Τα Άστρα είναι Κόκκινα

Τα Άστρα είναι Κόκκινα

Τι στο κα­λό; What the fuck! Λέ­ει, ωρύ­ε­ται, κραυ­γά­ζει, απο­ρεί, εξί­στα­ται, ουρ­λιά­ζει, εξα­νί­στα­ται, ο Οδυσ­σέ­ας Γε­ωρ­γί­ου με τα (γουρ­λω­μέ­να, ωρυό­με­να, απο­ρη­μέ­να) μά­τια του στυ­λω­μέ­να στο ιλου­στρια­σιόν από­κομ­μα από ιλου­στρια­σιόν πε­ριο­δι­κό μιας αλ­λό­κο­τα ιλου­στρια­σιόν επο­χής — μιας επο­χής που κα­νο­νι­κά θα έπρε­πε να ξε­κα­βα­λή­σει το πα­ρά­λο­γο άλο­γο της ιλου­στρα­σιόν pop πα­ρα­φο­ράς και να ανα­σκου­μπω­θεί και να δει πού πά­ν᾽ τα τέσ­σε­ρα. Αλ­λά πού αυ­τός! Αλ­λά πού κι ο Άλ­λος! Ο Άλ­λος — με άλ­φα κε­φα­λαίο. Ο Άλ­φας. Ο Ρα­σκόλ­νι­κοφ της Κυ­ψέ­λης, με το ασυ­νεί­δη­το τα­λέ­ντο του να επι­νο­εί ευ­συ­νεί­δη­τα φάρ­σες και να επι­δί­δε­ται σε κο­μπί­νες, και όχι μό­νο να μην επι­τρέ­πει στον εαυ­τό του να σο­βα­ρευ­τεί ein bisschen, έτσι, για λί­γο, για τα μά­τια του κό­σμου, για το θε­α­θή­ναι, για τα προ­σχή­μα­τα, brother!, αλ­λά και να επι­μέ­νει να μην επι­τρέ­πει ού­τε στον (κα­τά τι πιο) σώ­φρο­να Οδυσ­σέα Γε­ωρ­γί­ου να σο­βα­ρευ­τεί, και τα λοιπά. Οκέι, αλ­λά αυ­τό πα­ρα­ή­ταν, αυ­τό πα­ρα­πή­γαι­νε, πά­νε τα εσκαμ­μέ­να, πά­νε και τα εσκεμ­μέ­να, πά­νε όλα. Ζώ­ω­ω­ω­ω­ω­ω­δια­α­α­α­αα;;;;;; ανα­φώ­νη­σε, ύστε­ρα από δέ­κα δευ­τε­ρό­λε­πτα απο­σβο­λω­μέ­νης εμ­βρο­ντη­σί­ας, ο Γε­ωρ­γί­ου. Ζώ­ω­ω­ω­ω­ω­ω­δια­α­α­α­αα;;;;;; ανα­φώ­νη­σε εκ νέ­ου. Ζώ­ω­ω­ω­ω­ω­ω­δια­α­α­α­αα;;;;;; ξέ­φυ­γε ηχη­ρά, και για τρί­τη φο­ρά, από των οδό­ντων του το έρ­κος (ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νων, ας ει­πω­θεί, κι­τρι­νι­σμέ­νων, εύ­θρυ­πτων, αφε­ρέγ­γυων, πε­ριο­δο­ντι­τι­δια­σμέ­νων οδό­ντων — οδό­ντων που, καί­τοι σε σχε­τι­κώς πιο πο­λι­τι­σμέ­νη κα­τά­στα­ση από των αντι­στοί­χων οδό­ντων του μέ­γι­στου post-punk crooner και ποι­η­τή Shane Patrick Lysaght MacGowan, απο­τε­λού­σαν, σύμ­φω­να με την από­φαν­ση/από­φα­ση τριά­ντα, και βά­λε, έγκρι­των ει­δι­κών και ει­δη­μό­νων ως προς συ­γκε­κρι­μέ­νο πε­δίο μά­χης, διό­τι υπήρ­χαν και άλ­λα πε­δία, φυ­σι­κά, όπως άλ­λω­στε και άλ­λες μά­χες, απο­τε­λού­σαν, συ­νε­λό­ντι ει­πείν και με δυο λέ­ξεις, πρω­το­φα­νή προ­σβο­λή, μάλι­στα! προ­σβο­λή!, προς σύ­νο­λο τον αν­θρώ­πι­νο πο­λι­τι­σμό, όπως τον κα­τα­γρά­φει με­γα­λο­φυώς ο με­γα­λο­φυ­ής Κιού­μπρικ στην με­γα­λο­φυή Οδύσ­σεια του Δια­στήματος, και τα λοιπά).

Ναι, Ζώ­ω­ω­ω­ω­ω­ω­δια­α­α­α­αα, Σου­ρωμένε, για­τί όχι; Ο Ρα­σκόλ­νι­κοφ πέ­ρα­σε στην (χλευα­στι­κή, εμπαι­χτι­κή, χω­ρα­τα­τζί­δι­κη, σαρ­δό­νια) αντε­πί­θε­ση. ῾῾Θα πο­λε­μή­σου­με τον εχθρό με τα ίδια του τα όπλα­᾽᾽, συ­νέ­χι­σε ακά­θε­κτος ο εγκά­θε­τος. ῾᾽Ό­πως σε βλέ­πω και με βλέ­πεις, και όπως δια­πι­στώ­νεις από το από­κομ­μα, ζώ­δια, ζώ­δια, και πά­λι ζώ­δια. Το κα­νό­νι­σα. Εγώ θα τα γρά­φω. Μα­ζί θα τα γρά­φου­με. Και θα πλη­ρω­νό­μα­στε. Και θα περ­νά­με γραμ­μή! Γραμ­μή!᾽᾽ Αρ­νού­με­νος να λι­πο­θυ­μή­σει, ή ν᾽ αρ­χί­σει να κα­τσα­διά­ζει τον Ρά­σκυ (ο οποί­ος Ρά­σκυ, 1. Επέ­με­νε να τον απο­κα­λεί ῾῾Σου­ρω­μέ­νο­᾽᾽ ενώ και οι πέ­τρες οι ζω­γρα­φι­σμέ­νες του Ρί­τσου ήξε­ραν ότι ο Γε­ωρ­γί­ου έπι­νε το εν δέ­κα­τον όσων κα­τα­νά­λω­νε ο Ρά­σκυ, 2. Κά­θε φο­ρά που ο Ρά­σκυ εί­χε μια φα­ει­νή ιδέα, ιδί­ως όταν επρό­κει­το πε­ρί κα­τε­βά­σμα­τος γραμ­μής, έμπλε­καν αμ­φό­τε­ροι και ανα­γκά­ζο­νταν να εξα­φα­νι­στούν κά­να τρι­βδό­μα­δο από τα πέ­ριξ, και, 3. Πα­ρά τις επα­νει­λημ­μέ­νες πα­ραι­νέ­σεις του Γε­ωρ­γί­ου, ο Ρά­σκυ, εν­δε­χο­μέ­νως δι­καί­ως και ορ­θώς, δεν έλε­γε ξε­κολ­λή­σει, πα­ρά το ότι τον εί­χει ξε­κο­κα­λί­σει, από τον Ντο­στο­γιέβ­σκη, όπως τον έγρα­φε, και να προ­χω­ρή­σει προς τί­πο­τα Pynchon, τί­πο­τα Bolaño, τί­πο­τα DFW), ναι, λοι­πόν, αντί να πέ­σει ξε­ρός ή ν᾽ αρ­χί­σει τα μπι­νε­λί­κια, ο Γε­ωρ­γί­ου, σε ρό­λο Ντέι­βιντ Νί­βεν (στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση) ή Ρό­τζερ Μουρ (στη χει­ρό­τε­ρη), προ­τί­μη­σε να στρί­ψει διά του αρ­ρα­βώ­νος, ήτοι να πα­ρα­τή­σει ιλου­στρα­σιόν από­κομ­μα και ζώ­δια και να κα­τα­φύ­γει στην κου­ζί­να για να πα­ρα­σκευά­σει απα­νω­τά Κο­κτέιλ Μά­λε­βιτς — αυ­τόν τον αλ­κο­ο­λού­χο φό­ρο τι­μής στον Μέ­γα Κά­ζι­μιρ: δύο δό­σεις ρα­κί Τή­νου & δύο δό­σεις τσι­κου­διά από τα Χα­νιά (Κο­κτέιλ Μά­λε­βιτς, Ι — μνεία στο Άσπρο Τε­τρά­γω­νο), τρεις δό­σεις μαύ­ρο ρού­μι & μία δό­ση μαύ­ρο κρα­σί (Κο­κτέιλ Μά­λε­βιτς, ΙΙ — σπου­δή στο Μαύ­ρο Τε­τρά­γω­νο).

Τι στο κα­λό; What the fuck! Ενό­σω ετοί­μα­ζε τα Μά­λε­βιτς ο Γε­ωρ­γί­ου, ο Ρα­σκόλ­νι­κοφ της Κυ­ψέ­λης, Ρά­σκυ για τους φί­λους του, ήτοι για τον ένα και μο­να­δι­κό φί­λο που του εί­χε απο­μεί­νει, τον τλή­μο­να Γε­ωρ­γί­ου, άλ­λο δεν έκα­νε από το να δια­βά­ζει, με του Στέ­ντο­ρος τη φω­νή, τρο­μά­ρα του!, τα ει­ρη­μέ­να (και ρα­σκολ­νι­κο­φι­κώς ατά­κτως ερ­ριμ­μέ­να) ζώ­δια, και τα λοιπά. Ήτοι: Ζυ­γός. Η σύ­να­ξη των αχαρ­το­γρά­φη­των ου­ρά­νιων νη­σί­δων προ­δια­θέ­τει για ξε­σά­λω­μα και πα­ρε­κτρο­πές. Εν­δώ­στε. Βγεί­τε στο δρό­μο, αγο­ρά­στε (ή κλέψ­τε) έναν ωραίο ανα­πτή­ρα (Zippo, κα­τά προ­τί­μη­σιν, αλ­λά και Ronson ή Dupont) και χα­ρί­στε τον χα­μο­γε­λώ­ντας στον πρώ­το με­θυ­σμέ­νο συ­νερ­γά­τη του Εγ­χει­ρή­μα­τος Κο­ρέκτ (πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται, μην ανη­συ­χεί­τε) που θα πε­τύ­χε­τε μπρο­στά σας. Το­ξό­της: Προ­σο­χή, μην εί­στε απε­ρί­σκε­πτοι αυ­τή την εβδο­μά­δα. Μη δεί­τε τη­λε­ό­ρα­ση ού­τε ένα δευ­τε­ρό­λε­πτο. Μην πεί­τε όχι αν σας προ­τεί­νουν κά­ποιοι συ­νερ­γά­τες των Μπά­σταρ­δων του Μπα­κού­νιν & του Μπα­για­ντέ­ρα με­ρι­κές ώρες ανέ­με­λης κραι­πά­λης. Μη δι­στά­σε­τε να δια­δώ­σε­τε ό,τι αγα­πά­τε. Μην αρ­νη­θεί­τε, προς το τέ­λος της εβδο­μά­δας, τα potlatch που θα σας προ­σφέ­ρουν. Μην αντι­στα­θεί­τε σε κα­νέ­ναν απο­λύ­τως πει­ρα­σμό. Μην πα­ρα­λεί­ψε­τε να ξο­δέ­ψε­τε όλες τις οι­κο­νο­μί­ες σας. Κριός: Εκ­φρα­σθεί­τε ελεύ­θε­ρα, γράψ­τε, ζω­γρα­φί­στε, η Αφρο­δί­τη και ο Άρης εί­ναι στο πλευ­ρό σας, ενώ το πέ­ρα­σμα του Πλα­νή­τη Isidore Isou προ­δια­θέ­τει ακό­μα και για πε­τυ­χη­μέ­νες φάρ­σες. Κα­νείς δεν θα σας πα­ρε­ξη­γή­σει. Φι­λή­στε το πιο όμορ­φο κο­ρί­τσι του κό­σμου. Μην πα­ρα­λεί­ψε­τε να το ξα­να­φι­λή­σε­τε. Θα σας κρα­τή­σει μού­τρα. Οπό­τε, ξα­να­φι­λή­στε το. Το αξί­ζει και με το πα­ρα­πά­νω, άλ­λω­στε. Λέ­ων: Τί­πο­τα το αν­θρώ­πι­νο δεν σας εί­ναι ξέ­νο. Μην κά­νε­τε υπο­μο­νή. Πέ­στε με τα μού­τρα στον Hegel, στον Breton και στον Εμπει­ρί­κο. Δεν θα χά­σε­τε. Πε­ραι­τέ­ρω, προ­χω­ρή­στε σε ανα­κα­τα­τά­ξεις του χώ­ρου σας. Πε­τάξ­τε όλα τα άχρη­στα βι­βλία (Edgar Morin, Umberto Eco, Paolo Coello, Jean Paul Sartre, και τα λοιπά). Παρ­θέ­νος: Βάλ­τε, πριν απ᾽ όλα στο πι­κάπ έναν δί­σκο του Leonard Cohen. Κα­τά προ­τί­μη­ση, το αρι­στούρ­γη­μα Death of a Ladies’ Man. Με­τά, ακού­στε, από το ίδιο πι­κάπ, τα Άπα­ντα των Dream Syndicate. Κα­τό­πιν, των Violent Femmes. Κι ύστε­ρα, των Flaming Lips. Και των Cure, για­τί όχι; Και τα λοιπά! Και τα λοιπά! Και τα λοιπά! Ετοι­μά­στε, με μπλα­ζέ ύφος, μιαν Ομε­λέ­τα Κο­ντορ­σέ. Απο­λαύ­στε ένα κο­κτέιλ Strawberries & Butterflies, με βά­ση το ρού­μι. Ή και δύο. Ακό­μα και τρία. Κι ένα τέ­ταρ­το, όταν χα­ρά­ζει. Το με­ση­μέ­ρι, ένα πέμ­πτο θα Σας το­νώ­σει το ηθι­κό και θα μα­λα­κώ­σει την κοι­λί­τσα Σας. Επα­να­λά­βε­τε σαν ψαλ­μό, σαν μά­ντρα, σαν χρη­σμό, τις λέ­ξεις/κώ­δι­κες Ripples & Prince. Μη βγεί­τε απ' το σπί­τι όλη την εβδο­μά­δα. Απε­να­ντί­ας, μεί­νε­τε στο κα­τα­στα­σια­κό ανά­κλι­ντρο made in Sublime-F που προ­σφά­τως, Μάη μή­να (Ω αλη­σμό­νη­το 1968! Ω λού­πα του 2020!), απο­κτή­σα­τε. Βάψ­τε (ή δε­χτεί­τε να Σας βά­ψουν τα επι­δέ­ξια ακρο­δά­χτυ­λα ενός ποι­η­τή που το χα­μό­γε­λό του θυ­μί­ζει αγριο­τρια­ντά­φυλ­λα και James Dean — ω ναι, υπάρ­χουν ακό­μη τέ­τοιοι, και τα λοιπά) με δια­φο­ρε­τι­κό χρώ­μα, ρά­θυ­μα και νω­χε­λι­κά, ένα προς ένα, ναι, ένα προς ένα, τα νύ­χια του αρι­στε­ρού Σας πο­διού. Του δε­ξιού, άλ­λη φο­ρά. Δεν βια­ζό­μα­στε. Πο­τέ δεν βια­ζό­μα­στε ως προς το μα­νόν. Και δεν μας αρ­μό­ζουν οι κα­κου­χί­ες της Μα­νόν. Non!


[Συ­νε­χί­ζε­ται]

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: