Μεσοπόλεμος: «ούτε γεωμετρικόν προσωπικόν έχομεν επαρκές, ουδέ προσδοκώμεν ότι θα έχωμεν...»

Κύρια πρόσωπα στη διαχείριση των χαρτογραφήσεων και κτηματολογίου κατά το πρώτο μισό της μετά το 1821 τέταρτης χαρτογραφικής περιόδου της χώρας (1910-1940), από αριστερά: Ξενοφών Στρατηγός, διοικητής της Χαρτογραφικής 1911-1912 (ως λοχαγός Μηχανικού)· Παναγιώτης Φωτιάδης, διοικητής της Χαρτογραφικής 1914-1920 (ως αντισυνταγματάρχης Μηχανικού) και 1922-1925 (ως υποστράτηγος)· Δημήτριος Λαμπαδάριος, καθηγητής της γεωδαισίας στο ΕΜΠ και πρώτος πρύτανης (1929-1933). Πηγές: ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, ΓΥΣ, ΕΚΤ. Επεξεργασία: Β.Λ.
Κύρια πρόσωπα στη διαχείριση των χαρτογραφήσεων και κτηματολογίου κατά το πρώτο μισό της μετά το 1821 τέταρτης χαρτογραφικής περιόδου της χώρας (1910-1940), από αριστερά: Ξενοφών Στρατηγός, διοικητής της Χαρτογραφικής 1911-1912 (ως λοχαγός Μηχανικού)· Παναγιώτης Φωτιάδης, διοικητής της Χαρτογραφικής 1914-1920 (ως αντισυνταγματάρχης Μηχανικού) και 1922-1925 (ως υποστράτηγος)· Δημήτριος Λαμπαδάριος, καθηγητής της γεωδαισίας στο ΕΜΠ και πρώτος πρύτανης (1929-1933). Πηγές: ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, ΓΥΣ, ΕΚΤ. Επεξεργασία: Β.Λ.



Κα­τά τα πρώ­τα χρό­νια της ‘τέ­ταρ­της χαρ­το­γρα­φι­κής πε­ριό­δου’ της χώ­ρας (1910-1940), από τα δύο βα­σι­κά ‘γε­ω­χω­ρι­κά δια­κυ­βεύ­μα­τα’ της Επα­νά­στα­σης του 1821, το ‘πραγ­μα­τι­κό’ και το ‘ορα­μα­τι­κό’, το δεύ­τε­ρο εί­χε εν πολ­λοίς ικα­νο­ποι­η­θεί. Ήταν το γε­ω­χω­ρι­κό δια­κύ­βευ­μα της πο­θού­με­νης γε­ω­γρα­φι­κής πε­ρι­βάλ­λου­σας του έθνους και του κρά­τους ―της επι­κρά­τειας― που απα­σχό­λη­σε εντα­τι­κά τους Έλ­λη­νες από την Επί­δαυ­ρο στη Βε­ρό­να και από την Τροι­ζή­να στον Πό­ρο, με κα­τά­λη­ξη στο Λον­δί­νο και με­τά στο Βε­ρο­λί­νο και αρ­γό­τε­ρα στο Βου­κου­ρέ­στι και στη Λω­ζά­νη. Διευ­ρυ­μέ­νο και αφη­ρη­μέ­νο στην αρ­χή, συρ­ρι­κνω­μέ­νο και συ­γκε­κρι­μέ­νο με­τά, κα­τά την πρώ­τη χαρ­το­γρα­φι­κή πε­ρί­ο­δο (1821-1850)· διεκ­δι­κη­τι­κό στη δεύ­τε­ρη (1850-1880), και στην τρί­τη (1880-1910) για να μορ­φο­ποι­η­θεί στις αρ­χές της τέ­ταρ­της χαρ­το­γρα­φι­κής πε­ριό­δου (1910-1940) πλη­σιέ­στε­ρα στο ‘ορα­μα­τι­κό’ γε­ω­χω­ρι­κό δια­κύ­βευ­μα του 1821. Το άλ­λο, το ‘πραγ­μα­τι­κό’, ήταν το συν­δε­δε­μέ­νο με τις εθνι­κές γαί­ες (καλ­λιερ­γού­με­νες, καλ­λιερ­γή­σι­μες και καλ­λιερ­γη­τέ­ες)· τα εδά­φη οθω­μα­νι­κής ιδιο­κτη­σί­ας (και όχι μό­νο) που πέ­ρα­σαν στη δι­καιο­δο­σία της ελ­λη­νι­κής δια­κυ­βέρ­νη­σης και του κρά­τους με­τά την Επα­νά­στα­ση και την εν­σω­μά­τω­ση της Θεσ­σα­λί­ας αρ­γό­τε­ρα ―τα με­γά­λα τσι­φλί­κια στην ευ­ρύ­τη­τα του όρου. Μέ­γι­στο θέ­μα, γνω­στό­τε­ρο στην ιστο­ριο­γρα­φία (στο πλαί­σιο του αγρο­τι­κού ζη­τή­μα­τος). Η διαιώ­νι­ση της λύ­σης του ‘πραγ­μα­τι­κού’ δια­κυ­βεύ­μα­τος και οι ανα­τα­ρά­ξεις στην αντι­με­τώ­πι­σή του απο­τέ­λε­σαν αγκά­θι στην εξέ­λι­ξη του ελ­λη­νι­κού κρά­τους και του πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος. Κα­θό­ρι­σε, δια­μόρ­φω­σε και πα­γί­ω­σε στρε­βλώ­σεις, νο­ο­τρο­πί­ες και αγκυ­λώ­σεις, πε­ρί των γαιών και (γε­νι­κό­τε­ρα) της ακί­νη­της ιδιο­κτη­σί­ας, οι οποί­ες τα­λα­νί­ζουν τη χώ­ρα και δη­μιουρ­γούν συγ­χύ­σεις μέ­χρι σή­με­ρα, σε αντί­θε­ση με τα ευ­ρω­παϊ­κά κε­κτη­μέ­να. Με το Σύ­νταγ­μα του 1911, θα επι­τρα­πεί η απαλ­λο­τρί­ω­ση, ένα­ντι απο­ζη­μί­ω­σης, των με­γά­λων κτη­μά­των για κοι­νω­νι­κούς σκο­πούς, ιδιαί­τε­ρα για την εγκα­τά­στα­ση ακτη­μό­νων καλ­λιερ­γη­τών, αλ­λά τε­λι­κά η εφαρ­μο­γή και αυ­τού του ση­μα­ντι­κού μέ­τρου ανα­βλή­θη­κε και ξε­χά­στη­κε, λό­γω των Βαλ­κα­νι­κών Πο­λέ­μων και του Α΄ Πα­γκό­σμιου Πο­λέ­μου. Με­τά τους πο­λέ­μους αυ­τούς, πολ­λα­πλα­σιά­στη­κε η έκτα­ση και ο πλη­θυ­σμός της Ελ­λά­δας και η χώ­ρα ει­σήλ­θε σε μια νέα φά­ση του ζη­τή­μα­τος των γαιών της, χω­ρίς όμως ακό­μη να δια­θέ­τει σύ­στη­μα χαρ­το­γρα­φή­σε­ων και κτη­μα­το­λό­γιο. Το ‘πραγ­μα­τι­κό’ γε­ω­χω­ρι­κό δια­κύ­βευ­μα του 1821 ήταν ακό­μα πα­ρόν, αιω­ρού­με­νο και αμ­φί­βο­λης έκ­βα­σης...

Χάρτης της Χαρτογραφικής (Service Cartographique de l’Armée Hellénique) της περιοχής Κοζάνης, επί διοίκησης Φωτιάδη, για χρήση των συμμαχικών δυνάμεων του Μακεδονικού Μετώπου (1916-1918), σε κλιμακα 1 εκ. χάρτη / 500 μέτ. εδάφους και ισοϋψείς καμπύλες ανά 20 μέτ. Τον χάρτη σχεδίασε ο Γ. Κορτέσης (επιμελήθηκε χάρτες του κλιμακίου της Χαρτογραφικής στη Μικρά Ασία)· τυπώθηκε στην Αθήνα στο λιθογραφείο Παπαχρυσάνθου. Πηγή: Συλλογή Γιώργου Γκολομπία†
Χάρτης της Χαρτογραφικής (Service Cartographique de l’Armée Hellénique) της περιοχής Κοζάνης, επί διοίκησης Φωτιάδη, για χρήση των συμμαχικών δυνάμεων του Μακεδονικού Μετώπου (1916-1918), σε κλιμακα 1 εκ. χάρτη / 500 μέτ. εδάφους και ισοϋψείς καμπύλες ανά 20 μέτ. Τον χάρτη σχεδίασε ο Γ. Κορτέσης (επιμελήθηκε χάρτες του κλιμακίου της Χαρτογραφικής στη Μικρά Ασία)· τυπώθηκε στην Αθήνα στο λιθογραφείο Παπαχρυσάνθου. Πηγή: Συλλογή Γιώργου Γκολομπία†


Λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο από ένα μή­να πριν την πυρ­κα­γιά της Θεσ­σα­λο­νί­κης του 1917, ο Αν­δρέ­ας Μι­χα­λα­κό­που­λος, υπουρ­γός Γε­ωρ­γί­ας στην κυ­βέρ­νη­ση Βε­νι­ζέ­λου, με ιστο­ρι­κή ομι­λία του στη Βου­λή πα­ρου­σί­α­σε τον νό­μο για τη νέα αγρο­τι­κή πο­λι­τι­κή συν­δε­δε­μέ­νη (μοι­ραία και εν­δο­γε­νώς) με τις ‘τα­λαί­πω­ρε­ς’ από το 1821 γαί­ες και (προ­φα­νώς) με τις προ­σπά­θειες τεκ­μη­ρί­ω­σης και δια­χεί­ρι­σής τους με κτη­μα­το­λό­γιο και χαρ­το­γρά­φη­ση. Ήταν η δεύ­τε­ρη σχε­τι­κή νο­μο­θε­τι­κή πα­ρέμ­βα­ση με­τά την ―πριν μι­σό αιώ­να― από­πει­ρα του Κου­μουν­δού­ρου. Με αυ­τήν, ο βε­νι­ζε­λι­κός εκ­συγ­χρο­νι­σμός γε­νί­κευε τη δυ­να­τό­τη­τα του κρά­τους να εφαρ­μό­ζει σε όλη την επι­κρά­τεια την ανα­γκα­στι­κή απαλ­λο­τρί­ω­ση των γαιών, η οποία ίσχυε από το 1911 μό­νο στη Θεσ­σα­λία, για την αντι­με­τώ­πι­ση των προ­βλη­μά­των που δη­μιουρ­γού­σε εκεί το κα­θε­στώς των τσι­φλι­κιών. Ήταν το 1911 όταν, με τον για λί­γο επι­κε­φα­λής της Χαρ­το­γρα­φι­κής Υπη­ρε­σί­ας λο­χα­γό Ξε­νο­φώ­ντα Στρα­τη­γό, νο­μο­θε­τή­θη­κε με δύο δια­δο­χι­κούς νό­μους η πλή­ρης αρ­μο­διό­τη­τα αυ­τής της ιστο­ρι­κής στρα­τιω­τι­κής υπη­ρε­σί­ας όχι μό­νο για τις χαρ­το­γρα­φή­σεις αλ­λά και για το κτη­μα­το­λό­γιο· επο­πτεύ­ων υπουρ­γός των Στρα­τιω­τι­κών ο Ελευ­θέ­ριος Βε­νι­ζέ­λος (κρά­τη­σε ο ίδιος το χαρ­το­φυ­λά­κιο στις πρώ­τες κυ­βερ­νή­σεις του, 1910–1915 και 1917–1920).

Ο Μι­χα­λα­κό­που­λος, του οποί­ου η νε­α­νι­κή καρ­διά χτυ­πού­σε για στρα­τιω­τι­κή στα­διο­δρο­μία (όπως πολ­λών αξιό­λο­γων Ελ­λή­νων της επο­χής) έχο­ντας τε­λι­κά ακο­λου­θή­σει τη νο­μι­κή και την πο­λι­τι­κή, υπο­στή­ρι­ξε τον νό­μο του 1917 με το εξαι­ρε­τι­κό του ‘λέ­γει­ν’ και το ευ­χε­ρές ‘νο­μο­θε­τεί­ν’, χω­ρίς αι­τιο­λο­γι­κή έκ­θε­ση. Απέ­δω­σε την έλ­λει­ψή της αφε­νός στο επεί­γον του θέ­μα­τος «...διό­τι ο χρό­νος δεν συ­νε­χώ­ρη­σε τον κα­ταρ­τι­σμό [της]...» και αφε­τέ­ρου στο ότι [η πλά­για γρα­φή εδώ για έμ­φα­ση] «...στε­ρού­με­θα της υπάρ­ξε­ως στα­τι­στι­κών δε­δο­μέ­νων πε­ρί της κα­τα­στά­σε­ως της ιδιο­κτη­σί­ας εν Ελ­λά­δι και της συ­γκρί­σε­ως προς άλ­λα έθνη και δη όμο­ρα προς ημάς...». Δε­δο­μέ­νου ότι αυ­τός ο νό­μος ου­σια­στι­κά δεν εφαρ­μό­στη­κε, πώς μπο­ρεί άρα­γε να μην σχο­λια­στεί το συ­χνά επα­να­λαμ­βα­νό­με­νο πα­ρά­δο­ξο ―στα πε­ρί τα γε­ω­χω­ρι­κά δια­κυ­βεύ­μα­τα της Ελ­λά­δας με­τά το 1821― ότι όταν ‘ο χρό­νος δεν συγ­χω­ρεί’ τό­τε γί­νε­ται επεί­γον το ‘λέ­γει­ν’ και ‘νο­μο­θε­τεί­ν’, ενώ αντί­θε­τα χρο­νί­ζει το ‘πράτ­τει­ν’ και ‘εφαρ­μό­ζει­ν’; Ή πώς να μην προ­κα­λέ­σει τη μνή­μη, όσων γνω­ρί­ζουν τα πε­ρί του ‘γε­ω­χω­ρι­κού δια­κυ­βεύ­μα­το­ς’, το αγω­νιώ­δες αί­τη­μα του Κα­πο­δί­στρια προς το Πα­ρί­σι, το 1827 ―ενε­νή­ντα χρό­νια πριν την ομι­λία του Μι­χα­λα­κό­που­λου― για την από­κτη­ση χαρ­τών οι οποί­οι, όπως έγρα­φε ο πρώ­τος κυ­βερ­νή­της, θα ‘διευ­κό­λυ­ναν τις στα­τι­στι­κές του ερ­γα­σί­ε­ς’; («...à son temps ils me faciliteraient des travaux statistiques...»).

Σε εκεί­νη την κοι­νο­βου­λευ­τι­κή του ομι­λία το 1917, ο Μι­χα­λα­κό­που­λος ανα­φέ­ρε­ται σε ση­μα­ντι­κά προ­βλή­μα­τα, τα οποία πα­ρα­πέ­μπουν συ­νειρ­μι­κά στην αδυ­να­μία των σχε­δια­σμών της δια­κυ­βέρ­νη­σης Κου­μουν­δού­ρου και στις τρι­κου­πι­κές εκ­συγ­χρο­νι­στι­κές πα­λιν­δρο­μή­σεις στα θέ­μα­τα του ‘πραγ­μα­τι­κού’ γε­ω­χω­ρι­κού δια­κυ­βεύ­μα­τος με απο­τέ­λε­σμα την ολο­κλη­ρω­τι­κή εκ­χώ­ρη­ση της γε­ω­με­τρι­κής τεκ­μη­ρί­ω­σης των γαιών στον στρα­τιω­τι­κό το­μέα. Σε αυ­τό συ­νέ­βα­λε και η υπο­βάθ­μι­ση της εκτός στρα­τεύ­μα­τος το­πο­γρα­φι­κής εκ­παί­δευ­σης, με τις σχε­τι­κές με­ταρ­ρυθ­μί­σεις του τε­χνο­λο­γι­κού το­μέα το 1878 και το 1887. Η ατολ­μία του τρι­κου­πι­κού εκ­συγ­χρο­νι­σμού στην πο­λι­τι­κή αντι­με­τώ­πι­ση του γε­ω­χω­ρι­κού δια­κυ­βεύ­μα­τος της χώ­ρας επι­βε­βαί­ω­σε τε­λι­κά τους προ­βλη­μα­τι­σμούς και φό­βους του Κα­ρού­σου για την ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα και τε­λι­κά το ανέ­φι­κτο της τρι­κου­πι­κής στρα­τι­κο­ποί­η­σης του κτη­μα­το­λο­γί­ου το 1889, όπως επι­βε­βαιώ­θη­κε με έμ­φα­ση το 1911 με τη διοί­κη­ση Στρα­τη­γού στη Χαρ­το­γρα­φι­κή. Λέ­ει λοι­πόν ο υπουρ­γός Γε­ωρ­γί­ας, υπο­στη­ρί­ζο­ντας τις ανα­γκα­στι­κές απαλ­λο­τριώ­σεις: [η πλά­για γρα­φή εδώ για έμ­φα­ση] «Με­τά την απαλ­λο­τρί­ω­σιν εγί­νε­το κα­τα­μέ­τρη­σις και κα­τα­τε­μα­χί­ζε­το το κτή­μα εις πλεί­ο­νας ιδιο­κτη­σί­ας, εκά­στη ιδιο­κτη­σία πα­ρε­χω­ρεί­το, συ­νή­θως δια κλή­ρου, εις τον καλ­λιερ­γη­τήν, ο οποί­ος εγί­νε­το ού­τω μι­κρός ιδιο­κτή­της. Η μέ­θο­δος ήτο κα­τ’ εξο­χήν βρα­δεία και χρή­ζει πολ­λού προ­σω­πι­κού γε­ω­με­τρών. Αλ­λ’ εν Ελ­λά­δι ου­δε­μί­αν ανα­βο­λήν το πράγ­μα εδέ­χε­το, ώστε να ακο­λου­θή­σω­μεν την βρα­δυ­τά­την ταύ­την μέ­θο­δον, αλ­λ’ ού­τε και γε­ω­με­τρι­κόν προ­σω­πι­κόν έχο­μεν επαρ­κές, ου­δέ ηδυ­νά­με­θα να προσ­δο­κώ­μεν, ότι θα έχω­μεν επαρ­κές γε­ω­με­τρι­κόν προ­σω­πι­κόν επί σει­ράν ακό­μη ετών. Διά τού­το εί­με­θα ηνα­γκα­σμέ­νοι να προ­σφύ­γω­μεν εις άλ­λον τρό­πον προς επί­λυ­σιν του ζη­τή­μα­τος. Η μέ­θο­δος την οποί­αν ηκο­λού­θη­σεν η Προ­σω­ρι­νή Κυ­βέρ­νη­σις εί­ναι πρω­τό­τυ­πος εν τη λύ­σει τοιού­των ζη­τη­μά­των [...]». Η πρω­τό­τυ­πος μέ­θο­δος αντι­με­τώ­πι­σης των ελ­λειμ­μά­των του ‘πραγ­μα­τι­κού’ γε­ω­χω­ρι­κού δια­κυ­βεύ­μα­τος που αιω­ρεί­το από το 1821 ήταν τώ­ρα η ιδέα των συ­νε­ται­ρι­σμών... Να ήταν λοι­πόν η ιδέα από­το­κος της έλ­λει­ψης επαρ­κούς αριθ­μού γε­ω­με­τρών, που ―όμως― επέ­φε­ρε η απο­δό­μη­ση της το­πο­γρα­φι­κής εκ­παί­δευ­σης του 1878 και 1887; Αλ­λά και της φύ­σης των τε­χνο­λο­γι­κών με­θό­δων της κα­τα­μέ­τρη­σης των εδα­φών (δη­λα­δή με άλ­λα λό­για του κτη­μα­το­λο­γί­ου) που ήταν «κα­τ’ εξο­χήν βρα­δεία», όπως υπο­στή­ρι­ζε στη βου­λή ο Μι­χα­λα­κό­που­λος, ενώ η χώ­ρα βια­ζό­ταν να λύ­σει το αιω­ρού­με­νο πα­τρο­γο­νι­κό πρό­βλη­μα; Και αν ήταν έτσι τα πράγ­μα­τα το 1917, τό­τε μή­πως εί­χαν απο­τύ­χει στα ‘πραγ­μα­τι­κά’ γε­ω­χω­ρι­κά δια­κυ­βεύ­μα­τα της χώ­ρας και ο τρι­κου­πι­κός εκ­συγ­χρο­νι­σμός το 1889 και η με­τά το 1909 πο­λι­τι­κή ―πρό­λο­γος του βε­νι­ζε­λι­κού εκ­συγ­χρο­νι­σμού― που πα­ρα­χώ­ρη­σε το κτη­μα­το­λό­γιο με τον νό­μο του 1911 στον στρα­τιω­τι­κό το­μέα; Αυ­τό άρα­γε υπο­νο­ού­σε ο υπουρ­γός Γε­ωρ­γί­ας με τα επι­χει­ρή­μα­τά του πε­ρί ‘κα­τα­με­τρή­σε­ω­ν’ και ‘κα­θυ­στε­ρή­σε­ω­ν’; Όπως ση­μειώ­νει ο Αδα­μά­ντιος Συρ­μα­λό­γλου, η εφαρ­μο­γή του νό­μου Μι­χα­λα­κό­που­λου ήταν πε­ρί­πλο­κη και για αυ­τό μέ­χρι το 1919 εί­χε απαλ­λο­τριω­θεί μό­νο ένα τσι­φλί­κι, πα­ρό­τι σύμ­φω­να με τον Γε­ώρ­γιο Κα­φα­ντά­ρη, τό­τε υπουρ­γό Γε­ωρ­γί­ας, μέ­χρι το τέ­λος του έτους εί­χαν ολο­κλη­ρω­θεί τα προ­κα­ταρ­κτι­κά για την απαλ­λο­τρί­ω­ση περ. 10% του συ­νό­λου των 1.500 τσι­φλι­κιών· μέ­χρι το 1922 εί­χε απαλ­λο­τριω­θεί μό­λις το 6% των υπό­λοι­πων, με την τό­τε νο­μο­θε­σία να κα­ταρ­γεί τους συ­νε­ται­ρι­σμούς και να δυ­σκο­λεύ­ει τις απαλ­λο­τριώ­σεις των τσι­φλι­κιών. Για άλ­λη μια φο­ρά η ευ­κο­λία του ‘λέ­γει­ν’ και ‘νο­μο­θε­τεί­ν’ ήταν μα­κράν του ‘πράτ­τει­ν’ και ‘εφαρ­μό­ζει­ν’ και το ‘πραγ­μα­τι­κό’ γε­ω­χω­ρι­κό δια­κύ­βευ­μα της τεκ­μη­ρί­ω­σης και ρύθ­μι­σης των γαιών πα­ρέ­με­νε ακό­μη έω­λο στα (αντα­γω­νι­στι­κά) πε­ρι­βάλ­λο­ντα των υπουρ­γεί­ων (ιδρύ­ο­νται το 1917) Συ­γκοι­νω­νιών και Γε­ωρ­γί­ας, με εκεί­νο όμως των Στρα­τιω­τι­κών να έχει από το 1911 δε­σμεύ­σει ορι­στι­κά στην αρ­μο­διό­τη­τά του το κτη­μα­το­λό­γιο. Από την άλ­λη πλευ­ρά, το πρώ­το γε­ω­χω­ρι­κό δια­κύ­βευ­μα του 1821, το ‘ορα­μα­τι­κό’, υπη­ρε­τού­σε υπο­δειγ­μα­τι­κά η εκ­συγ­χρο­νι­σμέ­νη στη Βιέν­νη Χαρ­το­γρα­φι­κή ―από τις αρ­χές του 20ού αιώ­να― με το χαρ­το­γρα­φι­κό έρ­γο της να προ­σφέ­ρει αι­σθη­τά στο συμ­μα­χι­κό Μα­κε­δο­νι­κό Μέ­τω­πο, ενώ στη Μι­κρά Ασία απο­κτού­σε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τε­χνο­γνω­στι­κής επο­ποι­ί­ας.

Η τριεθνής επιτροπή Παπαναστασίου για την πολεοδομική ανασυγκρότηση της Θεσσαλονίκης, μετά την πυρκαγιά του 1917. Πηγή: Έκδοση ΣΑΤΜΒΕ, Θεσσαλονίκη στους Χάρτες. Πόλη του Χρόνου Χάρτες του Τόπου. Θεσσαλονίκη, 1985, σελ. 40. Επεξεργασία: Β.Λ.
Η τριεθνής επιτροπή Παπαναστασίου για την πολεοδομική ανασυγκρότηση της Θεσσαλονίκης, μετά την πυρκαγιά του 1917. Πηγή: Έκδοση ΣΑΤΜΒΕ, Θεσσαλονίκη στους Χάρτες. Πόλη του Χρόνου Χάρτες του Τόπου. Θεσσαλονίκη, 1985, σελ. 40. Επεξεργασία: Β.Λ.


Η ομι­λία του Μι­χα­λα­κό­που­λου στη Βου­λή το 1917 πε­ρί αδυ­να­μί­ας κα­τα­με­τρή­σε­ων των κτη­μα­τι­κών γαιών, λό­γω βρα­δεί­ας εκτέ­λε­σης του τε­χνι­κού αυ­τού έρ­γου και έλ­λει­ψης γε­ω­με­τρών (το­πο­γρά­φων, χω­ρο­με­τρών) και η πρό­βλε­ψή του ότι δεν ανα­μέ­νε­ται να αλ­λά­ξει μελ­λο­ντι­κά η κα­τά­στα­ση, δεν μπο­ρεί πα­ρά να αντα­να­κλά στους δύο νό­μους του 1911 με τους οποί­ους το κτη­μα­το­λό­γιο δε­σμεύ­τη­κε στην ορι­στι­κή στρα­τιω­τι­κή αρ­μο­διό­τη­τα. Ο πρώ­τος, ‘πε­ρί κτη­μα­τι­κού χάρ­του της χώ­ρα­ς’, ορί­ζει ότι «... η κα­τάρ­τι­σις του κτη­μα­τι­κού χάρ­του και ο υπο­λο­γι­σμός των εμ­βα­δών των ακι­νή­των κτη­μά­των, εκτε­λού­νται υπό της Χαρ­το­γρα­φι­κής Υπη­ρε­σί­ας». Με τη νο­μο­θε­σία του 1911, εκτός των ρυθ­μί­σε­ων που διέ­πουν την υπη­ρε­σια­κή διάρ­θρω­ση των πα­ρα­δο­σια­κών γρα­φεί­ων της, ιδρύ­ε­ται στη Χαρ­το­γρα­φι­κή και το ‘γρα­φείο κτη­μα­τι­κού χάρ­του’, το οποίο ση­μα­το­δο­τεί τον στρα­τιω­τι­κό έλεγ­χο του κτη­μα­το­λο­γί­ου, όπως φαί­νε­ται από το αντι­κεί­με­νο του νέ­ου γρα­φεί­ου: «κα­τα­μέ­τρη­σις και απο­τύ­πω­σις ακι­νή­των κτη­μά­των - πί­να­κες ακι­νή­των κτη­μά­των κ.λ.π. - σχο­λή χω­ρο­με­τρών - προ­μή­θεια, έλεγ­χος, φύ­λα­ξις, συ­ντή­ρη­σις και επι­σκευή των δια τον κτη­μα­τι­κόν χάρ­την χρη­σι­μο­ποιου­μέ­νων ορ­γά­νων. Αρ­χεί­ον κτη­μα­τι­κών χαρ­τών και βι­βλί­ων. Τή­ρη­σις αυ­τών εν ενη­με­ρό­τη­τι». Με τη ρύθ­μι­ση αυ­τή γί­νε­ται μια επι­πλέ­ον πα­ρέμ­βα­ση στην τε­χνι­κή εκ­παί­δευ­ση: η έντα­ξη σχο­λής χω­ρο­με­τρών (το­πο­γρά­φων, γε­ω­με­τρών) στο στρα­τιω­τι­κό γρα­φείο κτη­μα­τι­κού χάρ­του. Εί­ναι όλα εν­δει­κτι­κά της ση­μα­σί­ας που απο­δί­δει η στρα­τιω­τι­κή τά­ξη της χώ­ρας ―και επι­κυ­ρώ­νει η πο­λι­τι­κή ηγε­σία της― στον έλεγ­χο και τη δια­χεί­ρι­ση του κτη­μα­το­λο­γί­ου, ενός θε­σμού κα­θα­ρά πο­λι­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Αυ­τό επι­βε­βαιώ­νε­ται με τον, δια του νό­μου, ορι­σμό ως προϊ­στα­μέ­νου του γρα­φεί­ου κτη­μα­το­λο­γί­ου του υπο­διοι­κη­τή ταγ­μα­τάρ­χη της Χαρ­το­γρα­φι­κής, ενώ σε όλα τα άλ­λα γρα­φεία ορί­ζο­νται προϊ­στά­με­νοι λο­χα­γοί. Στον ίδιο νό­μο προ­βλέ­πε­ται η πο­λι­τι­κή στε­λέ­χω­ση της Χαρ­το­γρα­φι­κής με επι­κου­ρι­κές απο­σπά­σεις «...εξ υπο­μη­χα­νι­κών και γε­ω­με­τρών [...] δια την διε­ξα­γω­γήν κτη­μα­το­γρα­φι­κών έρ­γων, λαμ­βα­νό­με­νοι εκ των εν τη υπη­ρε­σία ετέ­ρων Υπουρ­γεί­ων δια­τε­λού­ντων και εξ ιδιω­τών, πτυ­χιού­χων της Σχο­λής των Βιο­μη­χά­νων Τε­χνών [...] κα­τά τας ανά­γκας». Η Σχο­λή που ονο­μά­στη­κε έτσι το 1887, με την τρι­κου­πι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση της εκ­παί­δευ­σης των μη­χα­νι­κών, θα με­το­νο­μα­στεί ανα­βαθ­μι­σμέ­νη σε Εθνι­κό Με­τσό­βιο Πο­λυ­τε­χνείο (ΕΜΠ) με την αντί­στοι­χη πρώ­τη βε­νι­ζε­λι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση το 1914. Επι­πλέ­ον, ιδρύ­ε­ται διαρ­κές γνω­μο­δο­τι­κό ‘χαρ­το­γρα­φι­κό συμ­βού­λιο του κρά­του­ς’ με πρό­ε­δρο τον διευ­θυ­ντή της Χαρ­το­γρα­φι­κής και ανα­πλη­ρω­τή τον υπο­διευ­θυ­ντή της, υπό την επο­πτεία του υπουρ­γού των Στρα­τιω­τι­κών (Ελευ­θέ­ριος Βε­νι­ζέ­λος). Το εύ­ρος των γνω­μο­δο­τι­κών αντι­κει­μέ­νων του χαρ­το­γρα­φι­κού συμ­βου­λί­ου και οι σχε­τι­κές δια­τυ­πώ­σεις του νό­μου πε­ρί «...πά­ντων των εν τη χώ­ρα εκτε­λου­μέ­νων χαρ­το­γρα­φι­κών έρ­γων...», ορι­στι­κο­ποιούν τον στρα­τιω­τι­κό έλεγ­χο των χαρ­το­γρα­φή­σε­ων και του κτη­μα­το­λο­γί­ου της χώ­ρας, με από­η­χους αι­σθη­τούς μέ­χρι τα τέ­λη του 20ού αιώ­να.

Από το έργο της πολεοδομικής ανασυγκρότησης της Θεσσαλονίκης, μετά την πυρκαγιά του 1917. Τοπογραφική αποτύπωση της Βίλας Αλλατίνη, 1920 και το βιβλίο πράξεων της κτηματογράφησης, 1921. Πηγή: Έκδοση ΣΑΤΜΒΕ, Θεσσαλονίκη στους Χάρτες. Πόλη του Χρόνου Χάρτες του Τόπου. Θεσσαλονίκη, 1985, σελ. 46 και 55. Επεξεργασία: Β.Λ.
Από το έργο της πολεοδομικής ανασυγκρότησης της Θεσσαλονίκης, μετά την πυρκαγιά του 1917. Τοπογραφική αποτύπωση της Βίλας Αλλατίνη, 1920 και το βιβλίο πράξεων της κτηματογράφησης, 1921. Πηγή: Έκδοση ΣΑΤΜΒΕ, Θεσσαλονίκη στους Χάρτες. Πόλη του Χρόνου Χάρτες του Τόπου. Θεσσαλονίκη, 1985, σελ. 46 και 55. Επεξεργασία: Β.Λ.


Με νό­μο του 1914, ‘πε­ρί στρα­τιω­τι­κών υπαλ­λή­λων και υπη­ρε­τώ­ν’ ―επι­κε­φα­λής της Χαρ­το­γρα­φι­κής ο αντι­συ­νταγ­μα­τάρ­χης Μη­χα­νι­κού Πα­να­γιώ­της Φω­τιά­δης― συ­στά­θη­κε στη Χαρ­το­γρα­φι­κή το σώ­μα των χαρ­το­γρά­φων από πο­λί­τες και από­στρα­τους· προ­ο­ρι­σμός του ήταν «... η εκτέ­λε­σις εν γέ­νει το­πο­γρα­φι­κών και γε­ω­δαι­τι­κών ερ­γα­σιών και το οποί­ον θα απο­τε­λή μέ­ρος του μο­νί­μου προ­σω­πι­κού της Χαρ­το­γρα­φι­κής Υπη­ρε­σί­ας». Τα μέ­λη του προ­έρ­χο­νται «...εξ ιδιω­τών εχό­ντων δια­νύ­σει δύο του­λά­χι­στον τά­ξεις της Σχο­λής των Βιο­μη­χά­νων Τε­χνών ή ισο­τί­μου ξέ­νης τε­χνι­κής Σχο­λής [...]. Εξ απο­στρά­των ή πα­ραι­τη­θέ­ντων αξιω­μα­τι­κών [...] εχό­ντων προ­ϋ­πη­ρε­τή­σει ευ­δο­κί­μως εν τη Χαρ­το­γρα­φι­κή Υπη­ρε­σία, και πε­ρί ων υπάρ­χει ευ­νοϊ­κή έκ­θε­σις του Δ/ντού της Υπη­ρε­σί­ας [...]». Έτσι, δεν εί­ναι πλέ­ον δυ­να­τή κα­μία προ­ο­πτι­κή ανά­πτυ­ξης της ει­δι­κό­τη­τας του χαρ­το­γρά­φου (γε­ω­μέ­τρη, το­πο­γρά­φου) εκτός του στρα­τεύ­μα­τος, εφό­σον με τη με­ταρ­ρύθ­μι­ση του 1914 και την προ­α­γω­γή ―στο ΕΜΠ― της τε­χνο­λο­γι­κής εκ­παί­δευ­σης σε ανώ­τα­τη, κα­ταρ­γεί­ται η ει­δι­κό­τη­τα των γε­ω­με­τρών (το­πο­γρά­φων, χω­ρο­με­τρών). Όμως φαί­νε­ται ότι το έλ­λειμ­μα γί­νε­ται αι­σθη­τό και οι το­πο­γρα­φι­κές σπου­δές επα­νέρ­χο­νται στο ΕΜΠ το 1917, όταν αυ­τό θα υπα­χθεί στο υπουρ­γείο Συ­γκοι­νω­νιών, με τη δεύ­τε­ρη βε­νι­ζε­λι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση της εκ­παί­δευ­σης των μη­χα­νι­κών και αρ­μό­διο υπουρ­γό τον Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­να­στα­σί­ου. H σχο­λή των το­πο­γρά­φων μη­χα­νι­κών που ιδρύ­ε­ται τό­τε δεν φαί­νε­ται να ελ­κύ­ει τους νέ­ους (ίσως λό­γω ασα­φούς επαγ­γελ­μα­τι­κής προ­ο­πτι­κής, αλ­λά και σχε­δόν ανύ­παρ­κτης ακα­δη­μαϊ­κής υπο­δο­μής)· το ακα­δη­μαϊ­κό έτος 1918-1919 λει­τουρ­γεί με έναν μό­νο φοι­τη­τή, εκ με­τα­γρα­φής από τη σχο­λή των πο­λι­τι­κών μη­χα­νι­κών... Σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να, με νό­μο του 1918, ακο­λου­θεί μια συρ­ρί­κνω­ση στο αντι­κεί­με­νο της Χαρ­το­γρα­φι­κής, κα­ταρ­γού­με­νου του γρα­φεί­ου κτη­μα­τι­κού χάρ­του χω­ρίς όμως να θί­γε­ται η σχο­λή χω­ρο­με­τρών της. Στις νέ­ες αυ­τές εξε­λί­ξεις φαί­νε­ται ότι συ­νέ­βα­λε η ισχυ­ρή προ­σω­πι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα και πο­λι­τι­κή επιρ­ροή του τρια­ντά­χρο­νου πο­λι­τι­κού μη­χα­νι­κού και νε­ο­ε­κλεγ­μέ­νου (1916) κα­θη­γη­τή της γε­ω­δαι­σί­ας Δη­μη­τρί­ου Λα­μπα­δα­ρί­ου, που έμελ­λε να πρω­τα­γω­νι­στή­σει για τα επό­με­να τριά­ντα πέ­ντε χρό­νια στη δια­μόρ­φω­ση του χα­ρα­κτή­ρα του τε­χνι­κού κλά­δου των το­πο­γρά­φων. Με με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές στη Γερ­μα­νία και πρα­κτι­κή εμπει­ρία στην Ελ­βε­τία ο Λα­μπα­δά­ριος διε­τέ­λε­σε διευ­θυ­ντής (1927-1929) και πρύ­τα­νης του ΕΜΠ από το 1929 μέ­χρι το 1933 όταν θα εκλε­γεί μέ­λος της Ακα­δη­μί­ας Αθη­νών, πα­ρα­μέ­νο­ντας ο μό­νος ορ­γα­νι­κός κα­θη­γη­τής της σχο­λής το­πο­γρά­φων μέ­χρι τα μέ­σα του 20ού αιώ­να.

Από τις κτηματογραφήσεις (1924) στη Μακεδονία της Επιτροπής Αποκατάστσης Προσφύγων της Κοινωνίας των Εθνών για την εγκατάσταση των προσφύγων. Πηγή: L'établissement des réfugiés en Grèce. Société des Nations, Γενεύη 1926
Από τις κτηματογραφήσεις (1924) στη Μακεδονία της Επιτροπής Αποκατάστσης Προσφύγων της Κοινωνίας των Εθνών για την εγκατάσταση των προσφύγων. Πηγή: L'établissement des réfugiés en Grèce. Société des Nations, Γενεύη 1926


Με­τά την πυρ­κα­γιά της Θεσ­σα­λο­νί­κης το 1917 οι σπου­δαί­ες αστι­κές το­πο­γρα­φι­κές και κτη­μα­το­γρα­φι­κές–κτη­μα­το­λο­γι­κές ερ­γα­σί­ες του ελ­λη­νι­κού κρά­τους ―προ­α­παι­τού­με­νες για την πο­λε­ο­δο­μι­κή απο­κα­τά­στα­ση της πό­λης― έγι­ναν από συ­νερ­γεία του υπουρ­γεί­ου Συ­γκοι­νω­νιών· δεν συμ­με­τεί­χε η Χαρ­το­γρα­φι­κή, η οποία εκτε­λού­σε χαρ­το­γρα­φι­κές ερ­γα­σί­ες στη Μα­κε­δο­νία. Τα σχε­τι­κά έρ­γα στη Θεσ­σα­λο­νί­κη υπό την κυ­βερ­νη­τι­κή επο­πτεία του Πα­πα­να­στα­σί­ου, τα με­γα­λύ­τε­ρα και μο­να­δι­κά μέ­χρι τό­τε σε πό­λη της χώ­ρας, ορ­γά­νω­σε και κα­θο­δή­γη­σε με ελ­βε­τι­κές κτη­μα­το­λο­γι­κές προ­δια­γρα­φές ο νε­α­ρός κα­θη­γη­τής Λα­μπα­δά­ριος, μέ­λος της διε­θνούς επι­τρο­πής για την απο­κα­τά­στα­ση και πο­λε­ο­δο­μι­κή επα­να­σχε­δί­α­ση της Θεσ­σα­λο­νί­κης και επι­κε­φα­λής του γρα­φεί­ου σχε­δί­ου πό­λης, με τον έμπει­ρο πο­λι­τι­κό μη­χα­νι­κό Αν­δρέα Λευ­θε­ριώ­τη στο γρα­φείο από το 1917 μέ­χρι το 1923. Και σε αυ­τή την κο­ρυ­φαία πε­ρί­πτω­ση, οι απο­σπα­σμα­τι­κές νο­μο­θε­τι­κές πα­ρεμ­βά­σεις του 1918 για την προ­σω­ρι­νή κτη­μα­το­γρά­φη­ση του τμή­μα­τος της Θεσ­σα­λο­νί­κης που κα­τα­στρά­φη­κε από την πυρ­κα­γιά δεν θα εφαρ­μο­στούν συ­στη­μα­τι­κά στο σύ­νο­λο της χώ­ρας, πα­ρά την επέ­κτα­ση της ισχύ­ος του νό­μου σε όλες τις πό­λεις· θα εφαρ­μο­στούν τε­λι­κά μό­νο στο Πα­λαιό Φά­λη­ρο, την Καλ­λι­θέα και ένα μέ­ρος των Αθη­νών.

Με­τά τη Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή και τις συμ­φω­νί­ες της ανταλ­λα­γής των πλη­θυ­σμών, η Κοι­νω­νία των Εθνών ―πρό­δρο­μος του ση­με­ρι­νού ΟΗΕ― με το πρω­τό­κολ­λο του 1923 ανέ­λα­βε την εγκα­τά­στα­ση των προ­σφύ­γων στην ελ­λη­νι­κή επι­κρά­τεια και ιδιαί­τε­ρα στο βό­ρειο τμή­μα της, μέ­σω ανε­ξάρ­τη­της διε­θνούς Επι­τρο­πής Απο­κα­τά­στα­σης των Προ­σφύ­γων (ΕΑΠ) ―λει­τούρ­γη­σε μέ­χρι το 1929. Για τον σκο­πό αυ­τό δια­τέ­θη­καν γαί­ες έκτα­σης 8.000 τετ. χλμ., λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο από το 6% της τό­τε έκτα­σης της χώ­ρας. Το ‘πραγ­μα­τι­κό’ γε­ω­χω­ρι­κό δια­κύ­βευ­μα πε­ρί των γαιών επα­νέρ­χε­ται στα μέ­σα της τέ­ταρ­της χαρ­το­γρα­φι­κής πε­ριό­δου της χώ­ρας. Έχει ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον, για την ιστο­ρία της εξέ­λι­ξης του ‘πραγ­μα­τι­κού’ γε­ω­χω­ρι­κού δια­κυ­βεύ­μα­τος στην Ελ­λά­δα, το τμή­μα του ΧΙ­ΙΙ κε­φα­λαί­ου της έκ­θε­σης της ΕΑΠ του 1926 ―εκ­δό­θη­κε στη Γε­νεύη― σχε­τι­ζό­με­νο με τα προ­βλή­μα­τα που δη­μιουρ­γεί στις χώ­ρες η απου­σία κτη­μα­το­λο­γί­ου, με σχέ­διο για δη­μιουρ­γία του, σε τέσ­σε­ρα στά­δια. Πε­ρι­γρά­φει τις δο­κι­μές και διά­φο­ρες λύ­σεις που πρό­τει­νε η ΕΑΠ, τις κτη­μα­το­λο­γι­κές ερ­γα­σί­ες που πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν (με τα τε­χνο­λο­γι­κά κε­νά και τις αδυ­να­μί­ες τους) και τις προ­σπά­θειες για από αέ­ρα χαρ­το­γρά­φη­ση. Η πε­ριο­χή της δυ­τι­κής Μα­κε­δο­νί­ας απο­τέ­λε­σε κύ­ριο θέ­α­τρο των τε­χνι­κών δρα­στη­ριο­τή­των της ΕΑΠ για την απει­κό­νι­ση, ορ­γά­νω­ση και δια­χεί­ρι­ση των εδα­φών της προ­σφυ­γι­κής εγκα­τά­στα­σης. Η ΕΑΠ γνω­ρί­ζο­ντας κα­λά τη ση­μα­σία της χαρ­το­γρά­φη­σης, κτη­μα­το­γρά­φη­σης και του κτη­μα­το­λο­γί­ου ζή­τη­σε από την κυ­βέρ­νη­ση το απα­ραί­τη­το προ­σω­πι­κό. Η Χαρ­το­γρα­φι­κή, με­τά το εξα­ντλη­τι­κό έρ­γο της χαρ­το­γρά­φη­σης της Μι­κράς Ασί­ας ήταν σε φά­ση ανα­σύ­ντα­ξης αδυ­να­τώ­ντας να αντα­πο­κρι­θεί ―το 1926 με­το­νο­μά­στη­κε σε Γε­ω­γρα­φι­κή Υπη­ρε­σία Στρα­τού (ΓΥΣ). Δεν αντα­πο­κρί­θη­καν και άλ­λες σχε­τι­ζό­με­νες με το αντι­κεί­με­νο κυ­βερ­νη­τι­κές υπη­ρε­σί­ες· μό­νο η το­πο­γρα­φι­κή του υπουρ­γεί­ου Γε­ωρ­γί­ας έστει­λε στη Μα­κε­δο­νία δώ­δε­κα συ­νερ­γεία που άρ­χι­σαν ερ­γα­σί­ες τον Αύ­γου­στο του 1924, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας επι­τό­που βοη­θη­τι­κό προ­σω­πι­κό. Όμως, η ποιό­τη­τα και οι προ­τε­ραιό­τη­τες που τέ­θη­καν από την ΕΑΠ δεν απέ­δω­σαν τα ανα­με­νό­με­να, με απο­τέ­λε­σμα η δια­νο­μή των απο­τυ­πω­μέ­νων πε­ριο­χών να γί­νει κα­τά προ­σέγ­γι­ση. Βλέ­πο­ντας τις αδυ­να­μί­ες του κρά­τους ―σε γε­νι­κευ­μέ­νη απί­σχνα­ση από τον Δι­χα­σμό και τη Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή― η ΕΑΠ προ­σα­να­το­λί­στη­κε στη δη­μιουρ­γία μιας και­νούρ­γιας υπη­ρε­σί­ας, ικα­νής να ανα­λά­βει την ίδρυ­ση του κτη­μα­το­λο­γί­ου σε όλες τις πε­ριο­χές όπου επρό­κει­το να εγκα­τα­στα­θούν ορι­στι­κά οι πρό­σφυ­γες. Συ­ντά­χθη­κε πλή­ρες σχέ­διο για την ορ­γά­νω­ση της υπη­ρε­σί­ας αυ­τής. Πα­ρά τις με­γά­λες δυ­σκο­λί­ες και το ανέ­φι­κτο των αρ­χι­κών σχε­δια­σμών της ΕΑΠ, υπήρ­ξαν ικα­νο­ποι­η­τι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα στη δυ­τι­κή Μα­κε­δο­νία, όπου οι ομά­δες, που ορ­γα­νώ­θη­καν από τις υπη­ρε­σί­ες της, προ­χώ­ρη­σαν με απλο­ποι­η­μέ­νες με­θό­δους στην προ­ε­τοι­μα­σία κτη­μα­το­λο­γί­ου έκτα­σης περ. 300 τετρ. χλμ., περ. 4% εκεί­νης που εί­χε δια­τε­θεί συ­νο­λι­κά. Την ίδια επο­χή (1924) ιδρύ­θη­κε στην Κο­ζά­νη μία σχο­λή χω­ρο­με­τρών, με σκο­πό την τα­χύρ­ρυθ­μη προ­ε­τοι­μα­σία νέ­ων το­πο­γρά­φων ―ήταν φαί­νε­ται ανέ­φι­κτη η συμ­βο­λή το­πο­γρά­φων από το ΕΜΠ και από τη σχο­λή χω­ρο­με­τρών της Χαρ­το­γρα­φι­κής. Η εκ­παί­δευ­σή τους και η διεύ­θυν­ση των πρώ­των ομά­δων ερ­γα­σί­ας ανα­τέ­θη­κε σε πα­λιούς έμπει­ρους αξιω­μα­τι­κούς της Χαρ­το­γρα­φι­κής, όμως πέ­ραν των κα­λών προ­θέ­σε­ων και των απο­τε­λε­σμά­των που επέ­τρε­ψαν στην ΕΑΠ να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει έναν κα­νο­νι­κό ανα­δα­σμό στην Κο­ζά­νη, τον πρώ­το στην Ελ­λά­δα (επ’ ωφε­λεία προ­σφύ­γων και γη­γε­νών) το τε­χνο­λο­γι­κό μέ­ρος των χαρ­το­γρα­φή­σε­ων υστε­ρού­σε· η χρή­ση τους ήταν εξαι­ρε­τι­κά πε­ριο­ρι­σμέ­νη, διό­τι η απο­τύ­πω­ση δεν ήταν εξαρ­τη­μέ­νη σε τρι­γω­νο­με­τρι­κό δί­κτυο. Η ΕΑΠ προ­σπά­θη­σε να λύ­σει τα προ­βλή­μα­τα, ακό­μα και με ενα­έ­ρια μέ­σα, όμως η διά­λυ­σή της το 1930 έδω­σε τη σκυ­τά­λη των ερ­γα­σιών στην το­πο­γρα­φι­κή υπη­ρε­σία του υπουρ­γεί­ου Γε­ωρ­γί­ας, για τα με­τέ­πει­τα... Ήταν η χρο­νιά της με­το­νο­μα­σί­ας από τον Λα­μπα­δά­ριο (στην ακ­μή της προ­σω­πι­κής του επιρ­ρο­ής) της σχο­λής το­πο­γρά­φων μη­χα­νι­κών του ΕΜΠ σε σχο­λή ‘αγρο­νό­μων και το­πο­γρά­φων μη­χα­νι­κώ­ν’, όπως εί­ναι γνω­στή η ει­δι­κό­τη­τα αυ­τή στην Ελ­λά­δα ενε­νή­ντα χρό­νια μέ­χρι σή­με­ρα.

Ο προ­σε­κτι­κός και πε­ρί­ερ­γος ανα­γνώ­στης θα δια­κρί­νει ότι η δια­δρο­μή των πε­ρί του ‘πραγ­μα­τι­κού’ γε­ω­χω­ρι­κού δια­κυ­βεύ­μα­τος της χώ­ρας θε­μά­των στον Με­σο­πό­λε­μο περ­νά­ει μέ­σα από το πε­ρι­βάλ­λον τριών υπουρ­γεί­ων ‘κλει­διώ­ν’ στο αντι­κεί­με­νο: των Στρα­τιω­τι­κών (ενταγ­μέ­νων των χαρ­το­γρα­φή­σε­ων), των Συ­γκοι­νω­νιών (ενταγ­μέ­νων των δη­μο­σί­ων έρ­γων) και της Γε­ωρ­γί­ας (ενταγ­μέ­νων των δη­μο­σί­ων κτη­μά­των). Οι δια­σταυ­ρώ­σεις, δι­χο­το­μί­ες, επι­κα­λύ­ψεις, κα­θυ­στε­ρή­σεις, συ­γκρού­σεις, αμέ­λειες, αδυ­να­μί­ες, δια­πλο­κές, προ­σω­πι­κές στρα­τη­γι­κές με πο­λι­τι­κές και επαγ­γελ­μα­τι­κές αντα­γω­νι­στι­κές αντα­να­κλά­σεις, και άλ­λα πολ­λά συ­να­φή, πολ­λα­πλα­σια­ζό­με­να και συν­δυα­ζό­με­να στο γνω­στό κλη­ρο­νο­μι­κό δυ­να­μι­κό πε­δίο της δι­χό­νοιας και του δι­χα­σμού, αλ­λά και της από­στα­σης της χώ­ρας και από τις τρεις βιο­μη­χα­νι­κές επα­να­στά­σεις δη­μιούρ­γη­σαν έναν ‘γόρ­διο δε­σμό’. Αυ­τόν φαί­νε­ται να προ­σπα­θεί να ‘λύ­σει’ η χώ­ρα, σε συν­θή­κες και όρους της Δ΄ Βιο­μη­χα­νι­κής Επα­νά­στα­σης. Θα εί­ναι, άρα­γε, της γνω­στής ιστο­ρι­κής με­θό­δου η λύ­ση;



Χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν ως βι­βλιο­γρα­φία

Ε. Λι­βιε­ρά­τος. ‘Γε­ω­χω­ρι­κά δια­κυ­βεύ­µα­τα της Επα­νά­στα­σης: τα ορά­µα­τα, οι γαί­ες, η ου­το­πία του Κα­πο­δί­στρια, τα σύ­νο­ρα, οι Γάλ­λοι χαρ­το­γρά­φοι και οι µε­τέ­πει­τα χρό­νιες συγ­χύ­σεις του κρά­τους (µέ­χρι σή­µε­ρα;)’. 1ο Φό­ρουµ Δι­πλω­µα­τί­ας Δή­µου Κα­λα­µά­τας. Πνευ­µα­τι­κό Κέ­ντρο, Κα­λα­µά­τα, 16 Οκτω­βρί­ου 2021. https://​car​togr​aphy.​web.​auth.g...
Ε. Λι­βιε­ρά­τος. Χώ­ρας Χαρ­τών Γρά­φειν. Με αφορ­μή τα 130 χρό­νια της Γε­ω­γρα­φι­κής Υπη­ρε­σί­ας Στρα­τού. Θεσ­σα­λο­νί­κη, Βι­βλιο­θή­κη & Κέ­ντρο Πλη­ρο­φό­ρη­σης ΑΠΘ, 2020. ISBN 978-960-243-722-3.
Α. Συρ­μα­λό­γλου. «Αν­δρέ­ας Μι­χα­λα­κό­που­λος. «Αγρο­τι­κό ζή­τη­μα και με­ταρ­ρύθ­μι­ση (1917)». Στο: Ε. Χα­τζη­βα­σι­λεί­ου (επιμ.) Τε­τρά­δια Κοι­νο­βου­λευ­τι­κού Λό­γου, ΙΙ, 5. Ίδρυ­μα της Βου­λής των Ελ­λή­νων, 2013.

Ε. Λι­βιε­ρά­τος. Χαρ­το­γρα­φι­κές Πε­ρι­πέ­τειες της Ελ­λά­δας 1821-1919. ΕΛΙΑ 2009. ISBN 978-960-201-194-2.
Ε. Λι­βιε­ρά­τος (επιμ.). Θεσ­σα­λο­νί­κη στους Χάρ­τες. Πό­λη του Χρό­νου Χάρ­τες του Τό­που. Έκ­δο­ση–αφιέ­ρω­μα για τα 2300 χρό­νια της Θεσ­σα­λο­νί­κης. Σύλ­λο­γος Αγρο­νό­μων και Το­πο­γρά­φων Μη­χα­νι­κών Βό­ρειας Ελ­λά­δας (ΣΑ­ΤΜ­ΒΕ). Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1985.

Société des Nations. L'établissement des réfugiés en Grèce. Γε­νεύη 1926.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: