Η πεζογραφία του Μάνου Ελευθερίου

Η πεζογραφία του Μάνου Ελευθερίου

Μου­σι­κό θέ­α­τρο και ιστο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα

Θέ­α­τρο, μου­σι­κό θέ­α­τρο και ιστο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα δια­πλέ­κο­νται στε­νά στην πε­ζο­γρα­φία του Μά­νου Ελευ­θε­ρί­ου από πο­λύ νω­ρίς. Στον Και­ρό των χρυ­σαν­θέ­μων (2004) ο θί­α­σος της λα­τρε­μέ­νης από το κοι­νό, αλ­λά και από τους κρι­τι­κούς και τους θε­α­τρώ­νες Ευαγ­γε­λί­ας Πα­ρα­σκευο­πού­λου θα κα­τα­φτά­σει ύστε­ρα από με­γά­λη θα­λασ­σι­νή τα­λαι­πω­ρία στη Σύ­ρο, για να ανε­βά­σει τη Φαύ­στα του Δη­μη­τρί­ου Βερ­ναρ­δά­κη. Το με­γα­λο­α­στι­κό στοι­χείο του νη­σιού, εν­σαρ­κω­μέ­νο στο πνεύ­μα και στους τρό­πους του ζεύ­γους Πι­νά, δεν θα κά­νει τσιγ­γου­νιές ού­τε σε προ­θυ­μία ού­τε σε χρή­μα­τα. Ο Άγ­γε­λος Πι­νάς και η γυ­ναί­κα του Ζε­νή, που αντλούν τα πλού­τη τους από μιαν απαρ­χαιω­μέ­νη επι­χεί­ρη­ση βυρ­σο­δε­ψεί­ου, επι­φυ­λάσ­σουν με­γα­λειώ­δη υπο­δο­χή στην επι­τυ­χη­μέ­νη ηθο­ποιό, πα­ρα­θέ­το­ντάς της ένα κα­θ’ όλα μα­ταιό­δο­ξο τρα­πέ­ζι, όπου τα σου­σού­μια της το­πι­κής κοι­νω­νί­ας θα εκ­δη­λω­θούν με τις γαλ­λι­κές μό­δες της επο­χής. Η στά­ση και οι κι­νή­σεις του ζεύ­γους Πι­νά εί­ναι η ζω­ντα­νή από­δει­ξη μιας πό­λης που γνώ­ρι­σε από πο­λύ νω­ρίς τη λάμ­ψη της αστι­κής με­γα­λο­σύ­νης, για να κα­τα­λή­ξει, ωστό­σο, αρ­κε­τά γρή­γο­ρα στην πα­ρακ­μή και στην πτώ­ση, όταν η αδυ­να­μία των οι­κο­νο­μι­κών της ελίτ να αντα­πο­κρι­θούν στην αλ­λα­γή των όρων της βιο­μη­χα­νί­ας, του εμπο­ρί­ου και της ναυ­τι­λί­ας την πέ­τα­ξε έξω από τον στί­βο. Και να αμέ­σως τι απα­σχο­λεί τον συγ­γρα­φέα: η Ερ­μού­πο­λη του 1896, όπως και η ανά­πλα­ση της θε­α­τρι­κής και της μου­σι­κής ζω­ής σ’ ένα ελ­λη­νι­κό fin de siecle: Άμ­λετ και Μακ­μπέθ, αλ­λά και ει­δή­σεις ή συ­ζη­τή­σεις για τις πα­ρα­στά­σεις της θρυ­λι­κής Σά­ρα Μπερ­νάρ, τις άριες του Ντο­νι­τσέ­τι και του Ρο­σί­νι, τα χο­ρω­δια­κά του Φά­ουστ, τις μα­γι­κές επι­δό­σεις του Κα­ρού­ζο και τα φω­τει­νά αθη­ναϊ­κά θέ­α­τρα. Κι όλα αυ­τά μα­ζί με τις ανα­φο­ρές στις μορ­φές του Πα­λα­μά και του Βερ­ναρ­δά­κη, της Ελέ­νης και του Δη­μη­τρί­ου Κο­το­πού­λη ή του Διο­νυ­σί­ου και της Σο­φί­ας Τα­βου­λά­ρη, που θα συ­νται­ρια­στούν με μια προ­σεγ­μέ­νη ανά­πλα­ση του υλι­κού πο­λι­τι­σμού της αστι­κής τά­ξης: από τα σερ­βί­τσια, τα τρα­πε­ζο­μά­ντι­λα και τα έπι­πλα των κα­θι­στι­κών ώς τους πε­ρί­τε­χνους κα­τα­λό­γους της υψη­λής γα­στρο­νο­μί­ας και τις ετι­κέ­τες των ακρι­βών κρα­σιών. Ο Ελευ­θε­ρί­ου θα αφή­σει πί­σω του το θέ­α­μα ιστο­ρι­κής προ­έ­λα­σης που ορ­γα­νώ­νουν στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά τους άλ­λοι Έλ­λη­νες συγ­γρα­φείς, για να με­τα­μορ­φώ­σει την Ιστο­ρία σε μια θε­α­τρι­κή πα­ρά­στα­ση της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Εκεί­νο το οποίο πά­σχει εμ­φα­νώς εν προ­κει­μέ­νω εί­ναι η οι­κο­νο­μία της αφή­γη­σης. Οι πο­λυά­ριθ­μες πη­γές του συγ­γρα­φέα πα­ρα­μέ­νουν συ­χνά ανα­φο­μοί­ω­τες από τη δρά­ση, παίρ­νο­ντας τη μορ­φή κα­τα­λο­γά­δην πα­ρα­πο­μπών: πα­ρα­πο­μπές που, συ­μπλη­ρω­μέ­νες από την έντο­νη αδυ­να­μία των δια­λό­γων, θα κα­ταρ­ρα­κώ­σουν την ψυ­χο­λο­γι­κή σκια­γρά­φη­ση των ηρώ­ων. Σο­βα­ρή εξαί­ρε­ση, το πρό­σω­πο της Ευαγ­γε­λί­ας Πα­ρα­σκευο­πού­λου, ζω­γρα­φι­σμέ­νο με πολ­λή έπαρ­ση, αλ­λά και τρέ­λα.
Με τη Γυ­ναί­κα που πέ­θα­νε δύο φο­ρές (2006), ο Ελευ­θε­ρί­ου θα κα­τα­πια­στεί με την προ­σω­πι­κό­τη­τα μιας άλ­λης ηθο­ποιού, της Ελέ­νης Πα­πα­δά­κη. Αντι­φα­τι­κή, με πά­μπολ­λες αδιευ­κρί­νι­στες πλευ­ρές (σχε­τί­στη­κε στε­νά με τους Γερ­μα­νούς κα­τα­κτη­τές), κα­θώς και με διά­φο­ρες αγα­θές πρά­ξεις (έσω­σε με τις με­σο­λα­βή­σεις της δε­κά­δες αν­θρώ­πους από τα νύ­χια των να­ζί), αγέ­ρω­χη και συ­νά­μα σνομπ, με πλή­ρη επί­γνω­ση των καλ­λι­τε­χνι­κών της δυ­να­το­τή­των, αλ­λά και κά­πως μα­κριά ή και πέ­ραν του κό­σμου ετού­του, η Πα­πα­δά­κη[1] θα υπο­βά­λει εκ νέ­ου στον ανα­γνώ­στη την ιδέα του ιστο­ρι­κού πα­ρελ­θό­ντος ως θε­α­τρι­κής πα­ρά­στα­σης της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, αλ­λά το μυ­θι­στό­ρη­μα το οποίο την εν­σαρ­κώ­νει θα αντι­με­τω­πί­σει και πά­λι προ­βλή­μα­τα. Ποιες δρα­μα­τουρ­γι­κές ανά­γκες επι­βάλ­λουν άρα­γε στον συγ­γρα­φέα το εύ­ρη­μα μιας Πα­πα­δά­κη η οποία γλι­τώ­νει από τις σφαί­ρες της ΟΠΛΑ (ένο­πλης ορ­γά­νω­σης ασφα­λεί­ας του ΚΚΕ) και μέ­νει ζω­ντα­νή όλα τα επό­με­να χρό­νια, για να γνω­ρι­στεί με έναν για­τρό-ερευ­νη­τή, ο οποί­ος και θα ανα­λά­βει να εξι­στο­ρή­σει τη διά­σω­σή της;[2] 
Η πλο­κή πιέ­ζε­ται να ακο­λου­θή­σει ένα αδρα­νές σχή­μα με πλή­θος απι­θα­νο­λο­γί­ες και λο­γι­κές υπερ­βά­σεις, που χα­λά­νε κά­θε αί­σθη­ση μυ­θο­πλα­στι­κής συ­νο­χής, αλ­λά και θε­α­τρι­κό­τη­τας.
Ηθο­ποιοί κρα­τούν τα ηνία της δρά­σης (αυ­τή τη φο­ρά ως πο­λυώ­νυ­μος και αει­κί­νη­τος θί­α­σος) και στο Πριν απ’ το ηλιο­βα­σί­λε­μα (2011), το οποίο μο­λο­νό­τι περ­νά­ει μέ­σα από τα με­γα­λύ­τε­ρα σκη­νι­κά ονό­μα­τα του δεύ­τε­ρου μι­σού του δέ­κα­του ένα­του αιώ­να, για να φτά­σει μέ­χρι και τις πρώ­τες δε­κα­ε­τί­ες του ει­κο­στού (εμ­φα­νί­ζο­νται ξα­νά η Πα­ρα­σκευο­πού­λου και η Κο­το­πού­λη πα­ρέα με τους Ντέι­βιντ Γκά­ριγκ, Μα­τί­ας Κλά­ου­ζεν, Πι­πί­να Βο­να­σέ­ρα, Νί­κο Μαγ­γού­λα και Σώ­το Γρη­γο­ριά­δη, που συ­νο­δεύ­ο­νται από τις πρω­τα­γω­νί­στριες του μου­σι­κού θε­ά­τρου Μπέ­μπα Δό­ξα και Ζω­ζώ Ντάλ­μα, τη με­σό­φω­νο Σω­σώ Καν­δύ­λη και την υψί­φω­νο Λί­να Κα­βα­λιέ­ρι), εί­ναι αφιε­ρω­μέ­νο στους αφα­νείς ήρω­ες του θε­ά­τρου (εξ ου και ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός ιστο­ρί­ας αγά­πης στον υπό­τι­τλο): στις μά­ζες των στρι­μωγ­μέ­νων, των φτω­χών και των πα­ρα­με­ρι­σμέ­νων, που θα δουν, νω­ρί­τε­ρα ή αρ­γό­τε­ρα, κά­θε προ­ο­πτι­κή του βί­ου τους να γί­νε­ται πα­ρα­νά­λω­μα του πυ­ρός. Ο συγ­γρα­φέ­ας θα κα­τα­φύ­γει τώ­ρα σε μιαν ελ­λει­πτι­κή πλο­κή αφού η σύ­να­ξη των καλ­λι­τε­χνών θα πά­ρει τη μορ­φή της Νέ­κυιας, με Οδυσ­σέα τον Ηλ, έναν συ­ρια­νό δε­κα­πε­ντά­χρο­νο (persona του Ελευ­θε­ρί­ου), που θα πια­στεί εξ απα­λών ονύ­χων στο δό­κα­νο της θε­α­τρι­κής μα­γεί­ας. Η πα­ρά­στα­ση της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας θα δο­θεί στο Πριν απ’ το ηλιο­βα­σί­λε­μα πά­νω σε μια πε­ρι­στρε­φό­με­νη σκη­νή, η οποία κα­λεί­ται να φέ­ρει κά­θε φο­ρά στην πρώ­τη γραμ­μή ένα δια­φο­ρε­τι­κό πρό­σω­πο. Η πε­ρι­στρο­φι­κή αυ­τή κί­νη­ση, που απο­κα­λύ­πτει ιστο­ρι­κές σκιές, αντί να προ­σπα­θεί να φτιά­ξει συ­ντε­ταγ­μέ­νους μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κούς χα­ρα­κτή­ρες, όπως στον Και­ρό των χρυ­σαν­θέ­μων και στη Γυ­ναί­κα που πέ­θα­νε δυο φο­ρές, λύ­νει τα χέ­ρια του συγ­γρα­φέα, ο οποί­ος δου­λεύ­ει ασφα­λώς πο­λύ κα­λύ­τε­ρα με τη χα­λα­ρή φόρ­μα της ονει­ρι­κής πε­ρι­διά­βα­σης και των ψυ­χο­λο­γι­κών ιχνο­γρα­φιών, κα­τα­φέρ­νο­ντας να δώ­σει εναρ­γέ­στε­ρη πνοή και στη φα­ντα­σία του.

Ιστο­ρί­ες για τον εαυ­τό και απο­λο­γι­σμοί

Στο μυ­θι­στό­ρη­μα Φαρ­μα­κεί­ον εκ­στρα­τεί­ας (2016) θα συ­να­ντή­σου­με ξα­νά τρα­ντα­χτά ονό­μα­τα από την ιστο­ρία της μου­σι­κής και του θε­ά­τρου (αμεί­ω­τη η λα­τρεία για τους πα­λιούς ηθο­ποιούς), αλ­λά ήδη από το Πριν απ’ το ηλιο­βα­σί­λε­μα έχει ανοί­ξει ένας δια­φο­ρε­τι­κός δρό­μος. Τα μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κά πρό­σω­πα δεν εγ­γρά­φο­νται πλέ­ον στο κοι­νω­νι­κό και το ιστο­ρι­κό τους πε­ρι­βάλ­λον προ­κει­μέ­νου να δώ­σουν το στίγ­μα μιας επο­χής, ανα­κι­νώ­ντας τις κα­θη­με­ρι­νές πρα­κτι­κές και νο­ο­τρο­πί­ες της: απο­τε­λούν, αντι­θέ­τως, φα­σμα­τι­κά πε­ρι­γράμ­μα­τα που ανα­δύ­ο­νται όχι τό­σο από τον ιστο­ρι­κό τους χρό­νο όσο από τις απο­σπα­σμα­τι­κές μνή­μες του αφη­γη­τή. Ο Ηλ βρί­σκε­ται τώ­ρα σε φά­ση κα­θο­λι­κού απο­λο­γι­σμού. Και στο προ­σκλη­τή­ριο των νε­κρών του (προ­σκλη­τή­ριο και για ένα μυ­θι­στό­ρη­μα το οποίο δεν θα ολο­κλη­ρώ­σει πο­τέ) θα πά­ρουν μέ­ρος, πέ­ραν των καλ­λι­τε­χνών, και άλ­λοι πολ­λοί: ερω­τι­κά ετε­ρό­δο­ξα αρ­σε­νι­κά που θα σπα­τα­λή­σουν με τον πιο άδι­κο τρό­πο τη δύ­να­μη και την ομορ­φιά τους, κο­ρί­τσια πά­νω στο άν­θος της ηλι­κί­ας τους που θα κυ­νη­γή­σουν με τη σκιά τους τον Ηλ επί δε­κα­ε­τί­ες, όπως και γυ­ναί­κες ή άντρες που θα εξι­στο­ρή­σουν δι­κά τους και ξέ­να πά­θη. Φι­λο­τε­χνώ­ντας μια σα­φώς ονει­ρι­κή ατμό­σφαι­ρα (ένα ακό­μα στοι­χείο που έλ­κει την κα­τα­γω­γή του από το Πριν απ’ το ηλιο­βα­σί­λε­μα), ο Ελευ­θε­ρί­ου θα το­πο­θε­τή­σει τους πρω­τα­γω­νι­στές του σε μια διελ­κυ­στίν­δα πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και φα­ντα­σί­ας, με τον χρό­νο να με­τα­κι­νεί­ται άτα­κτα σε όλες τις ηλι­κια­κές πε­ριό­δους του αφη­γη­τή – πε­ρί­ο­δοι οι οποί­ες συ­χνά κα­λού­νται να συ­γκα­τοι­κή­σουν στην ίδια πα­ρά­γρα­φο, κα­ταρ­γώ­ντας την οποια­δή­πο­τε έν­νοια δια­δο­χής και ακο­λου­θί­ας.
Τι εί­ναι από αυ­τή την άπο­ψη το Φαρ­μα­κεί­ον εκ­στρα­τεί­ας; Μα, τί­πο­τε λι­γό­τε­ρο και τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο από ένα ερ­γα­λείο επι­βί­ω­σης, από έναν συλ­λο­γέα ανα­κι­νη­μέ­νων βιω­μά­των μέ­σω των οποί­ων προ­σπα­θεί να αντι­με­τω­πί­σει ο αφη­γη­τής τη φθο­ρά και τον φό­βο του θα­νά­του. Και κα­τα­φέρ­νει εδώ ο Ελευ­θε­ρί­ου να στή­σει πο­λυ­πρό­σω­πα και πο­λυ­ε­πί­πε­δα το­πία που θυ­μί­ζουν εκ νέ­ου πε­ρι­στρε­φό­με­νη θε­α­τρι­κή σκη­νή, ενώ­νο­ντας σε μια σχε­δόν υπερ­ρε­α­λι­στι­κή κοι­νή γραμ­μή τη γνώ­ση και την εμπει­ρία του πα­ρελ­θό­ντος με τον τρό­μο για ένα μέλ­λον το οποίο εί­ναι ήδη εν­δε­χο­μέ­νως πα­ρόν. Κι όλα αυ­τά χω­ρίς κα­νέ­να με­γα­λειώ­δες, υπερ­βα­τι­κό ύφος, αλ­λά με ένα υπό­γειο και απε­λευ­θε­ρω­τι­κά παι­γνιώ­δες χιού­μορ.

Από το ιστο­ρι­κό πα­ρελ­θόν στο δυ­σοί­ω­νο μέλ­λον

Με το τε­λευ­ταίο, με­τα­θα­νά­τιο μυ­θι­στό­ρη­μά του, υπό τον τί­τλο Άν­δρες του αί­μα­τος (2019), ο Ελευ­θε­ρί­ου ανοί­γε­ται σε ένα πρω­τό­φα­ντο για τα μέ­χρι τώ­ρα δε­ό­με­να του το­πίο: το­πίο βα­ριά σκια­σμέ­νο, δυ­σώ­δες και κλει­στο­φο­βι­κό. Πρό­κει­ται για έναν χώ­ρο απει­λής και δυ­στο­πί­ας, μιαν επι­κρά­τεια απο­κλει­σμού και από­γνω­σης, που μπο­ρεί, ωστό­σο, να εκ­πέμ­ψει ένα αγα­πη­τι­κό και πα­ρη­γο­ρη­τι­κό μή­νυ­μα, εξαγ­γέλ­λο­ντας, όπως έγρα­ψα στο Βή­μα της Κυ­ρια­κής όταν κυ­κλο­φό­ρη­σε το βι­βλίο (έν­θε­το «Βι­βλία», 31 Μαρ­τί­ου 2019), μιαν ει­ρη­νι­κή επα­νά­στα­ση..
Οι ηθο­ποιοί, σπου­δαί­οι ή άση­μοι, οι ιστο­ρι­κοί κύ­κλοι της τέ­χνης, η ανα­σύ­στα­ση του αστι­κού πε­ρί­γυ­ρου, ακό­μα και η ονει­ρι­κή πε­ρι­πλά­νη­ση σε σκιές και φά­σμα­τα ή πε­ρι­γράμ­μα­τα, δεν έχουν κα­μιά θέ­ση στους Άν­δρες του αί­μα­τος. Η κοι­νω­νι­κή ζωή και η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα δεν συ­νι­στούν πλέ­ον θε­α­τρι­κή πα­ρά­στα­ση. Η ίδια η Ιστο­ρία μοιά­ζει να έχει απο­συρ­θεί από τη δρά­ση. Απού­σα επί πολ­λές σε­λί­δες μοιά­ζει να εί­ναι και η Ελ­λά­δα, που κι όταν μπαί­νει στο παι­χνί­δι, ελά­χι­στα αλ­λά­ζει τη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με εσχα­το­λο­γι­κές δια­στά­σεις, χω­ρίς αυ­στη­ρούς χρο­νι­κούς και το­πι­κούς προσ­διο­ρι­σμούς και μο­νί­μως έκ­θε­τη στον κίν­δυ­νο τον οποίο αντι­προ­σω­πεύ­ει η εξου­σία. Οι άν­θρω­ποι στους Άν­δρες του αί­μα­τος δεν μι­λούν για τον εαυ­τό τους και δεν προ­χω­ρούν σε οποιο­δή­πο­τε εί­δος απο­λο­γι­σμού. Ζουν σε ένα σχε­δόν ολο­κλη­ρω­τι­κό σύ­στη­μα, όπου η δη­μο­κρα­τία αντι­προ­σω­πεύ­ει μό­νον μιαν ονο­μα­στι­κή αξία και όπου η δια­φθο­ρά, οι κα­τα­χρή­σεις και η αυ­θαι­ρε­σία δεν απο­τε­λούν την εξαί­ρε­ση αλ­λά έναν απα­ρά­βα­το (σι­δε­ρέ­νιο θα έλε­γε κα­νείς) κα­νό­να.
Στο δυ­στο­πι­κό σύ­μπαν του βι­βλί­ου οι τέ­χνες και τα γράμ­μα­τα, που λει­τουρ­γούν σαν ένα κύ­κλω­μα φυ­σι­κής ανα­πνο­ής για τα προη­γού­με­να μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Ελευ­θε­ρί­ου, δεν έχουν εξα­φα­νι­στεί ακρι­βώς, βρί­σκο­νται όμως στο πε­ρι­θώ­ριο των πραγ­μά­των, σε μια σχε­δόν κρυμ­μέ­νη γω­νιά του τα­ρα­χώ­δους πο­λι­τι­κού σκη­νι­κού, συ­γκρο­τώ­ντας εί­τε μια πα­ρα­κα­τα­θή­κη της μνή­μης εί­τε ένα κε­φά­λαιο (ένα πε­ριου­σια­κό στοι­χείο) όσων έχουν τη δυ­να­τό­τη­τα να δια­κρί­νουν την αλή­θεια και να αντι­στα­θούν. Η αλή­θεια πα­ρό­λα αυ­τά και η όποια αντί­στα­ση, όπως πα­ρα­τη­ρού­σα και πά­λι στο κρι­τι­κό μου ση­μεί­ω­μα στο Βή­μα της Κυ­ρια­κής, αφή­νουν με­τέ­ω­ρο το νό­η­μά τους σε έναν κό­σμο που δεν μα­στί­ζε­ται μό­νο από τη βία της εξου­σί­ας αλ­λά και από τα τερ­τί­πια της φύ­σης: η δη­λη­τη­ριώ­δης βρο­χή και το μο­λυ­σμέ­νο νε­ρό εί­ναι η άλ­λη όψη του πο­λι­τι­κού βα­σα­νι­σμού του κα­τα­πιε­σμέ­νου πλη­θυ­σμού.
Κι αν ποι­η­τές ή προ­φή­τες όπως ο Ευ­δό­κι­μος (για να μεί­νου­με στο μυ­θο­πλα­στι­κό πλαί­σιο του βι­βλί­ου) και συμ­βο­λι­κοί ήρω­ες που πα­ρα­πέ­μπουν στον Ιω­άν­νη τον Πρό­δρο­μο και τον Ιη­σού Χρι­στό (για να πά­με και στη θε­ο­λο­γία του χρι­στια­νι­σμού) ξέ­ρουν πως το τέ­ρας το οποίο τρο­μά­ζει τους ανή­μπο­ρους πο­λί­τες εί­ναι μια επι­νό­η­ση των τυ­ράν­νων, ένα πο­λι­τι­κό μύ­θευ­μα της εξου­σί­ας, το μαύ­ρο σκιά­χτρο που διώ­χνει μα­κριά κά­θε ελεύ­θε­ρο πνεύ­μα. Και αν οι ποι­η­τές, οι προ­φή­τες και οι πά­σης λο­γής φω­τι­σμέ­νοι τα ξέ­ρουν όλα αυ­τά, τί­πο­τε και πά­λι δεν έχει ση­μα­σία. Για­τί το τέ­ρας εί­ναι εγκα­τε­στη­μέ­νο στον ψυ­χι­σμό και τη συ­νεί­δη­ση των εγκλω­βι­σμέ­νων και δο­κι­μά­ζει όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο τις αντο­χές τους.
Με έναν μύ­θο που μέ­νει μέ­χρι τέ­λους ανοι­χτός και με μιαν αφή­γη­ση που περ­νά από το πρώ­το πλη­θυ­ντι­κό στο πρώ­το ενι­κό και εν συ­νε­χεία στο τρί­το ενι­κό, το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ελευ­θε­ρί­ου έχει επί της ου­σί­ας έναν και μο­να­δι­κό πρω­τα­γω­νι­στή: το ανώ­νυ­μο πλή­θος που χά­νει προ­ο­δευ­τι­κά όσες εγ­γυ­ή­σεις πα­ρέ­χο­νται για την ακε­ραιό­τη­τα και την αξιο­πρέ­πειά του. Κι ένα τέ­τοιο πλή­θος εί­ναι η σκο­τει­νή αλ­λη­γο­ρία με την οποία μας απο­χαι­ρε­τά ο συγ­γρα­φέ­ας: η αλ­λη­γο­ρία για μια ανε­λεύ­θε­ρη (σε κα­θε­στώς μό­νι­μης δί­ω­ξης) κοι­νω­νία, που έχει με­τα­κι­νή­σει το μέλ­λον στο πα­ρόν, πνί­γο­ντας και την ύστα­τη ελ­πί­δα. Μο­να­δι­κή προσ­δο­κία, μια επα­νά­στα­ση για την αγά­πη και την αν­θρώ­πι­νη αλ­λη­λεγ­γύη, που σπεύ­δει να κη­ρύσ­σει σε όλους τους τό­νους ο συγ­γρα­φέ­ας δί­χως όμως να υπο­κύ­ψει σε κα­νέ­ναν πο­λι­τι­κό, ιδε­ο­λο­γι­κό ή δι­δα­κτι­κού τύ­που πει­θα­να­γκα­σμό.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: