Μεταξύ μας. Για τους άλλους – Ιντερμέδιο Ι

Ο Άγιο Ιερώνυμος, ο προστάτης άγιος των μεταφραστών κατά τους καθολικούς,  μεταφράζει τη Βίβλο στα λατινικά. Τον πίνακα έχει φιλοτεχνήσει ο Caravaggio και βρίσκεται στη Βαλέττα της Μάλτας. Αποδίδει αριστοτεχνικά τη σωματική ένταση που απαιτούν κάποιες μεταφραστικές στιγμές -το ξέρουν όσοι μεταφράζουν λογοτεχνία αυτό πολύ καλά. Πρόκειται για μια σωματική ένταση και συγκέντρωση που θα μπορούσε να παραπέμψει συνειρμικά και σε κάποιες ερωτικές στιγμές. Τελικά, φαίνεται πως  μεταφράζουμε με το χέρι.
Ο Άγιο Ιερώνυμος, ο προστάτης άγιος των μεταφραστών κατά τους καθολικούς, μεταφράζει τη Βίβλο στα λατινικά. Τον πίνακα έχει φιλοτεχνήσει ο Caravaggio και βρίσκεται στη Βαλέττα της Μάλτας. Αποδίδει αριστοτεχνικά τη σωματική ένταση που απαιτούν κάποιες μεταφραστικές στιγμές -το ξέρουν όσοι μεταφράζουν λογοτεχνία αυτό πολύ καλά. Πρόκειται για μια σωματική ένταση και συγκέντρωση που θα μπορούσε να παραπέμψει συνειρμικά και σε κάποιες ερωτικές στιγμές. Τελικά, φαίνεται πως μεταφράζουμε με το χέρι.

(H μεταφραστική σχέση ως αλληγορία της ερωτικής)


Τού­τη τη φο­ρά η στή­λη δεν πα­ρου­σιά­ζει μια συ­ζή­τη­ση με κά­ποιο/α συ­νά­δελ­φο, αλ­λά με τον κα­τε­ξο­χήν συ­νά­δελ­φό μου —λό­γω της ανα­πό­φευ­κτης (;) αλ­λη­λεγ­γύ­ης και συ­νά­φειας—, δη­λα­δή τον υπο­γρά­φο­ντα (με την ιδιό­τη­τα του με­τα­φρα­στή) το πα­ρόν κεί­με­νο. Έτσι, για διά­λειμ­μα, για μια αλ­λα­γή.[1]



Την αφορ­μή για το κεί­με­νο μου την έδω­σε η πο­λυ­ε­τής συ­νά­φειά με το σι­νά­φι. Το με­τα­φρα­στι­κό σι­νά­φι. Πά­ει και­ρός που έχω φτά­σει στο συ­μπέ­ρα­σμα πως οι συ­νά­δελ­φοι, με­τα­φρά­στριες και με­τα­φρα­στές λο­γο­τε­χνί­ας, μπο­ρούν να κα­τα­τα­χθούν σε δυο κα­τη­γο­ρί­ες: σε αυ­τές και αυ­τούς που μι­λούν πά­ντα, όπου και με όποιον και όποιαν βρε­θούν, για το βι­βλίο που με­τα­φρά­ζουν (ενί­ο­τε με ανα­φο­ρές και σε άλ­λες με­τα­φρά­σεις τους, πα­λαιό­τε­ρες ή… και μελ­λού­με­νες). Και σε εκεί­νους και εκεί­νες που δε βγά­ζουν πο­τέ άχνα για το εκά­στο­τε βι­βλίο που τους/τις συ­νο­δεύ­ει με­τα­φρα­στι­κά. Εκτός και αν ερω­τη­θούν ευ­θέ­ως ή και αδιά­κρι­τα. Και πά­λι, με το τσι­γκέ­λι. Θέ­λουν θαρ­ρείς κά­τι να κρύ­ψουν. Και αυ­τό δε σχε­τί­ζε­ται με το αν εί­ναι πο­λυ­με­ρείς ή μο­νο­με­ρείς χα­ρα­κτή­ρες. Πολ­λοί και πολ­λές τους, που εί­ναι εγνω­σμέ­να μο­νο­με­ρείς χα­ρα­κτή­ρες και έχουν ως επί­κε­ντρο τη δου­λειά τους, κρα­τούν το στό­μα τους επι­με­λώς κλει­στό για ό,τι με­τα­φρά­ζουν, για τη δου­λειά τους δη­λα­δή. Κα­τευ­θύ­νουν τε­χνηέ­ντως την κου­βέ­ντα σε άλ­λα θέ­μα­τα. Θέ­μα­τα που ίσως εί­τε αγνο­ούν εί­τε αδια­φο­ρούν για αυ­τά. Από την άλ­λη, πολ­λοί πο­λυ­με­ρείς χα­ρα­κτή­ρες, από τους τύ­πους εκεί­νους οι εί­ναι ικα­νοί να φλυα­ρούν επι­τυ­χώς επί πα­ντός επι­στη­τού, επι­μέ­νουν να μι­λούν για τα συ­γκε­κρι­μέ­να με­τα­φρα­στι­κά τους προ­βλή­μα­τα -και τις αντί­στοι­χες με­τα­φρα­στι­κές τους απο­λαύ­σεις-, στις πε­ριό­δους που «βρί­σκο­νται σε σχέ­ση», ακό­μη και όταν ο συ­νο­μι­λη­τής τους εί­ναι άμπα­λος. Άμπα­λος, στα πε­ρί τη λο­γο­τε­χνι­κή με­τά­φρα­ση. Ας όψε­ται για αυ­τό η αδια­φά­νεια του με­τα­φρα­στή, που λέ­νε. Συ­χνά όμως άμπα­λος και στα πε­ρί τη γλώσ­σα και τη λο­γο­τε­χνία.

Σε μια ξαφ­νι­κή ανα­λα­μπή του νου συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πως σε κά­πως ανά­λο­γες κα­τη­γο­ρί­ες χω­ρί­ζο­νται και οι άν­θρω­ποι ως προς το άτο­μο -ή τα άτο­μα- με το οποίο τους συν­δέ­ει σχέ­ση ερω­τι­κή. Ή έστω ό,τι θα λέ­γα­με τσι­λι­μπούρ­δι­σμα ή ερω­το­δου­λειά διαρ­κεί­ας, αυ­τό που εί­θι­σται κά­ποιοι απο­κα­λούν affaire και που ο Α. Ubidia ορί­ζει ως μι­κρο­πά­θος[2]. Έχει πα­ρα­τη­ρη­θεί πως κά­ποιοι άν­θρω­ποι τι­τι­βί­ζουν εδώ και εκεί ακα­τά­παυ­στα για τους έρω­τες και τους νταλ­κά­δες τους, ενώ κά­ποιοι άλ­λοι επι­μέ­νουν να πα­ρα­μέ­νουν εντε­λώς βου­βοί, κιν­δυ­νεύ­ο­ντας, στο πέ­ρα­σμα του χρό­νου, να χα­ρα­κτη­ρι­στούν αθε­ρά­πευ­τα και πει­σμα­τι­κά ανέ­ρα­στοι από τις πα­ρέ­ες τους. Να συμ­βαί­νει αυ­τό λό­γω λι­γό­τε­ρης ή πε­ρισ­σό­τε­ρης κτη­τι­κό­τη­τας και μυ­στι­κο­πά­θειας; Δε νο­μί­ζω. Μι­λούν συ­νή­θως πο­λύ αυ­τοί που προ­σμέ­νουν το θαυ­μα­σμό των άλ­λων για την αγά­πη τους (ή την κα­τά­κτη­σή τους). Ή, στη χει­ρό­τε­ρη, μια συμ­βου­λή, σε κά­ποια δύ­σκο­λη στιγ­μή, σε μια ερω­τι­κή στε­νω­πό. Αυ­τοί που δεν προ­σβλέ­πουν σε τί­πο­τα από όλα αυ­τά, σω­παί­νουν. Κά­πως έτσι, νο­μί­ζω, πως εξη­γεί­ται και η στά­ση με­τα­φρα­στριών και με­τα­φρα­στών όσον αφο­ρά τη σχέ­ση τους με τις εκά­στο­τε με­τα­φρα­στι­κές τους ενα­σχο­λή­σεις και έγνοιες.

Ένα άλ­λο στοι­χείο στην με­τα­φρα­στι­κή σχέ­ση, η οποία την κά­νει να (υπεν)θυ­μί­ζει την ερω­τι­κή εί­ναι η πο­λύ­ω­ρη συ­νύ­παρ­ξη (ή και συμ­βί­ω­ση) του με­τα­φρα­στή ή της με­τα­φρά­στριας με το με­τα­φρα­ζό­με­νο βι­βλίο. Μα­κριά από τα μά­τια των ξέ­νων. Κα­θώς και τη συ­γκι­νη­σια­κή φόρ­τι­ση και συ­ναι­σθη­μα­τι­κή αλ­λοί­ω­ση που αυ­τή συ­νε­πά­γε­ται. Κά­τι ανά­λο­γο με τις πο­λύ­ω­ρες κα­τ’ ιδί­αν στιγ­μές των ερω­τευ­μέ­νων. Θα αντι­τεί­νει κα­νείς πως ανά­λο­γο φαι­νό­με­νο πα­ρα­τη­ρεί­ται και σε άλ­λα δη­μιουρ­γι­κά επαγ­γέλ­μα­τα. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, σε αυ­τό του κα­τα­σκευα­στή κο­σμη­μά­των. Πο­λύ σω­στά, εκεί όμως λεί­πει το στοι­χείο ενός συ­νε­χούς λε­κτι­κού δια­λό­γου με την προς με­τά­πλα­ση πρώ­τη ύλη. Κά­τι που υπάρ­χει στον έρω­τα και οδη­γεί στη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή και σω­μα­τι­κή εξοι­κεί­ω­ση.( Ακό­μη και ότι δεν υπάρ­χει ο διά­λο­γος αλ­λά ο νους γυ­ρο­φέρ­νει σε αυ­τόν: τι μου εί­πε, τι του/της εί­πα, τι του/της λέω, τι μου λέ­ει, τι θα του/της πω, τι θα μου πεί;). Το ασή­μι όμως δε μι­λά­ει. Ενώ το άτο­μο που με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνία έχει την αί­σθη­ση, οφεί­λει να την έχει, έστω και ας εί­ναι ψευ­δαί­σθη­ση, πως το πρω­τό­τυ­πο (ή… ο συγ­γρα­φέ­ας: μια μι­κρή δια­στρο­φή που θα δού­με στη συ­νέ­χεια) τού/τής μι­λά­ει. (Αν δεν την έχει, κιν­δυ­νεύ­ει σο­βα­ρά να μην ξε­πε­ρά­σει πο­τέ την επαγ­γελ­μα­τι­κή με­τριό­τη­τα, σο­βα­ρά…). Και πως και το ίδιο, μέ­σα από το με­τα­φρα­στι­κό του έρ­γο, συ­νε­χώς απα­ντά­ει… Και αυ­τό δη­μιουρ­γεί μια (υπό ευ­ρεία έν­νοια) δια­λο­γι­κή σχέ­ση ανά­λο­γη με την ερω­τι­κή. Με στιγ­μές, ή και πε­ριό­δους, σύ­γκλι­σης και από­κλι­σης. Και με στιγ­μές αμ­φι­βο­λί­ας. Το στοι­χείο του λό­γου, της πρό­σλη­ψης και της αφο­μοί­ω­σής του, της στο­χευ­μέ­νης ανα­δη­μιουρ­γί­ας του μέ­σω των ανα­ζη­τού­με­νων ανα­λο­γιών, απο­βλέ­πο­ντας στο πλη­σί­α­σμα, στην οι­κεί­ω­ση, εί­ναι εκεί­νο που βρί­σκε­ται στη ρί­ζα και στο επί­κε­ντρο της ομοιό­τη­τας ανά­με­σα στην ερω­τι­κή και στη με­τα­φρα­στι­κή σχέ­ση.

Η με­τα­φρα­στι­κή σχέ­ση, όπως και η ερω­τι­κή εξάλ­λου, πολ­λές φο­ρές ξε­κι­νά αδια­με­σο­λά­βη­τα. Συ­γκε­κρι­μέ­να, όταν ο με­τα­φρα­στής ή η με­τα­φρά­στρια νιώ­θει να έλ­κε­ται από ένα έρ­γο εί­τε να θέ­λει να το «κα­τα­κτή­σει» (αυ­τό το ίδιο ή/και το prestige του). Και το προ­τεί­νει προς με­τά­φρα­ση και έκ­δο­ση σε έναν εκ­δό­τη. Πι­θα­νόν ακό­μη εί­ναι να έχει νιώ­σει έλ­ξη από κά­ποιο άλ­λο έρ­γο του ίδιου συγ­γρα­φέα και να έχει ζη­λέ­ψει τον ή την συ­νά­δελ­φό του που το έχει με­τα­φρά­σει και το έχει απο­λαύ­σει τό­σο «προ­σω­πι­κά». Ή να έχει ζη­λώ­σει τη δό­ξα του/της. Ένα κο­ντι­νό, δη­λα­δή, λό­γω επαγ­γέλ­μα­τος, άτο­μο που εί­χε μια με­τα­φρα­στι­κή σχέ­ση με ανά­λο­γο έρ­γο. Κά­τι πο­λύ ανά­λο­γο συμ­βαί­νει και στο ερω­τι­κό αλι­σβε­ρί­σι, ιδί­ως σε ό,τι αφο­ρά νε­α­ρούς ή νε­ό­κο­πους ερα­στές. Ίσως πά­λι ο επί­δο­ξος με­τα­φρα­στής ενός έρ­γου να έχει νιώ­σει την έλ­ξη της περ­σό­νας του συγ­γρα­φέα του, συ­νο­λι­κά. Έτσι όπως την εκ­φρά­ζουν τα έρ­γα του. Ή -και εδώ τα πράγ­μα­τα μπερ­δεύ­ο­νται (και ο με­τα­φρα­στής επί­σης)- της περ­σό­νας που έχουν φτιά­ξει για αυ­τόν τα ΜΜΕ, τα κοι­νω­νι­κά μέ­σα και η αγο­ρά. Αν­θρώ­πι­να όλα αυ­τά. Της αγά­πης πράγ­μα­τα.

Μπο­ρεί όμως το με­τα­φρα­ζό­με­νο έρ­γο να ήταν αδιά­φο­ρο ή και πα­ντε­λώς άγνω­στο στο με­τα­φρα­στή. Ίσως και να μην του αρέ­σει, όταν του το γνω­ρί­σουν. Μπο­ρεί, δη­λα­δή, να του το έχει γνω­ρί­σει/προ­ξε­νέ­ψει ο εκ­δό­της, ο προ­α­γω­γός, για να μεί­νου­με πι­στοί στην ορο­λο­γία του A. Ubidia. Δε­λε­ά­ζο­ντας το με­τα­φρα­στή ή τη με­τα­φρά­στρια με ενί­σχυ­ση της φή­μης του στο σι­νά­φι του βι­βλί­ου (και άνο­δο του κα­σέ του, υπο­τί­θε­ται…). Ή, το συ­νη­θέ­στε­ρο, προί­κα κα­λή, δη­λα­δή ικα­νο­ποι­η­τι­κή αμοι­βή. Μια κα­θα­ρά αγο­ραία σχέ­ση, θε­μι­τή και αυ­τή στην κοι­νω­νία της αγο­ράς που ζού­με. Αν και στον έρω­τα, πα­ρά τις όποιες αγο­ραί­ες εξι­δα­νι­κεύ­σεις του ανά τους αιώ­νας, κά­τι τέ­τοια συμ­βαί­να­νε πά­ντα. Δυο χι­λιά­δες χρό­νια πριν, ο Οβί­διος Πό­πλιος Νά­σων, στο κλα­σι­κό ερω­το­λο­γι­κό του δο­κί­μιο Ars amatoria (= Η τέ­χνη του έρω­τα) γρά­φει σχε­τι­κά με την αρέ­σκεια και την απα­ρέ­σκεια απέ­να­ντι στο ερω­τι­κό ταί­ρι: «…μα πιο πο­λύ αρέ­σουν τα δώ­ρα. Κι όσο πιο πλού­σια εί­ναι, τό­σο εκεί­νος που τα δί­νει εί­ναι σί­γου­ρος πως θ' αρέ­σει, ακό­μη κι αν εί­ναι γέ­ρος ή άσχη­μος σαν τέ­ρας. Ζού­με στον αιώ­να του χρυ­σού. Η τι­μή απο­χτιέ­ται με χρυ­σά­φι, και με χρυ­σά­φι κερ­δί­ζε­ται η αγά­πη»[3]. Στην τέ­χνη που μας αφο­ρά, στη με­τα­φρα­στι­κή τέ­χνη, το χρυ­σά­φι αυ­τό, προ­σφε­ρό­με­νο επ’ ονό­μα­τι του προς με­τά­φρα­ση έρ­γου, μπο­ρεί να το προ­σφέ­ρει ο προ­α­γω­γός-εκ­δό­της, προ­κει­μέ­νου να εγ­γυ­η­θεί στο έρ­γο (και στο συγ­γρα­φέα, ενί­ο­τε) μια κα­λή με­τα­φρα­στι­κή σχέ­ση, χά­ρη σε μια με­τα­φρα­στι­κή μαι­τρέ­σα (ή γκέι­σα) όλο κα­τα­νό­η­ση, τρυ­φε­ρό­τη­τα, υπο­μο­νή και, κυ­ρί­ως, προ­σαρ­μο­στι­κό­τη­τα. Κυ­κλο­φο­ρεί ευ­ρέ­ως η εξι­δα­νι­κευ­τι­κή άπο­ψη πως ο με­τα­φρα­στής, ει­δι­κά ο κα­λός με­τα­φρα­στής, πα­ρέ­χει ανώ­τε­ρη ποιό­τη­τα, ή έστω εχέγ­γυα ανώ­τε­ρης ποιό­τη­τας, αν το έρ­γο εί­ναι της αρε­σκεί­ας του, εί­ναι επι­λο­γή του και εκ­δο­τι­κή πρό­τα­σή του. Δεν εί­ναι όμως πά­ντα έτσι: μια κα­λή αμοι­βή μπο­ρεί να γεν­νή­σει το εν­δια­φέ­ρον του με­τα­φρα­στή και να θέ­σει τα θε­μέ­λια μιας κα­λής με­τα­φρα­στι­κής σχέ­σης με ένα έρ­γo, να τον κά­νει να δου­λέ­ψει με με­ρά­κι που λέ­νε. Προ­σβλέ­πο­ντας ίσως και σε ανά­λο­γες κα­λές οι­κο­νο­μι­κά προ­τά­σεις στο μέλ­λον από τον ίδιο ή άλ­λον προ­α­γω­γό-εκ­δό­τη. Στο ση­μείο αυ­τό, ας μην το λη­σμο­νού­με, ο προ­ξε­νη­τής/προ­α­γω­γός δεν έχει σα στό­χο το γά­μο του βι­βλί­ου με τον με­τα­φρα­στή, αλ­λά μια κα­λή σχέ­ση. Ο γά­μος του με­τα­φρα­στή με το βι­βλίο θα σή­μαι­νε πως ο εκ­δό­της δε θα πά­ρει πο­τέ στα χέ­ρια του τη με­τά­φρα­ση από τον τε­λειο­μα­νή με­τα­φρα­στή… Η με­τά­φρα­ση εί­ναι μια τέ­χνη του εφι­κτού και του εφή­με­ρου, άντε έστω του εφή­με­ρου διαρ­κεί­ας!. Η με­τα­φρα­στι­κή σχέ­ση εί­ναι μεν σα μια ερω­τι­κή σχέ­ση αλ­λά με κα­θο­ρι­ζό­με­νη πά­ντα από το συμ­βό­λαιο ημε­ρο­μη­νία λή­ξε­ως. Αυ­τή εί­ναι και η με­γά­λη δια­φο­ρά τους. Ο εκ­δό­της που προ­τεί­νει ένα βι­βλίο με κα­λή αμοι­βή σε έναν κα­τα­ξιω­μέ­νο με­τα­φρα­στή εί­ναι ένα γρα­φείο συ­νοι­κε­σί­ων με στό­χο τη σύ­να­ψη συμ­βο­λαί­ων συμ­βί­ω­ση και όχι γά­μου, όπως ανα­φέ­ρα­με και πιο πριν. Που όμως θυ­μί­ζει, όλο και πιο πο­λύ, dating site που δί­νει bonus στα δρα­στή­ρια και προι­κι­σμέ­να μέ­λη του.

Αν όμως δεν υπάρ­χει προ­α­γω­γός -αλ­λά και αν υπάρ­χει, με­ρι­κές φο­ρές- ποια έρ­γα προ­τι­μούν συ­νή­θως οι με­τα­φρα­στές ή οι με­τα­φρά­στριες; Κά­ποιοι προ­τι­μούν τα μι­κρά, για να τε­λειώ­νουν σύ­ντο­μα και να μην πλήτ­τουν, δε θέ­λουν μα­κρο­χρό­νια δέ­σμευ­ση. Άλ­λοι προ­τι­μούν να με­τα­φρά­ζουν κου­μού­τσες, για να μη σκο­τί­ζουν και πο­λύ το νου του όταν πια έχουν πά­ρουν το κο­λάι, για να βά­ζουν τον αυ­τό­μα­τo. Πε­ρί ορέ­ξε­ως κο­λο­κυ­θό­πι­τα.

Η διε­ξα­γω­γή της με­τά­φρα­σης, δη­λα­δή η με­τα­φρα­στι­κή σχέ­ση επί τω έρ­γω, εί­ναι σαν την ερω­τι­κή σχέ­ση που απει­λεί­ται και δο­κι­μά­ζε­ται στους σκο­πέ­λους της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Μιας κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας η οποία, πα­ράλ­λη­λα, την εμπλου­τί­ζει και την ποι­κί­λει. Υπάρ­χουν στιγ­μές έντα­σης και εν­δια­φέ­ρο­ντος αλ­λά και στιγ­μές κό­πω­σης και χα­λά­ρω­σης, ακό­μη ίσως και μπου­χτί­σμα­τος. Ακό­μη και όταν το έρ­γο ήταν επι­λο­γή ενός ερω­τό­πλη­κτου με­τα­φρα­στή. Οι τρί­τοι, ο πε­ρί­γυ­ρος του με­τα­φρα­στή, παί­ζουν ση­μα­ντι­κό ρό­λο στην πο­ρεία της με­τα­φρα­στι­κής σχέ­σης, ει­δι­κά οι τρί­τοι που προ­έρ­χο­νται από το σι­νά­φι. Παί­ζουν, ίσως, πο­λύ πιο ση­μα­ντι­κό ρό­λο αν ο με­τα­φρα­στής ή η με­τα­φρά­στρια εί­ναι από εκεί­νους που μι­λούν για το εκά­στο­τε έρ­γο που έχουν ανα­λά­βει. Η επή­ρεια των τρί­των, οι έξω­θεν συμ­βου­λές και από­ψεις, εί­ναι συ­νή­θως θε­τι­κή, αν ο με­τα­φρα­στής έχει ο ίδιος επι­λέ­ξει το έρ­γο και έχει μια συ­γκε­κρι­μέ­νη στό­χευ­ση (και σα­φείς προ­θέ­σεις) σχε­τι­κά με αυ­τό. Αν έχει μια στρα­τη­γι­κή, έστω και υπο­συ­νεί­δη­τα και αχνά δια­μορ­φω­μέ­νη, για την εξέ­λι­ξη και το απο­τέ­λε­σμα που προσ­δο­κά τε­λι­κά από τη σχέ­ση. Δη­λα­δή αν θέ­λει κά­τι με βά­θος ή μια κά­πως πα­ρα­τει­νό­με­νη και επα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ξε­πέ­τα μέ­χρι την ώρα της πα­ρά­δο­σης και της αμοι­βής του έρ­γου. Αν και πά­ντα -για να μην ξε­χνιό­μα­στε- η με­τα­φρα­στι­κή σχέ­ση μπο­ρεί να μοιά­ζει με την ερω­τι­κή, αλ­λά έχει μια (πε­ρί­που) γνω­στή στο με­τα­φρα­στή ή τη με­τα­φρά­στρια ημε­ρο­μη­νία λή­ξε­ως. Συ­χνά, ανά­με­σα στους τρί­τους, υπάρ­χει και κά­ποιος ή κά­ποια που εί­ναι ο έμπι­στος ή η έμπι­στη του με­τα­φρα­στή ή της με­τα­φρά­στριας, ένα εί­δος κολ­λη­τού ή κολ­λη­τής, που παί­ζει το ρό­λο του εξο­μο­λο­γη­τή και του συμ­βου­λά­το­ρα σε σει­ρά με­τα­φρα­ζό­με­νων έρ­γων. Αν εί­ναι συ­νά­δελ­φος με­τα­φρα­στής ή με­τα­φρά­στρια, ο ρό­λος του/της εί­ναι σχε­δόν πά­ντα θε­τι­κός, εί­ναι η φω­νή της λο­γι­κής που προ­στα­τεύ­ει τον με­τα­φρα­στή ή τη με­τα­φρά­στρια από ακραί­ες λύ­σεις και ολι­σθή­μα­τα. Πράγ­μα­τα δη­λα­δή που συμ­βαί­νουν σε κά­ποιον/αν κυ­ριευ­μέ­νο/η και τυ­φλω­μέ­νο/η από το με­τα­φρα­στι­κό πά­θος για ένα έρ­γο. Δυ­στυ­χώς, αυ­τό το άτο­μο δεν εί­ναι πά­ντα από το σι­νά­φι. Τό­τε το ρό­λο του κα­λεί­ται να παί­ξει επί χρή­μα­σι και εκ των υστέ­ρων ο επι­με­λη­τής ή η επι­με­λή­τρια. Αν έχει τα προ­σό­ντα και τη διά­θε­ση να κα­τα­λά­βει τον καη­μούς του με­τα­φρα­στή ή της με­τα­φρά­στριας.

Αξί­ζει στο ση­μείο αυ­τό να υπο­γραμ­μι­σθεί πως ακό­μη και οι με­τα­φρα­στές και οι με­τα­φρά­στριες που αρέ­σκο­νται να μι­λούν για το έρ­γο τους, εί­ναι φο­ρές που προ­σπα­θούν να το κρύ­ψουν από τους άλ­λους. Ή από κά­ποιους/ες από τους άλ­λους/ες. Όπως κά­νουν πολ­λοί και πολ­λές που «εί­ναι σε σχέ­ση» με μη πα­ρου­σιά­σι­μες -για ποι­κί­λους λό­γους- γκό­με­νες (ή και γκό­με­νους). Στο με­τα­φρα­στι­κό σι­νά­φι αυ­τό συ­νή­θως συμ­βαί­νει –όπο­τε και με όποιους/ες συμ­βαί­νει- αν το με­τα­φρα­ζό­με­νο έρ­γο θε­ω­ρεί­ται μπα­νάλ ή/και ο συγ­γρα­φέ­ας ασό­βα­ρος. Αν πρέ­πει να «το πα­ρου­σιά­σουν», δη­λα­δή να μι­λή­σουν για τη με­τά­φρα­σή του, δη­λώ­νουν πως το έχουν ανα­λά­βει για­τί εί­ναι κα­λο­πλη­ρω­μέ­νο. Κα­θό­λου σω­στό και δε­ο­ντο­λο­γι­κό βέ­βαια. Πα­ρό­λα αυ­τά εί­ναι κα­τα­νοη­τό, κα­θό­τι εί­ναι αν­θρώ­πι­νο, στο βαθ­μό που μαρ­τυ­ρεί αι­σθή­μα­τα ενο­χής. Υπάρ­χουν και οι αντί­πο­δες αυ­τών των ατό­μων. Οι νε­ρό­βρα­στοι και οι νε­ρό­βρα­στες που δια­κα­τέ­χο­νται από το υπερ­βο­λι­κό πά­θος της δι­καιο­σύ­νης και πα­ρου­σιά­ζουν με το ίδιο ζή­λο ή/και πά­θος το έρ­γο που με­τα­φρά­ζουν εί­τε ο συγ­γρα­φέ­ας του εί­ναι ο Τζ. Τζόις εί­τε ο Φ. Φού­φου­τος.

Εί­ναι αξιο­πε­ρί­ερ­γο το γε­γο­νός ότι, κά­ποιες φο­ρές, αν το βι­βλίο ήταν ήδη γνω­στό και προ­σφι­λές στο με­τα­φρα­στή πριν από την ανά­θε­ση, το ερω­τι­κό πά­θος (ή το με­τα­φρα­στι­κό του με­ρά­κι, αν το προ­τι­μά­τε) ως προς αυ­τό μπο­ρεί να σβή­σει γορ­γά. Και αντί­θε­τα, αν το βι­βλίο εί­ναι κά­τι σα μια γνω­ρι­μία στα τυ­φλά, που (καθ)όρι­σε ο εκ­δό­της, μπο­ρεί να οδη­γή­σει σε απροσ­δό­κη­το πά­θος. Το άγνω­στο πολ­λές φο­ρές μπο­ρεί να εί­ναι απροσ­δό­κη­τα θελ­κτι­κό, ει­δι­κά αν η με­τα­φρα­στι­κή αμοι­βή εί­ναι δε­λε­α­στι­κή και ο εκ­δό­της υπό­σχε­ται ή υπαι­νίσ­σε­ται και άλ­λες κα­λές και πο­λύ­φερ­νες γνω­ρι­μί­ες στο μέλ­λον.

Πά­ντως, ακό­μη και όταν σβή­σει το πά­θος του έμπει­ρου με­τα­φρα­στή ή της με­τα­φρά­στριας, στην πε­ρί­πτω­ση που έχου­με να κά­νου­με με κα­λό επαγ­γελ­μα­τία, η εμ­βά­θυν­ση της σχέ­σης που έχει ήδη δο­μη­θεί μπο­ρεί πά­ντα να δια­σφα­λί­σει μια κα­λή έκ­βα­ση. Μια έκ­βα­ση που θα απαι­τή­σει πε­ριο­ρι­σμέ­νη μό­νο χρή­ση των υπη­ρε­σιών του επι­με­λη­τή/ψυ­χο­λό­γου για μια ανά­τα­ξη των τραυ­μά­των της με­τα­φρα­στι­κής σχέ­σης, λί­γο προ­τού το βι­βλίο πα­ρα­δο­θεί ορι­στι­κά στον εκ­δό­τη για να πά­ει στο τυ­πο­γρα­φείο.      

Ένα ακαν­θώ­δες και αμ­φι­λε­γό­με­νο ζή­τη­μα στη λο­γο­τε­χνι­κή με­τά­φρα­ση, αντι­με­τω­πι­ζό­με­νη πά­ντα ως μία αλ­λη­γο­ρία της ερω­τι­κής, εί­ναι το πώς λει­τουρ­γούν οι πα­ράλ­λη­λες σχέ­σεις, δη­λα­δή η με­τά­φρα­ση πε­ρισ­σό­τε­ρων του ενός λο­γο­τε­χνι­κών βι­βλί­ων πα­ράλ­λη­λα από το ίδιο άτο­μο. Σε συ­ζη­τή­σεις με το σι­νά­φι, αλ­λά και μέ­σα από την ανα­γνω­στι­κή μου πεί­ρα, έχω δια­πι­στώ­σει πως εμπλου­τί­ζουν και διευ­ρύ­νουν, συ­νή­θως, το διά­λο­γο του με­τα­φρα­στή ή της με­τα­φρά­στριας με το κά­θε ένα από τα βι­βλία που δου­λεύ­ει πα­ράλ­λη­λα. Ανα­νε­ώ­νε­ται το εν­δια­φέ­ρον, η μα­τιά γί­νε­ται πιο πο­λυ­πρι­σμα­τι­κή, άρα και πιο διεισ­δυ­τι­κή. Επι­πλέ­ον, ανα­βάλ­λε­ται μια κά­ποια αί­σθη­ση κα­νο­νι­κό­τη­τας και ρου­τί­νας, η οποία σκο­τώ­νει το πά­θος, δη­λα­δή το με­τα­φρα­στι­κό με­ρά­κι. Εί­ναι δε τα μεί­ζο­να λο­γο­τε­χνι­κά έρ­γα, ει­δι­κά, εκεί­να που ελά­χι­στα απει­λού­νται να πα­ρα­με­λη­θούν, λό­γω μιας απι­στί­ας του με­τα­φρα­στή (ή της με­τα­φρά­στριας) με άλ­λα έρ­γα (ιδί­ως αν αυ­τά δεν εί­ναι μεί­ζο­να). Πά­ντως, το όλο ζή­τη­μα σχε­τί­ζε­ται εν πολ­λοίς και με το βαθ­μό με­τα­φρα­στι­κής μο­νο­γα­μι­κό­τη­τας ή πο­λυ­γα­μι­κό­τη­τας κά­θε με­τα­φρα­στή ή με­τα­φρά­στριας. Εί­ναι, δη­λα­δή, και ιδιο­συ­γκρα­σια­κό. Εν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, όταν κά­ποιος ή κά­ποια συ­νά­δελ­φος δου­λεύ­ει ένα βι­βλίο που έχει επι­λέ­ξει ο ίδιος (ή η ίδια). έχω πα­ρα­τη­ρή­σει πως εκ­φρά­ζει δυ­σφο­ρία όταν, για λό­γους βιο­πο­ρι­σμού (;), ανα­γκά­ζε­ται να βγει στο κλα­ρί και να δε­χτεί επι­πλέ­ον και μια επι­λο­γή του εκ­δό­τη. Βέ­βαια, αν έχει επι­λέ­ξει να δου­λεύ­ει πα­ράλ­λη­λα δύο ή και πα­ρα­πά­νω βι­βλία της επι­λο­γής του/της όλα, το απο­τέ­λε­σμα εί­ναι συ­νή­θως λα­μπρό, η ψυ­χο­λο­γι­κή κα­τά­στα­σή του/της λα­μπρή επί­σης. Ελ­λο­χεύ­ει, βέ­βαια, ο κίν­δυ­νος υπερ­κό­πω­σης… Και εμ­φά­νι­σης αστο­χιών.

Δεν εί­ναι λί­γες οι φο­ρές που η (ερω­τι­κή) σχέ­ση με το με­τα­φρα­ζό­με­νο βι­βλίο οδη­γεί στα­δια­κά το με­τα­φρα­στή ή τη με­τα­φρά­στρια σε έναν ανέ­φι­κτο (;) έρω­τα προς το συγ­γρα­φέα. (Κά­τι μου λέιε πως μπαί­νου­με σε βα­θιά νε­ρά). Πλα­τω­νι­κό, εξ ορι­σμού. Πλα­τω­νι­κό, σχε­δόν πά­ντα. Και γοη­τευ­τι­κό. Εν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, η ψυ­χα­νά­λυ­ση λέ­ει πως σε κά­θε ερω­τι­κή σχέ­ση συμ­με­τέ­χουν του­λά­χι­στον τέσ­σε­ρα άτο­μα, πα­ρα­πέ­μπο­ντας στους γο­νείς των ερα­στών. Συ­νή­θως, αυ­τή η με­τα­βί­βα­ση του συ­ναι­σθή­μα­τος οδη­γεί κά­ποιους με­τα­φρα­στές και με­τα­φρά­στριες (να προ­σπα­θούν) να με­τα­φρά­ζουν όλα ή πολ­λά βι­βλία του ίδιου συγ­γρα­φέα. Ένα εί­δος γά­μου ή μιας σχέ­σης «για πά­ντα».      

Και ερ­χό­μα­στε τώ­ρα στο τέ­λος της σχέ­σης, δη­λα­δή την πα­ρά­δο­ση του βι­βλί­ου στον εκ­δό­τη και στα με­τά. Το τέ­λος εί­ναι συ­χνά δύ­σκο­λο, ει­δι­κά άμα πρό­κει­ται για τη με­τά­φρα­ση ενός έρ­γου που εί­χε ερω­τευ­θεί αδια­με­σο­λά­βη­τα ο με­τα­φρα­στής ή η με­τα­φρά­στρια. Συ­νή­θως δυ­σκο­λεύ­ε­ται να το απο­χω­ρι­στεί. Έχου­με, προ­φα­νώς, το γνω­στό θέ­μα της σχέ­σης «για πά­ντα»: ένα όρα­μα που κα­μιά φο­ρά τρο­μά­ζει αλ­λά, στην συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση μάλ­λον μα­γεύ­ει. Εν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει -να και κά­τι που δεν εί­ναι κα­θό­λου δε­δο­μέ­νο για όλες τις ερω­τι­κές σχέ­σεις όταν λή­γουν-υπάρ­χει πά­ντα η ελ­πί­δα μιας επα­να­σύν­δε­σης, μιας δεύ­τε­ρης ευ­και­ρί­ας. Προ­κει­μέ­νου να βιω­θούν όσα δε βιώ­θη­καν ή βιώ­θη­καν «λά­θος» κα­τά τη με­τά­φρα­ση του βι­βλί­ου. Ανα­φε­ρό­μα­στε στην πο­λυα­να­με­νό­με­νη επα­νέκ­δο­ση του βι­βλί­ου και την ελ­πί­δα να δε­χτεί ο εκ­δό­της κά­ποιες βελ­τιω­τι­κές αλ­λα­γές από τον με­τα­φρα­στή ή τη με­τα­φρά­στρια.

Το πιο δύ­σκο­λο πά­ντως με­τά τον χω­ρι­σμό εί­ναι η ανα­πό­φευ­κτη πλέ­ον απο­κά­λυ­ψη της με­τα­φρα­στι­κής σχέ­σης σε όλους, στο λε­γό­με­νο ανα­γνω­στι­κό κοι­νό. Και η κρι­τι­κή της από κρι­τι­κούς και μη. Όταν πια τί­πο­τα δεν μπο­ρεί να διορ­θω­θεί στη σχέ­ση.

Στην αλ­λη­γο­ρία που ανα­πτύσ­σου­με στο κεί­με­νο αυ­τό, εν­δια­φέ­ρον θα εί­χε να με­λε­τη­θεί η με­τα­φρα­στι­κή σχέ­ση στην πε­ρί­πτω­ση της συλ­λο­γι­κής με­τά­φρα­σης, την οποία αρ­κε­τοί –συ­νά­δελ­φοι με­ρι­κοί, αλ­λά κυ­ρί­ως εκ­δό­τες- εξα­κο­λου­θούν να θε­ω­ρούν ως ένα εί­δος ομα­δι­κού σεξ διαρ­κεί­ας. Θα εί­χε ακό­μη εν­δια­φέ­ρον μια με­λέ­τη, μέ­σα από το πρί­σμα αυ­τής της αλ­λη­γο­ρί­ας, σχε­τι­κά με το με­τα­φρα­στι­κό habitus, τις έξεις δη­λα­δή και τα χού­για, λε­ξι­λο­γι­κής υφής κυ­ρί­ως, του με­τα­φρα­στή ή της με­τα­φρά­στριας, όπως αυ­τό δια­μορ­φώ­νε­ται και προ­κύ­πτει από τη με­λέ­τη πολ­λών και ποι­κί­λων με­τα­φρα­στι­κών του σχέ­σε­ων μες στο χρό­νο και συν τω χρό­νω. Έξεις και χού­για που τον/την ακο­λου­θούν εί­τε με­τα­φρά­ζει Ντο­στο­γιέφ­σκι εί­τε με­τα­φρά­ζει Μπου­κόφ­σκι. Κα­τά την τα­πει­νή μου γνώ­μη το habitus δη­λώ­νει κά­πως την αντί­λη­ψή του με­τα­φρά­ζο­ντος υπο­κει­μέ­νου πε­ρί (μιας) ιδα­νι­κής με­τα­φρα­στι­κής σχέ­σης. Τα δύο όμως αυ­τά ζη­τή­μα­τα ανοί­γουν και­νούρ­για κε­φά­λαια και θα απαι­τού­σαν ένα άλ­λο κεί­με­νο. Στο μέλ­λον.

Το κεί­με­νο αυ­τό -ελ­πί­ζω να έγι­νε αντι­λη­πτό- δεν εί­ναι και πο­λύ με­τα­φρα­σε­ο­λο­γι­κό. Έχει ως επί­κε­ντρο κυ­ρί­ως το άτο­μο που με­τα­φρά­ζει· όχι τό­σο τη με­τά­φρα­ση εν γέ­νει, αλ­λά τη συ­γκε­κρι­μέ­νη με­τα­φρα­στι­κή σχέ­ση του x με­τα­φρα­στή με το y πρω­τό­τυ­πο στον z χρό­νο και με τον w πε­ρί­γυ­ρο, η οποία μπο­ρεί, σε τε­λι­κή ανά­λυ­ση, να εί­ναι κα­λή και εν­δια­φέ­ρου­σα, ψυ­χω­φε­λής και επω­φε­λής, με πο(λαπ)λλούς και ποι­κί­λους τρό­πους. (Ει­δι­κά όταν πρό­κει­ται για μεί­ζο­να λο­γο­τε­χνι­κά έρ­γα). Πράγ­μα που συμ­βαί­νει και σε κά­θε ερω­τι­κή σχέ­ση Και που αρ­χί­ζει πλέ­ον να γί­νε­ται συ­νεί­δη­ση εντός των (με­τα­φρα­στι­κών του­λά­χι­στον) τει­χών. Ση­μείο των και­ρών: αρ­χί­ζει να κερ­δί­ζει ου­σια­στι­κά έδα­φος αυ­τή η δια­πί­στω­ση στους κόλ­πους του σι­να­φιού. Όπως και ση­μείο των και­ρών εί­ναι και η δια­φαι­νό­με­νη όλο και πιο συ­χνά ακο­μπλε­ξά­ρι­στη και ανά­λα­φρη (αλ­λά όχι ανεύ­θυ­νη) με­τα­φρα­στι­κή σχέ­ση του όλο και με­γα­λύ­τε­ρου μέ­ρους του σι­να­φιού με μεί­ζο­να προς με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κά έρ­γα.

Μεταξύ μας. Για τους άλλους – Ιντερμέδιο Ι


Προ­σφά­τως εί­χα μια πο­λύ ευ­χά­ρι­στη έκ­πλη­ξη: στην 7η Συ­νά­ντη­ση Ελ­λη­νό­φω­νων Με­τα­φρα­σε­ο­λό­γων, την εξαι­ρε­τι­κή πα­ρου­σί­α­ση Ο αρ­γα­λειός της µε­τά­φρα­σης: Με­τα­φο­ρές ελ­λη­νό­φω­νων µε­τα­φρα­στριών και µε­τα­φρα­στών, της Φαί­δρας Γα­βου­νέ­λη, η οποία ολο­κλη­ρώ­νει συ­να­φή δι­πλω­μα­τι­κή ερ­γα­σία επι­πέ­δου με­τα­πτυ­χια­κού στο ΕΚ­ΠΑ. Η ομι­λή­τρια, ανα­λύ­ο­ντας το λό­γο συ­να­δέλ­φων με­τα­φρα­στών και με­τα­φρα­στριών, δια­πι­στώ­νει τη συ­χνή ανα­φο­ρά λέ­ξε­ων και εκ­φρά­σε­ων που θα μπο­ρού­σαν να εντα­χθούν σε κα­τη­γο­ρί­ες εκ­φρα­ζό­με­νες από τις λέ­ξεις ΠΑ­ΛΗ, ΑΓΑ­ΠΗ, ΤΑ­ΞΙ­ΔΙ, ΕΞΕ­ΡΕΥ­ΝΗ­ΣΗ κά, προ­κει­μέ­νου να πε­ρι­γρά­ψουν το με­τα­φρα­στι­κό τους έρ­γο.[4] Λέ­ξεις οι οποί­ες πα­ρα­πέ­μπουν σα­φώς (και) στην ερω­τι­κή σχέ­ση και ανοί­γουν εν­δια­φέ­ρο­ντα πε­δία ερευ­νών μέ­σα από τις πε­ρί με­τα­φρά­σε­ως με­τα­φο­ρές, οι οποί­ες μαρ­τυ­ρούν πολ­λά πε­ρί αντι­λή­ψε­ων και στά­σε­ων. Ένιω­σα πως εί­μαι στο σω­στό δρό­μο.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: