Εξηγώντας την documenta 14 σε ένα Ζωντανό Κοινό

Εξηγώντας την documenta 14 σε ένα Ζωντανό Κοινό


Flashback

Η ιστο­ρία της με­γα­λύ­τε­ρης έκ­θε­σης σύγ­χρο­νης τέ­χνης στον κό­σμο, της Documenta ξε­κι­νά το 1955 με πρω­το­βου­λία του καλ­λι­τέ­χνη Άρ­νολντ Μπό­ντε [Arnold Bode] με σκο­πό την ανά­δει­ξη της ελευ­θε­ρί­ας της τέ­χνης και την προ­ώ­θη­ση της πρω­το­πο­ρί­ας, στο Κά­σελ, όπου κα­τα­σκευά­ζο­νταν επί­σης τα πε­ρί­φη­μα τανκς «Tiger» των Να­ζί, και αυ­τός ήταν ο κύ­ριος λό­γος που τον Οκτώ­βριο του 1943 το πρώ­ην πρι­γκι­πά­το της Έσ­σης ισο­πε­δώ­θη­κε από τους βομ­βαρ­δι­σμούς των συμ­μά­χων. Κα­θώς προ­ε­τοι­μά­ζε­ται ο Δεύ­τε­ρος Πα­γκό­σμιος πό­λε­μος, ο καλ­λι­τέ­χνης Καρλ Λέι­χα­ου­ζεν [Karl Leyhausen], που μα­ζί με τον Bode υπήρ­ξε δη­μιουρ­γός της πρω­το­πο­ρια­κής το­πι­κής σκη­νής του Kassel Secession, το 1931 αυ­το­κτο­νεί αφή­νο­ντας πί­σω το μή­νυ­μα: «Μια απε­ρί­σκε­πτη, βάρ­βα­ρη επο­χή ξε­κι­νά».
Το 1941, ένας νε­α­ρός τσιρ­κο­λά­νος, φρο­ντι­στής εξω­τι­κών ζώ­ων και μέ­λος της χι­τλε­ρι­κής νε­ο­λαί­ας, ο Γιό­ζεφ Μπό­υς [Joseph Beuys], προ­σφέ­ρε­ται εθε­λο­ντι­κά για τη Luftwaffe. Ξε­κι­νά τη στρα­τιω­τι­κή του εκ­παί­δευ­ση ως αε­ρο­με­τα­φο­ρέ­ας ρα­διο­ε­πι­κοι­νω­νί­ας. Το 1942, ο Μπό­υς το­πο­θε­τεί­ται στην Κρι­μαία ως μέ­λος μα­χη­τι­κών βομ­βι­στι­κών μο­νά­δων. Από το 1943 και με­τά, ανα­πτύσ­σε­ται ως οπί­σθιος πο­λυ­βο­λη­τής στο Ju 87 "Stuka", στην ανα­το­λι­κή πε­ριο­χή της Αδρια­τι­κής. Στις 16 Μαρ­τί­ου 1944, το αε­ρο­πλά­νο του Μπό­υς συ­ντρί­βε­ται στο μέ­τω­πο της Κρι­μαί­ας. Από αυ­τό το πε­ρι­στα­τι­κό, ο Μπό­υς δια­μορ­φώ­νει το μύ­θο ότι δια­σώ­θη­κε από νο­μά­δες Τα­τά­ρους, οι οποί­οι και θε­ρά­πευ­σαν με αυ­τα­πάρ­νη­ση το τσα­κι­σμέ­νο του σώ­μα τυ­λί­γο­ντας το με ζω­ι­κό λί­πος και τσό­χα.
Στις 30 Ιου­νί­ου 1982, ως μέ­ρος της συμ­βο­λής του στη Documenta 7, ο με­γα­λύ­τε­ρος πλέ­ον σα­μα­νι­κός καλ­λι­τέ­χνης της Γερ­μα­νί­ας, ο Γιό­ζεφ Μπό­υς, λιώ­νει δη­μό­σια ένα χρυ­σό αντί­γρα­φο της κο­ρώ­νας που φο­ρού­σε ο Τσά­ρος Ιβάν ο Τρο­με­ρός, με­τα­τρέ­πο­ντας το σε ένα σύμ­βο­λο ει­ρή­νης, ο Λα­γός με τον Ήλιο. Τα έσο­δα από την πώ­λη­σή του προ­ο­ρί­ζο­νται για τη χρη­μα­το­δό­τη­ση ση­μα­ντι­κού μέ­ρους του σχε­δια­σμού με τις 7000 Βε­λα­νι­διές. Το 1982, για τη Documenta 7, ο Μπό­υς προ­τεί­νει ένα σχέ­διο για την εγκα­τά­στα­ση 7000 βε­λα­νι­διών σε ολό­κλη­ρη την πό­λη Κά­σελ, κά­θε μια σε συν­δυα­σμό με μια στή­λη βα­σάλ­τη. Οι 7000 πέ­τρες συσ­σω­ρεύ­ο­νται στο γρα­σί­δι μπρο­στά από το Μου­σείο Fridericianum με την προ­ο­πτι­κή ότι ο σω­ρός θα συρ­ρι­κνώ­νε­ται κά­θε φο­ρά που ένα δέ­ντρο φυ­τεύ­ε­ται. Το έρ­γο, που θε­ω­ρεί­ται μία από τις πρώ­τες χει­ρο­νο­μί­ες προς την πρά­σι­νη αστι­κή ανα­νέ­ω­ση, χρειά­ζε­ται πέ­ντε χρό­νια για να ολο­κλη­ρω­θεί και εξα­πλώ­νε­ται και σε άλ­λες πό­λεις σε όλο τον κό­σμο.


Memoirs

Ανε­πί­λη­πτα επή­ρε το κα­πέ­λο, το Στού­κας πα­ρα­μέ­ρι­σεν ατέγ­κτως, κι έγρα­ψε/συ­νέ­θε­σε/επι­νό­η­σε ένα ελ­λεί­πον κε­φά­λαιο του Finnegans Wake — Τζό­υς/Μπό­υς — Beuys/Joyce — έτσι προ­χω­ρά­ει η Τέ­χνη, με αγέ­ρω­χα, κα­λο­με­λε­τη­μέ­να εντού­τοις, άλ­μα­τα στο κε­νό (στου Yves Klein το κε­νό, για να εξη­γού­με­θα), και ο Μπό­υς ήταν αρ­ρα­γής απέ­να­ντι στα πολ­λα­πλά άρα­γες, τα απα­νω­τά, ακρά­δα­ντος ήταν ο Γιό­ζεφ μες στην κρου­στή ζωή, ήθε­λε to avoid the void, ή να το δα­μά­σει, να το κα­λύ­ψει, ο Ιω­σήφ, ο Πρώ­τος Μέ­γας Κε­ρα­τού­κλης του Ντου­νιά, κα­θό­τι άλ­λος ου­δείς δεν εί­χε το θαρ­ρο­θρά­σος κό­ντρα στον Μέ­γι­στο Μαρ­σέλ να πά­ει, μο­νά­χα ο Ιω­σήφ ο Μπό­υς (και, βέ­βαια, ο Ντε­μπόρ που πά­ντα εξαι­ρεί­ται και εξέ­χει ο έξο­χος) — Η Σιω­πή του Ντυ­σάν εί­ναι Υπε­ρε­κτι­μη­μέ­νη — το κα­θη­λω­τι­κό επί­τευγ­μα του Γιό­ζεφ, το άμε­τρο μέ­τρο, το υπέρ­με­τρο, πά­ντα να δε­σπό­ζει ο Μπό­υς στο φά­σμα όλο της Με­τα­πο­λε­μι­κής Τέ­χνης, να λε­η­λα­τεί το Dada για να λυ­τρώ­σει το Dada, να το βά­λει εκ νέ­ου στο παι­χνί­δι, και το έβα­λε, ένα Dada ανε­στραμ­μέ­νο, κι ωστό­σο έτσι λυ­τρω­μέ­νο, θα έλε­γες, όχι δί­χως κά­ποιον ηλε­κτρι­κό εκνευ­ρι­σμό, και, εφό­σον δεν επρό­κει­το για Γερ­μα­νία, ένα Dada pop, ένα Dada που περ­νά­ει στις μά­ζες, που κα­τε­βαί­νει στους δρό­μους, ή έστω, για να μην εί­μα­στε υπερ­βο­λι­κοί (και πά­λι!), ανα­στα­τώ­νει μια δρά­κα ήδη ανα­στα­τω­μέ­νων άστα­των καλ­λι­τε­χνών που φλέ­γο­νται για ανα­τρο­πή, εντός πά­ντως της Ακα­δη­μί­ας, και ο Μπό­υς γί­νε­ται ο μου­ση­γέ­της αυ­τών των ανή­συ­χων τολ­μη­τί­ων, γί­νε­ται ένα Πει­ρα­μα­τι­κό Ερ­γα­στή­ριο από μό­νος του, και βρί­σκει συ­νε­νό­χους συ­νερ­γούς συ­ντα­ραγ­μέ­νους συ­γκλο­νι­σμέ­νους, και συ­ντάσ­σουν μα­ζί το Νέο Πρό­γραμ­μα μιας Νέ­ας Τέ­χνης, προ­χω­ρούν πα­ρέα στην Ποί­η­ση της Πε­ρι­πλά­νη­σης και στην Πε­ρι­πλά­νη­ση της Ποί­η­σης, κι ας εί­ναι μέ­σα στο Πα­νε­πι­στή­μιο, τις υπερ­βά­σεις, αν θέ­λεις και δύ­να­σαι, τις επι­χει­ρείς πα­ντού, ακό­μα και μέ­σα στο Πα­νε­πι­στή­μιο.
Το Μπού­στο του Μπό­υς ανά­γε­ται σε θρύ­λο, το αιώ­νιο κα­πέ­λο του θα γί­νει σύμ­βο­λο, όπως και τα γρα­σω­μέ­να άρ­βυ­λά του, το μπλου­τζίν και το ψα­ρά­δι­κο γι­λέ­κο του, αγέ­ρω­χος όπως βα­δί­ζει τσι­μπο­λο­γώ­ντας από ό,τι εί­ναι πιο βα­θύ και συ­νά­μα πιο επι­φα­νεια­κό, ό,τι εί­ναι πιο αιχ­μη­ρό και συ­νά­μα πιο αμ­βλύ, ό,τι εί­ναι πιο τε­χνο­λο­γι­κό και συ­νά­μα πιο άγριο — τι­θα­σεύ­ει το κο­γιότ αλ­λά τι­θα­σεύ­ει και τα μό­νι­τορ, παί­ζει με τις κε­ρή­θρες αλ­λά παί­ζει και με τις αντέ­νες, ενορ­χη­στρώ­νει τον Λευ­κό Θό­ρυ­βο, κά­νει με­λω­δί­ες από το στα­τι­κό ρεύ­μα και τα πα­ρά­σι­τα, ξέ­ρει να κλέ­βει το ου­σιώ­δες από το χθα­μα­λό όπως ο Βάλ­τερ Μπέν­για­μιν, φρο­ντί­ζει να κά­νει τέ­χνη από τα απορ­ρίμ­μα­τα όπως ο Κουρτ Σβί­τερς, ορ­γα­νώ­νει το σκόρ­πιο, φω­τί­ζει με προ­βο­λείς το αφα­νές, ελίσ­σε­ται στη δια­κε­καυ­μέ­νη ζώ­νη της Contemporary Art, υπο­χρε­ώ­νο­ντας κά­θε διά­κο­νό της να φτά­σει στα όριά του και να τα υπερ­βεί, θέ­τει ακά­μα­τα και ακα­τά­παυ­στα τα πιο απροσ­δό­κη­τα ερω­τή­μα­τα — Πώς Εξη­γού­με τις Ει­κό­νες σε Ένα Νε­κρό Λα­γόΠώς Υπερ­βαί­νου­με τη Σιωπή του Μαρ­σέλ Ντυ­σάνΠώς Περ­νά­με σε μια Με­του­σιω­μέ­νη Κα­θη­με­ρι­νό­τη­ταΠώς Συμ­βαί­νει Κά­θε Άν­θρωπος να εί­ναι Δη­μιουρ­γός —, συ­νο­μι­λεί με τον Ρή­το­ρα του Αν­θρώ­πι­νου Γέ­νους, τον υπε­ρα­ναρ­χι­κό της Γαλ­λι­κής Επα­νά­στα­σης, τον λα­τρε­μέ­νο Γιο­χάν­νες Μπά­πτιστ Μα­ρία Ανά­χαρ­σις Κλό­οτς, σχε­διά­ζει να συ­μπλη­ρώ­σει το έρ­γο του Τζό­υς, παί­ζει μποξ όπως ο Αρ­θού­ρος Κρα­βάν, με­τα­σχη­μα­τί­ζει τους Δί­δυ­μους Πύρ­γους στο έρ­γο του Κό­σμος και Δα­μια­νός, εμπνε­ό­με­νος από τους δι­κούς μας Αγί­ους Αναρ­γύ­ρους, τον Κο­σμά (που ο Μπό­υς με­τα­βα­πτί­ζει σε Κό­σμο) και τον Δα­μια­νό, που δια­κο­νού­σαν την ία­ση αρ­νού­με­νοι να ει­σπράτ­τουν χρη­μα­τι­κή αμοι­βή — ξέ­ρου­με πό­σο κα­τα­πιά­στη­κε ο Μπό­υς με την οι­κο­νο­μία και με τι διαι­σθη­τι­κή εμ­βρί­θεια με­λε­τού­σε το Das Kapital του Μαρξ.


Comeback

Η επί­ση­μη ανα­κοί­νω­ση της Documenta ότι θα πα­ρου­σια­στεί το 2017, πα­ράλ­λη­λα με το Κά­σελ. και στην Αθή­να, προ­κα­λεί ρί­γη συ­γκί­νη­σης. Η τολ­μη­ρή ιδέα ενορ­χη­στρώ­νε­ται σε μία δι­πλή υπε­ρέκ­θε­ση από τον Πο­λω­νό Ιστο­ρι­κό Τέ­χνης και διευ­θυ­ντή της Kunsthalle Basel, Άνταμ Σίμ­τσικ [Adam Szymczyk]. Η Αθή­να της κρί­σης λει­τουρ­γεί ως πυ­ρή­νας για να ερευ­νη­θούν οι συν­θή­κες, ιστο­ρι­κές, πο­λι­τι­κές, κοι­νω­νι­κές, που οδη­γούν στην ανά­γκη αντί­στα­σης μέ­σα από την καλ­λι­τε­χνι­κή έκ­φρα­ση. Μέ­σω του Μα­θή­μα­τος-Learning from Athens, η Documenta ανα­τρέ­χει πί­σω στις κα­τα­γω­γι­κές της αρ­χές, απαι­τώ­ντας την ανά­κτη­ση της αί­σθη­σης του επεί­γο­ντος από την τέ­χνη, και τη συ­νέρ­γειά της στην ανα­τρο­πή και αλ­λα­γή του πα­ρό­ντος.
Η αφή­γη­ση ξε­κι­νά με μία με­τα­τό­πι­ση ιδε­ο­λο­γιών που φέ­ρουν αρ­νη­τι­κά προ­θέ­μα­τα μπρο­στά από στε­ρε­ό­τυ­πα: ξε-μα­θαί­νω, απο-ανά­πτυ­ξη, απο-αποι­κιο­ποί­η­ση, αντι-πα­τριαρ­χία. Οι αποι­κια­κές σχέ­σεις ισχύ­ος αρέ­σκο­νται στο να επι­νο­ούν έναν Νό­το, όχι ανα­γκα­στι­κά γε­ω­γρα­φι­κό, που απο­τε­λεί ταυ­τό­χρο­να απο­διο­πο­μπαίο τρά­γο και αντι­κεί­με­νο εκ­με­τάλ­λευ­σης, θυ­μα­το­ποιεί­ται και δια­φε­ντεύ­ε­ται, λοι­δο­ρεί­ται και εξι­δα­νι­κεύ­ε­ται από έναν αυ­το­α­πο­κα­λού­με­νο αμε­ρό­λη­πτο και ισχυ­ρό Βορ­ρά. Σύμ­φω­να με τον εύ­γλωτ­το επι­με­λη­τή του Προ­γράμ­μα­τος Δη­μο­σί­ων Δρά­σε­ων Πολ Μπ. Πρε­σιά­δο [Paul B. Preciado], ο Νό­τος, στο πλαί­σιο της δυ­τι­κής ηγε­μο­νι­κής επι­στη­μο­λο­γί­ας, εί­ναι ζω­ώ­δης, θη­λυ­κός, παι­δι­κός, queer, μαύ­ρος, όπως και αδύ­να­μος, ανό­η­τος, οκνη­ρός και φτω­χός με πολ­λά εγ­γε­νή ελ­λείμ­μα­τα αλ­λά και πλου­το­πα­ρα­γω­γι­κή πη­γή εξό­ρυ­ξης ενέρ­γειας, νο­ή­μα­τος, από­λαυ­σης και υπε­ρα­ξί­ας του Βορ­ρά. Εί­ναι «δέρ­μα και μή­τρα, λά­δι και κα­φές, σάρ­κα και χρυ­σός». Ο Βορ­ράς συ­γκε­ντρώ­νει όλα τα αντί­πα­λα ση­μεία: λευ­κό­τη­τα, υγεία, εξυ­πνά­δα, απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα, πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τα. Εί­ναι «η ψυ­χή και ο φαλ­λός, το σπέρ­μα και το νό­μι­σμα, το μου­σείο, το αρ­χείο, η τρά­πε­ζα». Σύμ­φω­να με τον Πρε­σιά­δο, τα πά­ντα έχουν έναν Νό­το, ακό­μα και το ίδιο μας το σώ­μα, και κά­θε κοι­νω­νία ορί­ζει τον δι­κό της. Αν όμως μέ­σα από την τέ­χνη, φέρ­νου­με τα πά­νω κά­τω πολ­λές φο­ρές, δεν θα υπάρ­χουν πια κά­θε­τα γε­ω­γρα­φι­κά ση­μεία. Και εδώ πραγ­μα­τι­κά έγκει­ται το εν­δια­φέ­ρον του σκε­πτι­κού της έκ­θε­σης. Ότι για πρώ­τη φο­ρά σε έκ­θε­ση τέ­χνης βλέ­που­με πώς χτί­ζο­νται οι πο­λι­τι­σμοί, στρώ­μα πά­νω σε στρώ­μα, λέ­ξη δί­πλα σε λέ­ξη, μνή­μη μέ­σα σε μνή­μη. Από τις απροσ­δό­κη­τες επι­λο­γές καλ­λι­τε­χνών και έρ­γων, αντι­λαμ­βα­νό­μα­στε ότι η Documenta 14 δεν προ­ω­θεί μια πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νη τέ­χνη αλ­λά δη­μιουρ­γεί ένα πο­λι­τι­στι­κό υφα­ντό κε­ντη­μέ­νο από/με πολ­λούς «Νό­τους», το οποίο, όταν ιδω­θεί από ψη­λά, ενώ­νει αντί να διαι­ρεί το ήδη κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νο μο­τί­βο του σύγ­χρο­νου πο­λι­τι­σμού μας.


Party On

Εκα­τό χρό­νια, ένας αιώ­νας, τις προ­άλ­λες (12 Μα­ΐ­ου), από τη γέν­νη­ση του υπερ­βα­τι­κού σε όλα δη­μιουρ­γού και δά­σκα­λου Γιό­ζεφ Μπό­υς, και λί­γες μέ­ρες με­τά την επέ­τειο των εγκαι­νί­ων του 17 της Documenta στην Αθή­να, συ­να­χθή­κα­με στο Νέο Άλα­μουτ για να τι­μή­σου­με, αθό­ρυ­βα και σιω­πη­λά, την επέ­τειο, να δού­με το δυ­να­τό ντο­κι­μα­ντέρ γι᾽ αυ­τόν που σκη­νο­θέ­τη­σε ο Αντρές Φάιελ (Andres Veiel), να δια­βά­σου­με σε­λί­δες από το βι­βλίο της αγα­πη­μέ­νης μας Ρέ­ας Στριγ­γά­ρη (Joseph Beuys — Η Επανά­στα­ση Εί­μα­στε Εμείς), να δια­λα­λή­σου­με ότι η Documenta αγα­πά­ει τον Μπό­υς και ο Μπό­υς αγα­πά­ει την Documenta, να γυ­ρί­σου­με συ­γκι­νη­μέ­νοι τέσ­σε­ρα χρό­νια πί­σω, και να θυ­μη­θού­με ότι κά­ποιοι από εμάς που στη­ρί­ξα­με τη διορ­γά­νω­ση, ακό­μα και ερ­γα­στή­κα­με γι᾽ αυ­τήν, νιώ­θα­με, στους δρό­μους της Αθή­νας, στην Πλα­τεία Κο­τζιά, στο ΕΜΣΤ, στο Μπε­νά­κη, στο Πο­λυ­τε­χνείο, στο Ωδείο, στην ΑΣΚΤ, διαρ­κώς την ανά­σα και την πα­ρου­σία του Γιό­ζεφ Μπόις σε ό,τι κι αν κά­να­με — άρ­θρα, δια­λέ­ξεις, με­τα­φρά­σεις, ξε­να­γή­σεις, επα­φές, ορ­γα­νω­μέ­νες πε­ρι­πλα­νή­σεις, ακό­μα και απλές επι­σκέ­ψεις—, διό­τι ο Γιό­ζεφ Μπό­υς, με κλο­πές, με κόλ­πα, με τε­χνά­σμα­τα και με τε­χνή­μα­τα, με οι­κειο­ποι­ή­σεις και αφο­μοιώ­σεις, με κο­πτι­κή-ρα­πτι­κή και με συ­γκολ­λή­σεις, άλ­λο δεν έκα­νε διαρ­κώς από το να προ­λο­γί­ζει την τέ­χνη του 21ου αιώ­να. Τριά­ντα πέ­ντε χρό­νια με­τά το στα­μά­τη­μα του χτύ­που της καρ­διάς του (στις 23 Ια­νουα­ρί­ου του­1986), η συμ­βο­λή του Μπό­υς δεν εί­ναι δυ­να­τόν να συ­ντα­ξιο­δο­τη­θεί.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: