time to Check the Facts’’, η φουρ­κέ­τα της Ευ­τυ­χί­ας, το μυ­θι­στό­ρη­μα Μέλμοθ ο Πε­ριπλα­νώμενος, ένας σου­γιάς κι ένα σφυ­ρί, το άσμα “Spoon’’ των Can, έντε­κα χι­λιά­δες βέρ­γες, δύο μο­νόκλ, πέ­ντε κι­λά αυ­γο­τά­ρα­χο Με­σο­λογ­γί­ου, πε­νή­ντα φιλμ από μιαν αρ­χαία Leica, όλος ο κι­νη­μα­το­γρά­φος του Γιό­νας Μέ­κας, δέ­κα πέ­νες Kaweco, όλες οι ση­μύ­δες που απα­θα­νά­τι­σε ο Ταρ­κόφ­σκι.

Είμαστε Ένα Απόρ­θη­το Ερω­το­φυ­λά­κιο

Έλε­γαν, και ο ένας (ο Οδυσ­σέ­ας Γε­ωρ­γί­ου) και ο άλ­λος (ο Ρά­σκυ Νά­μπερ Δύο), παί­ζο­ντας, εκεί­νο τον και­ρό, όλα τα κομ­μά­τια των Can την πρώ­τη εβδο­μά­δα κά­θε μή­να, τις συμ­φω­νί­ες του Μά­λερ την δεύ­τε­ρη εβδο­μά­δα κά­θε μή­να, τη δι­σκο­γρα­φία των A Certain Ratio την τρί­τη εβδο­μά­δα κά­θε μή­να, και σύ­νο­λο το έρ­γο του Μαρκ Ε. Σμιθ την τέ­ταρ­τη εβδο­μά­δα κά­θε μή­να, βε­βαί­ως-βε­βαί­ως, και επα­να­λαμ­βά­νο­ντας, σαν προ­σευ­χή, σαν μαγ­γα­νεία, σαν μά­ντρα τού­τη τη φρά­ση, «Εί­μα­στε Ένα Απόρ­θη­το Ερω­το­φυ­λά­κιο», πά­λι και ξα­νά, και ξα­νά και πά­λι, και δώ­σ᾽ του άλ­λη μια, διό­τι ως γνω­στόν «Η Ζωή Δεν Έχει Πώ­μα», κι άμα έχεις φε­τι­χά­κια/φυ­λα­χτά, ένα ζευ­γά­ρι γυα­λιά πε­τα­λού­δα (μέ­σα από τα οποία βλέ­πεις τον κό­σμο και τον ντου­νιά και τη σάρ­κα και τη μάρ­κα και το κα­λό συ­να­πά­ντη­μα όχι σαν απει­λή μα σαν ψυ­χε­δε­λι­κή ευ­λο­γία) κι άμα έχεις ένα δα­χτυ­λί­δι στον αντί­χει­ρα με λα­μπρα­το­ρί­τη (που εί­ναι το δι­κό σου Άλεφ και ως κι ένα εκα­τομ­μύ­ριο σο­κο­λά­τες Serano εμπε­ριέ­χει), μπο­ρείς, σαν ένο­πλος στο Φαρ Ου­έστ, να φλα­νά­ρεις και να ντε­ρι­βά­ρεις με τις ώρες, μπο­ρείς, σαν κα­λός ανα­γνώ­στης του Πολ Λα­φάργκ, να φορ­τώ­σεις στον κό­κο­ρα πολ­λά, έλε­γαν και πά­λι και ξα­νά οι δύο διό­σκου­ροι μα­κα­ντά­ση­δες της Κυ­ψέ­λης, που εί­χαν ανά πά­σα ώρα και στιγ­μή την ικα­νό­τη­τα να χτυ­πά­νε φι­λι­κά στην πλά­τη τον εαυ­τό τους και να επι­στρα­τεύ­ουν ασύλ­λη­πτες δι­καιο­λο­γί­ες προ­κει­μέ­νου να μέ­νουν πι­στοί στις αρ­χές τους (στις αρ­χές τους; στις αρ­χές τους; αυ­τοί­οιοιοιοιοιοιοιοιοι;;;;;;;;;)

[Συ­νε­χί­ζε­ται εις το επό­με­νον]

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: