Η ρητορική του θανάτου στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη


Κι ο θά­να­τος δεν θα ’χει πια εξου­σία
ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ



Σα θα με βρούνε πάνω στο ξύλο του θανάτου μου
γύρω θα ’χει κοκκινίσει πέρα για πέρα ο ουρανός
μια υποψία θάλασσας θα υπάρχει
κι έν’ άσπρο πουλί, αποπάνω, θ’ απαγγέλλει μέσα
σ’ ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια μου
.1


Το αντί­κρι­σμα του θα­νά­του και η κά­θο­δος στον άδη, η αί­σθη­ση του κε­νού που προ­κα­λεί η απώ­λεια, το προ­σκλη­τή­ριο των ανώ­νυ­μων και επώ­νυ­μων νε­κρών εί­ναι κε­ντρι­κά θε­μα­τι­κά μο­τί­βα που συν­θέ­τουν την ποι­η­τι­κή νέ­κυια του Μίλ­του Σα­χτού­ρη. Ο θά­να­τος για τον ποι­η­τή εί­ναι «μια αυ­το­τε­λής πα­ραι­σθη­τι­κή ει­κό­να την οποία έντε­χνα απο­φεύ­γει να προ­σω­πο­ποι­ή­σει», αν και «συ­μπα­γής, σω­μα­τι­κός, υπαρ­ξια­κός και το­πο­θε­τη­μέ­νος σε μια κά­θε­τη ανά­γνω­ση προ­κα­λώ­ντας έκ­πλη­ξη στον ανα­γνώ­στη και αυ­τό το ανα­πά­ντε­χο συ­ναί­σθη­μα ότι το ποί­η­μα τον έχει αγ­γί­ξει, τον έχει πα­ρα­σύ­ρει, τον έχει συν­θλί­ψει».2 Εί­ναι, άλ­λω­στε, «κι ο θά­να­τος μία από τις πολ­λές πραγ­μα­τι­κό­τη­τες και η μο­να­δι­κό­τη­τά του δεν μπο­ρεί να εξου­δε­τε­ρώ­σει τις τό­σες πραγ­μα­τι­κό­τη­τες της ζω­ής».3 Κυ­ριαρ­χεί ήδη από τους στί­χους του πρώ­του ποι­ή­μα­τος της συλ­λο­γής Η Λη­σμο­νη­μέ­νη (1945):

[…]
Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά
4


έως και σε αυ­τούς του τε­λευ­ταί­ου ποι­ή­μα­τος της συλ­λο­γής Ανά­πο­δα γυ­ρί­σαν τα ρο­λό­για (1998):

Λίγο μακριά από την Αθήνα είναι το
Ξενοδοχείο «Η ΕΛΠΙΣ». Κάθε βράδυ
σ’ αυτό το Ξενοδοχείο, τα μεσάνυχτα,
κλαίνε δύο φαντάσματα. Αυτή η κακοτυχία
απελπίζει τον ξενοδόχο, γιατί καταλαβαίνετε
ότι αυτό που συμβαίνει απομακρύνει
την πελατεία και είναι θαύμα πώς
μένει το Ξενοδοχείο ακόμη ανοιχτό.
Τι αγιασμούς αλλά και τι ξόρκια ακόμα
έχει κάνει ο ιδιοκτήτης,
αλλά ΤΙΠΟΤΕ.
Κάθε βράδυ στις 12 τα μεσάνυχτα
αρχίζει το σπαραχτικό κλάμα
των δύο φαντασμάτων
.5


Το βί­ω­μα του θα­νά­του συν­θέ­τει την ατο­μι­κή και κοι­νω­νι­κή βιο­γρα­φία του Σα­χτού­ρη. Ο θά­να­τος «του πα­τέ­ρα του και η συ­να­κό­λου­θη πα­ραί­τη­ση από την επαγ­γελ­μα­τι­κή και οι­κο­γε­νεια­κή συ­νέ­χι­ση της πα­τρι­κής δι­καιο­δο­σί­ας και εξου­σί­ας»,6 η φυ­μα­τί­ω­ση που στοί­χειω­σε τα νε­α­νι­κά χρό­νια του ποι­η­τή και η εμπει­ρία του θα­νά­του της μη­τέ­ρας του ύστε­ρα από μα­κρο­χρό­νια και δα­πα­νη­ρή αρ­ρώ­στια συ­ντέ­λε­σαν ση­μα­ντι­κά στη δια­μόρ­φω­ση της διεισ­δυ­τι­κής, οξεί­ας και λο­ξής μα­τιάς του πά­νω και πί­σω από τα πράγ­μα­τα. Πα­ράλ­λη­λα, συ­γκλο­νι­σμέ­νος από το τραύ­μα του ιστο­ρι­κού βιώ­μα­τος επε­δί­ω­ξε με την ποί­η­σή του να απο­δώ­σει και να ερ­μη­νεύ­σει την πε­ριο­χή που ο Τά­κης Σι­νό­που­λος ονο­μά­ζει «πε­ριο­χή θα­νά­του».7

Η ποί­η­ση του Σα­χτού­ρη εντάσ­σε­ται από τους γραμ­μα­το­λό­γους στη λε­γό­με­νη πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή ποι­η­τι­κή γε­νιά,8 οι εκ­πρό­σω­ποι της οποί­ας ανα­πτύ­χθη­καν και έδρα­σαν μέ­σα στα οξυ­μέ­να από κά­θε άπο­ψη γε­γο­νό­τα της με­τα­πο­λε­μι­κής πε­ριό­δου, απο­κο­μί­ζο­ντας εμπει­ρί­ες και βιώ­μα­τα «μιας ζω­ής βα­θιά κλο­νι­σμέ­νης».9 Ο ποι­η­τι­κός μύ­θος του Σα­χτού­ρη σφρα­γί­στη­κε από την ατμό­σφαι­ρα της με­τα­πο­λε­μι­κής Αθή­νας10 και απο­τέ­λε­σε «κοι­νό πε­δίο ανα­φο­ράς με τους ανα­γνώ­στες εκεί­νης της γε­νιάς».11 Η ποί­η­σή του έχει κα­τα­λά­βει «τυ­πι­κή» θέ­ση, όπως ορ­θά υπο­στη­ρί­ζει ο Βαγ­γέ­λης Χα­τζη­βα­σι­λεί­ου, δί­πλα στους με­τα­πο­λε­μι­κούς υπερ­ρε­α­λι­στές,12 για πα­ρά­δειγ­μα τον Δ.Π. Πα­πα­δί­τσα, τον Έκτο­ρα Κα­κνα­βά­το, τον Ε.Χ. Γο­να­τά, κ.α., με κρι­τή­ριο τις ει­δο­λο­γι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες του υπερ­ρε­α­λι­σμού και του πα­ρα­λό­γου.13 Αυ­τό διό­τι «το έρ­γο του απέ­χει πα­ρα­σάγ­γας από το δι­κό τους […] αλ­λά και επει­δή ο τρό­πος γε­νι­κά με τον οποίο αφο­μοιώ­νει τό­σο την ευ­ρω­παϊ­κή όσο και την επι­τό­πια υπερ­ρε­α­λι­στι­κή πα­ρά­δο­ση εί­ναι […] ανορ­θό­δο­ξος»,14 όσο ανορ­θό­δο­ξη εί­ναι και η σχέ­ση του με το πα­ρά­λο­γο. Υιο­θε­τεί ορι­σμέ­νες μό­νο υπερ­ρε­α­λι­στι­κές αρ­χές με τρό­πο γε­νι­κό,15 ενώ «απο­δε­σμευ­μέ­νος από την πα­ρω­δία και τη σά­τι­ρα του πα­ρα­λό­γου και ελεύ­θε­ρος από τους γλωσ­σι­κούς ή τους ιδε­ο­λο­γι­κούς πει­θα­να­γκα­σμούς του υπερ­ρε­α­λι­σμού, θα κι­νη­θεί προς τα πί­σω, φτά­νο­ντας κα­τά κά­ποιο τρό­πο στη ρί­ζα των κλά­δων που δια­σταυ­ρώ­νο­νται στο έρ­γο του».16 Για τη φύ­ση και την κα­τα­γω­γή του πα­ρα­λό­γου στην ποί­η­ση του Σα­χτού­ρη, όπως ανα­φέ­ρει ο Γιάν­νης Δάλ­λας, έχουν δια­τυ­πω­θεί δια­φο­ρε­τι­κές θε­ω­ρί­ες, «συν­δυα­στι­κά και σπά­νια με αυ­το­τέ­λεια», «αφο­ρι­στι­κές ή πε­ρι­γρα­φι­κές» και οι οποί­ες εί­ναι η τε­χνο­τρο­πι­κή ή η φορ­μα­λι­στι­κή, η βιω­μα­τι­κή ή η ψυ­χο­λο­γι­κή, η υπαρ­ξια­κή και με­τα­φυ­σι­κή και, τέ­λος, η κοι­νω­νι­στι­κή και ιστο­ρι­κή.17 Η κρι­τι­κή έχει, επί­σης, επι­ση­μά­νει την επί­δρα­ση του εξ­πρε­σιο­νι­σμού στο έρ­γο του ποι­η­τή, που τον «ση­μά­δε­ψε από κο­ρυ­φής έως ονύ­χων»,18 τό­σο στα θε­μα­τι­κά μο­τί­βα και την αντι­με­τώ­πι­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, όσο και στην ποι­η­τι­κή του. Ο εξ­πρε­σιο­νι­σμός έγι­νε για τον Σα­χτού­ρη το μέ­σο δια­φυ­γής από τους άμε­σους προ­γό­νους του, τους υπερ­ρε­α­λι­στές του με­σο­πο­λέ­μου, αλ­λά και το κα­τάλ­λη­λο όχη­μα για να εκ­φρά­σει «το δυ­σοί­ω­νο φά­σμα του και­ρού του».19 Η επε­νέρ­γεια του εξ­πρε­σιο­νι­σμού στο ποι­η­τι­κό ύφος του Σα­χτού­ρη εί­ναι έκ­δη­λη στη φόρ­μα των ποι­η­μά­των του, στην επι­λο­γή του ελεύ­θε­ρου στί­χου, στην κυ­ριαρ­χία των χρω­μά­των, στην από­δο­ση ενός άστορ­γου κό­σμου, όπου πρω­τα­γω­νι­στεί ο πα­ρα­μορ­φω­μέ­νος, ο πά­σχων άν­θρω­πος.20

Η φα­νε­ρή ή κρυ­φή —μέ­σω της καρ­να­βα­λι­κής φα­ντα­σί­ας και των ποι­η­τι­κών με­τα­μορ­φώ­σε­ων των αν­θρώ­πι­νων και μη πλα­σμά­των— πα­ρου­σία του θα­νά­του στο έρ­γο του ποι­η­τή αι­σθη­το­ποιεί­ται μέ­σω της έντο­νης ελε­γεια­κής το­νι­κό­τη­τας που χα­ρα­κτη­ρί­ζει τη γρα­φή του, το­νι­κό­τη­τας που συμ­φω­νεί «με τον γε­νι­κό­τε­ρο φω­τι­σμό της επο­χής από την οποία, άμε­σα ή έμ­με­σα [οι με­τα­πο­λε­μι­κοί ποι­η­τές] εμπνέ­ο­νται».21 Τα το­πία θα­νά­του στην ποί­η­ση του Σα­χτού­ρη απει­κο­νί­ζουν τη φρί­κη των και­ρών, αλ­λά και την πιο ακραία υπαρ­ξια­κή αγω­νία, όλα εκεί­να που τε­λι­κά θα γί­νουν θά­να­τος μια μέ­ρα. Ο προ­βλη­μα­τι­σμός για τον ρό­λο του ποι­η­τή μέ­σα στην κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη και ηθι­κά ανερ­μά­τι­στη με­τα­πο­λε­μι­κή κοι­νω­νία συ­νι­στά καί­ριο θε­μα­τι­κό μο­τί­βο που ενι­σχύ­ει τον έλε­γο στη φω­νή του, δί­νο­ντας ταυ­τό­χρο­να διέ­ξο­δο στα αδιέ­ξο­δα συ­ναι­σθή­μα­τα που τον προ­κα­λούν. Γρά­φει ο Σα­χτού­ρης:

Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα
έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη

θάλασσα
στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο

κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν
        στον αφρό

κι ο καπετάνιος ζωντανός
κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε

είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού

ο πατέρας μου και η μητέρα μου
κουνάνε τα μαντίλια τους και χαιρετάνε

τα ποιήματά μου όμως δε μπόρεσαν να
                        τα διαβάσουν

έχουν ξεχάσει να διαβάζουν
λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον

και συ μου είπες ψέματα
στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού
                        κρανίου με ξεγέλασες

γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα
και με πιστέψατε

κατάρα με τις εφτά σκιές
πάντα θα γράφω ποιήματα
22


Η επα­να­λαμ­βα­νό­με­νη δή­λω­ση ως leit motiv «θα πά­ψω πια να γρά­φω ποι­ή­μα­τα», «εί­πα θα πά­ψω πια να γρά­φω ποι­ή­μα­τα», ποι­ή­μα­τα που φέρ­νουν στην επι­φά­νεια τους νε­κρούς του πα­ρελ­θό­ντος, κά­νει τα «τραύ­μα­τα βα­θιά εγ­γε­γραμ­μέ­να μέ­σα στο γο­νι­δί­ω­μα της ύπαρ­ξης»23 —όπως υπο­δη­λώ­νει σύμ­φω­να με τον Γιάν­νη Δάλ­λα ο τί­τλος της συλ­λο­γής Χρω­μο­τραύ­μα­τα— να αι­μορ­ρα­γούν. Ωστό­σο, ο κα­τα­λη­κτι­κός στί­χος του ποι­ή­μα­τος «πά­ντα θα γρά­φω ποι­ή­μα­τα» ανοί­γει μια χα­ρα­μά­δα φω­τός στο εφιαλ­τι­κό ποι­η­τι­κό το­πίο. Ο Σα­χτού­ρης με­τριά­ζει τον πό­νο που προ­κα­λεί η με­του­σί­ω­ση σε ποί­η­ση της δυ­σοί­ω­νης έξω και έσω πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, μέ­σω της καλ­λι­τε­χνι­κής δη­μιουρ­γί­ας που εί­ναι αντι­φα­τι­κή, πα­ρά­λο­γη και βα­θιά αλη­θι­νή και έτσι κα­τορ­θώ­νει να αντι­στα­θεί στον θά­να­το και τα ναυά­για, μα­κρι­νά και κο­ντι­νά, που αυ­τός προ­κα­λεί:


Μακριά στον ορίζοντα γίνεται
ένα ναυάγιο∙ είναι πολύ μακριά

και δεν γνωρίζουμε τους πνιγμένους,
τους φίλους και τους συγγενείς που

τους θρηνούν.
Αλλά κι εδώ κοντά γίνεται ένα άλλο

ναυάγιο, κι αλίμονο, ξέρουμε
τους πνιγμένους, καθώς και τους

φίλους και τους συγγενείς που τους θρηνούν.24


Δια­φω­τι­στι­κές για τη στά­ση του Σα­χτού­ρη απέ­να­ντι στην τέ­χνη της ποί­η­σης και τη ρη­το­ρι­κή του θα­νά­του εί­ναι οι άμε­σες ή έμ­με­σες ανα­φο­ρές σε ομό­τε­χνους, καλ­λι­τέ­χνες ή φί­λους μέ­σω αφιε­ρώ­σε­ων και μό­το. Οι ανα­φο­ρές αυ­τές έχουν ιδιά­ζου­σα ση­μα­σία, σύμ­φω­να με την Άντεια Φραν­τζή, «ως δεί­κτες, που άλ­λο­τε μπο­ρούν να δη­λώ­νουν τη σχέ­ση του Σα­χτού­ρη με τον εκά­στο­τε απο­δέ­κτη […], άλ­λο­τε υπο­δει­κνύ­ουν τη σχέ­ση του ποι­ή­μα­τος που ακο­λου­θεί με το έρ­γο του απο­δέ­κτη –ανα­γνώ­ρι­ση συγ­γε­νεί­ας ύφους ή ακό­μη και έμ­με­ση μνεία ότι εί­ναι γραμ­μέ­νο σε αντα­πό­κρι­ση με πε­ρι­στα­τι­κά που ανα­φέ­ρο­νται στον ιδιω­τι­κό βίο […]– κι άλ­λο­τε εγ­γρά­φουν κοι­νά βιώ­μα­τα, συ­νι­στούν απο­σπά­σμα­τα ενός δια­λό­γου ή και απο­τυ­πώ­σεις που προ­κλή­θη­καν από την πρό­σλη­ψη άλ­λου έρ­γου τέ­χνης, κυ­ρί­ως μά­λι­στα της ζω­γρα­φι­κής».25 Σε κά­ποιες πε­ρι­πτώ­σεις ο ποι­η­τής πα­ρα­χω­ρεί τον δι­κό του ρό­λο στο ποί­η­μα στους επώ­νυ­μους ήρω­ες/ποι­η­τές στους οποί­ους το αφιε­ρώ­νει.26 Έτσι, μέ­σα στην ποί­η­ση του Σα­χτού­ρη κυ­κλο­φο­ρούν ανά­με­σα σε άλ­λους –εν­δει­κτι­κά ανα­φέ­ρου­με– οι Κ.Π. Κα­βά­φης, Νί­κος Εγ­γο­νό­που­λος, Αν­δρέ­ας Εμπει­ρί­κος, Γιώρ­γος Λί­κος, Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της, Νί­κος Γκά­τσος, Θ.Ι. Ρούσ­σος, Θά­νος Κων­στα­ντι­νί­δης, Ε.Χ. Γο­να­τάς, Modigliani, Apollinaire, Νό­ρα Ανα­γνω­στά­κη, Αλέ­ξης Φα­σια­νός, Νί­κος-Γα­βρι­ήλ Πεν­τζί­κης, Τα­τιά­να Milliex, Χρή­στος Μπρά­βος, Γε­ρά­σι­μος Σκλά­βος, Κώ­στας Κα­ρυω­τά­κης, Ντύ­λαν Τό­μας, Franz Kafka, Emily Dickinson, Αρ­θού­ρος Ρε­μπώ, κ.ά.27

Πί­σω από τις αφιε­ρώ­σεις λαν­θά­νουν οι οφει­λές του Σα­χτού­ρη στους ποι­η­τι­κούς και καλ­λι­τε­χνι­κούς ευ­ρύ­τε­ρα προ­γό­νους και συγ­χρό­νους του, όπως –στα­χυο­λο­γού­με από τους πα­ρα­πά­νω– τον Ελύ­τη που τον πα­ρου­σί­α­σε μέ­σα από τις σε­λί­δες των Νέ­ων Γραμ­μά­των ή τον Εγ­γο­νό­που­λο με τον οποίο συν­δε­ό­ταν με πο­λυ­ε­τή φι­λία. Ο Εγ­γο­νό­που­λος στά­θη­κε για τον Σα­χτού­ρη πο­λύ­τι­μος οδη­γός και φί­λος, στην επιρ­ροή του οποί­ου οφεί­λο­νται «η αμ­φι­σβή­τη­ση της λυ­ρι­κής γρα­φής και η τε­χνι­κή της υπερ­ρε­α­λι­στι­κής κα­τα­σκευ­ής, που σή­μαι­νε προ­σγεί­ω­ση μέ­σα στα ίδια τα πράγ­μα­τα και, αντι­σταθ­μι­στι­κά, μια δια­φο­ρε­τι­κή προ­πό­νη­ση της φα­ντα­σί­ας».28 Το απο­κα­λυ­ψια­κό με­τα­πο­λε­μι­κό το­πίο της ποί­η­σης του Ντύ­λαν Τό­μας έχει ανι­χνευ­θεί από την κρι­τι­κή σε πολ­λά ποι­ή­μα­τα του Σα­χτού­ρη στα οποία τα χρώ­μα­τα εί­ναι η αφε­τη­ρία και η κα­τά­λη­ξή τους και όχι μό­νο σε όσα εί­ναι αφιε­ρω­μέ­να σε αυ­τόν ή εί­ναι ο πρω­τα­γω­νι­στής τους. Ο Σα­χτού­ρης συ­να­ντιέ­ται με τον Τό­μας, σύμ­φω­να με τον Βαγ­γέ­λη Χα­τζη­βα­σι­λεί­ου,

  • «κυ­ρί­ως στο πε­δίο της ποι­η­τι­κής γλώσ­σας. Το δρα­μα­τι­κό στοι­χείο που δια­περ­νά τις λυ­ρι­κές ει­κό­νες και τις αντι­θε­τι­κές με­τα­φο­ρές του Ουα­λού ποι­η­τή εί­ναι πο­λύ οι­κείο στον δη­μιουρ­γό των Πα­ρα­λο­γών και του Όταν σας μι­λώ. Ο Σα­χτού­ρης αφο­μοιώ­νει επί­σης τη μέ­θο­δο της με­τά­βα­σης από την ει­κό­να στην ιδέα, που εφαρ­μό­ζει στο με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του έρ­γου του ο Τό­μας».29

Επί­σης, ο Franz Kafka και το έρ­γο του εί­ναι «ποι­κι­λο­τρό­πως ευ­διά­κρι­τα στο προ­σκή­νιο και το πα­ρα­σκή­νιο του ποι­η­τι­κού ερ­γα­στη­ρί­ου του Σα­χτού­ρη», μιας και εί­ναι «ο πιο τα­κτι­κός συ­νο­μι­λη­τής του έλ­λη­να ποι­η­τή στο αδιά­λει­πτο εν­δια­φέ­ρον του για τη λο­γο­τε­χνία του πα­ρα­λό­γου και του φα­ντα­στι­κού».30 Γρά­φει, λοι­πόν, ο Σα­χτού­ρης:


Ένας κρύος αγέρας φύσηξε μέσ’ απ’ τα πρόσωπα του Μεγάλου Καθρέφτη μου. Τα πήρε ύστερα ο ήλιος κι ησύχασαν.
Είναι μέσα στον καθρέφτη, ζωντανοί μαζί και νεκροί: Εγώ

ο Κάφκα, μια μεταβυζαντινή αγία κι ο Ντύλαν Τόμας.

Ο Ντύλαν Τόμας φούσκωσε, έβγαλε μια κραυγή κι έσκασε
με κρότο. Οι στίχοι του όμως μείναν ανέπαφοι, ωραίοι, μαζί με τους δικούς μου αγκαλιάζονται. Ο Κάφκα έβγαλε μεσ’απ’ τα μάτια του δυο ψάρια και δυο αναμμένα κάρβουνα.

Τα πέταξε κατ’ επάνου μας για να μας κάψει.
Η αγία όπως και άλλοτε είναι δεμένη πάνω στον τροχό που
γυρίζει. Τρέχουν τα αίματά της.

Στο τέλος τους παίρνει όλους ο διάβολος
και ησυχάζουν.
31


Ζω­ντα­νοί και νε­κροί συ­γκα­τοι­κούν στο ποί­η­μα του Σα­χτού­ρη. Κε­ντρι­κή θέ­ση σε αυ­τό κα­τέ­χει ο κα­θρέ­φτης, κύ­ρια ιδιό­τη­τα του οποί­ου εί­ναι

«ο κατοπτρισμός, η εμφάνιση και απεικόνιση ποικίλων ειδώλων, κατά τους κανόνες της Οπτικής, αρκετά από τα οποία χρησιμοποιεί ο ποιητής. Ευνόητοι και άλλοι ρόλοι με συνδυασμό της παραστατικότητας του οργάνου και της ευρηματικότητας του χειριστή του. Σ’ αυτόν τον σιωπηρό αλλά υπάρχοντα διάλογο ανάμεσα στον ευαίσθητο ποιητή και την ανακλώσα επιφάνεια αντικειμένων ή στοιχείων της φύσης».32

Ο Σα­χτού­ρης θέλ­γε­ται από καλ­λι­τε­χνι­κές και ποι­η­τι­κές ιδιο­συ­γκρα­σί­ες που «έζη­σαν δια­κυ­βεύ­ο­ντας ακό­μα και την ύπαρ­ξή τους»,33 εί­τε ακό­μα βά­ζο­ντας εκού­σια τέ­λος σε αυ­τήν:

[…]
θυμάται
τους αυτόχειρες ποιητές
τον Καρυωτάκη
τον Τσέζαρε Παβέζε
τον Αλέξη Τραϊανό
[…]34


Η θλί­ψη που προ­κα­λεί το κε­νό της απώ­λειας και η ελ­λει­πτι­κή φύ­ση της ζω­ής ανα­ζη­τούν διέ­ξο­δο στα ποι­ή­μα­τα ελε­γεί­ες που γρά­φει ο Σα­χτού­ρης για φί­λους ή καλ­λι­τέ­χνες. Το φως αντι­μά­χε­ται το σκο­τά­δι, η ζωή τον θά­να­το, σε μια προ­σπά­θεια του ποι­η­τή να ανα­ζη­τή­σει ίχνη φω­τός μέ­σα στο κο­σμι­κό σκο­τά­δι και να κα­τα­νο­ή­σει τον θά­να­το αλ­λά και την πε­ριρ­ρέ­ου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Έτσι, στο ποί­η­μα με τί­τλο «Ο πε­ρί­πα­τος» αφιε­ρω­μέ­νο στη «μνή­μη Άρη Κων­στα­ντι­νί­δη», το ποι­η­τι­κό υπο­κεί­με­νο βα­δί­ζει κα­τά μή­κος της ακτής, ενώ «μια βα­ριά συν­νε­φιά σκέ­πα­ζε τον ου­ρα­νό», δη­λώ­νο­ντας χω­ρίς συ­στο­λή πως «και η ψυ­χή μου ήταν νε­κρή», όταν


Όμως ξαφνικά ένας ήλιος έσκισε τα
σύννεφα

η θάλασσα έγινε πάλι γαλάζια
ζωντάνεψε πάλι η ψυχή μου

κι εξακολούθησα τον περίπατό μου.35


Νη­φά­λια, γα­λή­νια θέ­α­ση του θα­νά­του, σχε­δόν απο­δο­χή του και στο ποί­η­μα με τον δη­λω­τι­κό τί­τλο «Η αυ­τό­χειρ», αφιε­ρω­μέ­νο στη «μνή­μη Λ.Ι.», ώστε να μην μεί­νουν τα φα­ντά­σμα­τα ορ­φα­νά ποι­η­μά­των.36 Άλ­λω­στε, οι νε­κροί συ­νε­χί­ζουν να ζουν μέ­σω της ποί­η­σης, να κυ­κλο­φο­ρούν ανά­με­σα στους ζω­ντα­νούς, να διεκ­δι­κούν ένα μέ­ρος της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας αυ­τών:

Συνάντησα την αυτόχειρα σ’ ένα μικρό καφενεδάκι.
Ήταν ήρεμη, ούτε χαρούμενη, ούτε λυπημένη.
Κάτι φευγαλέα είπαμε για την πράξη της
κι αποχαιρετιστήκαμε

Καθώς έφευγα το γκαρσόνι πλησίαζε το τραπέζι της
            Φέρνοντας
ένα μεγάλο λουκούμι πάνω σε μιαν οδοντογλυφίδα
.37


Η αυ­το­χει­ρία, ο βια­θά­να­τος, η προ­σπά­θεια να συλ­λά­βου­με με τον νου μας αυ­τό που ρυθ­μί­ζει τη ζυ­γα­ριά ενός αυ­τό­χει­ρα πριν από τη μοι­ραία από­φα­ση βρί­σκουν έκ­φρα­ση στο ποί­η­μα του Σα­χτού­ρη με τί­τλο «Ο φί­λος μου Γιώρ­γος Μα­κρής», από τη συλ­λο­γή Χρω­μο­τραύ­μα­τα (1980), γραμ­μέ­νο στη μνή­μη του αφα­νή και άγνω­στου ίσως για τους πολ­λούς ποι­η­τή Γιώρ­γου Μα­κρή, που αυ­το­κτό­νη­σε στις 31 Ια­νουα­ρί­ου 1968, πέ­φτο­ντας από την τα­ρά­τσα της πο­λυ­κα­τοι­κί­ας όπου έμε­νε. Ο Σα­χτού­ρης με το ποί­η­μά του δια­τη­ρεί ζω­ντα­νή τη μνή­μη του φί­λου, αλ­λά και ενι­σχύ­ει την υστε­ρο­φη­μία του ποι­η­τή, ο οποί­ος δι­καιώ­νε­ται στα μά­τια του Σα­χτού­ρη για την απο­νε­νοη­μέ­νη επι­λο­γή του:

Ο φίλος μου Γιώργος Μακρής άνοιξε ένα
μικρό κατάστημα με ψιλικά

πελάτες του είναι όλοι όσοι σ’ αυτό τον κόσμο
τον βασάνισαν

πελάτες του δεν είναι όσοι αυτός βασάνισε∙
δικάστηκε

κι έχει αθωωθεί.38


Στη σύ­ντο­μη αυ­τή πε­ρι­διά­βα­ση στην ποί­η­ση του Μίλ­του Σα­χτού­ρη πα­ρου­σιά­σα­με σχη­μα­τι­κά και με εν­δει­κτι­κά και μό­νο πα­ρα­δείγ­μα­τα κά­ποια από τα θε­μα­τι­κά μο­τί­βα που συν­θέ­τουν την πο­λύ­πλευ­ρη ρη­το­ρι­κή του θα­νά­του στο έρ­γο του ποι­η­τή. Η μα­τιά του πά­νω στους ομό­τε­χνους, στους λοι­πούς καλ­λι­τέ­χνες, στην τέ­χνη που υπη­ρέ­τη­σε με πά­θος, αφο­σί­ω­ση και προ­τε­ραιό­τη­τα σε όλη τη διάρ­κεια της ζω­ής του συ­νι­στά κομ­βι­κό ζή­τη­μα στη θέ­α­ση του θα­νά­του από τον ποι­η­τή. Ο θά­να­τος δεν έχει πια εξου­σία στην ποί­η­ση του Σα­χτού­ρη, μιας και ο ποι­η­τής επι­διώ­κει με τους στί­χους του να τον γνω­ρί­σει, να τον κα­τα­νο­ή­σει, να κρα­τή­σει κο­ντά του τους οι­κεί­ους και μη νε­κρούς, ακό­μα και όταν το λιο­ντά­ρι της με­λαγ­χο­λί­ας

έγδερ­νε με λύσ­σα την πόρ­τα μου
να τή­νε σπά­σει
.39



1. Μίλ­του Σα­χτού­ρη, «Ο ποι­η­τής», στον τό­μο: Ποι­ή­μα­τα (1945-1971), Κέ­δρος 1977, σ. 201.
2. Γιάν­νης Αντιό­χου, «Ο πα­ραι­σθη­τι­κός Μίλ­τος Σα­χτού­ρης, Αντί, τχ. 858-859, Δε­κέμ­βριος 2005, σ. 25.

3. Κα­τε­ρί­να Αγ­γε­λά­κη-Ρουκ, «Μίλ­τος Σα­χτού­ρης, Ο τρε­λός λα­γός της ελ­λη­νι­κής ποί­η­σης», Αντί, τχ. 858-859, Δε­κέμ­βριος 2005, σ. 31.
4. Μίλ­του Σα­χτού­ρη, «Η δύ­σκο­λη Κυ­ρια­κή», στον τό­μο: Ποι­ή­μα­τα (1945-1971), ό.π., σ. 10.

5. Μίλ­του Σα­χτού­ρη, «Ξε­νο­δο­χείο Η ΕΛ­ΠΙΣ», στον τό­μο: Ποι­ή­μα­τα (1980-1998), Κέ­δρος 2001, σ. 118.
6. Γιάν­νης Δάλ­λας, Ο ποι­η­τής Μίλ­τος Σα­χτού­ρης, Κέ­δρος 1997, σ. 14.

7. Τά­κης Σι­νό­που­λος, Χρο­νι­κό ανα­γνώ­σε­ων. Βι­βλιο­κρι­σί­ες για τη με­τα­πο­λε­μι­κή ποί­η­ση, φι­λο­λο­γι­κή επι­μέ­λεια: Ευ­ρι­πί­δης Γα­ρα­ντού­δης & Δώ­ρα Μέ­ντη, Σο­κό­λης 1999, σ. 71.
8. Βλ. εν­δει­κτι­κά: Αλέξ. Αρ­γυ­ρί­ου, «Σχέ­διο για μια συ­γκρι­τι­κή της μο­ντέρ­νας ελ­λη­νι­κής ποί­η­σης», Δια­βά­ζω, τχ. 22, Ιού­λιος 1979, σ. 44.

9. Αλέ­ξης Ζή­ρας, «Όρια και ορι­σμοί στην ποί­η­ση της πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κής γε­νιάς», στον τό­μο: Αλέ­ξαν­δρος Αρ­γυ­ρί­ου (επιμ.), Η ελ­λη­νι­κή ποί­η­ση. Η πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά. Αν­θο­λο­γία-Γραμ­μα­το­λο­γία, Σο­κό­λης 1982, Πα­ράρ­τη­μα.
10. Βλ. σχε­τι­κά: Νό­ρα Ανα­γνω­στά­κη, «Οι “Δύ­σκο­λοι και­ροί” μέ­σα από την ποί­η­ση του Μίλ­του Σα­χτού­ρη», Κρι­τι­κή, τχ. 10, Ιού­λιος-Αύ­γου­στος 1960, σ. 21.

11. Δώ­ρα Μέ­ντη (ει­σα­γω­γή, αν­θο­λό­γη­ση κει­μέ­νων), Για τον Σα­χτού­ρη. Κρι­τι­κά κεί­με­να, Εκ­δό­σεις Αι­γαί­ον, Λευ­κω­σία 1998, σ. 7.
12. Βλ. εν­δει­κτι­κά: Μι­χά­λης Γ. Με­ρα­κλής, Σύγ­χρο­νη Ελ­λη­νι­κή Λο­γο­τε­χνία. 1945-1980, Πα­τά­κης 1986, σ. 133-135.

13. Βαγ­γέ­λης Χα­τζη­βα­σι­λεί­ου, Μίλ­τος Σα­χτού­ρης. Η πα­ρά­καμ­ψη του υπερ­ρε­α­λι­σμού, Βι­βλιο­πω­λεί­ον της «Εστί­ας» 1992, σ. 9.
14. Στο ίδιο, σ. 9.

15. Στο ίδιο, σ. 15.
16. Στο ίδιο, σ. 18.

17. Γιάν­νης Δάλ­λας, Ο ποι­η­τής Μίλ­τος Σα­χτού­ρης, ό.π., σ. 80.
18. Βαγ­γέ­λης Χα­τζη­βα­σι­λεί­ου, Μίλ­τος Σα­χτού­ρης. Η πα­ρά­καμ­ψη του υπερ­ρε­α­λι­σμού, ό.π., σ. 18.

19. Στο ίδιο, σ. 21.
20. Χρή­στος Γιαν­να­κός, «Ση­μεία των και­ρών στην ποί­η­ση του Μίλ­του Σα­χτού­ρη», Αντί, τχ. 858-859, Δε­κέμ­βριος 2005, σ. 27.

21. Αλέ­ξαν­δρος Αρ­γυ­ρί­ου, «Πλά­για και ευ­θεία με­τά­βα­ση από τον ιδιω­τι­κό στον δη­μό­σιο χώ­ρο», στο: Πρα­κτι­κά έκτου συ­μπο­σί­ου ποί­η­σης: Νε­ο­ελ­λη­νι­κή με­τα­πο­λε­μι­κή ποί­η­ση (1945-1980), επι­μέ­λεια: Σω­κρά­της Λ. Σκαρ­τσής, Γνώ­ση 1987, σ. 286.
22. Μίλ­του Σα­χτού­ρη, «Τα Γράμ­μα­τα», στον τό­μο: Ποι­ή­μα­τα (1980-1998), ό.π., σ. 9.
23. Γιάν­νης Δάλ­λας, «Μίλ­τος Σα­χτο­ρής. Από τη σκο­πιά των τε­λευ­ταί­ων συλ­λο­γών του. Μια ανά­λη­ψη του όλου», Αντί, τχ. 858-859, Δε­κέμ­βριος 2005, σ. 19.
34. Μίλ­του Σα­χτού­ρη, «Τα ναυά­για», στον τό­μο Ποι­ή­μα­τα (1980-1998), ό.π., σ. 101.

25. Άντεια Φραν­τζή, «Ο Μίλ­τος Σα­χτού­ρης και η “δε­ξί­ω­ση” των ποι­η­τών», Εντευ­κτή­ριο, τχ. 25, Χει­μώ­νας 1993-1994, σ. 9.
26. Στο ίδιο, σ. 10.

27. Βλ. σχε­τι­κά: Βα­σί­λης Αμα­να­τί­δης, «“Αφιε­ρώ­νω ξαφ­νι­κά και φεύ­γω” ή Δια­κε­κομ­μέ­νος ασύρ­μα­τος Μίλ­του Σα­χτού­ρη», Αντί, τχ. 858-859, Δε­κέμ­βριος 2005, σ. 76-77.
28. Γιάν­νης Δάλ­λας, Ο ποι­η­τής Μίλ­τος Σα­χτού­ρης, ό.π., σ.32.

29. Βαγ­γέ­λης Χα­τζη­βα­σι­λεί­ου, Μίλ­τος Σα­χτού­ρης. Η πα­ρά­καμ­ψη του υπερ­ρε­α­λι­σμού, ό.π., σ. 84. Για την επί­δρα­ση του Ντύ­λαν Τό­μας στο έρ­γο του Σα­χτού­ρη μπο­ρεί κα­νείς να δει: Άντεια Φραν­τζή, «Ο Μίλ­τος Σα­χτού­ρης και η “δε­ξί­ω­ση” των ποι­η­τών», Εντευ­κτή­ριο, ό.π., σ. 8-14.
30. Μιχ. Γ. Μπα­κο­γιάν­νης, «Ζη­τή­μα­τα υπο­δο­χής και πρό­σλη­ψης του Franz Kafka στην Ελ­λά­δα», στον τό­μο: E. Close, G. Couvalis, G. Frazis, M. Palaktsoglou, and M. Tsianikas (επιμ.), Greek Research in Australia: Proceedings of the Biennial International Conference of Greek Studies, Flinders University Department of Languages - Modern Greek, Aδε­λα­ΐ­δα 2007, σ. 723.

31. Μίλ­του Σα­χτού­ρη, «Ο Με­γά­λος Κα­θρέ­φτης», στον τό­μο Ποι­ή­μα­τα (1980-1998), ό.π., σ. 60.
32. Θά­νος Κων­στα­ντι­νί­δης, «Ο κα­θρέ­φτης στο έρ­γο του Μίλ­του Σα­χτού­ρη και άλ­λων ποι­η­τών», Αντί, τχ. 858-859, Δε­κέμ­βριος 2005, σ. 69.

33. Αλέ­ξης Ζή­ρας, «Ο εχθρι­κός κό­σμος και το άδειο. Ση­μειώ­σεις για το προ­λο­γι­κό νό­η­μα της ποί­η­σης του Μίλ­του Σα­χτού­ρη», Δια­βά­ζω, τχ. 436, Ια­νουά­ριος 2003, σ. 117.
34. Μίλ­του Σα­χτού­ρη, «Ποί­η­μα αφιε­ρω­μέ­νο στον φί­λο μου Θά­νο Κων­στα­ντι­νί­δη», στον τό­μο Ποι­ή­μα­τα (1980-1998), ό.π., σ. 86.

35. Μίλ­του Σα­χτού­ρη, «Ο πε­ρί­πα­τος», στον τό­μο Ποι­ή­μα­τα (1980-1998), ό.π., σ. 75.
36. Βα­σί­λης Αμα­να­τί­δης, «“Αφιε­ρώ­νω ξαφ­νι­κά και φεύ­γω” ή Δια­κε­κομ­μέ­νος ασύρ­μα­τος Μίλ­του Σα­χτού­ρη», ό.π., σ. 77.

37. Μίλ­του Σα­χτού­ρη, «Η αυ­τό­χειρ», στον τό­μο Ποι­ή­μα­τα (1980-1998), ό.π., σ. 91.
38. Μίλ­του Σα­χτού­ρη, «Ο φί­λος μου Γιώρ­γος Μα­κρής», στον τό­μο Ποι­ή­μα­τα (1980-1998), ό.π., σ. 29.

39. Μίλ­του Σα­χτού­ρη, «Με­λαγ­χο­λία», στον τό­μο Ποι­ή­μα­τα (1980-1998), ό.π., σ. 38.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: