Από το Βέλγιο στο χαρτογραφικό προοίμιο της Θεσσαλίας

Η Ελλάδα στο κέντρο αποσπάσματος του σατιρικού χάρτη ‘Komische Karte des Kriegsschauplatzes’ έκδοσης B. S. Berendsohn, Αμβούργο 1854, σε λιθογραφία του J. Guntrum. Το περιεχόμενο του χάρτη αναφέρεται στον Κριμαϊκό Πόλεμο. Πηγή: catalog.princeton.edu/catalog/9956122153506421 (Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Princeton). Επεξεργασία: CartoGeoLab ΑΠΘ.
Η Ελλάδα στο κέντρο αποσπάσματος του σατιρικού χάρτη ‘Komische Karte des Kriegsschauplatzes’ έκδοσης B. S. Berendsohn, Αμβούργο 1854, σε λιθογραφία του J. Guntrum. Το περιεχόμενο του χάρτη αναφέρεται στον Κριμαϊκό Πόλεμο. Πηγή: catalog.princeton.edu/catalog/9956122153506421 (Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Princeton). Επεξεργασία: CartoGeoLab ΑΠΘ.

Με­τά την επα­να­στα­τι­κή και κα­πο­δι­στρια­κή πε­ρί­ο­δο, η κα­τά­στα­ση στο νέο ελ­λη­νι­κό κρά­τος συ­νέ­χι­ζε σε κλί­μα έντο­νης πο­λι­τι­κής, οι­κο­νο­μι­κής και κοι­νω­νι­κής δύ­σπνοιας. Σε μία χώ­ρα με ανύ­παρ­κτες τε­χνο­λο­γι­κές υπο­δο­μές και χω­ρίς προ­ο­πτι­κή αλ­λα­γής στο θε­με­λιώ­δες αυ­τό θέ­μα, κύ­ριος κοι­νός πα­ρο­νο­μα­στής πολ­λών δει­νών πα­ρέ­με­νε από το 1821 το άλυ­το πρό­βλη­μα των εθνι­κών γαιών και η ανυ­παρ­ξία γε­ω­με­τρι­κής, απει­κο­νι­στι­κής και νο­μι­κής τους τεκ­μη­ρί­ω­σης και τα­κτο­ποί­η­σης. Το θέ­μα των εθνι­κών γαιών τα­λά­νι­ζε τους Έλ­λη­νες, κυ­ρί­ως τον αγρο­τι­κό πλη­θυ­σμό, πο­λυ­πλη­θέ­στε­ρο, πο­λυ­πα­θέ­στε­ρο, συ­μπα­θέ­στε­ρο και ίσως πλέ­ον ανι­διο­τε­λή τό­τε. Όπως ση­μειώ­νει το 1838 ο Peytier, με τη μα­κρά εμπει­ρία χαρ­το­γρα­φή­σε­ων επί του πε­δί­ου στη χώ­ρα, «λί­γοι μό­νο ιδιο­κτή­τες στην Ελ­λά­δα έχουν τί­τλους ιδιο­κτη­σί­ας γης· πολ­λοί δεν εί­ναι σί­γου­ροι αν εί­ναι ορι­στι­κοί ιδιο­κτή­τες. Έγι­ναν αρ­κε­τές πω­λή­σεις τις οποί­ες ακύ­ρω­σε η κυ­βέρ­νη­ση, επα­να­φέ­ρο­ντας στο κρά­τος την ιδιο­κτη­σία που που­λή­θη­κε. Εί­ναι με­γά­λο λά­θος από την πλευ­ρά της κυ­βέρ­νη­σης που δεν έχει ακό­μη απο­φα­σί­σει για το ζή­τη­μα της ιδιο­κτη­σί­ας. Ζη­μί­ω­σε τη γε­ωρ­γία και μεί­ω­σε τα κρα­τι­κά έσο­δα». Το απει­κο­νι­στι­κό ζή­τη­μα των γαιών (η χαρ­το­γρά­φη­ση), προ­α­παι­τού­με­νο ανά­πτυ­ξης και σχε­τι­ζό­με­νο με την τε­χνο­λο­γία για την ορ­γά­νω­ση, λει­τουρ­γία και πρό­ο­δο ενός νέ­ου κρά­τους ―κα­τά τα ευ­ρω­παϊ­κά κα­θιε­ρω­μέ­να ήδη από την Α΄ βιο­μη­χα­νι­κή επα­νά­στα­ση― δεν έτυ­χε προ­σο­χής και πα­ρέ­μει­νε χρό­νια ελ­λειμ­μα­τι­κό, πα­ρό­τι εί­χε τε­θεί από τον Κα­πο­δί­στρια το 1827 και με την ίδρυ­ση το 1834 του τε­λι­κά ατε­λέ­σφο­ρου Γρα­φεί­ου δη­μό­σιας οι­κο­νο­μί­ας. Αντί­θε­τα, η χαρ­το­γρά­φη­ση ήταν το πρώ­το που απα­σχό­λη­σε τους Βέλ­γους ―μα­ζί με το σύ­νταγ­μα― όταν απέ­κτη­σαν ανε­ξάρ­τη­το κρά­τος το 1831, σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να με τους Έλ­λη­νες. Οι ηγε­σί­ες των Ελ­λή­νων, από την αρ­χή του νέ­ου κρά­τους τους, εκ των πραγ­μά­των σε με­γά­λη από­στα­ση από την τε­χνο­λο­γία και από τα ζη­τή­μα­τα πε­ρί γαιών και τε­χνι­κών υπο­δο­μών, συ­νέ­χι­ζαν εξα­ντλη­μέ­νες τις δι­χα­στι­κές τους εντά­σεις και αντι­πα­λό­τη­τες. Αυ­τό ενι­σχύ­θη­κε στο πε­ρι­βάλ­λον της βαυα­ρι­κής δια­κυ­βέρ­νη­σης, τε­λι­κά ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κής, αυ­το­ϋ­πο­νο­μευό­με­νης και ανε­παρ­κούς, ιδιαί­τε­ρα στα τε­χνι­κά έρ­γα υπο­δο­μών. Η πρα­κτι­κή ανι­κα­νό­τη­τα των κυ­βερ­νώ­ντων και η υστε­ρό­βου­λη συ­μπε­ρι­φο­ρά του ημε­δα­πού συ­στή­μα­τος γύ­ρω τους, δεν επέ­τρε­παν την υπέρ των αγρο­τών ―ακτη­μό­νων ή όχι― αξιο­ποί­η­ση των πολ­λών δια­θέ­σι­μων ακαλ­λιέρ­γη­των γαιών και την ανά­πτυ­ξη απα­ραί­τη­των υπο­δο­μών, όπως του ―ανύ­παρ­κτου ακό­μη― οδι­κού δι­κτύ­ου. Απέ­τρε­παν επι­πλέ­ον την προ­σέλ­κυ­ση πό­ρων και πλη­θυ­σμών εκτός της επι­κρά­τειας, ελ­λη­νι­κών και άλ­λων, με ευ­σε­βείς πό­θους συμ­βο­λής σε ένα νέο ευ­ρω­παϊ­κό κρά­τος που ανα­δύ­θη­κε στον αστα­θή οθω­μα­νι­κό χώ­ρο με προσ­δο­κί­ες πα­ρα­δείγ­μα­τος. Τα μό­να ελά­χι­στα έρ­γα υπο­δο­μής που υπήρ­χαν ήταν ό,τι σπο­ρα­δι­κά πρό­λα­βαν να κα­τα­σκευά­σουν οι Γάλ­λοι στρα­τιω­τι­κοί μη­χα­νι­κοί από το 1829 μέ­χρι το 1832, πέ­ραν εκεί­νου της ση­μα­ντι­κής χαρ­το­γρά­φη­σης των γε­ω­γρά­φων του Dépôt· τα ανα­φέ­ρει ο Finlay, ενώ ο Peytier κα­τα­γρά­φει τα επεί­γο­ντα ανα­γκαία τε­χνι­κά έρ­γα, που δεν γί­νο­νται, θύ­μα­τα των εμ­μο­νών του επι­κε­φα­λής κυ­βερ­νη­τι­κού Βαυα­ρού στρα­τιω­τι­κού μη­χα­νι­κού.

Κα­νέ­να ση­μα­ντι­κό έρ­γο δεν φαι­νό­ταν στο ορί­ζο­ντα, ού­τε μπο­ρού­σε να γί­νει λό­γω της χρό­νιας τε­χνο­λο­γι­κής κα­θυ­στέ­ρη­σης και της πο­λι­τι­κής αδια­φο­ρί­ας για την ανά­πτυ­ξη τε­χνο­λο­γί­ας, πα­ρά την ύπαρ­ξη των πό­ρων του δα­νεί­ου. Η έλ­λει­ψη δρό­μων εμπό­δι­ζε τη με­τα­φο­ρά αγρο­τι­κών προ­ϊ­ό­ντων από το εσω­τε­ρι­κό στις ακτές του Αι­γαί­ου και Ιο­νί­ου, ‘προ­στά­τευ­ε’ πρα­κτι­κά τη λη­στεία και σε συν­δυα­σμό με τη δια­τή­ρη­ση της οθω­μα­νι­κής φο­ρο­λο­γί­ας των αγρο­τών ―της δε­κά­της― διαιώ­νι­ζε τη φτώ­χια και υπα­νά­πτυ­ξη της χώ­ρας. Ακό­μα και στους διαρ­κώς μειού­με­νους φι­λέλ­λη­νες, οι ανα­μνή­σεις των ηρω­ι­κών πρώ­των χρό­νων της Επα­νά­στα­σης εί­χαν αρ­χί­σει να ξε­θω­ριά­ζουν· εί­χε παί­ξει ρό­λο και η δύ­στρο­πη, έως εχθρι­κή, δια­χεί­ρι­ση των σχέ­σε­ων με τις Δυ­νά­μεις, κυ­ρί­ως με τη Γαλ­λία ―την πλέ­ον γεν­ναιό­δω­ρη προς τους Έλ­λη­νες, κα­τά τον Finlay και άλ­λους. Το νέο κρά­τος, στο οποίο πα­ρα­χω­ρή­θη­κε ανε­ξαρ­τη­σία, μέ­χρι και ένο­πλη προ­στα­σία, άρ­χι­σε τώ­ρα να απο­γοη­τεύ­ει· η ελ­πί­δα να λει­τουρ­γή­σει ως ευ­ρω­παϊ­κό πα­ρά­δειγ­μα στις εξε­λί­ξεις του Ανα­το­λι­κού ζη­τή­μα­τος εξα­σθε­νού­σε συ­νε­χώς. Τα χρή­μα­τα του δα­νεί­ου του 1832 ξο­δεύ­ο­νταν από τη βαυα­ρι­κή δια­κυ­βέρ­νη­ση σε μι­σθο­δο­σί­ες, μη πα­ρα­γω­γι­κές δα­πά­νες και πο­λυ­έ­ξο­δα τα­ξί­δια στε­λε­χών στο Μό­να­χο. Χω­ρίς τη δη­μιουρ­γία κα­τάλ­λη­λου πε­ρι­βάλ­λο­ντος απο­τύγ­χα­νε κά­θε προ­σπά­θεια εφαρ­μο­γής τε­χνο­λο­γιών δο­κι­μα­σμέ­νων αλ­λού, που θα ανέ­πτυσ­σαν τις υπο­δο­μές, προς όφε­λος κυ­ρί­ως των αγρο­τών και των βιώ­σι­μων έρ­γων πα­ρα­γω­γής πλού­του για τους πολ­λούς. Χω­ρίς ανα­πτυ­ξια­κές προ­ο­πτι­κές και με αδυ­να­μία όχι μό­νο με­ρι­κής έντα­ξης στις ύστε­ρες φά­σεις της Α΄ βιο­μη­χα­νι­κής επα­νά­στα­σης αλ­λά και πα­ρα­κο­λού­θη­σής της, οι Έλ­λη­νες δεν ήταν δυ­να­τόν να απαλ­λα­γούν από την εσω­στρέ­φεια των δι­χα­στι­κών τους συν­δρό­μων και της στρε­βλής σχέ­σης με το κρά­τος που καλ­λιέρ­γη­σαν οι εμ­φύ­λιοι αντα­γω­νι­σμοί και η βαυα­ρι­κή δια­κυ­βέρ­νη­ση. Αλ­λά και η επερ­χό­με­νη Β΄ βιο­μη­χα­νι­κή επα­νά­στα­ση φαι­νό­ταν άπια­στη εφό­σον θα απαι­τού­σε εντα­τι­κή, συ­στη­μα­τι­κή και κο­πιώ­δη προ­σπά­θεια και ερ­γα­σία για δη­μιουρ­γία υπο­δο­μών και πα­ρα­γω­γή συ­γκε­κρι­μέ­νου έρ­γου. Το ‘λέ­γει­ν’ και ‘νο­μο­θε­τεί­ν’ των Ελ­λή­νων θα έπρε­πε τώ­ρα ―του­λά­χι­στον― να ισορ­ρο­πή­σει με το δύ­σκο­λο ‘πράτ­τει­ν’ και ‘εφαρ­μό­ζει­ν’ της ευ­ρω­παϊ­κής πρα­κτι­κής, προ­ω­θη­τι­κής της τε­χνο­λο­γι­κής πρό­ο­δου. Όμως η ρο­πή στην άγο­νη αντι­πα­ρά­θε­ση, η πο­λι­τι­κή ίντρι­γκα και δια­φθο­ρά, η καλ­λιέρ­γεια πε­λα­τεια­κής νο­ο­τρο­πί­ας και η χρό­νια ιδιο­συ­γκα­σια­κή υπε­ρο­χή των λό­γων ένα­ντι των έρ­γων εμπό­δι­ζε ―μέ­χρι απο­τρο­πής― τη στρο­φή των Ελ­λή­νων προς τις πει­θαρ­χί­ες της τε­χνο­λο­γί­ας και τε­χνο­γνω­σί­ας. Η ‘άπο­ψη’ με άγνοια του θέ­μα­τος, αντί της γνώ­σης από την επε­ξερ­γα­σία δε­δο­μέ­νων, πα­γί­ω­σε την κα­θό­λου αθώα νο­ο­τρο­πία της ασά­φειας, του ‘πε­ρί­που’ στα πά­ντα και κυ­ρί­ως στα δύ­σκο­λα. Η ανά­πτυ­ξη σε ‘φι­λο­σο­φία ζω­ή­ς’ του αρ­γό­σχο­λου ει­σο­δη­μα­τι­σμού, η ψύ­χω­ση για την ‘κα­τσί­κα του γεί­το­να’, η κα­τα­πά­τη­ση των απει­κο­νι­στι­κά ατεκ­μη­ρί­ω­των γαιών και ιδιο­ποί­η­σή τους, κά­θε άλ­λο πα­ρά πο­ρεία προς ευ­ρω­παϊ­κό κρά­τος έδει­χναν ή προ­ο­πτι­κή σο­βα­ρής έντα­ξης στη Β΄ βιο­μη­χα­νι­κή επα­νά­στα­ση που ανέ­τει­λε. Να πή­γαι­ναν άρα­γε κα­λύ­τε­ρα τα πράγ­μα­τα με βα­σι­λιά τον Λε­ο­πόλ­δο, αντί του Όθω­να;

Το ερώ­τη­μα σχε­τί­ζε­ται με δύο κυ­ρί­ως λό­γους, για τους οποί­ους υπήρ­ξε μια ιστο­ρι­κή ‘νοη­τή δια­σταύ­ρω­ση’ της Ελ­λά­δας με το Βέλ­γιο, δέ­κα χρό­νια με­τά την ελ­λη­νι­κή Επα­νά­στα­ση του 1821. Ο πρώ­τος ήταν η σχε­δόν ταυ­τό­χρο­νη ανα­κή­ρυ­ξή τους σε ανε­ξάρ­τη­τα κρά­τη στο Λον­δί­νο από τις ίδιες εγ­γυ­ή­τριες με­γά­λες Δυ­νά­μεις και ο δεύ­τε­ρος η επι­λο­γή του ίδιου προ­σώ­που για ηγε­μό­να των δύο χω­ρών, πρώ­τα ανε­πι­τυ­χώς για την Ελ­λά­δα και με­τά επι­τυ­χώς για το Βέλ­γιο. Η ανε­ξαρ­τη­σία τους ήταν απο­τέ­λε­σμα του επα­να­στα­τι­κού αγώ­να και των δύο χω­ρών με κοι­νό στό­χο την ελευ­θε­ρία, αλ­λά με δια­φο­ρε­τι­κούς όρους, έντα­ση, διάρ­κεια και θυ­σί­ες. Βα­σι­κή πα­ρά­με­τρος και στις δύο πε­ρι­πτώ­σεις, το θρη­σκευ­τι­κό υπό­βα­θρο της εξέ­γερ­σης ―ίσως πιο κα­τα­πιε­σμέ­νο στην πε­ρί­πτω­ση των Βέλ­γων. Το πρό­σω­πο που προ­τά­θη­κε από τις Δυ­νά­μεις για πρώ­τος βα­σι­λιάς της Ελ­λά­δας ήταν ο έμπει­ρος, πο­λι­τι­κά χει­ρα­φε­τη­μέ­νος και ‘πολ­λα­πλώ­ς’ δρα­στή­ριος βρε­τα­νο­στρα­φής σα­ρα­ντά­χρο­νος Λε­ο­πόλ­δος Α΄, γιος του δού­κα της Σα­ξο­νί­ας–Κο­βούρ­γου. Εύ­στρο­φος, κα­τά­λα­βε γρή­γο­ρα την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και πα­ραι­τή­θη­κε από τον προ­τει­νό­με­νο θρό­νο της Ελ­λά­δας απο­δε­χό­με­νος το στέμ­μα του Βελ­γί­ου· προ­τί­μη­σε το βρο­χε­ρό πε­δι­νό το­πίο με τη μι­κρή ανια­ρή ακτή στον Ατλα­ντι­κό και τους πρα­κτι­κούς κα­τοί­κους, δί­γλωσ­σους και κα­θο­λι­κούς, από το άλ­λο, το ηλιό­λου­στο, με τα ψη­λά βου­νά, τις ατέ­λειω­τες δα­ντε­λω­τές ακτές της Με­σο­γεί­ου και τους ζω­η­ρούς κα­τοί­κους, επί­σης (τό­τε) δί­γλωσ­σους ―με επι­κρα­τού­σα την ελ­λη­νι­κή― και ορ­θό­δο­ξους. Για την Ελ­λά­δα, ως δεύ­τε­ρη λύ­ση, επι­λέ­χθη­κε ένας έφη­βος πρί­γκι­πας από το Μό­να­χο, ο δε­κα­ε­πτά­χρο­νος Όθων. Ο Λε­ο­πόλ­δος, μέ­χρι το 1865 που έζη­σε, έβα­λε τις βά­σεις ενός ισχυ­ρού κρά­τους (κυ­ρί­ως οι­κο­νο­μι­κά) με πρώ­τη φρο­ντί­δα, ήδη το 1831, το σύ­νταγ­μα και την ίδρυ­ση χαρ­το­γρα­φι­κής υπη­ρε­σί­ας για την το­πο­γρά­φη­ση της επι­κρά­τειάς του.

Το Βέλγιο στο κέντρο αποσπάσματος του σατιρικού χάρτη ‘Komische Karte des Kriegsschauplatzes’, 1854. Πηγή-Επεξεργασία: ό.π.
Το Βέλγιο στο κέντρο αποσπάσματος του σατιρικού χάρτη ‘Komische Karte des Kriegsschauplatzes’, 1854. Πηγή-Επεξεργασία: ό.π.


Το Βέλ­γιο ανα­φέ­ρε­ται από ιστο­ρι­κούς όπως ο Finlay, διό­τι ο πρώ­τος του βα­σι­λιάς Λε­ο­πόλ­δος ήταν η απο­τυ­χη­μέ­νη πρό­τα­ση των Δυ­νά­με­ων να γί­νει πρώ­τος βα­σι­λιάς της Ελ­λά­δας. Ο Βρε­τα­νός ιστο­ρι­κός ση­μειώ­νει (1861) για αυ­τόν: «εί­ναι άγνω­στο αν θα εί­χε κερ­δί­σει στην Ελ­λά­δα την τι­μή που κέρ­δι­σε ως σώ­φρων κυ­βερ­νή­της στον θρό­νο του Βελ­γί­ου, αλ­λά θα πρέ­πει να πα­ρα­δε­χτού­με ότι θα εί­χε προ­σφέ­ρει στην αν­θρω­πό­τη­τα, αν ανα­λο­γι­στού­με από πό­σα χρό­νια αναρ­χί­ας θα εί­χαν σω­θεί οι Έλ­λη­νες αν εί­χε εκτι­μή­σει κα­λύ­τε­ρα, από ότι έκα­νε, τις ευ­θύ­νες που ανέ­λα­βε όταν δέ­χτη­κε να ηγε­μο­νεύ­σει στην Ελ­λά­δα». Και ακό­μα για την πο­λι­τι­κή των Δυ­νά­με­ων: «η πο­λι­τι­κή ατμό­σφαι­ρα στην Ευ­ρώ­πη κα­τά το 1831 ήταν πο­λύ τα­ραγ­μέ­νη για να επι­τρέ­ψει στους Συμ­μά­χους να δώ­σουν κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο από μια πρό­χει­ρη μα­τιά στις υπο­θέ­σεις της Ελ­λά­δας, της οποί­ας η αστα­θής κα­τά­στα­ση κα­τέ­στρε­φε βαθ­μιαία τη σπου­δαιό­τη­τα της χώ­ρας για τη λύ­ση αυ­τού που οι πο­λι­τι­κοί απο­κα­λού­σαν Ανα­το­λι­κό ζή­τη­μα. Την προ­σο­χή της Με­γά­λης Βρε­τα­νί­ας και της Γαλ­λί­ας απορ­ρο­φού­σε η δη­μιουρ­γία του βα­σι­λεί­ου του Βελ­γί­ου». Και επι­πλέ­ον για τα οι­κο­νο­μι­κά, ότι θα ήταν επω­φε­λέ­στε­ρο για το ελ­λη­νι­κό νό­μι­σμα να υπήρ­χε «ισο­τι­μία με το νό­μι­σμα του Βελ­γί­ου...». Η χώ­ρα εί­χε τό­τε σχε­δόν ίση έκτα­ση με εκεί­νη της Ελ­λά­δας των πρώ­των συ­νό­ρων, αλ­λά 5,5 φο­ρές πε­ρισ­σό­τε­ρο πλη­θυ­σμό· η ανα­φο­ρά της από τον Finlay ίσως υπο­νο­ού­σε ότι η δύ­σπνοια του νέ­ου ελ­λη­νι­κού κρά­τους οφεί­λο­νταν στην ακα­τάλ­λη­λη επι­λο­γή ηγε­μό­να· ενός απρο­ε­τοί­μα­στου υπό κη­δε­μο­νία νε­α­ρού, ανή­μπο­ρου να οδη­γή­σει την Ελ­λά­δα στον δρό­μο ενός ευ­ρω­παϊ­κού κρά­τους, σε αντί­θε­ση με ό,τι συ­νέ­βη στο Βέλ­γιο. Θα μπο­ρού­σε με τον ώρι­μο Λε­ο­πόλ­δο που γνώ­ρι­ζε ―κα­τά τον Finlay― πως να «τα­λαι­πω­ρεί τους Συμ­μά­χους» και να «βα­σα­νί­ζει τους Άγ­γλους πρέ­σβεις με τις δια­πραγ­μα­τεύ­σεις του» τα πράγ­μα­τα στο νέο ελ­λη­νι­κό κρά­τος να πή­γαι­ναν κα­λύ­τε­ρα; και θα μπο­ρού­σε ―όπως έγι­νε στο συ­νο­μή­λι­κο βελ­γι­κό κρά­τος― να εί­χε ιδρυ­θεί και λει­τουρ­γή­σει τό­τε βιώ­σι­μη χαρ­το­γρα­φι­κή υπη­ρε­σία στην Ελ­λά­δα, μι­σό αιώ­να πριν την ιδρύ­σει ο Τρι­κού­πης το 1889; Όμως με υπο­θέ­σεις και ετε­ρο­χρο­νι­σμέ­νους ευ­σε­βείς πό­θους δεν ανα­τρέ­πο­νται τα δε­δο­μέ­να της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας· ό,τι έγι­νε στο Βέλ­γιο, δεν ήταν δυ­να­τόν να γί­νει στην Ελ­λά­δα. Αν και γεν­νή­θη­κε επί­σης επα­να­στα­τι­κά και εν πολ­λοίς φι­λε­λεύ­θε­ρο ―με γαλ­λι­κή και ρω­σι­κή προ­στα­σία ένα­ντι των Ολ­λαν­δών― μη υπο­φέ­ρο­ντας τη θρη­σκευ­τι­κή κα­τα­πί­ε­ση και για αυ­τό την πο­λι­τι­κή απα­ξί­ω­ση, το Βέλ­γιο προ­ήλ­θε με από­σχι­ση από ένα ώρι­μο ευ­ρω­παϊ­κό κρά­τος ενταγ­μέ­νο στην Α΄ βιο­μη­χα­νι­κή επα­νά­στα­ση. Με ισχυ­ρές αστι­κές πα­ρα­δό­σεις, εγ­γύ­τη­τα πο­λι­τι­κών, κοι­νω­νι­κών και οι­κο­νο­μι­κών νο­ο­τρο­πιών, εμπει­ρί­ες από τον κό­σμο των Με­γά­λων Ανα­κα­λύ­ψε­ων και των χαρ­το­γρα­φι­κών επι­τευγ­μά­των, και τε­χνο­λο­γι­κές δυ­να­τό­τη­τες, πο­λι­τι­σμι­κές προ­σλα­βά­νου­σες και θε­σμούς κοι­νούς με την Ολ­λαν­δία (πλην των θρη­σκευ­τι­κών, με ό,τι αυ­τό συ­νε­πά­γο­νταν). Οι Βέλ­γοι, έτοι­μοι να εντα­χθούν στη Β΄ βιο­μη­χα­νι­κή επα­νά­στα­ση, αμέ­σως μό­λις ανα­κη­ρύ­χτη­κε το νέο κρά­τος τους έσπευ­σαν ―μα­ζί με το σύ­νταγ­μα― να επι­βά­λουν τη δι­κή τους απει­κο­νι­στι­κή τά­ξη ιδρύ­ο­ντας χαρ­το­γρα­φι­κή υπη­ρε­σία, το Dépôt de la guerre et de la topographie (1831), κα­τά το γαλ­λι­κό πρό­τυ­πο· πρώ­τα για να τα­κτο­ποι­ή­σουν τους υπάρ­χο­ντες χάρ­τες που απει­κό­νι­ζαν την επι­κρά­τεια και με­τά για να κα­τα­σκευά­σουν νέ­ους κα­λύ­τε­ρους. Έδρα της, επί ενά­μι­ση αιώ­να (1871-2020), ένα ωραίο οι­κο­δό­μη­μα των Βρυ­ξελ­λών, το αβα­είο της Cambre.

Από τη χαρτογράφηση του Βελγίου τον 19ο αιώνα. Αριστερά: απόσπασμα χάρτη που απεικονίζει την περιοχή του αβαείου της Cambre στις Βρυξέλλες με σημειωμένη την έδρα του βελγικού Dépôt (χαρτογραφική υπηρεσία). Δεξιά: Η περιοχή σε πλαίσιο στην πινακίδα 7 του φύλλου 31 με τίτλο ‘Uccle’, σε κλίμακα 1:20000 (1εκ./200μέτ.). Η πινακίδα αποτυπώθηκε τοπογραφικά και χωροσταθμικά το 1865, με ισοϋψείς καμπύλες ανά ένα μέτρο. Η αναθεώρηση έγινε το 1877-1882 και 1891. Χαράχτηκε και εκτυπώθηκε στο στρατιωτικό Χαρτογραφικό Ινστιτούτο στις Βρυξέλλες το 1894· επανεκτυπώθηκε το 1904. Πηγή: www.cartesius.be και www.ngi.be (Εθνικό Γεωγραφικό Ινστιτούτο του Βελγίου). Επεξεργασία: CartoGeoLab ΑΠΘ.
Από τη χαρτογράφηση του Βελγίου τον 19ο αιώνα. Αριστερά: απόσπασμα χάρτη που απεικονίζει την περιοχή του αβαείου της Cambre στις Βρυξέλλες με σημειωμένη την έδρα του βελγικού Dépôt (χαρτογραφική υπηρεσία). Δεξιά: Η περιοχή σε πλαίσιο στην πινακίδα 7 του φύλλου 31 με τίτλο ‘Uccle’, σε κλίμακα 1:20000 (1εκ./200μέτ.). Η πινακίδα αποτυπώθηκε τοπογραφικά και χωροσταθμικά το 1865, με ισοϋψείς καμπύλες ανά ένα μέτρο. Η αναθεώρηση έγινε το 1877-1882 και 1891. Χαράχτηκε και εκτυπώθηκε στο στρατιωτικό Χαρτογραφικό Ινστιτούτο στις Βρυξέλλες το 1894· επανεκτυπώθηκε το 1904. Πηγή: www.cartesius.be και www.ngi.be (Εθνικό Γεωγραφικό Ινστιτούτο του Βελγίου). Επεξεργασία: CartoGeoLab ΑΠΘ.

Από το φθι­νό­πω­ρο του 1843 με διά­ταγ­μα του δυ­να­μι­κού Λε­ο­πόλ­δου άρ­χι­σαν οι ερ­γα­σί­ες για τη σύ­ντα­ξη του πρώ­του πο­λύ­φυλ­λου το­πο­γρα­φι­κού χάρ­τη της χώ­ρας, σε κλί­μα­κα 1εκ./200μέτ., που εκτε­λέ­στη­καν σε δύο χρο­νι­κούς κύ­κλους (1846-1854 και 1865-1883). Η νέα χαρ­το­γρά­φη­ση του Βελ­γί­ου εί­χε ολο­κλη­ρω­θεί όταν στην Αθή­να δια­τυ­πώ­νο­νταν αρ­γό­συρ­τα (εκ πα­ρα­δό­σε­ως) αντι­κρουό­με­νοι προ­βλη­μα­τι­σμοί για τη δη­μιουρ­γία χαρ­το­γρα­φι­κής υπη­ρε­σί­ας, με­τά την εν­σω­μά­τω­ση της Θεσ­σα­λί­ας και τη χά­ρα­ξη των νέ­ων συ­νό­ρων. Ο χάρ­της του ελ­λη­νι­κού βα­σι­λεί­ου των πρώ­των συ­νό­ρων ―του γαλ­λι­κού Dépôt― ήταν ήδη μια γε­νιά πα­λιό­τε­ρος (1852) και 10 φο­ρές μι­κρό­τε­ρης κλί­μα­κας (1εκ./2χλμ.) από τον νέο χάρ­τη του Βελ­γί­ου (1εκ./200μέτ.), ο οποί­ος απο­τε­λεί και σή­με­ρα αντι­κεί­με­νο δη­μό­σιων φρο­ντί­δων και θαυ­μα­σμού. Στο ελ­λη­νι­κό κρά­τος, πα­ρά τις συ­νταγ­μα­τι­κές επι­δό­σεις του, η ανά­γκη απει­κο­νι­στι­κής τά­ξης άρ­γη­σε πο­λύ να συ­νει­δη­το­ποι­η­θεί και όταν αυ­τό συ­νέ­βη υπο­χρε­ω­τι­κά το τε­λευ­ταίο τέ­ταρ­το του 19ου αιώ­να, λό­γω της εν­σω­μά­τω­σης της Θεσ­σα­λί­ας, οι διε­θνείς αντα­γω­νι­σμοί ήταν τέ­τοιοι που δη­μιούρ­γη­σαν μια χαρ­το­γρα­φι­κή αμη­χα­νία και σύγ­χυ­ση οδη­γώ­ντας σε αντι­λη­πτι­κές στρε­βλώ­σεις πε­ρί των χαρ­τών εν γέ­νει. Όμως ―και για τα ‘του Καί­σα­ρος...’― σε αντί­θε­ση με τη χαρ­το­γρα­φι­κή υπε­ρο­χή των Βέλ­γων, δη­λα­δή στον τε­χνο­λο­γι­κό πο­λι­τι­σμό, οι Έλ­λη­νες υπερ­τε­ρού­σαν στον νο­μι­κό και μά­λι­στα αβί­α­στα... Πριν το πρώ­το βελ­γι­κό σύ­νταγ­μα του 1831 ―χρο­νιά ίδρυ­σης του κρά­τους και της χαρ­το­γρα­φι­κής του υπη­ρε­σί­ας― οι ζω­η­ροί Έλ­λη­νες εί­χαν ήδη συ­ντά­ξει δύο συ­ντάγ­μα­τα, του 1822 και του 1827, πριν το τρί­το τους το 1844 και τα πο­λυά­ριθ­μα μέ­χρι το 1970, τό­τε που οι Βέλ­γοι μό­λις έκα­ναν την πρώ­τη συ­νταγ­μα­τι­κή τους με­ταρ­ρύθ­μι­ση με­τά το 1831. Ίσως η ιστο­ρία του Βελ­γί­ου να μη δη­μιουρ­γού­σε τις συ­νταγ­μα­τι­κές ανά­γκες που δη­μιουρ­γού­σε η ανή­συ­χη ιστο­ρία της Ελ­λά­δας και οι πα­τρο­πα­ρά­δο­τες νο­μο­πα­ρα­σκευα­στι­κές ικα­νό­τη­τες των Ελ­λή­νων. Όμως η χαρ­το­γρα­φι­κή και τε­χνο­λο­γι­κή του υπε­ρο­χή κα­θό­λου δεν το βο­ή­θη­σε να αυ­ξή­σει τη γε­ω­γρα­φι­κή του επι­κρά­τεια από το 1831 μέ­χρι σή­με­ρα, ενώ ο πλη­θυ­σμός του αυ­ξή­θη­κε μό­νο κα­τά 3 φο­ρές από τό­τε. Αντί­θε­τα οι Έλ­λη­νες ―στο ίδιο διά­στη­μα― με ση­μα­ντι­κά λι­γό­τε­ρα χαρ­το­γρα­φι­κά και τε­χνο­λο­γι­κά επι­τεύγ­μα­τα αύ­ξη­σαν τη γε­ω­γρα­φι­κή τους επι­κρά­τεια κα­τά 3 φο­ρές και τον πλη­θυ­σμό της χώ­ρας κα­τά 15. Χω­ρίς την τε­χνο­λο­γι­κή ―χαρ­το­γρα­φι­κή και κτη­μα­το­λο­γι­κή― πα­ρά­δο­ση και επι­μέ­λεια του Βελ­γί­ου, η Ελ­λά­δα εί­ναι σή­με­ρα 4 φο­ρές με­γα­λύ­τε­ρη σε έκτα­ση και με σχε­δόν τον ίδιο πλη­θυ­σμό, όταν το 1831 ήταν 5,5 φο­ρές μι­κρό­τε­ρος εκεί­νου του Βελ­γί­ου. Ίσως για αυ­τό ο τε­χνι­κός πο­λι­τι­σμός, τα έρ­γα υπο­δο­μής με το κτη­μα­το­λό­γιο, οι χαρ­το­γρα­φή­σεις και οι βιο­μη­χα­νι­κές επα­να­στά­σεις, στα οποία επέν­δυε με υπο­μο­νή η Ευ­ρώ­πη τον 19ο αιώ­να, δεν συ­γκι­νού­σαν τους ανυ­πό­μο­νους Έλ­λη­νες. Η κλί­ση τους ήταν προς τις πα­τρο­πα­ρά­δο­τες δυ­να­μι­κές ιδε­ο­λο­γι­κές και δι­χα­στι­κές τους αντι­πα­ρα­θέ­σεις στις οποί­ες εξα­ντλού­σαν ―μα­ζί με τη νο­μο­θε­τι­κή τους δει­νό­τη­τα― τη ζω­τι­κό­τη­τά τους, χω­ρίς να εμπο­δί­ζε­ται η εδα­φι­κή επέ­κτα­ση της χώ­ρας και ο πλη­θυ­σμια­κός τους πολ­λα­πλα­σια­σμός. Αρ­κε­τά λοι­πόν με τα χαρ­το­γρα­φι­κά επι­τεύγ­μα­τα του συ­νο­μή­λι­κου βελ­γι­κού κρά­τους, που άλ­λω­στε με­τά τον Λε­ο­πόλ­δο Α΄ πή­ρε και τον κα­κό δρό­μο της αποι­κιο­κρα­τί­ας με τον διά­δο­χό του, τον Β΄, του οποί­ου τα εν­θυ­μη­τι­κά αγάλ­μα­τα απει­λού­νται σή­με­ρα στις Βρυ­ξέλ­λες και αλ­λού.

Ας επα­νέλ­θου­με λοι­πόν στα δι­κά μας, την πε­ρί­ο­δο που οι Έλ­λη­νες βρί­σκο­νταν ήδη στο β΄ μι­σό της δεύ­τε­ρης με­τά το 1821 ‘χαρ­το­γρα­φι­κής πε­ριό­δου’ τους (1850-1880). Τό­τε που ο Αλέ­ξαν­δρος Κου­μουν­δού­ρος, ως «συν­δια­μορ­φω­τής της πε­ριό­δου», στα 39 του στο υπουρ­γείο Οι­κο­νο­μι­κών, αν και ‘πα­λαιάς κο­πή­ς’ πο­λι­τι­κός χω­ρίς ευ­ρω­παϊ­κές προ­σλαμ­βά­νου­σες, εί­ναι ο πρώ­τος που θα προ­σπα­θή­σει για τα ανα­γκαία τε­χνι­κά έρ­γα υπο­δο­μών· τα χα­μέ­να μέ­χρι τό­τε από τον ορί­ζο­ντα του ελ­λη­νι­κού κρά­τους και του πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος. Διε­τέ­λε­σε δέ­κα φο­ρές πρω­θυ­πουρ­γός από το 1865 μέ­χρι το 1882, κα­τά τις δύο δε­κα­ε­τί­ες του 1860 και 1870, των εί­κο­σι και δε­κα­ε­πτά κυ­βερ­νή­σε­ων αντί­στοι­χα. Τό­τε (1865) εμ­φα­νί­ζε­ται στο πο­λι­τι­κό σκη­νι­κό και ο δι­πλω­μά­της Χα­ρί­λα­ος Τρι­κού­πης στα 33 του, με ση­μα­ντι­κές ευ­ρω­παϊ­κές εμπει­ρί­ες αυ­τός. Έμελ­λε να ανα­δει­χτεί ως ο βα­σι­κός συ­νε­χι­στής του πρώ­ι­μου εκ­συγ­χρο­νι­σμού στο β΄ μι­σό του 19ου αιώ­να. Συ­νερ­γά­της του Κου­μουν­δού­ρου στην αρ­χή, πο­λι­τεύ­τη­κε ανε­ξάρ­τη­τα (1868-1872) με βά­ση τις αρ­χές δια­κυ­βέρ­νη­σης που έθε­σε το 1867 και προ­έ­βα­λε στις εκλο­γές του 1872, συμ­με­τέ­χο­ντας με δι­κό του σχη­μα­τι­σμό και ση­μα­ντι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες της επο­χής. Κύ­ρια ζη­τού­με­να του τρι­κου­πι­κού σχε­δί­ου η συ­νταγ­μα­τι­κή τά­ξη, το ευ­ρω­παϊ­κό πρό­τυ­πο και η συ­νερ­γα­σία με τις με­γά­λες ευ­ρω­παϊ­κές χώ­ρες για τη με­γέ­θυν­ση της πα­ρα­γω­γής και την ανά­πτυ­ξη των υλι­κών αγα­θών, στον από­η­χο της Β΄ βιο­μη­χα­νι­κής επα­νά­στα­σης. Πα­ρά τη με­γά­λη προ­σπά­θεια του Κου­μουν­δού­ρου για την ει­σα­γω­γή των τε­χνι­κών έρ­γων υπο­δο­μής στην αντί­λη­ψη και λο­γι­κή του πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος ―αυ­τό αντέ­δρα­σε βέ­βαια μα­χη­τι­κά, κα­τά τα πα­τρο­πα­ρά­δο­τα― η ανα­πτυ­ξια­κή (το­πο­γρα­φι­κή) χαρ­το­γρά­φη­ση και το κτη­μα­το­λό­γιο δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στην ύλη της πο­λι­τι­κής των ανα­γκαί­ων τε­χνι­κών υπο­δο­μών, σε αντί­θε­ση με τη σχε­τι­κή ευ­ρω­παϊ­κή πρα­κτι­κή της επο­χής. Πα­ρά­δειγ­μα τέ­τοιας πρα­κτι­κής ήταν η υπο­δειγ­μα­τι­κή γερ­μα­νι­κή το­πο­γρα­φι­κή χαρ­το­γρά­φη­ση της Ατ­τι­κής (γνω­στή ως του Kaupert), σε κλί­μα­κα 1εκ./250μέτ., που άρ­χι­σε το 1875, τη χρο­νιά της έναρ­ξης του ρω­σο­τουρ­κι­κού πο­λέ­μου και της επι­στρά­τευ­σης για το ανα­ζω­πυ­ρω­μέ­νο Θεσ­σα­λι­κό ζή­τη­μα, τρί­τη φο­ρά με­τά την άγο­νη εξέ­γερ­ση του 1841, κα­τά τον τουρ­κο­αι­γυ­πτια­κό πό­λε­μο, και την εφή­με­ρη ει­σβο­λή του 1854, κα­τά τον Κρι­μαϊ­κό πό­λε­μο. Οι Γερ­μα­νοί ―κα­λε­σμέ­νοι του νε­οϊ­δρυ­μέ­νου γερ­μα­νι­κού Αρ­χαιο­λο­γι­κού Ιν­στι­τού­του Αθη­νών (1874)― χαρ­το­γρα­φούν συ­στη­μα­τι­κά την Ατ­τι­κή, σχε­δόν επί ει­κο­σα­ε­τία, μέ­χρι τις αρ­χές της τε­λευ­ταί­ας δε­κα­ε­τί­ας του 19ου αιώ­να, ενώ οι χάρ­τες τους εκ­δί­δο­νται σε φά­σεις μέ­χρι τις αρ­χές του 20ού. Εί­ναι τέ­τοια η ποιό­τη­τά τους, ώστε κα­τά τα έτη 1926-1928 η Γε­ω­γρα­φι­κή Υπη­ρε­σία Στρα­τού θα με­γε­θύ­νει τα γερ­μα­νι­κά φύλ­λα κα­τά 20% (στην κλί­μα­κα 1 εκ./200 μέτ.), με τη σχε­τι­κή επι­και­ρο­ποί­η­ση του πε­ριε­χο­μέ­νου τους, και θα εκ­δώ­σει σε 31 φύλ­λα τον χάρ­τη της Ατ­τι­κής.

H Αθήνα του 1878 απεικονίζεται στο φύλλο χάρτη με τίτλο ‘Athen mit Umgebung’ (Aθήνα με Περίχωρα) του Γερμανού στρατιωτικού χαρτογράφου Kaupert, σε κλίμακα 1:12.500 (1εκ./125μέτ.). Ο χάρτης βασίστηκε στην τοπογραφική αποτύπωση του 1875, κατά παραγγελία του νεοϊδρυμένου γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτο Αθηνών (1874) και εκτυπώθηκε στη Γερμανία. Στον χάρτη έχει προστεθεί το τριγωνομετρικό δίκτυο (πράσινο) που ιδρύθηκε και μετρήθηκε τότε από τους Γερμανούς, για τη χαρτογράφηση του κέντρου των Αθηνών, με κεντρικό σημείο το Αστεροσκοπείο και τη ‘βάση’ του τριγωνισμού μετρημένη σε ευθύγραμμο τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής Θησείου-Πειραιά. Πηγή: Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης ΑΠΘ. Προσαρμογή του δικτύου στον χάρτη: CartoGeoLab ΑΠΘ.
H Αθήνα του 1878 απεικονίζεται στο φύλλο χάρτη με τίτλο ‘Athen mit Umgebung’ (Aθήνα με Περίχωρα) του Γερμανού στρατιωτικού χαρτογράφου Kaupert, σε κλίμακα 1:12.500 (1εκ./125μέτ.). Ο χάρτης βασίστηκε στην τοπογραφική αποτύπωση του 1875, κατά παραγγελία του νεοϊδρυμένου γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτο Αθηνών (1874) και εκτυπώθηκε στη Γερμανία. Στον χάρτη έχει προστεθεί το τριγωνομετρικό δίκτυο (πράσινο) που ιδρύθηκε και μετρήθηκε τότε από τους Γερμανούς, για τη χαρτογράφηση του κέντρου των Αθηνών, με κεντρικό σημείο το Αστεροσκοπείο και τη ‘βάση’ του τριγωνισμού μετρημένη σε ευθύγραμμο τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής Θησείου-Πειραιά. Πηγή: Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης ΑΠΘ. Προσαρμογή του δικτύου στον χάρτη: CartoGeoLab ΑΠΘ.

Την τριε­τία 1873-1876 κα­τα­σκευά­ζε­ται και εκ­δί­δε­ται στη Βιέν­νη, από το αυ­στρια­κό και­σα­ρο­βα­σι­λι­κό στρα­τιω­τι­κό Γε­ω­γρα­φι­κό Ιν­στι­τού­το, το­πο­γρα­φι­κός πα­ρά­γω­γος πο­λύ­φυλ­λος χάρ­της της κε­ντρι­κής Ευ­ρώ­πης και των Βαλ­κα­νί­ων, o λε­γό­με­νος ‘πρό­χει­ρο­ς’ ή ‘του Scheda’, σε κλί­μα­κα 1εκ./3χλμ. Τα (τε­τρά­γω­να) φύλ­λα του απει­κο­νί­ζουν πε­ριο­χές βο­ρεί­ως των πρώ­των ελ­λη­νι­κών συ­νό­ρων προς τη Θεσ­σα­λία και Ήπει­ρο ―όπως χα­ρά­χτη­καν στον χάρ­τη του Dépôt (1852). Ο αυ­στρια­κός αυ­τός χάρ­της έχει με­γά­λη ση­μα­σία για τις χαρ­το­γρα­φι­κές εξε­λί­ξεις στη διευ­ρυ­μέ­νη Ελ­λά­δα, με­τά το Συ­νέ­δριο του Βε­ρο­λί­νου (1878). Όμως τους Έλ­λη­νες της δε­κα­ε­τί­ας 1870-1880 συ­γκι­νούν πε­ρισ­σό­τε­ρο οι ‘ιδε­ο­λο­γι­κοί’ εθνο­γρα­φι­κοί και εθνο­κρα­τι­κοί (θε­μα­τι­κοί) χάρ­τες, ως χαρ­το­γρα­φι­κό πρε­λού­διο των διε­θνών γε­γο­νό­των που θα κα­τα­λή­ξουν με­τά το Βε­ρο­λί­νο στην εν­σω­μά­τω­ση της Θεσ­σα­λί­ας το 1881. Ση­μα­ντι­κό ρό­λο σε αυ­τό θα παί­ξει το διε­θνές κύ­ρος του γε­ω­γρά­φου Heinrich Kiepert και η επιρ­ροή που θα του ασκή­σει ο Πα­παρ­ρη­γό­που­λος, στο πλαί­σιο των δρα­στη­ριο­τή­των του αθη­ναϊ­κού Συλ­λό­γου προς Διά­δο­σιν των Ελ­λη­νι­κών Γραμ­μά­των. Στο έρ­γο του Kiepert πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ο Άτλας της Ελ­λά­δας (1871) και ο ση­μα­ντι­κός δί­φυλ­λος χάρ­της της Θεσ­σα­λί­ας και Ηπεί­ρου (1871), σε κλί­μα­κα 1εκ./5χλμ. Ο δε­κα­πε­ντά­φυλ­λος χάρ­της του 1872, Το­πο­γρα­φι­κός Ιστο­ρι­κός Άτλας της Ελ­λά­δος και οι Ελ­λη­νι­κές Αποι­κί­ες, απο­τε­λεί επα­νέκ­δο­ση του έρ­γου του 1846 σε 24 φύλ­λα. Οι δύο πα­ρά­γω­γοι ―και με­γε­θυ­μέ­νοι― χάρ­τες του 1878 που εκ­δό­θη­καν στην Αθή­να, σε ιδιω­τι­κό τυ­πο­γρα­φείο, φαί­νε­ται να βα­σί­ζο­νται στους χάρ­τες του στρα­τιω­τι­κού Γε­ω­γρα­φι­κού Ιν­στι­τού­του της Βιέν­νης και του Kiepert: τα τέσ­σε­ρα φύλ­λα του Γε­νι­κού Επι­τε­λεί­ου, σε με­γε­θυ­μέ­νη κλί­μα­κα 1εκ./4,2χλμ., με απει­κο­νί­σεις της Ηπεί­ρου, Θεσ­σα­λί­ας, Μα­κε­δο­νί­ας και ο οκτά­φυλ­λος Πί­ναξ της Με­σημ­βρι­νής Ηπεί­ρου και Θεσ­σα­λί­ας του αυ­το­δί­δα­κτου χαρ­το­γρά­φου Μι­χα­ήλ Χρυ­σο­χό­ου, σε με­γε­θυ­μέ­νη κλί­μα­κα 1εκ./2χλμ. Η Θεσ­σα­λία θα αλ­λά­ξει ορι­στι­κά τους όρους για τη συ­νει­δη­το­ποί­η­ση από το ελ­λη­νι­κό κρά­τος (το πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα και το στρά­τευ­μα που το επη­ρε­ά­ζει) της επεί­γου­σας ανά­γκης μιας επι­τέ­λους επι­στη­μο­νι­κής χαρ­το­γρά­φη­σης ―όχι βέ­βαια και αυ­τό με ευ­κο­λία.

Τα τέσσερα φύλλα της μεγεθυμένης (παράγωγου) σειράς ‘Γενικόν Επιτελείον 1878’ (Ήπειρος–Μακεδονία, Μακεδονία, Ήπειρος, Θεσσαλία) σε κλίμακα 1:420000 (1εκ./4,2χλμ.). Πηγή: Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού. Σύνθεση φύλλων-χρωμάτισμός συνόρων: Ε.Λ. (βλ. βιβλιογραφία, Ε. Λιβιεράτος, 2020).
Τα τέσσερα φύλλα της μεγεθυμένης (παράγωγου) σειράς ‘Γενικόν Επιτελείον 1878’ (Ήπειρος–Μακεδονία, Μακεδονία, Ήπειρος, Θεσσαλία) σε κλίμακα 1:420000 (1εκ./4,2χλμ.). Πηγή: Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού. Σύνθεση φύλλων-χρωμάτισμός συνόρων: Ε.Λ. (βλ. βιβλιογραφία, Ε. Λιβιεράτος, 2020).

Το προ­οί­μιο της τρί­της ‘χαρ­το­γρα­φι­κής πε­ριό­δου’ (1880-1910) με­τά το 1821 αρ­χί­ζει στη Θεσ­σα­λία, την Ελ­λά­δα με­τα­ξύ δύο συ­νό­ρων και διε­πα­φή με την Ήπει­ρο και τη Μα­κε­δο­νία· οι γε­ω­γρα­φι­κές φι­λο­δο­ξί­ες της χώ­ρας έχουν γί­νει τώ­ρα με­γα­λύ­τε­ρες. Όμως, θα συ­νε­χί­σει άρα­γε και με­τά την εν­σω­μά­τω­ση της Θεσ­σα­λί­ας να ισχύ­ει ο αφο­ρι­σμός του Μι­χα­ήλ Χρυ­σο­χό­ου για την κα­τά­στα­ση της χαρ­το­γρα­φί­ας στην Ελ­λά­δα της επο­χής; Η δια­τύ­πω­ση εί­ναι του 1879:

H έκ­δο­σις χάρ­του εν Ελ­λά­δι, όπου, ως γνω­στόν, πά­ντα εί­ναι ελ­λι­πή και δυ­σέ­φι­κτα, δι­καί­ως φαί­νε­ται έρ­γον πα­ρά­βο­λον και εις απο­τυ­χί­αν κα­τα­δε­δι­κα­σμέ­νον. Η ανε­πάρ­κεια των επι­στη­μο­νι­κών ημών γνώ­σε­ων και η ευ­τέ­λεια των μέ­σων ευ­λό­γως εμ­βάλ­λου­σιν εις αμη­χα­νί­αν και εις δι­σταγ­μούς πά­ντα έχο­ντα αί­σθη­σιν των δυ­σχε­ρειών και συ­νεί­δη­σιν.

Τα οκτώ φύλλα του μεγεθυμένου (παράγωγου) χάρτη ‘Πίναξ της Μεσημβρινής Ηπείρου και Θεσσαλίας’ του Μιχ. Χρυσοχόου (1878) σε κλίμακα 1:200000 (1εκ./2χλμ.). Πηγή: Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης ΑΠΘ.
Τα οκτώ φύλλα του μεγεθυμένου (παράγωγου) χάρτη ‘Πίναξ της Μεσημβρινής Ηπείρου και Θεσσαλίας’ του Μιχ. Χρυσοχόου (1878) σε κλίμακα 1:200000 (1εκ./2χλμ.). Πηγή: Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης ΑΠΘ.


Χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν ως βι­βλιο­γρα­φία

G. Finlay. History of the Greek Revolution. Vol. II. Edinburgh & London, William Blackwood & Sons, 1861.
S. A. Papadopoulos. «Capitaine Peytier: Mémoire sur la Grèce». Ερα­νι­στής, 51[-52], Ιούν.-Αύγ. 1971, σσ. 121-164.

Ε. Λι­βιε­ρά­τος. «Σχό­λια πε­ρί την χαρ­το­γρα­φία, τους χάρ­τες και τις ελ­λη­νι­κές τους ‘πε­ρι­πλο­κέ­ς’». Γε­ω­γρα­φί­ες, Τεύ­χος 1. Αθή­να, Εξά­ντας 2001, σσ. 56-72.
G. Hering. Τα πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα στην Ελ­λά­δα 1821-1936. Τομ. Α’, ΜΙΕΤ 2004. ISBN 978-960-250-315-7.
E. Witte, J. Craeybeckx, A. Meynen. Political history of Belgium: from 1830 onwards. Brussels, Academic & Scientific Publishers, 2009. ISBN 978-90-5487-517-8.

Ε. Λι­βιε­ρά­τος. Χώ­ρας Χαρ­τών Γρά­φειν. Με αφορ­μή τα 130 χρό­νια της Γε­ω­γρα­φι­κής Υπη­ρε­σί­ας Στρα­τού. Θεσ­σα­λο­νί­κη, Βι­βλιο­θή­κη & Κέ­ντρο Πλη­ρο­φό­ρη­σης ΑΠΘ, 2020. ISBN 978-960-243-722-3.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: