Νοϊγκάντρες

και καλή πρωτομαγιά!

O Anault Daniel από εικονογραφημένο χειρόγραφο του 13ου αιώνα (BnF ms. 12473 fol. 50, cançoner K)
O Anault Daniel από εικονογραφημένο χειρόγραφο του 13ου αιώνα (BnF ms. 12473 fol. 50, cançoner K)

Κα­θώς πλη­σιά­ζει ο Μάιος, φέρ­νο­ντας την κο­ρύ­φω­ση μιας άνοι­ξης πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κής από τις άλ­λες, μια ανα­φο­ρά που σχε­τί­ζε­ται με την επο­χή αυ­τή κα­τα­τί­θε­ται εδώ υπό μορ­φήν με­τά­φρα­σης, που προ­ήλ­θε από πο­λύ πο­λύ­πλο­κες δια­δρο­μές.
Πρό­σφα­τα μι­λώ­ντας με τους σπου­δα­στές μου, σε online μά­θη­μα της ιστο­ρί­ας της γρα­φι­στι­κής, για το ρεύ­μα της «συ­γκε­κρι­μέ­νης ποί­η­σης» (ποί­η­σης που προ­σλαμ­βά­νε­ται συ­νο­λι­κά και ως ει­κό­να), που ανα­πτύ­χθη­κε στις δε­κα­ε­τί­ες του 50 και του 60, η κου­βέ­ντα πή­γε στο πε­ριο­δι­κό που εξέ­δι­δε μια από τις πρώ­τες ομά­δες που δού­λε­ψαν πά­νω σ’ αυ­τό το εί­δος, στην Βρα­ζι­λία, και πιο συ­γκε­κρι­μέ­να στον αλ­λό­κο­το τί­τλο του: NOIGANDRES.
Η λέ­ξη δεν ανή­κει (όπως θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να σκε­φτεί) στα πορ­το­γα­λι­κά, αλ­λά στα οξι­τα­νι­κά, στη με­σαιω­νι­κή γλώσ­σα της νό­τιας Γαλ­λί­ας, που ήταν η γλώσ­σα στην οποία συ­νέ­γρα­ψαν τα αρι­στουρ­γή­μα­τά τους οι τρο­βα­δού­ροι, όπως ο μέ­γας Arnault Daniel τον οποίο μνη­μο­νεύ­ει ο Δά­ντης ως τον miglior fabbro (κα­λύ­τε­ρο τε­χνί­τη) αυ­τής της γλώσ­σας.
Από στί­χο έρ­γου του Daniel και η λέ­ξη noigandres – που όμως μας θέ­τει ένα με­γά­λο πρό­βλη­μα. Για­τί από όσα μπο­ρού­με να γνω­ρί­ζου­με, αυ­τή η λέ­ξη απα­ντά­ται μό­νο μια φο­ρά σε ένα ποί­η­μα του Arnault Daniel και που­θε­νά αλ­λού σ’ όλο το corpus της γρα­πτής οξι­τα­νι­κής. Δεν μπο­ρού­με να ξέ­ρου­με βέ­βαια τι ακρι­βώς συ­νέ­βαι­νε στον προ­φο­ρι­κό λό­γο της επο­χής εκεί­νης, αλ­λά ως μη επα­να­λή­ψι­μη εί­ναι, θα λέ­γα­με, μό­νο ήχος – για­τί ένα ση­μείο που δεν εί­ναι μπο­ρεί να επα­να­λη­φθεί δεν μπο­ρεί να απο­τε­λέ­σει στοι­χείο επι­κοι­νω­νί­ας. Εί­ναι αυ­τό που λέ­με αλα­μπουρ­νέ­ζι­κα.
Έτσι η λέ­ξη εί­ναι μια σπα­ζο­κε­φα­λιά, και, όπως μας λέ­νε οι ει­δι­κοί, δεν προ­σφέ­ρει κλει­δί για την με­τά­φρα­σή της στις σύγ­χρο­νες συγ­γε­νι­κές με τα οξι­τα­νι­κά γλώσ­σες, όπως τα γαλ­λι­κά ή τα κα­τα­λα­νι­κά.
Αυ­τό το στοι­χείο της «σπα­ζο­κε­φα­λιάς» ανα­δει­κνύ­ει και ο μεί­ζων μα και αμ­φι­λε­γό­με­νος ποι­η­τής της δι­κής μας επο­χής, ο Έζ­ρα Πά­ουντ (που με­λέ­τη­σε τη γλώσ­σα αυ­τή και ανα­ζή­τη­σε στη δου­λειά των τρο­βα­δού­ρων την πη­γή της σύγ­χρο­νης ποί­η­σης) στα πε­ρί­φη­μα Cantos και συ­γκε­κρι­μέ­να στο ει­κο­στό (Canto XX), όπου δι­η­γεί­ται πώς ανα­ζή­τη­σε τη συμ­βου­λή της με­γα­λύ­τε­ρης αυ­θε­ντί­ας στον το­μέα αυ­τό κα­τά τον με­σο­πό­λε­μο, στο πρό­σω­πο του γερ­μα­νού φι­λό­λο­γου Emil Levy, τον οποίο επι­σκέ­φτη­κε στο Φράι­μπουργκ για να του λύ­σει το γρί­φο του Noigandres.
Από τον τρό­πο που πε­ρι­γρά­φει τον διά­λο­γό τους ο Πά­ουντ, φαί­νε­ται πως ο σε­βά­σμιος κα­θη­γη­τής εί­χε φτά­σει στα όρια της αντο­χής των νεύ­ρων του μ’ αυ­τή τη λέ­ξη-σπα­ζο­κε­φα­λιά. Η αί­σθη­ση του εκνευ­ρι­σμού επι­τεί­νε­ται και με την προ­σπά­θεια του ποι­η­τή να με­τα­δώ­σει την προ­φο­ρι­κό­τη­τα, κα­τα­γρά­φο­ντας την εκ­φο­ρά των αγ­γλι­κών λέ­ξε­ων με γερ­μα­νι­κή προ­φο­ρά:

Και μου είπε: Λοιπόν είναι κάτι που θέλεις να σου πω;
Και του είπα: Ξέρω γω κύριε, ή μάλλον
Ναι καθηγητά μου, τι σημαίνει η λέξη noigandres;
Και μου είπε: Noigandres ! NOIgandres!
Ξέρεις, έεξι μήνες της σωής μου
Κάσε νύκτα που πάω να πέσω στο κρεφάτι μου μονολογώ:
Noigandres, ε, noigandres
Μα τι στο ΔΙΑΦΟΛΟ σημαίνει!»

Από τα λί­γα που ξέ­ρω, η λέ­ξη έχει (με επι­φυ­λά­ξεις) ερ­μη­νευ­θεί ως μια εκ­δο­χή της φρά­σης d'enuo gandres, που θα μπο­ρού­σε να προ­κύ­πτει από μία σύν­θε­ση των λέ­ξε­ων που συ­να­ντά­με στα σύγ­χρο­να γαλ­λι­κά ennui (ανία, θλί­ψη) και garde (φυ­λάω, προ­στα­τεύω). Έτσι θα μπο­ρού­σα­με να πού­με ότι μας λέ­ει κά­τι για ένα «αντί­δο­το στη θλί­ψη».
Κα­λό εί­ναι αυ­τό μέ­σα στην στε­νο­χώ­ρια των ημε­ρών μας, αλ­λά και σαν έκ­φρα­ση μιας ελ­πί­δας που φέρ­νει η ανοι­ξιά­τι­κη κα­λο­και­ρία για μια γε­νι­κό­τε­ρη βελ­τί­ω­ση της ατμό­σφαι­ρας του κό­σμου όλου.
Έτσι λοι­πόν κα­τα­θέ­τω την πρώ­τη, επτά­στι­χη, στρο­φή του άσμα­τος του Αρ­νώ Ντα­νιέλ, γνω­στό από τον πρώ­το στί­χο (incipit) Er vei vermeills, vertz, blaus, blancs, gruocs.

Βλέπω κόκκινους, πράσινους, κίτρινους, λευκούς
κήπους, θάμνους, κάμπους, λόφους και κοιλάδες,
και οι φωνές των πουλιών ηχούν και αντηχούν
με συγχορδίες γλυκές, απ’ το πρωί ως το βράδυ:
κι αυτό την καρδιά μου ωθεί χρώμα να δώσω στο τραγούδι
μ’ ένα λουλούδι, που ο έρωτας θά ’ναι ο καρπός του
η χαρά ο σπόρος του, κι η ευωδιά του αντίδοτο στη θλίψη.

και στο πρωτότυπο

Er vei vermeills, vertz, blaus, blancs, gruocs,
vergiers, plais, plans, tertres e vaus;
e'il votz dels auzels son'e tint
ab doutz acort maitin e tart:
so'm met en cor q'ieu colore mon chan
d'un'aital flor don lo fruitz si'amors
e jois lo grans e l'olors de noigandres

Νοϊ­γκά­ντρες, λοι­πόν, και κα­λή αντά­μω­ση το κα­λο­καί­ρι!

Το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Noigandres». Εκδότες: Augusto de Campos Décio Pignatari, Haroldo de Campos, Σάο Πάολο 1952
Το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Noigandres». Εκδότες: Augusto de Campos Décio Pignatari, Haroldo de Campos, Σάο Πάολο 1952

ΒΡΕΙ­ΤΕ ΤΑ ΒΙ­ΒΛΙΑ ΤΟΥ Μίλ­του Φρα­γκό­που­λου ΣΤΟΝ ΙΑ­ΝΟ.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: