Το παραμύθι, το όνειρο και ο μαγικός ρεαλισμός

Φωτ. Γιάννης & Μιχάλης Κατούφας
Φωτ. Γιάννης & Μιχάλης Κατούφας

Αν ανα­λο­γι­στού­με τις δια­δρο­μές που έχει χα­ρά­ξει η ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία τα τε­λευ­ταία σα­ρά­ντα χρό­νια και εξε­τά­σου­με τις επιρ­ρο­ές που έχει δε­χτεί από τη λο­γο­τε­χνία του φα­ντα­στι­κού, δεν μπο­ρού­με πα­ρά να μεί­νου­με, πλην ελα­χί­στων εξαι­ρέ­σε­ων, σε ό,τι ση­μαί­νει η λέ­ξη «επιρ­ροή»: με­τα­βί­βα­ση κά­ποιων στοι­χεί­ων ή πα­ρα­μέ­τρων από έναν ισχυ­ρό­τε­ρο προς έναν ασθε­νέ­στε­ρο πό­λο, όχι, όμως, και συ­γκρό­τη­ση ενός πό­λου ικα­νού να ει­ση­γη­θεί έναν και­νούρ­γιο, αυ­το­τε­λή δρό­μο. Οι ιστο­ρί­ες που δι­η­γού­νται οι συγ­γρα­φείς της με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής πε­ριό­δου στο πλαί­σιο της λο­γο­τε­χνί­ας του φα­ντα­στι­κού δεν ανή­κουν ακρι­βώς σε υπερ­βα­τι­κούς κό­σμους, δεν απο­κα­λύ­πτουν ακρι­βώς υπέρ­γειους τό­πους, δεν απε­λευ­θε­ρώ­νουν ακρι­βώς μορ­φές του Κα­κού και του ερέ­βους: εί­ναι, από τη μια με­ριά, ιστο­ρί­ες της κοι­νής πεί­ρας και της τύρ­βης της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, που απο­κτούν αίφ­νης μιαν υπερ­βα­τι­κή ή υπερ­λο­γι­κή διά­στα­ση, κι εί­ναι, από την άλ­λη πλευ­ρά, όταν οι ήρω­ες και οι κα­τα­στά­σεις τους έχουν όντως απο­δρά­σει από το κα­θη­με­ρι­νό, ιστο­ρί­ες που δεν αρ­νού­νται τις συμ­βά­σεις και την ει­κο­νο­ποι­ία του ρε­α­λι­σμού. Πα­ρό­λα αυ­τά, σπα­νί­ως στη λο­γο­τε­χνία του φα­ντα­στι­κού έχου­με κα­θα­ρά και συ­μπα­γή με­γέ­θη ενώ επί της ου­σί­ας εί­ναι αδύ­να­τη η κα­θιέ­ρω­ση οιασ­δή­πο­τε τυ­πο­λο­γί­ας. Και υπό αυ­τή την έν­νοια εί­ναι ίσως προ­τι­μό­τε­ρο να μι­λά­με λι­γό­τε­ρο για ένα λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος και πε­ρισ­σό­τε­ρο για έναν λο­γο­τε­χνι­κό τρό­πο. Υπάρ­χει, πα­ρό­λα αυ­τά, ένα δε­δο­μέ­νο της λο­γο­τε­χνί­ας του φα­ντα­στι­κού που ενώ­νει στε­νό­τε­ρα τους έλ­λη­νες συγ­γρα­φείς του φα­ντα­στι­κού. Ο λό­γος εί­ναι για τον μα­γι­κό ρε­α­λι­σμό που κα­τά­φε­ρε με­τά την επι­κρά­τη­σή του κα­τά τη δε­κα­ε­τία του 1940 στην πε­ζο­γρα­φία της Λα­τι­νι­κής Αμε­ρι­κής να κα­τα­κτή­σει βαθ­μιαία όλη τη λο­γο­τε­χνι­κή υδρό­γειο. Ο μα­γι­κός ρε­α­λι­σμός θέ­λει να ανι­χνεύ­σει, σύμ­φω­να με τα κε­λεύ­σμα­τα της μή­τρας από την οποία προ­έρ­χε­ται, τις αδιό­ρα­τες όψεις της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, εί­τε για να τρο­μά­ξει και να φο­βη­θεί από τα κρυ­φά της όπλα εί­τε για να αντλή­σει ελ­πί­δα από τις εν υπνώ­σει ανα­γεν­νη­τι­κές της δυ­να­τό­τη­τες. Οι ει­κό­νες και οι μορ­φές του μα­γι­κού ρε­α­λι­σμού πα­ρα­μέ­νουν, εντού­τοις, πά­ντο­τε προσ­δε­δε­μέ­νες στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα και από την άπο­ψη αυ­τή κα­τα­λα­βαί­νου­με αμέ­σως για­τί έχει απο­τε­λέ­σει οι­κείο έδα­φος για τους έλ­λη­νες συγ­γρα­φείς. Και όταν, όμως, έχου­με προ οφθαλ­μών έναν αμι­γέ­στε­ρο ρε­α­λι­σμό, τον πα­ρα­κο­λου­θού­με να λει­τουρ­γεί επί τη βά­σει μιας σει­ράς προ­ω­θη­μέ­νων τε­χνι­κών αντλη­μέ­νων από το οπλο­στά­σιο του μο­ντερ­νι­σμού και του με­τα­μο­ντερ­νι­σμού: πολ­λα­πλοί αφη­γη­μα­τι­κοί χρό­νοι, συ­στέ­γα­ση δια­φο­ρε­τι­κών τό­πων και επο­χών, προ­ε­ξαγ­γε­λί­ες και ανα­δρο­μές, πο­λυ­προ­σω­πία και πο­λυ­φω­νία, κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νος χώ­ρος και χρό­νος, αλ­ληο­α­ναι­ρού­με­νες ή υπό συ­νε­χή τρο­πο­ποί­η­ση πλο­κές, ελ­λει­πτι­κή ανά­πτυ­ξη της δρά­σης, ανά­μει­ξη του δρα­μα­τι­κού με το γκρο­τέ­σκο, παι­χνί­δια με τη λαϊ­κή το­πιο­γρα­φία, τους λαϊ­κούς ομι­λη­τές, τους λαϊ­κούς θρύ­λους, το πα­ρα­μύ­θι και τις το­πι­κές πα­ρα­δό­σεις, δο­κι­μια­κές ασκή­σεις και ποι­η­τι­κό ύφος, θε­α­τρι­κοί μο­νό­λο­γοι, πα­ρώ­δη­ση κοι­νω­νι­κών γλωσ­σών και ιδιω­μά­των, συ­νειρ­μι­κές και ονει­ρι­κές υπο­βο­λές, κα­τά­λο­γοι ονο­μά­των και, τέ­λος, δια­κει­με­νι­κό και ει­δο­λο­γι­κό pastiche.

Αυ­τό εί­ναι το γε­νι­κό πλαί­σιο μέ­σα στο οποίο πρέ­πει να υπο­δε­χθού­με τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και τα δι­η­γή­μα­τα του Νί­κου Χου­λια­ρά, που θα μας ανοί­ξουν πά­ραυ­τα τον δρό­μο για τον κό­σμο του πα­ρα­μυ­θιού, του ονεί­ρου και του μα­γι­κού ρε­α­λι­σμού, στο πλαί­σιο μια οιο­νεί λο­γο­τε­χνί­ας του φα­ντα­στι­κού. Ο Λού­σιας (1979), το πρώ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα θα πα­ρα­μεί­νει από αυ­τή την άπο­ψη εμ­βλη­μα­τι­κό για ολό­κλη­ρη την πε­ζο­γρα­φία του. Τα πα­ρα­μύ­θια, όμως, και τα όνει­ρα του Χου­λια­ρά εκ­κι­νούν πά­ντο­τε από έναν σκο­τει­νό πυ­ρή­να, χω­ρίς εν συ­νε­χεία να τον απα­λεί­ψουν πο­τέ από το εσω­τε­ρι­κό τους, ακό­μα κι αν έχουν κα­τορ­θώ­σει στο με­τα­ξύ να τον πε­ριο­ρί­σουν δρα­στι­κά. Τον πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο στον Λού­σια θα επω­μι­στεί ένα παι­δί με πε­ριο­ρι­σμέ­νες νοη­τι­κές ικα­νό­τη­τες. Αντί για ελάτ­τω­μα, ωστό­σο, η φυ­σι­κή αυ­τή αδυ­να­μία θα εξε­λι­χθεί σχε­δόν αμέ­σως σε προ­τέ­ρη­μα. Απαλ­λαγ­μέ­νος από τους σι­δε­ρέ­νιους νό­μους του κα­θη­με­ρι­νού ορ­θο­λο­γι­σμού, από τα ασφυ­κτι­κά δε­σμά των λο­γι­κών ακο­λου­θιών του, ο μι­κρός Λού­σιας θα θέ­σει τα πιο απρό­σμε­να ερω­τή­μα­τα σε όσους θα τον πλη­σιά­σουν, στέλ­νο­ντας στο πυρ το εξώ­τε­ρον κά­θε βε­βαιό­τη­τα και πα­ρα­δο­χή. Τί­πο­τε δεν εί­ναι αυ­το­νό­η­το στον χρό­νο και τον χώ­ρο του Λού­σια, που κι­νεί­ται με με­γά­λες, αιφ­νι­δια­στι­κές δρα­σκε­λιές στο το­πίο της Ηπεί­ρου. Μέ­σα από έναν στα­κά­το λό­γο με λαϊ­κή άρ­θρω­ση και εκ­φο­ρά, λό­γο ο οποί­ος θα δια­τη­ρή­σει στα­θε­ρά την προ­φο­ρι­κό­τη­τά του σε όλη τη διάρ­κεια της αφή­γη­σης, η κοι­νή λο­γι­κή κά­νει χα­ρού­με­νη φτε­ρά από τον νου όχι μό­νο των πα­ρα­λο­γι­σμέ­νων αλ­λά και των γνω­στι­κών του Λού­σια την ώρα που ο δαι­μό­νιος πι­τσι­ρι­κάς θα με­τα­μορ­φώ­σει την πνευ­μα­τι­κή του δυ­σκι­νη­σία και την αφέ­λεια των αι­σθη­μά­των του σε απε­λευ­θε­ρω­τι­κή αθω­ό­τη­τα: σε μια δύ­να­μη πρό­σκρου­σης η οποία απο­δε­σμεύ­ει τις δη­μιουρ­γι­κές του δυ­νά­μεις, θε­ρα­πεύ­ο­ντας τη δια­νοη­τι­κή δια­τα­ρα­χή δια της προ­σφυ­γής στην υπερ­βα­τι­κή γλώσ­σα της φα­ντα­σί­ας και του ονεί­ρου.
Τον Λού­σια θα ακο­λου­θή­σουν πλή­θος βι­βλία: η νου­βέ­λα Μια ιστο­ρία του μα­κρύ χει­μώ­να (1990), οι συλ­λο­γές δι­η­γη­μά­των Το μπα­κα­κόκ (1981), Το άλ­λο μι­σό (1987), Η μέ­σα βρο­χή (1991), Μια μέ­ρα πριν δυο μέ­ρες με­τά (1997) και Νε­ρό στο πρό­σω­πο (2005) και τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα Ζωή την άλ­λη φο­ρά (1985), Στο σπί­τι του εχθρού μου (1995) και Το ερ­γα­στή­ριο του ύπνου (2001). Οι λαϊ­κές ή μάλ­λον οι λαϊ­κό­τρο­πες απο­στρο­φές του λό­γου του Λού­σια, που έλ­κουν την κα­τα­γω­γή από μια μα­κρά λο­γο­τε­χνι­κή πα­ρά­δο­ση, θα επα­νέλ­θουν σε πολ­λά από τα κα­το­πι­νά έρ­γα του Χου­λια­ρά. όχι, όμως, χω­ρίς κά­ποια προ­βλή­μα­τα. Θα μεί­νω στο κυ­ριό­τε­ρο, που εί­ναι η ταυ­τό­τη­τα του αφη­γη­τή από τον οποίο εκ­πο­ρεύ­ε­ται ο λαϊ­κός λό­γος. Συ­χνά δυ­σκο­λευό­μα­στε να τον εντο­πί­σου­με και να τον δια­κρί­νου­με με απο­τέ­λε­σμα να μην μπο­ρού­με (όπως απαι­τεί­ται πά­ντο­τε για τον λαϊ­κό ομι­λη­τή) να εξοι­κειω­θού­με με την προ­σω­πι­κό­τη­τά του, ού­τε να εμπι­στευ­τού­με τα λε­γό­με­νά του, τα οποία θα πα­ρα­μεί­νουν έτσι εν πολ­λοίς αδιά­γνω­στα. Και μο­λο­νό­τι ο αφη­γη­τής του Χου­λια­ρά έχει κα­τά κα­νό­να την τά­ση να πα­ρου­σιά­ζε­ται με αυ­τοει­ρω­νι­κό και αυ­το­σαρ­κα­στι­κό προ­σω­πείο, βιά­ζε­ται σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις να μας προ­κα­τα­λά­βει για όσα πρό­κει­ται να συμ­βούν, χω­ρίς να εί­ναι βέ­βαιο πως τα κα­τα­φέρ­νει να απο­φύ­γει ως το τέ­λος την αι­σθη­μα­το­λο­γία ή ακό­μα και το με­λό­δρα­μα. Εκεί­νο, ωστό­σο, που έχει τη με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σία στην πε­ζο­γρα­φι­κή πα­ρα­γω­γή του Χου­λια­ρά με­τά τον Λού­σια ση­μα­σία στην πε­ζο­γρα­φία του με­τά τον Λού­σια εί­ναι οι τρό­ποι που χρη­σι­μο­ποιεί προ­κει­μέ­νου να χτί­σει το σύ­μπαν του.
Όπου κι αν στα­θού­με στο μή­κος της πα­ρα­γω­γής του, θα δού­με τους ήρω­ες (πε­ρι­θω­ρια­κούς, μπα­ρό­βιους, καλ­λι­τέ­χνες, αλ­λά και παι­διά, γη­ραιές κυ­ρί­ες ή δη­μο­σί­ους υπαλ­λή­λους) να ασφυ­κτιούν μέ­σα στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά τους, δί­νο­ντας έναν επί­μο­νο αγώ­να για την πα­ρά­καμ­ψη και την απο­φυ­γή της. Με ποιον τρό­πο, όμως, δί­νουν αυ­τόν τον αγώ­να; Μα, μέ­νο­ντας με­τέ­ω­ροι με­τα­ξύ φα­ντα­σί­ας και πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, σπεύ­δο­ντας να κρυ­φτούν πί­σω από τη σα­γή­νη του πα­ρα­μυ­θιού ή τρέ­χο­ντας να αρ­πα­χτούν από το όνει­ρό τους, σ’ ένα κλί­μα που δεν εί­ναι μα­κριά από το κλί­μα του μα­γι­κού ρε­α­λι­σμού: ένας μα­γι­κός ρε­α­λι­σμός που δεν απο­κλεί­ε­ται να εμπε­ριέ­χει και μια σω­τή­ρια υπό­σχε­ση ου­το­πί­ας. Και στο πώς ακρι­βώς θα λει­τουρ­γή­σει ένας τέ­τοιος ρε­α­λι­σμός, θα πρω­τα­γω­νι­στή­σουν κι άλ­λα στοι­χεία: οι τό­ποι με την αιχ­μα­λω­τι­στι­κή ενάρ­γεια των ποι­η­τι­κών τους ει­κό­νων και των ει­κα­στι­κών τους χρω­μά­των, η απο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα της δρά­σης με τις αμ­φί­ση­μες ανα­δρο­μές και τις αμ­φί­δρο­μες δια­δρο­μές της, οι αφαι­ρε­τι­κοί διά­λο­γοι, οι ελ­λει­πτι­κοί αφη­γη­μα­τι­κοί χρό­νοι, κα­θώς και οι εξω­τε­ρι­κοί ή οι εσω­τε­ρι­κοί χώ­ροι, των οποί­ων το σχή­μα θα προ­σαρ­μο­στεί στο σχή­μα των ψυ­χι­κών κα­τα­στά­σε­ων που θα υπο­μεί­νουν με τον έναν ή τον άλ­λο τρό­πο οι ήρω­ες.
Μι­λώ­ντας, εντού­τοις, για ψυ­χι­κές κα­τα­στά­σεις, θα χρεια­στεί να αλ­λά­ξου­με κλί­μα­κα και να κα­τε­βού­με στα υπό­γεια του πα­ρα­μυ­θιού και του ονεί­ρου, σε μιαν επι­κρά­τεια όπου οι κρυ­φοί πό­θοι και τα αλό­γι­στα πά­θη συ­να­ντιού­νται με τις πιο μαύ­ρες απει­λές: με τα φί­δια που πο­λιορ­κούν και δη­λη­τη­ριά­ζουν αναι­τί­ως το μυα­λό, με τις οδυ­νη­ρές ψευ­δαι­σθή­σεις που μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει ο χρό­νος ή με γε­γο­νό­τα που προ­κύ­πτουν χω­ρίς κα­μιά προει­δο­ποί­η­ση, ξε­σπώ­ντας ως κε­ραυ­νοί εν αι­θρία επί των κε­φα­λών των αν­θρώ­πων. Ο Χου­λια­ράς δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται τώ­ρα σε κά­ποιες απλώς σπα­ρα­κτι­κά σκι­τσα­ρι­σμέ­νες γε­λοιο­γρα­φί­ες: απο­κα­λύ­πτει σκο­τά­δια βα­ριά και δυ­σοί­ω­να, ανί­κα­να να σα­ρω­θούν από την οποια­δή­πο­τε ου­το­πία. Ανά­με­σά τους ο πα­ρα­λυ­τι­κός τρό­μος του θα­νά­του, τα αν­θρώ­πι­να ρά­κη που πε­ρι­φέ­ρουν επί μα­ταίω τις σκιές τους, η μο­να­ξιά της κα­θα­ρής (αθε­ρά­πευ­της πλέ­ον) πα­ρά­νοιας, αλ­λά και η πα­ρακ­μή ή η από­γνω­ση του έρω­τα (έρω­τα ανεκ­πλή­ρω­του ή ορι­στι­κά πα­γι­δευ­μέ­νου). Και μα­ζί με όλα τα προη­γού­με­να, το έρε­βος που θα ανε­βά­σουν στην επι­φά­νεια οι χρο­νί­ως εγκα­τε­στη­μέ­νες φο­βί­ες και τα δια βί­ου αξε­ρί­ζω­τα συ­μπλέγ­μα­τα. Ο Χου­λια­ράς το δεί­χνει εμ­μέ­σως πλην σα­φώς: το πα­ρα­μύ­θι και το όνει­ρο μπο­ρεί να ευαγ­γε­λί­ζο­νται την κα­τάρ­γη­ση και την απο­τί­να­ξη κά­θε πε­ριο­ρι­στι­κής σύμ­βα­σης, αλ­λά δεν εί­ναι ατυ­χώς σε θέ­ση να δια­σφα­λί­σουν την απο­λύ­τρω­ση ού­τε να εγ­γυ­η­θούν το φρό­νη­μα της ελευ­θε­ρί­ας.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: