Πεζά κείμενα (δημοσιευμένα)

Δύο κείμενα

[ Το δέ­ντρο ]

Το κυ­κλι­κό αυ­λά­κι του δέ­ντρου με φύλ­λα, χαρ­τιά και το κά­τω μέ­ρος τού κλει­στού πε­ρι­πτέ­ρου με επι­γρα­φές στην οδό Φω­κυ­λί­δου μία και μι­σή τη νύ­χτα Σαβ­βά­του και πά­λι το δέ­ντρο να παίρ­νει μια θέ­ση εξέ­χου­σα, ασή­μα­ντο τη μέ­ρα με τα νή­πια και την ακο­λου­θία τους στην πλα­τεία Δε­ξα­με­νής, το parking και το ηλια­κό φως κά­θε­το ή πλά­γιο στα ελ­λι­πή φυλ­λώ­μα­τα και τον αναι­μι­κό κορ­μό του, το δέ­ντρο της οδού Φω­κυ­λί­δου, ένα από τα εκα­τομ­μύ­ρια δέ­ντρα που υπάρ­χουν στα δά­ση, στις πό­λεις, στις κω­μο­πό­λεις, στις όχθες των πο­τα­μών, στα βου­νά, στις πε­διά­δες, τα δέ­ντρα της Αγί­ας Γρα­φής, τα δέ­ντρα του Χόλ­λυ­γουντ, τα δέ­ντρα των οά­σε­ων, του δά­σους της Βου­λώ­νης, του Μέ­λα­νος Δρυ­μού, τα δέ­ντρα με τους κρε­μα­σμέ­νους, με τους καρ­πούς, τα δέ­ντρα που ήκ­μα­σαν, που πα­ρήκ­μα­σαν, που δεν ήκ­μα­σαν, που άν­θι­σαν, που δεν άν­θι­σαν, που ρί­ξαν τα φύλ­λα πα­ρα­πλεύ­ρως στο αυ­λά­κι όπως αυ­τό, ή πο­λύ μα­κρύ­τε­ρα στο μο­νο­πά­τι, ή την αλ­λέα, ή τη λε­ω­φό­ρο, το δέ­ντρο του Αβεσ­σα­λώμ, το δέ­ντρο του κα­κού, το δέ­ντρο της γνώ­σε­ως, το γε­νε­α­λο­γι­κό δέ­ντρο, το δέ­ντρο σαν σύμ­βο­λο, το δέ­ντρο σαν φυ­τό, το δέ­ντρο σαν με­τα­φο­ρι­κή λέ­ξη, το δέ­ντρο σαν με­τα­φο­ρι­κό μέ­σο, το δέ­ντρο σαν καύ­σι­μο, το Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο δέ­ντρο, το δέ­ντρο σαν δέ­ντρο στη γω­νιά της οδού Φω­κυ­λί­δου νύ­χτα Σαβ­βά­του, μέ­σα Δε­κεμ­βρί­ου του έτους χί­λια ενια­κό­σια εξή­ντα τρία.

Πεζά κείμενα (δημοσιευμένα)

[ Τα transistors ]

Τα transistors που αντι­πα­θή­σα­με στις εξό­δους των κι­νη­μα­το­γρά­φων, στους έρη­μους απο­γευ­μα­τι­νούς δρό­μους των προ­α­στεί­ων, στα χέ­ρια νε­α­ρών ερ­γα­τών ή δαν­δή­δων ή τε­μπέ­λη­δων ή κομ­μω­τριών, τα transistors αυ­τά φαι­νό­με­νο κα­κού γού­στου και με λί­γη κα­λή θέ­λη­ση κομ­φορ­μι­σμού, τα κτυ­πά­με ατο­μι­κώς, αλ­λά και ορ­γα­νω­μέ­να, κι αυ­τό επει­δή τυ­χαί­νει πολ­λά άτο­μα να κτυ­πούν το φαι­νό­με­νο αυ­τό ή και άλ­λα, εμ­φα­νί­ζε­ται σα να το κτυ­πούν ορ­γα­νω­μέ­να χω­ρίς όμως να υπάρ­χει καμ­μιά ορ­γά­νω­ση, κτυ­πά­με λοι­πόν τα φαι­νό­με­να του κομ­φορ­μι­σμού και του κα­κού γού­στου, εί­τε απ’ την πά­νω, τη μέ­ση ή τη μι­κρή αστι­κή τά­ξη προ­έρ­χο­νται, εί­τε κι από με­ρί­δα του προ­λε­τα­ριά­του, ασχέ­τως αν βέ­βαια υπάρ­χουν αι­τί­ες των φαι­νο­μέ­νων αυ­τών όπως η ανε­πάρ­κεια του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος, ανέ­χεια, άγνοια, χον­δροει­δές θέ­α­μα, κτη­νώ­δης απα­σχό­λη­σις με άνι­ση αμοι­βή, οπό­τε δι­καιο­λο­γού­νται και δεν δι­καιο­λο­γού­νται, όμως για πολ­λούς άλ­λους που δεν έβα­λαν σκο­πό στη ζωή τους την ισό­τη­τα των τά­ξε­ων στην ηθι­κό­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση ή την ψη­φο­θη­ρία στη χει­ρό­τε­ρη, εί­ναι λοι­πόν να τρε­λα­θεί κα­νείς πώς μπο­ρεί εύ­κο­λα να πε­ρι­πλα­κεί σε συλ­λο­γι­σμούς και πα­ρα­τη­ρή­σεις που δεν προ­σφέ­ρουν τί­πο­τα, τε­λι­κά εγώ ήθε­λα να μι­λή­σω για το μι­κρό transistor, κόκ­κι­νο και γκρι, πλάι στη λά­μπα, ανά­με­σα στη λά­μπα και στο pic-up, δεν ξέ­ρω για­τί το μι­κρό δί­χρω­μο transistors που φά­νη­κε σαν το τραμ της Βέρ­νης, με δύο ορό­φους κι ας μην εί­μαι σί­γου­ρος γι’ αυ­τό, για­τί στη Βέρ­νη δεν πή­γα κι απ’ ό,τι ξέ­ρω δεν πρό­κει­ται να πάω, οι άν­θρω­ποι πή­ραν την οντό­τη­τά τους και θέ­λη­σα την ευ­τυ­χία τους, μια όχι και τό­σο χρι­στια­νι­κή ευ­τυ­χία, ή μπο­ρεί και χρι­στια­νι­κή υπό άλ­λην όμως μορ­φήν, κι έτσι κα­θώς χό­ρευαν άντρες με γυ­ναί­κες, οι σκιές και το φως εναλ­λάσ­σο­νταν, οι φί­λοι μου και οι διά­φο­ροι άγνω­στοι, ασή­μα­ντοι το πρωί στις στο­ές του κέ­ντρου ή στο American Express, άλ­λοι πά­λι ση­μα­ντι­κοί κι εξέ­χο­ντες και άντρες πραγ­μα­τι­κοί, τώ­ρα όλοι χο­ρεύ­ο­ντας ή ακού­γο­ντας την μου­σι­κή του Coltrane, εξι­σω­μέ­νοι κι αγα­πη­μέ­νοι στα δια­σταλ­μέ­να μου μά­τια, κομ­μέ­νοι απ’ τον γε­νι­κό χρό­νο των χρη­μα­τι­στη­ρί­ων και των εκλο­γών, των βι­βλια­ρί­ων, των λη­ξιαρ­χι­κών πρά­ξε­ων, των συ­ναλ­λα­γών, των ερ­γο­λα­βιών και των κα­τα­στη­μά­των, του άγ­χους των κα­φε­νεί­ων, των ανια­ρών ερω­τι­κών δε­σμών, οι τρια­ντα­δύο αυ­τοί άν­θρω­ποι κι η μου­σι­κή, το μι­κρό transistor σαν το τραμ της Βέρ­νης, η λά­μπα, το δά­πε­δο, τα ξύ­λα, τα τζά­μια, τα κλι­νο­σκε­πά­σμα­τα, κομ­μέ­νοι απ’ τον χρό­νο κι όμως μέ­σα στον χρό­νο τον δι­κό τους, ατο­μι­κό και συλ­λο­γι­κό, λί­γο πριν έρ­θει ο καρ­κί­νος, η πεί­να, η ανία, η Κυ­ρια­κή, η με­γα­λύ­τε­ρη εορ­τή της Χρι­στια­νο­σύ­νης.

[ Από το περ. Πά­λι, τχ. 1, 1964 ]

Ο Γιωργοθανάσης

Παίρ­νω τα­ξί απ' την Πλα­τεία Πλα­στή­ρα για να πάω στη μά­να μου. Εί­ναι με­ση­μέ­ρι, κά­νει ζέ­στη πολ­λή 380, ο τα­ξι­τζής κο­ντά εξή­ντα πέ­ντε, νευ­ρώ­δης και σιω­πη­λός. Ένας Έλ­λη­νας Roy Bean. Εί­χα­με σχε­δόν φτά­σει και δεν εί­χα­με ανταλ­λά­ξει ού­τε λέ­ξη οπό­τε αυ­τός, γυρ­νά­ει ξαφ­νι­κά και μου λέ­ει:

«Εγώ μέ­νω στον Πει­ραιά, κύ­ριε. Η γυ­ναί­κα μου όμως εί­ναι από τη Ρού­με­λη. Θα σας δι­η­γη­θώ κά­τι που συ­νέ­βη­κε προ­χτές στους δι­κούς της. Ο τά­δε θεί­ος της κα­βα­λά­ει τις προ­άλ­λες το γάι­δα­ρό του για να πά­ει στην εκ­κλη­σία. Αυ­τά συμ­βαί­νουν σ' ένα χω­ριό της Ευ­ρυ­τα­νί­ας κι ο άν­θρω­πος εί­ναι 74 χρο­νων. Εκεί που προ­σπα­θεί να τον κα­βα­λή­σει σω­ριά­ζε­ται σέ­κος. Καρ­δια­κή συ­γκο­πή, λέ­ει ό για­τρός. Κλά­μα η γριά του, κλά­μα κι οι κό­ρες του, τα συ­νη­θι­σμέ­να. Η μια του κό­ρη, η με­γά­λη, δεν πα­ρα­δέ­χε­ται πως πέ­θα­νε από συ­γκο­πή, έχει ιδέα πως τσα­κί­στη­κε».
Έχου­με φτα­σει στο με­τα­ξύ στο πρα­τή­ριο βεν­ζί­νης και πρέ­πει να κα­τέ­βω. Στα­μα­τά το αυ­το­κί­νη­το στην άκρια του δρό­μου και συ­νε­χί­ζει.
« Ο γιός του γέ­ρου μέ­νει στην Αθή­να. Του τη­λε­γρα­φούν λοι­πόν πως ο πα­τέ­ρας πέ­θα­νε. Παίρ­νει κι αυ­τός τ' αυ­το­κί­νη­τό του και φουλ για το χω­ριό. Φτά­νει και δεν προ­λα­βαί­νει την κη­δεία. Τρέ­χει στο σπί­τι, τους βρί­σκει να τρώ­νε πα­ξι­μα­δά­κια, ρω­τά­ει πώς πέ­θα­νε ο γέ­ρος, του λέ­νε, σκο­τει­νιά­ζει, βγά­ζει ένα κου­μπού­ρι και σφίγ­γoντας τις μα­σέ­λες τρα­βά­ει στο πε­ρι­βό­λι και πυ­ρο­βο­λεί τον γάι­δα­ρο που βό­σκει πιο κά­τω ανύ­πο­πτος.
»Άγριο να πυ­ρο­βο­λείς εξ επα­φής το γάι­δα­ρό σου. Δεν εί­ναι δα και κα­νέ­να πε­τει­να­ρά­κι να το βά­ζεις στο τσι­μέ­ντο και να το σφά­ζεις. Εκτός όμως απ' αυ­τήν την αγριό­τη­τα την οποία δεν έχω το δι­καί­ω­μα να κα­τα­κρί­νω, μιας και με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων υπάρ­χει πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρη, το μυα­λό τού αν­θρώ­που, κύ­ριε, μπο­ρεί­τε να μου πεί­τε πώς λει­τουρ­γεί;»
Τον χαι­ρέ­τη­σα και κα­τέ­βη­κα ενώ ακού­στη­κε το φαρ­δύ του γέ­λιο.

Θέ­λω να πω κι εγώ μια ιστο­ρία με τη σει­ρά μου. Για ένα πρό­σω­πο υπαρ­κτό που πριν τριά­να χρό­νια ζω­ντά­νε­ψε μια γει­το­νιά με την πα­ρου­σία του, κέρ­δι­σε, αν όχι τον σε­βα­σμό –για­τί πο­τέ δεν ανα­ζή­τη­σε κά­τι τέ­τοιο–, την αγά­πη όσων τον γνώ­ρι­σαν κι ακό­μα κα­τά­φε­ρε, τις κο­ροϊ­δί­ες των άλ­λων για το σα­κα­τε­μέ­νο του πό­δι να τις με­τα­τρέ­ψει σε πε­ριέρ­γεια πρώ­τα κι ύστε­ρα σε θαυ­μα­σμό ανε­πι­φύ­λα­κτο.
Ο Γιωρ­γο­θα­νά­σης ήταν από κεί­να τα πλά­σμα­τα που σου δί­νουν την υπο­ψία πως το κα­λό και το κα­κό εί­ναι δύο έν­νοιες αξε­διά­λυ­τες, συ­νυ­πάρ­χου­σες και συ­μπλε­κό­με­νες. Ήταν, λοι­πόν, αυ­τός, ο Γιωρ­γο­θα­νά­σης, ένα παι­δί 6 χρο­νώ που φαι­νό­ταν τεσ­σά­ρων, φαι­νό­με­νο άλ­λω­στε συ­νη­θι­σμέ­νο για τα πρώ­τα με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια, όπου λί­γο πο­λύ τα παι­διά δεί­χναν τα ση­μά­δια της στέ­ρη­σης, απο­τέ­λε­σμα του φρι­χτού πο­λέ­μου.
Ο Γιωρ­γο­θα­νά­σης περ­νού­σε τη μι­σή του ζωή στο σπί­τι και την υπό­λοι­πη στο στε­νό. Ήταν όμως άλ­λα χρό­νια κι η γει­το­νιά έχει με­τα­μορ­φω­θεί. Σή­με­ρα οι Αμπε­λό­κη­ποι εί­ναι μια κοι­νή, κοι­νό­τα­τη συ­νοι­κία των Αθη­νών, κε­ντρι­κή μπο­ρεί να πει κα­νείς. Τό­τε, έξω απ' τις μο­νο­κα­τοι­κί­ες των ευ­πό­ρων, [υπήρ­χαν] κή­ποι με τρια­ντα­φυλ­λιές που κά­ποιος τις πό­τι­ζε τ' από­γευ­μα κι άδεια οι­κό­πε­δα με τσου­κνί­δες και κα­νέ­να ξε­ρο­πή­γα­δο πού και πού στο­μω­μέ­νο από με­γά­λες πέ­τρες.
Μέ­σα στη γει­το­νιά, ο συ­νοι­κι­σμός του Κου­ντου­ριώ­τη κι η προ­έ­κτα­σή του οι πα­ρά­γκες που πιά­ναν και τα δύο πε­ζο­δρό­μια της Λε­ω­φό­ρου Αλε­ξάν­δρας, από τη με­ριά του Πα­να­θη­ναϊ­κού δη­λα­δή, κι απέ­να­ντι, μέ­σα στη λαϊ­κή αγο­ρά.
Το στε­νό ήταν ένα αδί­έ­ξο­δο, μα­κρύ κά­που 60 μέ­τρα της οδού Βουρ­νά­ζου κα­θώς την κα­τε­βαί­νεις απ' τη Λε­ω­φό­ρο Αλε­ξάν­δρας προς το Μαιευ­τή­ριο της Έλε­νας. Εκεί μέ­σα, τέ­λη του 1944, λί­γο πριν φύ­γουν οι Γερ­μα­νοί, ήρ­θε και κα­τοί­κη­σε η οι­κο­γέ­νεια Ασλά­νη, κι η πα­ρου­σία των νε­ο­φερ­μέ­νων έγι­νε γρή­γο­ρα αι­σθη­τή. Ήταν έξη άτο­μα και πιά­σαν το δεύ­τε­ρο σπί­τι τού στε­νού, εκεί που, πα­λιό­τε­ρα, έμε­νε η κυ­ρία Κα­ψι­μά­λη απ' τη Ναύ­πα­κτο, που κα­λο­γέ­ρευε στο σπί­τι της χω­ρίς ν’ ανή­κει σε μο­να­στή­ρι.
Πε­ρί­ερ­γη οι­κο­γέ­νεια. Εί­χαν κα­τέ­βει απ' το Καρ­πε­νή­σι, η μά­να, τα τρία παι­διά και η θεί­τσα. Μέ­τριος στο ανά­στη­μα και με­τρη­μέ­νος ο πα­τέ­ρας. Μι­κρό μου­στά­κι. Ολό­κλη­ρο το σου­λού­πι Σαρ­λώ ή Γάλ­λος μι­κρο­α­στός του 1939. Ακρο­δε­ξιός· σα­ρα­ντα­πε­ντά­ρης. Η μά­να νε­ό­τε­ρη αρ­κε­τά. Ίσως 34. Με­γα­λό­σω­μη, γλυ­κιά και λί­γο μα­ρα­μέ­νη. Η Ηρώ, το με­γα­λύ­τε­ρο απ' τα παι­διά, 7 χρο­νώ, κα­στα­νή και με­γα­λό­σω­μη. Αμέ­σως με­τά, ερ­χό­ταν το αγό­ρι, γύ­ρω στα 6, κι η μύ­τη του έστα­ζε νε­ρό. Νε­ρά­κι κα­θα­ρό που κόλ­λα­γε με­τα­ξύ μύ­της και πά­νω χει­λιού. Το πό­δι του το δε­ξί ήταν κα­χε­κτι­κό και λί­γο στρε­βλω­μέ­νο. Του φό­ρα­γαν σί­δε­ρα. Τέ­λος, η μι­κρή: ξαν­θιά, πο­λύ χλω­μή, άσπρη πες. Την έλε­γαν Δα­νάη.
Ύστε­ρα ήταν κι η θεί­τσα: ακα­θό­ρι­στη ηλι­κία, μπο­ρεί 45, μπο­ρεί και λι­γό­τε­ρο. Στο πρό­σω­πο άσχη­μη, όχι αντι­πα­θη­τι­κή. Κα­κο­τρά­χα­λη, εί­ναι η λέ­ξη. Τρο­με­ρή ενερ­γη­τι­κό­τη­τα, ευ­κί­νη­τη, τρι­γυρ­νά­ει ξυ­πό­λη­τη μες στο χει­μώ­να, φρο­ντί­ζει για όλα. Μα­ζεύ­ει τα παι­διά, μι­λά­ει με τους γεί­το­νες, ψω­νί­ζει στη λαϊ­κή αγο­ρά, κι όπως μα­θεύ­τη­κε αρ­γό­τε­ρα, ξε­νό­πλε­νε, όχι όμως σε σπί­τια της γει­το­νιάς, κά­πως μα­κρύ­τε­ρα. Ήταν αδελ­φή τού πα­τέ­ρα, την έλε­γαν Ευ­ρι­δί­κη κι έπρε­πε να ισορ­ρο­πή­σει την αδρά­νεια τής μά­νας που κα­μιά φο­ρά, αρ­γά τ' από­γευ­μα, την έβλε­παν ακί­νη­τη πί­σω απ’ το τζά­μι, που συ­νή­θως έμε­νε κλει­στό, να ρεμ­βά­ζει με ανεί­πω­τη γλύ­κα.
Ο νε­α­ρός Ασλά­νης έστε­κε σχε­δόν μό­νι­μα στην ξύ­λι­νη πόρ­τα του νέ­ου σπι­τιού τους. Τον πρώ­το και­ρό εξα­φα­νι­ζό­ταν μό­λις ξε­μύ­τι­ζαν άλ­λα παι­διά. Αρ­γό­τε­ρα έμε­νε. Πα­ρα­τη­ρού­σε το παι­χνί­δι τους με εν­δια­φέ­ρον, δε φαι­νό­ταν όμως να συμ­με­τέ­χει. Για να πού­με την αλή­θεια, κα­νέ­νας μέ­χρι τό­τε δεν του φέρ­θη­κε με κά­ποια λε­πτό­τη­τα και κα­λο­σύ­νη.

Ένα άπ' τα συ­νη­θι­σμέ­να γε­γο­νό­τα ήταν και τού­το: Παί­ζουν δί­τερ­μα κι ο Μά­κης ο Γου­ζού­α­σης, ντρι­πλά­ρο­ντας δύο αντι­πά­λους και φτά­νο­ντας στο ύψος εκεί­νο του στε­νού όπου ο μι­κρός Ασλά­νης, σαν στρα­τη­γός μέ­σα στα σί­δε­ρα, στη­μέ­νος στο πε­ζο­δρό­μιο κι ακου­μπώ­ντας με το χέ­ρι του στον τοί­χο για να ισορ­ρο­πή­σει, του πε­τά­ει τη μπά­λα στο στή­θος με φάλ­τσο κι επί τό­που βγά­ζει επι­φω­νή­μα­τα όπως ετού­τα:

– Έι, ρε στούρ­νε.
– Όι, μα­νού­λα μου!

Ταυ­τό­χρο­να, και σαν να τον εί­χαν κουρ­δί­σει, ο δί­δυ­μος αδελ­φός του Μά­κη, ο Κού­λης Γου­ζού­α­σης, έρι­χνε ένα τσι­ρι­χτό γέ­λιο κι όχι τό­σο για το πε­ριε­χό­με­νο αυ­τών των επι­φω­νη­μά­των τού αδελ­φού του, όσο για­τί επι­κύ­ρω­νε την τε­λειό­τη­τα τής μι­μι­κής του. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τα επι­φω­νή­μα­τα κρύ­βαν ένα μι­κρό δρά­μα, όπως θα δού­με.
Μέ­σα στη χρο­νιά δύο άτο­μα ακό­μη προ­στέ­θη­καν στην οι­κο­γέ­νεια: ο Μέ­νιος, 25 χρο­νών κι η αδελ­φή του, η Μά­χη, έναν χρό­νο με­γα­λύ­τε­ρη. Κι οι δύο αδέρ­φια μι­κρό­τε­ρα της μά­νας. Ο Μέ­νιος, κά­που 1,84 ψη­λός, με­γά­λο κε­φά­λι, βα­ρύ πη­γού­νι, περ­πά­τη­μα μο­νο­κόμ­μα­το. Σο­βα­ρός. Φοι­τη­τής της Νο­μι­κής. Εκεί­νη φοι­τή­τρια της Φι­λο­λο­γί­ας. Επί­σης πο­λύ ψη­λή. Η ομι­λία της αδέ­ξια χαϊ­δευ­τι­κή και τρα­χιά. Την εντύ­πω­ση την απο­κό­μι­σα απ' την προ­φο­ρά της, τον τό­νο της φω­νής της και την κα­θα­ρεύ­ου­σα που μι­λού­σε. Το γε­νι­κό απο­τέ­λε­σμα της κου­βέ­ντας της ήταν αρ­νη­τι­κό. Φω­νή και ομι­λία ήταν το αδύ­να­το ση­μείο της. Έμοια­ζε με γυ­ναί­κα που λι­κνί­ζει τις κο­κά­λες της με με­γά­λη θη­λυ­κό­τη­τα. Η γοη­τεία της Μά­χης βρι­σκό­ταν ακρι­βώς εκεί, στον τρό­πο πού περ­πά­τα­γε. Λι­κνί­ζο­ντας τους γο­φούς. Κι η κί­νη­ση αρ­γό­συρ­τη κυ­κλι­κή, κα­θώς μά­λι­στα έσερ­νε κά­πως τις τορ­νευ­τές γά­μπες της μέ­σα σε άψο­γες για την επο­χή νά­υ­λον κάλ­τσες. Φο­ρού­σε συ­νή­θως πα­πού­τσια κρεπ. Χω­ρίς τα­κού­νι.
Ο Μέ­νιος, δί­χως να επεμ­βαί­νει στα κα­θή­κο­ντα της θεί­τσας που, με μα­νία στον τρό­πο και αφο­σί­ω­ση στην επι­τέ­λε­ση τού σκο­πού, συ­νέ­χι­ζε να κυ­νη­γά­ει τον μι­κρό μό­λις έκα­νε δει­λά δει­λά κα­μιά προ­σπά­θεια να κα­τέ­βει το πε­ζο­δρό­μιο και ν’ απο­μα­κρυν­θεί λι­γά­κι, ο Μέ­νιος, λοι­πόν, προ­στέ­θη­κε κι αυ­τός στον μη­χα­νι­σμό τής κα­τα­πί­ε­σης. Πο­τέ βέ­βαια δε θα κα­τα­δε­χό­ταν να βγει στον δρό­μο και να τον φω­νά­ξει. Η θεί­τσα έκα­νε τη δου­λειά, εκεί­νη μά­λι­στα τρά­βα­γε και με σπρω­ξιές τον έμπα­ζε μέ­σα. Σε 3 λε­πτά ακου­γό­ντου­σαν οι οι­μω­γές τού μι­κρού Ασλά­νη την ώρα πού τις έτρω­γε απ' το βα­ρύ χέ­ρι του θεί­ου Μέ­νιου.

–Όι μα­νού­λα μου!

Κι ήταν ακρι­βώς αυ­τές που μι­μό­ταν ο Γου­ζού­α­σης. Κά­πο­τε έσπα­σε ο πά­γος, ο Ασλά­νης ξε­θάρ­ρε­ψε κι άπο­φά­σι­σε να κα­τέ­βει το πε­ζο­δρό­μιο και να μπλέ­ξει με τ’ άλ­λα παι­διά. Ήμουν ο πρώ­τος που μί­λη­σε μα­ζί του. Όταν τον ρώ­τη­σα πώς τον λέ­νε, μου εί­πε με σο­βα­ρό­τη­τα και το­νι­κή ακρί­βεια.

– Εί­μαι αβά­πτι­στο.

Ένιω­σα μια λύ­πη ολο­κλη­ρω­τι­κή σα να ’χε κα­τέ­βει ομί­χλη και να ’χε κρύ­ψει και σπί­τια και δέ­ντρα κι αν­θρώ­πους. Το οπτι­κό μου πε­δίο θό­λω­σε γι’ αυ­τό το ου­δέ­τε­ρο που υπήρ­χε στη φρά­ση του: «Εί­μαι αβά­πτι­στο». Εκεί­νος μάλ­λον εν­νο­ού­σε «εί­μαι αβά­πτι­στο παι­δί» συμ­φω­νού­σε λοι­πόν η με­το­χή του με το ου­σια­στι­κό, ενώ εγώ το αβά­πτι­στο το σύν­δε­σα με το αβο­ή­θη­το και αμε­τά­κλη­το.
Έβγαι­νε κά­θε μέ­ρα. Έπαιρ­νε μια μπά­λα κι έτρε­χε πί­σω της σαν με­θυ­σμέ­νος με το κα­χε­κτι­κό του πό­δι να δια­γρά­φει τρο­χιές, πολ­λές φο­ρές κλό­τσα­γε τον αέ­ρα και γέ­λα­γε δυ­να­τά. Τα παι­διά τον φώ­να­ζαν Γιωρ­γο­θα­νά­ση για­τί τους εί­χε πει πως όταν βα­φτι­στεί θα τον βγά­λουν ή Γιώρ­γο ή Θα­νά­ση – με πε­ρισ­σό­τε­ρες πι­θα­νό­τη­τες τo Γιώρ­γος.
Στo τέ­λος του χρό­νου η οι­κο­γέ­νεια με­γά­λω­σε κι άλ­λο. Αυ­τή τη φο­ρά ο και­νού­ριος δεν ήρ­θε απ' το Καρ­πε­νή­σι αλ­λά βγή­κε απ' την κοι­λιά της μά­νας. Ήταν έγκυος, λοι­πόν, γι' αυ­τό δεν έβγαι­νε έξω κα­θό­λου.
Μά­θα­με πως τη μά­να την έλε­γαν Αφρο­δί­τη. Όλη η ελ­λη­νι­κή μυ­θο­λο­γία μα­ζεύ­τη­κε στην οι­κο­γέ­νεια. Αφρο­δί­τη-Hρώ-Δα­νάη-Αν­δρο­μά­χη-Ευ­ρυ­δί­κη και το αβά­πτι­στο. Πα­γα­νι­στές Δω­ριείς κα­τέ­βη­καν κι επί­τα­ξαν το σπί­τι της κυ­ρί­ας Κα­ψι­μά­λη, το άντρο αυ­τό της Ορ­θο­δο­ξί­ας.

Κι ο και­ρός περ­νού­σε. Οι άν­θρω­ποι προ­σπα­θού­σαν να φά­νε να ντυ­θούν και να ζε­στα­θούν, όσα στε­ρή­θη­καν τό­σα χρό­νια. Το κί­νη­μα άφη­σε τρύ­πες στους τοί­χους, δεν άφη­σε όμως πο­λι­τι­κά μί­ση στη γει­το­νιά που, πιο δυ­να­τή απ' τις ιδε­ο­λο­γί­ες, σκέ­πα­ζε τους δι­κούς της μ’ έναν προ­στα­τευ­τι­κό κλοιό.
Ο αστυ­φύ­λα­κας Διο­νυ­σό­που­λος λ.χ., έμε­νε με τη γυ­ναί­κα του στο πρώ­το σπί­τι τού στε­νού που ανή­κε στον Κι­τσι­κό­που­λο. Συ­γκε­κρι­μέ­να κα­τοι­κού­σε στο πί­σω δω­μά­τιο. Τους χώ­ρι­ζε η αυ­λή και στο κυ­ρί­ως σπί­τι έμε­νε ο Κι­τσι­κό­που­λος. Συ­νταγ­μα­τάρ­χης του ΕΛΑΣ Χαλ­κί­δας. Αρ­χές του 1945 ο αστυ­φύ­λα­κας Διο­νυ­σό­που­λος κα­τά­θε­σε πως σ' όλη τη διάρ­κεια του κι­νή­μα­τος ο Κι­τσι­κό­που­λος δεν εί­χε ξε­μυ­τί­σει απ' το σπί­τι του κι έτσι κα­νέ­νας δεν τον ενό­χλη­σε.
H οι­κο­γέ­νεια Ασλά­νη όμως ήταν μι­κρο­γρα­φία της δι­χα­σμέ­νης Ελ­λά­δας. Ο θεί­ος κι η θεία του Γιωρ­γο­θα­νά­ση, ο Μέ­νιος κι η Αν­δρο­μά­χη, ήταν αρι­στε­ροί. Όχι κομ­μου­νι­στές. Σο­σια­λι­στές. Αρ­χη­γός ο Σβώ­λος. Ο Μέ­νιος μά­λι­στα έγρα­φε στην εφη­με­ρί­δα τους τη Μά­χη.
Εθνι­κό­φρων πα­ρά­τα­ξη στην οι­κο­γέ­νεια ήταν ο Σε­ρα­φείμ. Δεν τον ανα­φέ­ρα­με πρω­τύ­τε­ρα για­τί δεν έμε­νε με την οι­κο­γέ­νεια. Ήταν αρ­χη­γός και προ­στά­της, νο­μο­θέ­της και δι­κα­στής της. Θεί­ος κι αυ­τός απ' τη με­ριά της μά­νας, όπως κι ο Μέ­νιος κι η Αν­δρο­μά­χη.
Ερ­χό­ταν συ­νή­θως Κυ­ρια­κή, στις 5 τ' από­γε­μα. Πα­νύ­ψη­λος, 1,87, περ­πά­τα­γε σαν να ’χε κα­τα­πιεί μπα­στού­νι· ευ­θυ­τε­νής, κοι­τά­ζο­ντας, λες, τη στέ­γη τού μι­κρού σπι­τιού στο τέρ­μα τού στε­νού, κά­νο­ντας θε­ό­ρα­τα βή­μα­τα και κου­νώ­ντας αλύ­γι­στα τα πο­λύ μα­κριά χέ­ρια του κα­θώς περ­πα­τού­σε, μού θύ­μι­ζε τον στρα­τάρ­χη Γου­έι­βελ που τον εί­χα δει στα επί­και­ρα του κι­νη­μα­το­γρά­φου να πα­ρα­κο­λου­θεί με τα κυά­λια του τις κυ­κλω­τι­κές κι­νή­σεις που κά­ναν τα γερ­μα­νι­κά τανκς οδη­γη­μέ­να απ’ την Αλε­πού της Ερή­μoυ, τον άτυ­χο Ρό­μελ.
Ήταν η εξου­σία κι όταν πέρ­να­γε το στε­νό η μι­σή γει­το­νιά κρά­τα­γε την ανα­πνοή της πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας πί­σω απ’ τα στορ. Μια μαύ­ρη Pontiac στα­μά­τα­γε στην εί­σο­δο τού στε­νού χω­ρίς πο­τέ να μπαί­νει μέ­σα και κα­τέ­βαι­νε ο θεί­ος Σε­ρα­φείμ κι ύστε­ρα η γυ­ναί­κα του κι η κό­ρη του, ωραία ντυ­μέ­νες κι οι δυο, που ακο­λου­θού­σαν σε σε­βα­στή από­στα­ση κι ύστε­ρα χα­νό­ντου­σαν μέ­σα στο σπί­τι του Ασλά­νη όπου πή­γαι­ναν να επι­σκε­φθούν τη φτω­χιά συγ­γε­νι­κή οι­κο­γέ­νεια.
Ρώ­τη­σα τον Γιωρ­γο­θα­νά­ση γι’ αυ­τό­νε.

–Όχι, δε με δέρ­νει, μου λέ­ει. Εί­ναι κα­κός και κά­νει τους άλ­λους να με δέρ­νουν.

Κα­κός ήτα­νε αλ­λά ήταν και πλού­σιος και συ­ντη­ρού­σε την οι­κο­γέ­νεια που ο μι­κρός μι­σθός τού πα­τέ­ρα δεν έφτα­νε ού­τε για ζή­τω, και μάλ­λον αυ­τός βοη­θού­σε τις σπου­δές τής Μά­χης και του Μέ­νιου. Έτσι, εθνι­κό­φρο­νες και σο­σια­λι­στές τρο­μο­κρα­τού­σαν κι έδερ­ναν τον Γιωρ­γο­θα­νά­ση, ενώ ο εμ­φύ­λιος εί­χε φου­ντώ­σει στα βό­ρεια δια­με­ρί­σμα­τα της χώ­ρας.
Η Αθή­να ζού­σε έξω από τον πό­λε­μο. Πει­να­σμέ­νη και βου­τηγ­μέ­νη στο πέν­θος, μιας και σή­κω­σε πά­νω της κα­το­χή και Δε­κέμ­βρη, εί­ναι τώ­ρα βε­τε­ρά­νος με χι­λιά­δες πλη­γές στους τοί­χους και τα στη­θαία των σπι­τιών της. Πα­ρα­κο­λου­θεί λοι­πόν τον πό­λε­μο απ' τις εφη­με­ρί­δες κι αυ­τές με­γα­λώ­νουν το χά­σμα στο λαό φα­να­τί­ζο­ντάς τον για μια του­λά­χι­στον ει­κο­σα­ε­τία. Ο φα­να­τι­σμός πλήτ­τει βα­σι­κά την ητ­τη­μέ­νη πα­ρά­τα­ξη, για­τί στο κρά­τος που οι εθνι­κό­φρο­νες δη­μιουρ­γούν, οι αρι­στε­ροί εί­ναι πο­λί­τες δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρί­ας. Μο­να­δι­κή πα­ρου­σία τού πο­λέ­μου στην πρω­τεύ­ου­σα τα κα­ρο­τσά­κια των ανα­πή­ρων αξιω­μα­τι­κών και οπλι­τών που πιά­νουν προ­νο­μιού­χες θέ­σεις στις πο­δο­σφαι­ρι­κές συ­να­ντή­σεις στο γή­πε­δο του Πα­να­θη­ναϊ­κού.

Εκεί­νη τη χρο­νιά βα­φτί­σαν τον Γιωρ­γο­θα­νά­ση. Κα­νείς μας δεν ξέ­ρει ποιά μέ­ρα και σε ποιάν εκ­κλη­σιά έγι­νε, για­τί κα­νέ­νας φί­λος δεν προ­σκλή­θη­κε. Φα­ντά­ζο­μαι πως το θέ­μα ανά­λα­βε ο θεί­ος Σε­ρα­φείμ με τις γνω­ρι­μί­ες που θα πρέ­πει να εί­χε, για­τί ήταν κά­ποιος με ισχύ, το έβλε­πες κα­θα­ρά στο ντύ­σι­μο, στο ύφος και στο περ­πά­τη­μά του. Πρέ­πει, λοι­πόν, ο Σε­ρα­φείμ να εί­χε απο­φα­σί­σει για τα βα­φτί­σια όταν έκρι­νε πως ήταν πια και­ρός να διορ­θω­θεί ένα κα­κώς κεί­με­νο.
Το νέο κυ­κλο­φό­ρη­σε από στό­μα σε στό­μα. Η κυ­ρία Κρη­τι­κού, ένα βρα­δά­κι, πριν κλεί­σει τα πα­τζού­ρια, του φώ­να­ξε:

– Μπρά­βο, μπέ­μπη μου. Μά­θα­με πως βα­φτί­στη­κες, να δεις που τώ­ρα θα γί­νεις και κα­λό παι­δί.

Όμως ο Γιωρ­γο­θα­νά­σης δεν έγι­νε κα­λό παι­δί. Ένα με­ση­μέ­ρι τον έπια­σε ο πα­τέ­ρας μου την ώρα που εί­χε στρι­μώ­ξει μια γά­τα μέ­σα στο οι­κό­πε­δο της Μαί­ρης κι ήταν έτοι­μος να την πα­λου­κώ­σει. Το ζώο, πα­γι­δευ­μέ­νο ανά­με­σα σε καυ­σό­ξυ­λα και μην μπο­ρώ­ντας να δια­φύ­γει, εί­χε μεί­νει στο έλε­ος, όταν το στι­βα­ρό χέ­ρι του πα­τέ­ρα μου, που έτυ­χε να περ­νά­ει εκεί­νη την ώρα από κει, για­τί ήθε­λε να συ­ζη­τή­σει με τοv αδερ­φό της Μαί­ρης τον Στρά­το για κά­τι ηλε­κτρι­κά, τον άδρα­ξε και τον σή­κω­σε στον αέ­ρα. Το ζώο έμει­νε εκει που ήταν για 3 δευ­τε­ρό­λε­πτα, σα να μην πί­στευε στην ανέλ­πι­στη σω­τη­ρία του και, με­τά, εδω­σε μια και χά­θη­κε σαν σαîτα μέ­σ' από το άνοιγ­μα που άφη­ναν οι ανα­ση­κω­μέ­νες λα­μα­ρί­νες της πόρ­τας του οι­κο­πέ­δου τής Μαί­ρης. Ο Γιωρ­γο­θα­νά­σης, έντρο­μος, άρ­χι­σε να λέ­ει πως εί­χε εντο­λή να σκο­τώ­σει τη γά­τα για­τί ήταν λυσ­σα­σμέ­νη κι εί­χε μά­λι­στα δα­γκώ­σει την αδερ­φή του τη Δα­νάη.

– Εσύ ’σαι, μω­ρέ, λυσ­σα­σμέ­νο, του λέ­ει ο πα­τέ­ρας μου, κι άμα σε ξα­να­δώ να τυ­ραν­νάς ζω­ντα­νό θα σου πά­ρει ο διά­ο­λος τον πα­τέ­ρα.

Πέ­ρα­σαν ακό­μη τέσ­σε­ρα χρό­νια. Εγώ άρ­χι­σα v’ αραιώ­νω απ’ το στε­νό. Η δια­φο­ρά ηλι­κί­ας που εί­χα με τα σχε­τι­κώς μι­κρό­τε­ρα παι­διά τού στε­νού φαι­νό­ταν με­γα­λύ­τε­ρη τώ­ρα που εγώ ήμουν 17. Κά­θε από­γευ­μα, γυρ­νώ­ντας απ’ το γυ­μνά­σιο, έτρε­χα στο με­γά­λο γή­πε­δο, πί­σω στην οδό Μα­νου­τί­ου, κο­ντά στη μά­ντρα τού Πα­να­θη­ναϊ­κού όπου γι­νό­ντου­σαν ματς με τα παι­διά τού συ­νοι­κι­σμού. Ο Γιωρ­γο­θα­νά­σης δέ­σπο­ζε πια στο στε­νό με τις φο­βε­ρές του τρε­χά­λες, μ’ εκεί­νο το ορ­θο­πε­δι­κό χο­ντρο­πά­που­τσο και τα τρο­με­ρά του επι­φω­νή­μα­τα. Η μύ­τη, τους χει­μώ­νες, συ­νέ­χι­ζε να τρέ­χει νε­ρά­κι κι η μπά­λα του όλο και πιο συ­χνά τρά­ντα­ζε τα τζά­μια της τρα­πε­ζα­ρί­ας μας. Ξέ­χα­σα να πω ότι απ’ το 1949 του έβγα­λαν τα σί­δε­ρα απ’ το πό­δι και φο­ρού­σε τώ­ρα ένα ορ­θο­πε­δι­κό πα­πού­τσι.
Το 1954 έπια­σε δου­λειά σ’ έναν κλει­δα­ρά, στη λε­ω­φό­ρο Αλε­ξάν­δρας. Ο κλει­δα­ράς εί­χε μια τρύ­πα για μα­γα­ζί. Τρύ­πες, άλ­λω­στε, φρό­ντι­ζε, ενι­σχυ­μέ­νες με σι­δε­ρι­κά. Ζώ­νες αγνό­τη­τας για τις πόρ­τες όταν τ' αφε­ντι­κά κοι­μού­νται ή λεί­πουν.
Τον συ­νά­ντη­σα στην πόρ­τα τού μι­κρού μα­γα­ζιού να φου­μαίρ­νει ένα τσι­γά­ρο. Μό­λις με εί­δε, το γνώ­ρι­μο χα­μό­γε­λο έλαμ­ψε φαρ­διά στο πρό­σω­πό του.

– Τι κά­νεις εδώ, Γιώρ­γο; τού λέω.
– Έπια­σα δου­λειά. Εί­μαι βοη­θός τού κυρ Μί­μη. Έχω και πολ­λά τυ­χε­ρά, μού λέ­ει και το βλέμ­μα του γί­νε­ται πρό­στυ­χο. Προ­χτές εί­χα­με πά­ει με τον κυρ Μί­μη στου Λο­ρεν­τζά­του να βά­λου­με κλει­δα­ριά.
– Κα­λά, αυ­τός δεν έχει πε­θά­νει εδώ και δυο χρό­νια; του λέω.
– Ναί, έχει πε­θά­νει. Αλ­λά στο ισό­γειο μέ­νει μια Αγ­γλί­δα. Με­γά­λη γυ­ναί­κα, χή­ρα. Η κυ­ρία Κά­φρεϋ. Στις 2 το με­ση­μέ­ρι, φεύ­γει ο κυρ Μί­μης για φαϊ και μέ­νω εγώ για να συ­νε­χί­σω τη δου­λειά. Έρ­χε­ται κι η υπη­ρέ­τρια και μού λέ­ει να πάω στην κου­ζί­να και πως η κυ­ρία τής πα­ράγ­γει­λε να φάω κα­λά και να πιω κρα­σί.
– Κα­τά­λα­βα, του λέω, Γιώρ­γο, τα 'φτια­ξες με την υπη­ρέ­τρια κι έχεις τώ­ρα γκό­με­να στη γει­το­νιά.
– Κι όχι μο­νά­χα αυ­τό, αλ­λά ...

Έπρε­πε όμως να φύ­γω κι έτσι δεν άκου­σα τις άλ­λες ιστο­ρί­ες που τού συ­νέ­βη­σαν όσον και­ρό ασκού­σε το τυ­χε­ρό επάγ­γελ­μα [του] βοη­θού κλει­δα­ρά.
Εκεί­νο τον και­ρό δυο αδέρ­φια ήρ­θαν και πιά­σα­νε το τρί­το σπί­τι τού στε­νού. Ήταν Κρη­τι­κοί· ο Κώ­στας, που σπού­δα­ζε δι­κη­γό­ρος κι ο Γιώρ­γος που σπού­δα­ζε για­τρός. Ο Κώ­στας με μου­στά­κι, ο Γιώρ­γος ξυ­ρι­σμέ­νος. Ψη­λοί, σε­μνοί, κα­λο­ντυ­μέ­νοι και γε­λα­στοί. Η γει­το­νιά τους αγα­πού­σε και, γε­νι­κά, όταν κα­νείς ήθε­λε ν’ ανα­φερ­θεί σε δαύ­τους, τοτς απο­κα­λού­σαν «οι Κρη­τι­κοί». Πα­νε­πι­στή­μιο και διά­βα­σμα ήταν η ζωή τους στο τρί­το σπί­τι τού στε­νου γνω­στό σαν «της Σού­ζυ της Αρ­μέ­νισ­σας». Προ­πο­λε­μι­κά εί­χε πο­λύ όμορ­φο κή­πο με τρια­ντα­φυλ­λιές. Στην κα­το­χή έβγα­λαν τα λου­λού­δια και φύ­τε­ψαν ντο­μά­τες.
Η Μπέ­μπα η Κρη­τι­κού γρή­γο­ρα έδει­ξε το εν­δια­φέ­ρον της γι’ αυ­τούς. Στην αρ­χή γε­νι­κό, αρ­γό­τε­ρα εντο­πί­στη­κε στον δι­κη­γό­ρο. Προ­χω­ρη­μέ­νη ώρα τους εί­δα­με, αυ­τήν στο πα­ρά­θυ­ρο σκυμ­μέ­νη, τα μαλ­λιά της, τα πιο κα­στα­νά που υπήρ­χαν, να χύ­νο­νται μπρο­στά και να γε­λά­ει σαν κα­ταρ­ρά­χτης κι αυ­τόν δί­βου­λο στην αρ­χή να μην ξέ­ρει πώς ν’ αντι­δρά­σει [και] με­τά να κο­μπά­ζει. Ίσως και να πι­στεύ­ει πως εί­ναι ο πρώ­τος που τού ’λα­χε τέ­τοια τι­μή.
Ο Γιωρ­γο­θα­νά­σης μπλέ­χτη­κε σ’ αυ­τή την υπό­θε­ση.
Ο πα­τέ­ρας της Μπέ­μπας, πε­ρι­βο­λά­ρης στο με­γά­λο κτή­μα του Στού­κα, που άρ­χι­ζε από τη Σού­τσου κι η μά­ντρα του έφτα­νε στο Ιν­στι­τού­το Πα­στέρ, εί­χε κρί­ση ρευ­μα­τι­σμών εκεί­νες τις μέ­ρες, οπό­τε ανα­γκά­στη­κε να μεί­νει σπί­τι. Η Μπέ­μπα δεν τολ­μού­σε να ξε­μυ­τί­σει! Μό­νο ο Γιωρ­γο­θα­νά­σης μπο­ρού­σε να βοη­θή­σει για­τί μπαι­νό­βγαι­νε στο σπί­τι της ελεύ­θε­ρα και μά­λι­στα η κυ­ρία Κρη­τι­κού εξα­κο­λου­θού­σε να τον φω­νά­ζει Μπέ­μπη – κι ας ήταν 16 χρο­νώ.
Βο­ή­θη­σε λοι­πόν κι η καρ­διά του σπά­ρα­ζε για­τί ήταν ερω­τευ­μέ­νος μα­ζί της, όπως αλ­λω­στε κι όλοι μας εκεί­νον τον και­ρό. Το απο­τέ­λε­σμα ήταν να τον πουν ρου­φιά­νο κι η κυ­ρία Σο­φία η γυ­ναί­κα τού Διο­νυ­σό­που­λου, του αστυ­φύ­λα­κα, τον εί­πε έκ­φυ­λο. Με­τά πά­λι τον έχα­σα για πέ­ντε χρό­νια, ώσπου ...

Ήταν νύ­χτα βα­θιά, χει­μώ­νας, τρεις και μι­σή κι η γει­το­νιά ξύ­πνη­σε από φω­νές ξαφ­νι­κές που ερ­χό­ντου­σαν απ’ το στε­νό. Ση­κώ­θη­κα, πλη­σί­α­σα το πα­τζού­ρι κι έπια­σα τον πα­ρα­κά­τω διά­λο­γο:

– Μα δε βλέ­πεις, χρι­στια­νέ μου, που το παι­δί εί­ναι ζα­βό;
– Ζα­βό, ξε­ζα­βό, εγώ θέ­λω τα λε­φτά μου.
– Ποιά λε­φτά, δεν κα­τα­λα­βαί­νεις τι σού λέω;
– 300 δραχ­μές, κυ­ρά μου, όσα έγρα­ψε το ρο­λόι.
– Ψέμ­μα­τα λέ­ει, εί­ναι απα­τε­ώ­νας, εί­πε μια τρί­τη φω­νή, που δεν εί­χε ακου­στεί μέ­χρι τό­τε. Γνώ­ρι­σα τη φω­νή τού Γιωρ­γο­θα­νά­ση.
– Εσύ σκά­σε, πα­λιο­μού­λε, για­τί θα σε σφά­ξω.
– Για κά­νε πως σφά­ζεις, κα­κο­μοί­ρη μου. Φυ­λα­κή θα σε χώ­σου­νε που πας να εκ­με­ταλ­λευ­τείς άρ­ρω­στο παι­δί.

Δεν εί­χα πια κα­μιά αμ­φι­βο­λία για τα πρό­σω­πα του πε­ρί­ερ­γου δια­λό­γου μες στη νύ­χτα. Άνοι­ξαν κά­τι πα­ρά­θυ­ρα και στο φως που χύ­θη­κε απ’ τη σά­λα τής κυ­ρί­ας Κρη­τι­κού φά­νη­καν, στη μέ­ση τού στε­νού, ο Γιωρ­γο­θα­νά­σης, η θεί­τσα του κι ένας άγνω­στος με­σή­λι­κας που χει­ρο­νο­μου­σε, δεί­χνο­ντας κά­θε τό­σο δια­θέ­σεις να ορ­μή­σει στον Γιωρ­γο­θα­νά­ση πού, πί­σω από τη θεί­τσα του και πιο κο­ντά στην ξύ­λι­νη πόρ­τα του σπι­τιού του –για να μπο­ρεί να το σκά­σει, όταν χρεια­στεί– με το κε­φά­λι κά­τω («ίσως και να χα­μο­γε­λά­ει», σκέ­φτη­κα), το φως έπε­φτε τώ­ρα στον με­σή­λι­κα και δεν άφη­νε να δεις το πρό­σω­πό του, κι αυ­τός, σκυμ­μέ­νος κα­θώς ήταν, σή­κω­σε το κε­φά­λι, κοί­τα­ξε πρώ­τα τη θεί­τσα του, σαν για να σι­γου­ρευ­τεί, με­τά κοί­τα­ξε τον άλ­λον και ρού­φη­ξε τη μύ­τη λες και έκλει­vε μια τε­λε­τή – έτσι όπως έκα­νε όταν τον πρω­το­γνώ­ρι­σα.

– Θέ­λω τις 300 δραχ­μές. Σ' όλη την Αθή­να με γύρ­να­γε αυ­τός ο κα­κο­ποιός (κι έδει­ξε με μια πλα­τειά χει­ρο­νο­μία τον Γιωρ­γο­θά­νά­ση που, στα άκου­σμα της λέ­ξης «κα­κο­ποιός» χα­μο­γέ­λα­σε, φου­σκώ­νο­ντας μά­λι­στα ελα­φρά το στέρ­νο του), και με­τά Πάρ­νη­θα κι επι­στρο­φή.
– Στο δι­κα­στή, πα­λιο­κε­ρα­τά, θα δώ­σεις λό­γο που τρά­βα­γες το παι­δί στην Πάρ­νη­θα, νυ­χτιά­τι­κα.

Ήταν η θεί­τσα τώ­ρα που αγρί­ευε, η φω­νή της πρώ­τα, ύστε­ρα οι κι­νή­σεις της κα­θώς έρι­χνε το σώ­μα μπρο­στά όπως στη λογ­χο­μα­χία ή σαν πο­λε­μι­κός χο­ρός κι ο Γιωρ­γο­θα­νά­σης να επι­χαί­ρει, να παίρ­νει θάρ­ρος κι από­το­μα να καγ­χά­ζει. Ο τα­ξι­τζής με­τα­κι­νή­θη­κε λί­γο, μπή­κε τώ­ρα στο φως κι εί­δα την έκ­φρα­ση στο πρό­σω­πό του, κι ήταν σαν να μην πί­στευε στα μά­τια του, η ρα­γδαία φω­νή τής θεί­τσας σέ νό­τες στρι­γκές μοιά­ζαν κα­τη­φό­ρες με χα­λί­κια που μό­νο πέρ­δι­κες τις κα­τοι­κούν για ελά­χι­στο χρο­νι­κό διά­στη­μα, όσο για να ερευ­νή­σουν τον και­ρό με το ράμ­φος. Πα­νάρ­χαιη φω­νή σκλά­βας που κα­θό­λου πια δε φο­βά­ται, η φω­νή της θεί­ας Ευ­ρυ­δί­κης. Ο Γιωρ­γο­θα­νά­σης, ο απα­τη­μέ­νος από γέν­να, μ' ένα πό­δι κα­μπύ­λο, γε­λά­ει τώ­ρα κι ο τα­ξι­τζής φεύ­γει απ' το στε­νό με το κε­φά­λι κά­τω. Η θεί­τσα κοί­τα­ξε τον Γιωρ­γο­θα­νά­ση με θρί­αμ­βο για ένα μο­να­χά δευ­τε­ρό­λε­πτο· αστρα­πιαία, το βλέμ­μα της θό­λω­σε, τοv άρ­πα­ξε απ' τους ώμους από­το­μα, τον έσπρω­ξε μέ­σα στο σπί­τι κι έκλει­σε πί­σω της την πόρ­τα.

Σαν αστρα­πή κυ­κλο­φό­ρη­σε το νέο πως ο Γιωρ­γο­θα­νά­σης, και­ρό τώ­ρα, παί­ζει στις λέ­σχες χαρ­τιά όλη νύ­χτα.

– Τι έγι­νε Γιώρ­γο εκεί­νη τη νύ­χτα που ση­κώ­θη­κε στο πό­δι η γει­το­νιά;

Τον έλε­γα πια Γιώρ­γο και του άρε­σε, για­τί εκεί­νο το Γιωρ­γο­θα­νά­σης ήτα­νε στίγ­μα όλα του τα παι­δι­κά χρό­νια μέ­σα στην κο­ροϊ­δία.
Άρ­χι­σε, λοι­πόν, να μου δι­η­γεί­ται, όχι χω­ρίς κο­μπα­σμό, την ιστο­ρία, αφού μου πρό­σφε­ρε κι ένα τσι­γα­ρά­κι «Έθνος εξαι­ρε­τι­κά», λέ­γο­ντάς μου:

– Πά­ρε ένα. Εί­ναι ελα­φρά.

«Πά­ει και­ρός», μου λέ­ει, «που σχε­δόν κά­θε βρά­δυ πη­γαί­νω με τον Μά­νο τον Κι­τσι­κό­που­λο στο με­γά­λο κα­φε­νείο, στη λε­ω­φό­ρο Αλε­ξάν­δρας, στο τέρ­μα. Εγώ δεν παί­ζω, αλ­λά μ' αρέ­σει να βλέ­πω. Πα­ρα­κο­λου­θώ το παι­χνί­δι του Μά­νου που εί­ναι σαϊ­νι.

– Τί παι­γνί­δια παί­ζουν συ­νή­θως;
– Πρέ­φα και κουμ­κάν.
– Κα­λά δεν τον πει­ρά­ζει το Μά­νο να κά­θε­σαι συ­νέ­χεια πλάι του ενώ παί­ζει;
– Αστειεύ­ε­σαι. Αυ­τός με πα­ρα­κί­νη­σε να κά­θο­μαι εκεί για­τί με θε­ω­ρεί γού­ρι­κο.

Ένα βρά­δυ, ο Μά­νος έχα­νε συ­νέ­χεια στο κουμ­κάν. Δεν εί­χε κα­θό­λου ρέ­ντα. Ήταν 12 και μι­σή κι εί­χε ρε­φά­ρει. Ήξε­ρε κα­λά πως άμα εύ­ρι­σκε λε­φτά να παί­ξει μία ωρί­τσα ακό­μη θα τον έκα­νε τον άλ­λο με τα κρεμ­μυ­δά­κια. Μου δί­νει λοι­πόν δύο διευ­θύν­σεις φί­λων του και μου λέ­ει να πά­ρω τα­ξί και να κά­νω γρή­γο­ρα. Το τα­ξί θα το πλή­ρω­να στο τέ­λος με τα λε­φτά που θα έβρι­σκα. Πρώ­τα πάω στη λέ­σχη.

– Ποιά λέ­σχη;
– Στην Ομό­νοια, να βρω τον φί­λο του που συ­χνά­ζει εκεί κά­θε βρά­δυ.
– Κα­λά, πώς σ’ άφη­σαν να μπεις μέ­σα;
– Τους γνω­ρί­ζω όλους. Ο Λε­ω­νί­δας όμως δεν εί­χε πα­τή­σει στη λέ­σχη.
– Ποιός εί­ναι ο Λε­ω­νί­δας;
– Ο φί­λος του Μά­νου που θα μου 'δι­νε το χι­λιά­ρι­κο.
– Και με­τά τι έγι­νε;
– Τι θες να γί­νει. Πή­γα στη δεύ­τε­ρη διεύ­θυν­ση, στην Κυ­ψέ­λη, στην οδό Κερ­κύ­ρας. Ψη­λά, τέρ­μα Θε­ού. Κα­τε­βαί­νω, χτυ­πάω το κου­δού­νι, ξα­να­χτυ­πάω, να μη στα πο­λυ­λο­γώ βγαί­νει αυ­τός ο φί­λος του Μά­νου στο πα­ρά­θυ­ρο, του λέω πως με στέλ­νει ο Μά­νος για­τί θέ­λει ένα χι­λιά­ρι­κο, μου λέ­ει «μη φω­νά­ζεις, θα ξυ­πνή­σει η γυ­ναί­κα μου» κι ύστε­ρα αρ­χί­ζει αυ­τός να φω­νά­ζει:
– Ρε, μα­λα­κι­σμέ­νο, αν εί­χα ένα χι­λιά­ρι­κο δε θα μ’ έβρι­σκες σπί­τι μου. Απ’ τις φω­νές ξυ­πνά­ει η γυ­ναί­κα του, βγαί­νει σ’ άλ­λο πα­ρά­θυ­ρο κι αρ­χί­ζει να γα­βγί­ζει.
– Φύ­γε από ’δω, μπά­σταρ­δο, για­τί θα σου χύ­σω κα­φτό λά­δι.

Ξα­να­μπαί­νω, λοι­πόν, στο τα­ξί και γυρ­νάω στο κα­φε­νείο. Ο Μά­νος έχει φύ­γει, οπό­τε επι­στρέ­φω σπί­τι, λέω στον τα­ξι­τζή «τώ­ρα έρ­χο­μαι αμέ­σως με τα λε­φτά». Χώ­νο­μαι στο κρε­βά­τι χω­ρίς να με πά­ρει εί­δη­ση κα­νείς και λέω με το μυα­λό μου πως θα βα­ρε­θεί και θα φύ­γει μιας και δε βλέ­πει κα­νέ­ναν.

– Κα­λά, δεν πρό­σε­ξε σε ποιά πόρ­τα μπή­κες; Ρω­τάω.
– Εκεί την πά­τη­σα. Νό­μι­ζα πως δεν εί­δε, για­τί ήταν θε­ο­σκό­τει­να. Αυ­τός όμως αφού πε­ρί­με­νε κά­να δε­κά­λε­πτο, άρ­χι­σε να βρο­ντά­ει την εξώ­πορ­τα μέ­χρι που βγή­κε η θεί­τσα μου ... Τα υπό­λοι­πα τα ξέ­ρεις.
– Τά υπό­λοι­πα τα ξέ­ρω, του λέω, όμως αυ­τό που δεν κα­τά­λα­βα εί­ναι για­τί ζη­τού­σε 300 δραχ­μές κι έλε­γε πως σε πη­γε στην Πάρ­νη­θα.
– Για­τί ήταν απα­τε­ώ­νας, μου λέ­ει, κι ήθε­λε να κο­νο­μή­σει.

Συ­να­ντή­θη­κα μια νύ­χτα, 2 η ώρα, στην εξώ­πορ­τα του σπι­τιού μου, με τον Μά­νο, που γύρ­να­γε απ' το κα­φε­νείο. Του ’πα για την ιστο­ρία που μου ξε­φούρ­νι­σε ο Γιωρ­γoθα­νά­σης σχε­τι­κά με το τα­ξί. Μ’ άκου­σε χω­ρίς να δια­κό­πτει, κα­πνί­ζο­ντας. Με­τά έφτυ­σε με δύ­να­μη, κά­τι που συ­νή­θι­ζε πριν αρ­χί­σει να μι­λά­ει.

– Το μπά­σταρ­δο, λέ­ει. Εί­ναι όμως κα­λό παι­δί κι έχει και πλά­κα.
– Δη­λα­δή δεν εί­ναι έτσι η ιστο­ρία, Μά­νο;
– Κα­λά, μου λέ­ει, εσύ εί­σαι έξυ­πνος άν­θρω­πος. Εί­ναι δυ­να­τό να έστελ­να τον Γιώρ­γο μες στη μέ­ση της νύ­χτας να μου βρει λε­φτά;

Κι ύστε­ρα, σκύ­βο­ντας προς το μέ­ρος μου, και με χα­μη­λή φω­νή:

– Ο Γιώρ­γος έχει μια γκο­με­νί­τσα. Στο Με­νί­δι. Πή­γε λοι­πόν με τα­ξί και του ‘πε να, πε­ρι­μέ­νει. Στο με­τα­ξύ τον έστη­σε τον τα­ξι­τζή κα­νέ­να τρί­ω­ρο κι αυ­τός έκα­νε το κομ­μά­τι του. Τη ζή­τη­σε μά­λι­στα σε γά­μο απ’ τον πα­τέ­ρα της, ο αθε­ό­φο­βος!
Έφτυ­σε πά­λι και με κα­λη­νύ­χτι­σε.

Τον Γιωρ­γο­θα­νά­ση δεν τον ξα­να­εί­δα. Άλ­λα­ξε γει­το­νιά.

[ (30 Δε­κεμ­βρί­ου 1977) Δη­μο­σιεύ­τη­κε στο περ. Τραμ/9, Μάιο 1978 ]

Πεζά κείμενα (δημοσιευμένα)

Η μάχη του Azincourt

1200Px Francais 5054 Fol  11 Bataille Dazincourt 1415


– Τι μου θύ­μι­σες τώ­ρα μ' αυ­τά τα τσι­γά­ρα!

Έτσι εί­πα στον Μάρ­κο όταν άνοι­ξε το πα­κέ­το του, ένα Santé άφιλ­τρο, και μου πρό­σφε­ρε ένα. Κό­ντευε με­ση­μέ­ρι κι εμείς πί­να­με τον εσπρέ­σο μας σε μια κα­φε­τέ­ρια στου Χα­ρο­κό­που. Με τον Μάρ­κο γνω­ρι­ζό­μα­στε από παι­διά, δεν ήμα­σταν πο­τέ κολ­λη­τοί, όμως ή φι­λία μας εί­χε απο­δει­χτεί στέ­ρεη, έτσι που λέ­γα­με να κά­νου­με μα­ζί μια δου­λειά, να βά­λου­με μπρο­στά μια μι­κρή αντι­προ­σω­πεία.

– Τι μου θύ­μι­σες τώ­ρα μ' αυ­τά τα τσι­γά­ρα, ξα­να­εί­πα, και χω­ρίς να πε­ρι­μέ­νω απά­ντη­ση άρ­χι­σα την αφή­γη­σή μου, ενώ εκεί­νος πα­ράγ­γει­λε και δεύ­τε­ρο εσπρέ­σο.

Ήταν Μάρ­της του 1942. Πεί­να, Κα­το­χή. Χο­ντρή πεί­να. Λί­γο πριν από το με­ση­μέ­ρι, ο πα­τέ­ρας μου κι εγώ βγή­κα­με απ’ το σπί­τι μας στους Αμπε­λο­κή­πους, δια­σχί­σα­με τον μι­κρό κή­πο με τα ελά­χι­στα λου­λού­δια, για­τί ποιός εί­χε τό­τε όρε­ξη να καλ­λιερ­γεί λου­λού­δια, αν υπήρ­χε χώ­ρος φύ­τευε πράγ­μα­τα φα­γώ­σι­μα, όπως έκα­νε ο πα­τέ­ρας μου, που εί­χε φυ­τέ­ψει ρό­κα και κάρ­δα­μο και ντο­μα­τιές. Άνοι­ξε λοι­πόν τη βα­ριά σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα, στρί­ψα­με δε­ξιά κι αρ­χί­σα­με να περ­πα­τά­με. Τη σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα σ’ την ανα­φέ­ρω για­τί ήταν ασυ­νή­θι­στα βα­ριά και συ­μπα­γής για έναν τό­σο μι­κρό κή­πο αλ­λά και για­τί πολ­λές φο­ρές στον ύπνο μου ακούω τον ήχο της, ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τρί­ξι­μο.
Εί­χα­με να κά­νου­με πο­λύ δρό­μο κι ύστε­ρα μην ξε­χνάς πό­σο ήμα­σταν εξα­ντλη­μέ­νοι από την πεί­να. Στην πρώ­τη γω­νία, το πιο όμορ­φο σπί­τι της πε­ριο­χής. Η έπαυ­λη ΠΥΡ­ΡΗ. Τό­τε στε­γα­ζό­ταν το Φρου­ραρ­χείο των Γερ­μα­νών. Ιστο­ρι­κό κτή­ριο. Τον Δε­κέμ­βρη του ‘44, έγι­νε Φρου­ραρ­χείο του ΕΛΑΣ. Ο κή­πος εί­χε φοί­νι­κες. Λί­γο πιο κά­τω, ήταν το Μαιευ­τή­ριο της Έλε­νας. Στον χώ­ρο έξω από το Μαιευ­τή­ριο μα­ζευό­μα­σταν πολ­λά παι­διά και παί­ζα­με μπά­λα. Εκεί και τε­λεί­ω­νε η γνω­στή πε­ριο­χή. Πέ­ρα από αυ­τό το ση­μείο δεν εί­χα πο­τέ ξε­μυ­τί­σει.
Συ­νε­χί­σα­με, λοι­πόν, στη Δει­νο­κρά­τους. Στα δε­ξιά μας κα­τέ­βαι­νε ο Λυ­κα­βητ­τός. Τα δέ­ντρα τό­τε ήταν για μέ­να πλά­σμα­τα ζω­ντα­νά που μι­λού­σαν με­τα­ξύ τους αλ­λά και μα­ζί μου, έτσι ακο­λου­θού­σα τον πα­τέ­ρα μου πα­ρα­μι­λώ­ντας μέ­χρι που φά­νη­κε η Δε­ξα­με­νή. Στα δε­ξιά του δρό­μου ήταν ένα ψι­λι­κα­τζί­δι­κο κι εκεί στη βι­τρί­να του, κα­θώς χά­ζευα τα βά­ζα με τις χρω­μα­τι­στές κα­ρα­μέ­λες, εί­δα κά­τι γκα­ζές ασυ­νή­θι­στα με­γά­λες, άλ­λες θα­μπές κι άλ­λες διά­φα­νες. Υπήρ­χαν όλοι οι πι­θα­νοί συν­δυα­σμοί χρω­μά­των. Έχα­σα τον μπού­σου­λα. Προ­σπα­θού­σα να δω ποιάν θα διά­λε­γα αν μπο­ρού­σα ν' απο­κτή­σω μία. Ο πα­τέ­ρας μου, που εί­χε λι­γά­κι προ­χω­ρή­σει, γύ­ρι­σε να δει τι κά­νω. Ήρ­θε στο πλάι μου, κα­τά­λα­βε που κα­τευ­θυ­νό­ταν το βλέμ­μα μου και με τρά­βη­ξε από­το­μα. Δια­σχί­σα­με την πλα­τεία Δε­ξα­με­νής, κα­τε­βή­κα­με τα σκα­λιά και βρε­θή­κα­με στην πλα­τεία Συ­ντάγ­μα­τος.
Μου εί­ναι δύ­σκο­λο να σου πε­ρι­γρά­ψω τη σκη­νή που ακο­λου­θεί. Το συ­ναί­σθη­μα πα­ρα­μέ­νει ζω­ντα­νό, η απει­κό­νι­σή του όμως χω­λαί­νει. Ίσως για­τί χά­θη­καν οι λε­πτο­μέ­ρειες. Στο μνη­μείο του Άγνω­στου Στρα­τιώ­τη ήταν κό­σμος μα­ζε­μέ­νος, άντρες και γυ­ναί­κες, δε­κα­ο­χτώ, εί­κο­σι χρο­νώ. Πολ­λοί απ' αυ­τούς κρα­τού­σαν ελ­λη­νι­κές ση­μαί­ες που τις ανέ­μι­ζαν, ενώ σε λί­γο άρ­χι­σαν να τρα­γου­δούν τον Εθνι­κό Ύμνο. Αυ­τό ήταν που μου έκα­νε και τη με­γα­λύ­τε­ρη εντύ­πω­ση. Υπήρ­χε πο­λύς ηλε­κτρι­σμός στην ατμό­σφαι­ρα.

«Εί­ναι 25η Μαρ­τί­ου», λέ­ει ό πα­τέ­ρας μου, «κι ήλ­θαν οι φοι­τη­τές να κα­τα­θέ­σουν στε­φά­νια».

Κο­ντο­στα­θή­κα­με λί­γο και κοι­τά­ζα­με.

«Θα στεί­λουν τους μπου­ρα­ντά­δες να τους δια­λύ­σουν. Ίσως χυ­θεί αί­μα», ξα­να­λέ­ει. Με πή­ρε απ’ το χέ­ρι και συ­νε­χί­σα­με τη δια­δρο­μή. Θυ­μά­μαι τη μα­κριά, ατε­λεί­ω­τη μά­ντρα της Χω­ρο­φυ­λα­κής και τις σκο­πιές στου Μα­κρυ­γιάν­νη. Κά­ποια στιγ­μή ξέ­φυ­γα απ' το χέ­ρι του κι άρ­χι­σα να μέ­νω πί­σω. Ένας κό­μπος εί­χε στα­θεί στο λαι­μό μου, κά­τι δυ­σά­ρε­στο και σχε­δόν ασφυ­κτι­κό, που δεν μ' άφη­νε να χα­ρώ τη δια­δρο­μή, ού­τε να συ­γκε­ντρω­θώ στα παι­χνί­δια που έπαι­ζα στο μυα­λό μου. Τε­λι­κά φτά­σα­με στο σκο­πό μας κα­τά­κο­πoι. Ήταν μια γκρί­ζα μο­νο­κα­τοι­κία χω­ρίς κή­πο. Χτυ­πή­σα­με το κου­δού­νι και μας άνοι­ξε μια γυ­ναί­κα με­γά­λη, αφύ­σι­κα ξαν­θή για την ηλι­κία της, έτσι του­λά­χι­στον μου εί­χε φα­νεί. Εί­χε κά­τι ευ­χά­ρι­στο και χα­μο­γε­λού­σε.

– Και η κυ­ρία ποιά ηταν; ρώ­τη­σε ο Μάρ­κος, που νό­μι­ζα πως κοι­μό­ταν για­τί δεν εί­χε δια­κό­ψει ού­τε μία φο­ρά.
– Ήταν η μη­τέ­ρα μιας θεί­ας μου εξ αγ­χι­στεί­ας. Θα την εί­χα συ­να­ντή­σει δυο-τρεις φο­ρές στη ζωή μου. «Κα­λώς τους», μάς εί­πε, «σας πε­ρί­με­να». Μπή­κα­με στην τρα­πε­ζα­ρία. Υπήρ­χε στρω­μέ­νο τρα­πέ­ζι. Μας έβα­λε και κα­θί­σα­με. Επι­τό­που πή­γε στην κου­ζί­να κι έφε­ρε τα φα­γη­τά. Σού­πα για τον εαυ­τό της και τον πα­τέ­ρα μου κι ένα ρη­χό πιά­το μα­κα­ρό­νια για μέ­να. Τα μα­κα­ρό­νια εί­χαν κόκ­κι­νη σάλ­τσα και μι­κρά κομ­μά­τια αν­τσού­γιας, κα­θώς και τρεις φέ­τες ψω­μί αλειμ­μέ­νες κι αυ­τές με αν­τσού­για. Ψω­μί αλη­θι­νό όμως, όχι σαν την μπο­μπό­τα που τρώ­γα­με με το κολ­λη­μέ­νο χαρ­τί. Ήταν όλα πο­λύ νό­στι­μα και τα έφα­γα σε χρό­νο ρε­κόρ. Με­τά πα­ρα­κο­λου­θού­σα τους με­γά­λους που τρώ­γα­νε. Κά­ποια στιγ­μη η θεία ση­κώ­θη­κε, πή­γε μέ­σα και ξα­να­γύ­ρι­σε αμέ­σως μ' ένα κόκ­κι­νο πα­κέ­το τσι­γά­ρα. «Αυ­τά για σέ­να, Γε­ρά­σι­με», του εί­πε και του τα 'δω­σε.
Εκεί­νος το άνοι­ξε, έβγα­λε ένα τσι­γά­ρο, το άνα­ψε και ρού­φη­ξε τον κα­πνό με λαι­μαρ­γία.

– Τώ­ρα κα­τά­λα­βα, λέ­ει o Μάρ­κος. Δια­σχί­σα­τε την Αθή­να με τα πό­δια για ένα πιά­το φαî κι ένα πα­κέ­το Santé.
– Αυ­τό ακρι­βώς, όσο κι αν φαί­νε­ται απί­στευ­το.

Στα­μά­τη­σα για μια στιγ­μή, να πά­ρω ανά­σα.

– Και με­τά τι έγι­νε;
– Τί­πο­τα δεν έγι­νε. Ή του­λά­χι­στον εγώ δε θυ­μά­μαι τί­πο­τα. Κά­ποια στιγ­μή φύ­γα­με. Έχει όμως ση­μα­σία ότι από τό­τε μου έμει­νε μια παυ­λο­φι­κή αντί­δρα­ση για τα Santé.
– Τι εν­νο­είς; Όπο­τε βλέ­πεις Santé, θέ­λεις να φας ένα πιά­το μα­κα­ρό­νια;
– Όχι, βέ­βαια. Θέ­λω να πω πως το πα­κέ­το έχει από μό­νo του κά­τι το ευ­χά­ρι­στο. Ίσως ό συν­δυα­σμος των χρω­μά­των: κόκ­κι­νο, χρυ­σό, πά­λι κόκ­κι­νο, και στη μέ­ση ένας γα­λά­ζιος κύ­κλος. Μπο­ρεί όμως και το γυ­ναι­κείο ξαν­θό κε­φά­λι, μέ­σα στον κύ­κλο. Όπως και να το κά­νου­με, υπάρ­χει μια χα­ρού­με­νη διά­στα­ση και, για­τί όχι, ένα ονει­ρι­κό στοι­χείο.
– Νο­μί­ζω πως υπερ­βάλ­λεις λι­γά­κι, λέ­ει o Μάρ­κος.
– Όχι, κα­θό­λου. ‘Υστε­ρα μην ξε­χνάς ότι αυ­τό το πα­κέ­το δη­μιούρ­γη­σε στον πα­τέ­ρα μου ευ­φο­ρία. Ήμου­να μι­κρός και δεν κα­τα­λά­βαι­να πολ­λά, ακό­μη, όμως θυ­μά­μαι την εκ­φρα­σή του όταν άνα­ψε το πρώ­το τσι­γά­ρο. Βε­βαί­ως και δεν του έλυ­σε το πρό­βλη­μα· ού­τως ή άλ­λως, από την επο­μέ­νη κιό­λας και σ' όλη τη διάρ­κεια της Κα­το­χής θα συ­νέ­χι­ζε να κα­πνί­ζει φτη­νιά­ρι­κα τσι­γά­ρα, που τ’ αγό­ρα­ζαν χύ­μα από την κού­τα.

Έγι­νε μια μι­κρη παύ­ση.

– Κι ο γυ­ρι­σμός; ρώ­τη­σε ό Μάρ­κος.
– Ο γυ­ρι­σμός, βα­ρε­τός και μο­νό­το­νος. Ίσως για να σπά­σω αυ­τήν τη μο­νο­το­νία, στο ση­μείο που ο Λυ­κα­βητ­τός κα­τε­βαί­νει μέ­χρι το δρό­μο, έδω­σα δυο δρα­σκε­λιές κι ανέ­βη­κα στην πλα­γιά. Με­ρι­κά μέ­τρα πιο πά­νω. Ακού­μπη­σα σ' έναν κορ­μό κι άρ­χι­σα να το­ξεύω, να πα­ρι­στά­νω δη­λα­δη τις κι­νή­σεις που κά­νει ο το­ξό­της. Πα­ράλ­λη­λα έβγα­ζα ήχους ανα­κα­τε­μέ­νους με λέ­ξεις ακα­τά­λη­πτες, που υπο­τί­θε­ται πως ήταν ξε­νι­κές. Αυ­τό κρά­τη­σε μέ­χρι τρία λε­πτά. Άρ­χι­σα να κα­τε­βαί­νω τρέ­χο­ντας, κά­νο­ντας κι­νή­σεις ξι­φο­μα­χί­ας με το αρι­στε­ρό, με το όποιο κρα­τού­σα το φα­ντα­στι­κό μου σπα­θί, σαν να άνοι­γα δρό­μο ανά­με­σα σε πο­λυ­πλη­θείς εχθρούς. Ο πα­τέ­ρας μου πε­ρί­με­νε πιο κά­τω.
– Κα­λά, δε σε ρώ­τη­σε τι σ' έπια­σε ξαφ­νι­κά και χώ­θη­κες στα δα­σά­κι ή τι σή­μαι­νε όλη αυ­τη η πα­ντο­μί­μα;
– Το θε­ώ­ρη­σε φυ­σι­κό ότι ένα παι­δί βα­ριέ­ται και θέ­λει να εκτο­νω­θεί. Όσο για την πα­ντο­μί­μα, όπως τη λες, ήξε­ρε ότι επρό­κει­το για τη μά­χη του Azincourt.
– Τι σχέ­ση έχει η μά­χη του Azincourt, δεν κα­τα­λα­βαί­νω.
– Απο μι­κρός εί­χα μα­νία με την Ιστο­ρία. Εκεί­νη τη χρο­νιά μου ’χε πέ­σει στα χέ­ρια ένα πα­λιό γαλ­λι­κό βι­βλίο Ιστο­ρί­ας. Εγώ γαλ­λι­κά δεν ήξε­ρα, αλ­λά το βι­βλίο ήταν γε­μά­το ει­κό­νες. Μία από αυ­τές, πο­λύ εντυ­πω­σια­κή, απει­κό­νι­ζε μια μά­χη κι από κά­τω έγρα­φε «Azincourt, 1415». Ρώ­τη­σα τον πα­τέ­ρα μου να μου εξη­γή­σει σχε­τι­κά κι εκεί­νος, αφού διά­βα­σε το κεί­με­νο, μου εί­πε πως επρό­κει­το για μια μά­χη που έγι­νε το 1415 στη βό­ρειο Γαλ­λία και ότι οι Άγ­γλοι με κόλ­πο νί­κη­σαν τους Γάλ­λους. Δη­λα­δή πα­ρέ­συ­ραν το βα­ρύ γαλ­λι­κό ιπ­πι­κό σ' έναν βάλ­το κι όταν άλο­γα και ιπ­πό­τες κόλ­λη­σαν στη λά­σπη, τό­τε Άγ­γλοι το­ξό­τες, κρυμ­μέ­νοι στα δέ­ντρα απ’ το απέ­να­ντι δά­σος, τους έρι­ξαν έναν κα­ται­γι­σμό από βέ­λη. Επι­τέ­θη­καν, στη συ­νέ­xεια, οι Άγ­γλοι πε­ζι­κά­ριοι και τους απο­τέ­λειω­σαν.
– Κι εσύ με ποιούς ήσουν; ρω­τά­ει ό Μάρ­κος.
– Με τους Άγ­γλους, επει­δή ανέ­τρε­ψαν τα προ­γνω­στι­κά, αφού πoλέ­μη­σαν 1 προς 5 και νί­κη­σαν. Στον γuρι­σμό, λοι­πόν, όταν φτά­σα­με στον Λυ­κα­βητ­τό, μου ήρ­θε στο νου μου το δά­σος του Azincourt και θέ­λη­σα να παί­ξω τη μά­χη σαν τε­λε­το­uρ­γία, για να μπο­ρέ­σου­με κι εμεις να νι­κή­σου­με αυ­τούς τους ξέ­νους πα­νί­σχυ­ρους στρα­τιώ­τες που μας παίρ­νουν το ψω­μί απ’ το στό­μα και δεν μας αφή­νουν σε χλω­ρό κλα­ρί.

[ Aπό τον συλ­λο­γι­κό τό­μο «SANTÉ»/15 συγ­γρα­φείς & ένα μυ­θι­κό τσι­γά­ρο, Ύψι­λον 1998 ]

Πεζά κείμενα (δημοσιευμένα)

Ένα τόσο δα πραγματάκι

«Δεν ήταν όμως μα­νί­ες, σκέ­φτη­κε ο Μα­ριά­νο, μάλ­λον μια κί­νη­ση ενά­ντια στον θά­να­το και την ανυ­παρ­ξία, να πα­γιώ­νεις τα πράγ­μα­τα και τους χρό­νους, να κα­θιε­ρώ­νεις τε­λε­τουρ­γί­ες και πε­ρά­σμα­τα μέ­σα στο χά­ος που ‘ναι τρύ­πιο και γε­μά­το λε­κέ­δες.»
Χού­λιο ΚΟΡ­ΤΑ­ΣΑΡ, Κα­λο­καί­ρι


Ήταν μια ζε­στή μέ­ρα του Ιου­λί­ου, λί­γο με­τά τα χα­ρά­μα­τα, κι όλα έδει­χναν πως το με­ση­μέ­ρι το θερ­μό­με­τρο θα έφτα­νε ή θα πλη­σί­α­ζε τους 40 βαθ­μούς. Η Αντι­γό­νη κι ο Λά­ζα­ρος με τα­ξι­διω­τι­κούς σά­κους στα­μά­τη­σαν στην Ιπ­πο­κρά­τους για να πά­ρουν τα­ξί. Ήταν ακό­μη νυ­σταγ­μέ­νοι κι έδει­χναν αδη­μο­νία σαν να πε­ρί­με­ναν κά­τι ση­μα­ντι­κό. Όταν ήλ­θε το τα­ξί και μπή­καν μέ­σα, ησύ­χα­σαν κά­πως, κά­θι­σαν ανα­παυ­τι­κά, αφού το­πο­θέ­τη­σαν με προ­σο­χή τους σά­κους στα πό­δια τους. Ό Λά­ζα­ρος πή­ρε το χέ­ρι της, το ’βα­λε μέ­σα στο δι­κό του κι ύστε­ρα δεν ξα­να­μί­λη­σαν σ' όλη τη διάρ­κεια της δια­δρο­μής.

– Να, εδώ, της λέ­ει, την ώρα που περ­νού­σαν από το Πι­κέρ­μι, εδώ βρή­καν τους σκε­λε­τούς από τα μα­μούθ.

Ήταν σαν πα­βλο­φι­κή αντί­δρα­ση κά­θε που περ­νού­σε απ' το Πι­κέρ­μι να θυ­μά­ται τα μα­μούθ, επει­δή στην προ­σχο­λι­κή ηλι­κία εί­χε βρει ένα βι­βλίο με ει­κό­νες ελε­φά­ντων και λε­ζά­ντες που έλε­γαν «Μα­μούθ της Πλει­στο­καί­νου Πε­ριό­δου που ευ­ρέ­θη στο Πι­κέρ­μι, ύψους 3,50 μέ­τρων».
Κα­τέ­βη­καν στη Ρα­φή­να. Το κα­τα­μα­ράν ήταν εκεί και τους πε­ρί­με­νε. Πή­γαν και ρώ­τη­σαν πό­τε θα φύ­γει. Σε μι­σή ώρα, τους εί­παν. Μπή­καν σ' ένα κα­φε­νείο και πα­ράγ­γει­λαν πα­γω­μέ­νες λε­μο­νί­τες. Ένας ήχος δια­πε­ρα­στι­κός, σαν κά­τι κόρ­νες αυ­το­κι­νή­των που στρι­γκλί­ζουν πί­σω ή πλάι απ' τον ανύ­πο­πτο δια­βά­τη και τον κά­νουν ν’ ανα­πη­δή­σει, ακού­στη­κε πο­λύ κο­ντά τους. Ένας ηλι­κιω­μέ­νος ψη­λός και εύ­ρω­στος εί­χε μπει στο μα­γα­ζί. Ήταν προ­φα­νές ότι δεν ήξε­ρε να παί­ζει. Απλώς φύ­σα­γε μια νό­τα στη δια­πα­σών που σε ξε­κού­φαι­νε και οι θα­μώ­νες έβα­ζαν το χέ­ρι στην τσέ­πη βια­στι­κά για να του δώ­σουν κά­τι και να φύ­γει γρή­γο­ρα. Ο χώ­ρος όμως ήταν μι­κρός και τα τρα­πέ­ζια πο­λύ κο­ντά το ένα στο άλ­λο κι αυ­τός πή­γαι­νε σε όλα, λες και εί­χε μια ει­δι­κή με­λω­δία για κά­θε ένα. Κά­ποια στιγ­μή εσί­γη­σε η έκ­κω­φα­ντι­κή κα­κο­φω­νία και μια σχε­τι­κή ησυ­χία απλώ­θη­κε στο μι­κρό μα­γα­ζί.

*

– Λοι­πόν, παι­διά, πώς ήταν το τα­ξί­δι; ρώ­τη­σε ό Σω­τή­ρης.
– Πο­λύ κα­λά. Άνε­το και γρή­γο­ρο, απά­ντη­σε η Αντι­γό­νη και για τους δυο. Πή­ρα­με το κα­τα­μα­ράν και δέ­κα η ώρα εί­χα­με φτά­σει στο λι­μά­νι τής Τή­νου.

Ο Σω­τή­ρης ήταν φί­λος και οι­κο­δε­σπό­της τους, μιας και στη διάρ­κεια της πα­ρα­μο­νής τους στο νη­σί θα έμε­ναν σε μια πέ­τρι­νη μι­κρή κα­τοι­κία με κου­ζί­να και μπά­νιo, λί­γο πιο κά­τω απ’ το κυ­ρί­ως σπί­τι, εκεί που τώ­ρα έτρω­γαν, σε μια μα­κρό­στε­νη τρα­πε­ζα­ρία. Το μέ­ρος βρι­σκό­ταν επτά χι­λιό­με­τρα μα­κριά απ' το λι­μά­νι, στα ανα­το­λι­κά.

– Και στο σπί­τι πώς ήλ­θα­τε; Βρή­κα­τε τα­ξί να σας φέ­ρει; Συ­νή­θως αρ­νού­νται να πά­ρουν κούρ­σα μέ­χρις εδώ, εξαι­τί­ας αυ­τού του κω­λό­δρο­μου. Tο τε­λευ­ταίο χι­λιό­με­τρο εκτός από ανή­φο­ρος εί­ναι και χω­μα­τό­δρο­μος και γε­μά­τος κο­τρό­νες.
– Μας βο­ή­θη­σε η μη­τέ­ρα σου, λέ­ει η Αντι­γό­νη. Δε θυ­μά­σαι που μας εί­χες δώ­σει τη διεύ­θυν­σή της για να τη δού­με και να μας βρει τα­ξί;
– Α, ναι, κα­λά λες. Και πώς ήταν η μά­να μου;
– Για­τί, έχεις και­ρό να τη δεις;
– Τρεις μέ­ρες.
– Κα­λά ήταν, λέ­ει ο Λά­ζα­ρος. Μας πε­ρι­ποι­ή­θη­κε, μας έφτια­ξε ωραία λε­μο­νά­δα, φυ­σι­κό χυ­μό, έκα­νε ένα σω­ρό τη­λε­φω­νή­μα­τα για να βρει τον γνω­στό της οδη­γό κι επει­δή δεν τον έβρι­σκε, βγή­κε έξω, μέ­σα στους ήλιους και γύ­ρι­σε μι­σή ώρα με­τά, μα­ζί του.

Όταν τε­λεί­ω­σαν το φα­γη­τό, ο Σω­τή­ρης τούς οδή­γη­σε στη μι­κρή κα­τοι­κία.
– Από αύ­ριο θα ’σα­στε μό­νοι, τους εί­πε. Εγώ το πρωί φεύ­γω για την Αθή­να. Θα γυ­ρί­σω την Πέμ­πτη το βρά­δυ. Να μου ταîζε­τε το σκυ­λί. Δε γί­νε­ται να το κλει­δώ­σω μέ­σα στο σπί­τι. Θα τ’ αφή­σω ελεύ­θε­ρο κι αυ­τό ξέ­ρει. Έχει γί­νει πολ­λές φο­ρές, έτσι γί­νε­ται χρό­νια.

Ήταν πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα της τρί­της μέ­ρας της πα­ρα­μο­νής τους στο νη­σί. Όπως και τα προη­γού­με­να βρά­δια, έτσι κι από­ψε κα­θό­ντου­σαν στη μι­κρή τσι­με­ντέ­νια τα­ρά­τσα μπρο­στά στο σπί­τι, σε πτυσ­σό­με­νες κα­ρέ­κλες, μ' ένα τρα­πε­ζά­κι ανά­με­σά τους αλ­λά και χω­ρίς τις ανέ­σεις εκεί­νες που δη­μιουρ­γούν κα­τα­να­γκα­σμούς, χω­ρίς άγ­χος, με το ιώ­διο της θά­λασ­σας, μιας θά­λασ­σας συ­νή­θως λεί­ας αλ­λά με ρεύ­μα­τα που με κι­νή­σεις στα­θε­ρές δη­μιουρ­γού­σαν νοη­τές ζώ­νες χρω­μά­των, με την άπλό­τη­τα του το­πί­ου, στύ­λοι του ηλε­κτρι­κού και ξε­ρα­μέ­να γαϊ­δου­ρά­γκα­θα· μ' όλα αυ­τά, εί­χαν αρ­χί­σει να χα­λα­ρώ­νουν και να βγά­ζουν τον κα­λύ­τε­ρο έαυ­τό τους.
Η Αντι­γό­νη ση­κώ­θη­κε, μπή­κε μέ­σα κι άνα­ψε το φως. Ο Λά­ζα­ρος την ακο­λού­θη­σε. Κά­θι­σαν στο κρε­βά­τι, ήταν έτοι­μη να βγά­λει το τζιν της όταν, ξαφ­νι­κά, το βλέμ­μα της στυ­λώ­θη­κε στην ανα­το­λι­κή μπαλ­κο­νό­πορ­τα. Πριν ο Λά­ζα­ρος προ­λά­βει να κα­τα­λά­βει τι εγι­νε, εί­χε ήδη ση­κω­θεί και στε­κό­ταν τώ­ρα μπρο­στά από το ση­μείο εκεί­νο.

– Ω Θεέ μου, εί­πε.

Τό­τε κι αυ­τός, σαν να απο­σπά­στη­κε από τη μα­κα­ριό­τη­τά του, πή­γε προς το μέ­ρος της και εί­δε αυ­τό που κι εκεί­νη εβλε­πε, αυ­τό που δεν θα ’θε­λαν να δουν και μά­λι­στα τώ­ρα που τα πράγ­μα­τα πή­γαι­ναν κα­λά και θα πή­γαι­ναν ακό­μη κα­λύ­τε­ρα.

Στον πρω­τό­γο­νο άν­θρω­πο ο φό­βος κυ­ριαρ­χού­σε: Το ζω­ι­κό βα­σί­λειο τού ήταν εχθρι­κό εως απο­τρό­παιο, το φυ­τι­κό ήταν πη­γή επι­βί­ω­σης αλ­λά και γε­μά­το πα­γί­δες, τα όπλα του ήταν ανί­σχυ­ρα, ανε­παρ­κή τα ερ­γα­λεία. Φό­βος το σκο­τά­δι αλ­λά και τρό­μος οι αστρα­πές. Σή­με­ρα ο πα­νάρ­χαιος τρό­μος έρ­χε­ται στα όνει­ρά μας, πό­τε σαν άμορ­φος εφιάλ­της κι άλ­λο­τε σαν απει­κό­νι­ση αρ­χε­τυ­πι­κών τε­ρά­των. Όλα σχε­δόν τα παι­διά φο­βού­νται το σκο­τά­δι και σε πολ­λά μέ­ρη της Έλ­λά­δας έτρε­μαν τον μπα­μπού­λα, πλά­σμα απροσ­διό­ρι­στο, δη­λω­τι­κό του εφιάλ­τη, χθό­νιο για­τί ανα­δυό­ταν συ­νή­θως απ' τα υπό­γεια. Τώ­ρα μπρο­στά τους, στο ίδιο δω­μά­τιο μ' αυ­τούς, ένα πλά­σμα χθό­νιο, με κυ­ρί­ως σώ­μα εξο­γκω­μέ­νο, σαν να το εί­χαν φου­σκώ­σει με τρό­μπα πο­δη­λά­του και με­γά­λα, ευ­διά­κρι­τα τρι­χω­τά πό­δια, στε­κό­ταν εκεί ακί­νη­το στο περ­βά­ζι και τους κοί­τα­ζε.
Τους κοί­τα­ζε, τρό­πος του λέ­γειν δη­λα­δή, για­τί το πλά­σμα απ' τη μια εί­χε κά­τι το απει­λη­τι­κό, με τον όγκο που έπια­νε, απ' την άλ­λη όμως αυ­τή η από­λυ­τη ακι­νη­σία του άγ­γι­ζε τα όρια της φθο­ράς και του θα­νά­του. Τι μπο­ρού­σε να κοι­τά­ζει αυ­τό το πράγ­μα, το χορ­τα­σμέ­νο και ναρ­κω­μέ­νο, ίσως και πε­θα­μέ­νο, αφού ού­τε πό­ντο δεν εί­χε με­τα­κι­νη­θεί.

– Εί­ναι φρι­κα­λέο, δεν έχω ξα­να­δεί τέ­τοιο πράγ­μα, λέ­ει η Αντι­γό­νη.

Σιώ­πη­σαν. Στά­θη­καν εκεί για λί­γο και το κοί­τα­ζαν.

– Πή­γαι­νε φέ­ρε μου τη με­γα­λη σκού­πα, λέ­ει η Αντι­γό­νη που εί­χε πά­ρει την από­φα­σή της.

Ακού­στη­κε ένας γδού­πος. Ο Λά­ζα­ρος εί­χε γυ­ρί­σει το κε­φά­λι και δεν κοί­τα­ζε.

– Πά­ει, το σκό­τω­σα το τέ­ρας, λέ­ει η Αντι­γό­νη. Απί­στευ­το. Έλα να δεις πώς έγι­νε. Ένα τό­σο δα πραγ­μα­τά­κι.

Το βρά­δυ τής επο­μέ­νης κα­θό­ντου­σαν σ' ένα μπαρ, σε μια στρο­φή τής πα­ρα­λί­ας. Εί­χαν πε­ρά­σει όλη τη μέ­ρα στο χω­ριό Πύρ­γος, εί­χαν επι­σκε­φθεί το Μου­σείο Τη­νί­ων Καλ­λι­τε­χνών και το σπί­τι του Γιαν­νού­λη Χα­λε­πά. Θα­μπώ­θη­καν μ' αυ­τά που εί­δαν και κα­τέ­φυ­γαν εδώ, για να τε­λειώ­σoυν τη μέ­ρα τους μ' ένα πο­τό.

– Με­γά­λη έκ­πλη­ξη κι αυ­τή σή­με­ρα, ε; λέ­ει ο Λά­ζα­ρος.
– Εν­νο­είς τον Χα­λε­πά.
– Ναι. Πριν δέ­κα χρό­νια ένας κρι­τι­κός τέ­χνης μού εί­χε πει πως εί­ναι ο με­γα­λύ­τε­ρος Έλ­λη­νας δη­μιουρ­γός των νε­ο­τέ­ρων χρό­νων. Έτσι μού εί­χε πει κι εγώ το εί­χα τό­τε θε­ω­ρή­σει υπερ­βο­λι­κό. Σή­με­ρα κα­τά­λα­βα πως έχει δί­κιο. Και θα σου πω για­τί. Εί­ναι ο συν­δε­τι­κός κρί­κος με­τα­ξύ αρ­χαί­ας και σύγ­χρο­νης Ελ­λά­δας.

– Εσύ τα συν­δέ­εις όλα με την Ιστο­ρία, λέ­ει η Αντι­γό­νη. Εγώ λέω πως τέ­τοια τρα­γι­κή αί­σθη­ση και τό­ση ομορ­φιά δεν εχω ξα­να­δεί.
– Καί ξέ­ρεις. Η τε­λευ­ταία του κα­τοι­κία ήταν στη Δαφ­νο­μή­λη. Ένα διώ­ρο­φο που ανή­κε στην ανι­ψιά του.
– Το ξέ­ρω. Αφού εγω σ’ το έδει­ξα για πρώ­τη φο­ρά. Θυ­μά­μαι μά­λι­στα την επι­γρα­φή ψη­λά στον τοί­χο. «Εδώ έζη­σε τα τε­λευ­ταία χρό­νια της ζω­ής του ο Γιαν­νού­λης Χα­λε­πάς».
– Θέ­λεις να πιού­με ακό­μα ένα τζιν;
– Αυ­τό θα σου πρό­τει­να κι εγώ.

Το μπαρ εί­χε ατμό­σφαι­ρα, όμως απ' έξω, σύρ­ρι­ζα με τα πα­ρά­θυ­ρα, που ήταν ορ­θά­νοι­χτα για να μπαί­νει η δρο­σιά, περ­νού­σαν φορ­τη­γά με κομ­μέ­νη την ανά­σα.

– Τι τρά­βη­ξε ο καη­μέ­νος, λέ­ει η Αντι­γό­νη.
– Ας εί­ναι κα­λά η μα­νού­λα του. Απ’ την πολ­λή αγά­πη, ήθε­λε ο γιός της να γί­νει βο­σκός για να τον έχει κο­ντά της.
– Για­τί κι ο πα­τέ­ρας πά­ει πί­σω; Αυ­τός φρό­ντι­σε για τον εγκλει­σμό του.
– Πό­σα χρό­νια κά­θι­σε στο ψυ­χια­τρείο; ρω­τά­ει ο Λά­ζα­ρος.
– Δε­κα­τέσ­σε­ρα χρό­νια στο ψυ­χια­τρείο της Κέρ­κυ­ρας. Και σκέ­ψου λι­γά­κι τις συν­θή­κες στα ψυ­χια­τρεία εκεί­νης της επο­χής!
– Ψυ­χρο­λου­σία, δέ­σι­μο. Η αγά­πη των γο­νέ­ων σκο­τώ­νει κα­μιά φο­ρά.
– Απ' ό,τι λέ­νε, πά­ντως, ο θά­να­τος της μά­νας του τού έλυ­σε τα χέ­ρια. Μό­λις πέ­θα­νε αυ­τή, εκεί­νος άρ­χι­σε να δου­λεύ­ει αστα­μά­τη­τα σα να ήθε­λε να κερ­δί­σει τον χα­μέ­νο χρό­νο.

Την επό­με­νη μέ­ρα, Πα­ρα­σκευή, απο­φά­σι­σαν να φύ­γουν απ' του Σω­τή­ρη, έτσι γι’ αλ­λα­γή. Διά­λε­ξαν κά­τι δια­φο­ρε­τι­κό, ένα ξε­νο­δο­χείο σαν κι αυ­τά που υπάρ­χουν στη Ρό­δο, στην Κρή­τη και σε άλ­λα πα­ρα­λια­κά μέ­ρη. Θα μέ­ναν μό­νο δυο μέ­ρες, τό­σο άντε­χε η τσέ­πη τους. Το ξε­νο­δο­χείο ήταν πά­νω στη θα­λασ­σα, τρία χι­λιό­με­τρα από το λι­μά­νι. Δεν εί­χε την κα­τα­πλη­κτι­κή θέα που εί­χε το σπί­τι του Σω­τή­ρη, υπήρ­χε όμως, σαν αντι­στάθ­μι­σμα, πι­σί­να, εστια­τό­ριο και μπαρ.

– Εί­χα­με δεν εί­χα­με, κα­τα­λή­ξα­με στον πο­λι­τι­σμό, λέ­ει η Αντι­γό­νη. Κά­θο­νται σε πά­νι­νες πο­λυ­θρό­νες στη σκε­πα­στή βε­ρά­ντα που βλέ­πει στην πι­σί­να.
– Το τέ­ρας που σκό­τω­σες, ήταν τρεις φο­ρές πιο με­γά­λο από μια τα­ρα­ντού­λα που εί­χα δει στην Ύδρα, μέ­σα σ' ένα σπί­τι. Έτρε­χε σαν τρε­λή πά­νω στα πλα­κά­κια του μπά­νιου.
– Η δι­κή μας εί­χε πε­ρί­ερ­γο χρω­μα. Μαύ­ρο με μπεζ ρί­γες. Ίσως να ανή­κει σε κά­ποιο σπά­νιο εί­δος.
– Τώ­ρα δεν ανή­κει που­θε­νά, λέ­ει ο Λά­ζα­ρος.

Ανέ­βη­καν στο δω­μά­τιό τους. Ο Λά­ζα­ρος έψα­ξε στο μπά­νιο, στις ντου­λά­πες, στα κο­μο­δί­να, όπου τέ­λος πά­ντων υπήρ­χαν συρ­τά­ρια, μή­πως και το τέ­ρας ήταν εκεί, πα­ρό­λο που η Αντι­γό­νη τον δια­βε­βαί­ω­νε πως το ’χε σκο­τώ­σει, το εί­χε δει με τα μά­τια της, ένα τό­σο δα πραγ­μα­τά­κι.
Κά­ναν ερω­τα σαν μα­νια­σμέ­νοι, λες και βγά­ζαν το άχτι τους ή σαν να θέ­λαν να ξορ­κί­σουν ένα κα­κό που δεν μπο­ρού­σαν να προσ­διο­ρί­σουν αλ­λά και δεν ήταν βέ­βαιοι πως υπάρ­χει.
Οι θό­ρυ­βοι στο ξε­νο­δο­χείο εί­χαν κα­τα­λα­γιά­σει και τα πλα­κά­κια στον βυ­θό της πι­σί­νας έλα­μπαν κά­τω απ’ τα ισχυ­ρά φώ­τα.

[ Από τον συλ­λο­γι­κό τό­μο Μι­κρή ζω­ο­λο­γία, Εκ­δό­σεις Πα­τά­κη 1998 ]

Εικονογράφηση Βασίλης Σπεράντζας
Εικονογράφηση Βασίλης Σπεράντζας

[ Άτιτλο όνειρο ]

Μπή­κα­με σ᾽έ­να πα­λιό σπί­τι. Φτά­σα­με στον τρί­το όρο­φο. Ήταν το σπί­τι του Μάρ­κου. Η πόρ­τα ήταν ανοι­χτή και βρε­θή­κα­με σε μια τρα­πε­ζα­ρία. Εκεί, κα­τά λά­θος, χά­λα­σα το τρα­πέ­ζι που εί­χε πολ­λά επί­πε­δα κι ήταν κα­λυμ­μέ­νο με τρα­πε­ζο­μά­ντι­λο. Η Μα­ρία ανέ­λα­βε να το φτιά­ξει κι ύστε­ρα βγή­κα­με πα­λι στον διά­δρο­μο, όπου αμέ­σως άνοι­ξε η πόρ­τα του πλαϊ­νού δια­με­ρί­σμα­τος λες και μας πα­ρα­κο­λου­θού­σαν απ’ το μά­τι και μια κο­πέ­λα μαύ­ρη μάς εί­πε να μπού­με μέ­σα να μας κε­ρά­σει για­τί ήταν η εθνι­κή εορ­τή του Σου­δάν. Στις ελα­φρές δια­μαρ­τυ­ρί­ες μας ότι δεν εί­μα­στε, τά­χα, κα­λε­σμέ­νοι, επέ­μει­νε λέ­γο­ντας πως δεν πει­ρά­ζει. Μας έδω­σε μά­λι­στα ένα μι­κρό πα­κέ­το των δέ­κα, εγ­γλέ­ζι­κα τσι­γά­ρα. Κοι­τά­ζο­ντάς το, το βρή­κα γνώ­ρι­μο. Βί­α­σα λί­γο τη μνή­μη μου και θυ­μή­θη­κα ότι με τα πα­κέ­τα αυ­τά, όπως και με άλ­λα, παί­ζα­με τα χαρ­τό­νια, λί­γο με­τά τον πό­λε­μο, στην αλά­να πί­σω απ’ τ’ ανα­το­λι­κά γκολ­πόστ του γη­πέ­δου του Πα­να­θη­ναϊ­κού. Με­τά βρέ­θη­κα στην οδό Ηρο­δό­του. Η Mα­ρία εί­χε πά­ει σπί­τι της, στην Υψη­λά­ντου. Εκεί με στα­μά­τη­σε ένας ερ­γά­της και μου ζή­τη­σε να τον βοη­θή­σω. Συ­γκε­κρι­μέ­να να ση­μειώ­σω κά­τι με το bic μου στο δρό­μο, να ση­μα­δέ­ψω ένα νο­ε­ρό ση­μείο. Ρώ­τη­σα για πε­ρισ­σό­τε­ρες εξη­γή­σεις, μιας και δεν τα κα­τα­φέρ­νω στα τε­χνι­κά κι έσκυ­ψα για να κά­νω δο­κι­μα­στι­κά τη δου­λειά, όπως μου την εί­χαν δεί­ξει. Κα­θώς ανα­ση­κώ­θη­κα, εί­δα πί­σω μου ακρι­βώς άλ­λον έναν ερ­γά­τη με ξύ­λι­νο πό­δι κι έναν τρί­το, κα­λο­ντυ­μέ­νο με μαύ­ρο μού­σι και μου­στά­κι, 35 πε­ρί­που χρό­νων. Ο τε­λευ­ταί­ος αυ­τός μου ’δω­σε πολ­λά να κα­τα­λά­βω. Η φά­τσα του μαρ­τυ­ρού­σε κά­τι δια­φο­ρε­τι­κό απ’ αυ­τό που προ­σπα­θού­σε να δεί­ξει. Ο άν­θρω­πος εκεί­νος δεν μπο­ρού­σε να εί­ναι, απο­κλεί­ε­ται να ήταν ερ­γο­λά­βος ή μη­χα­νι­κός: ήταν απα­τε­ώ­νας. Η υπο­ψία μου όμως αυ­τή έγι­νε βε­βαιό­της, όταν εί­δα ξα­νά το ξύ­λι­νο πό­δι τού δεύ­τε­ρου ερ­γά­τη. Κα­τά­λα­βα ότι θα με σκό­τω­ναν. Θα με χτύ­πα­γε από πί­σω στο κε­φά­λι ο ερ­γά­της με το ξύ­λι­νο πό­δι την ώρα που, εγώ, σκυμ­μέ­νος, θα έκα­να τη δου­λειά. Και δεν ήταν δο­λο­φό­νοι. Κά­ποια λη­στεία προ­ε­τοί­μα­ζαν κι εγώ, επει­δή θα ’χα δου­λέ­ψει λί­γη ώρα μα­ζί τους, θα τους ήξε­ρα, θα ήμουν ο μό­νος, άλ­λω­στε, που τους εί­χε δει από κο­ντά. Ήταν ανα­γκα­σμέ­νοι, λοι­πόν, να με σκο­τώ­σουν για να σω­θούν ...

Με­τά, βρέ­θη­κα να κρα­τώ απ’ τον ώμo τον Αζ­να­βούρ και να μι­λά­με αστα­μά­τη­τα. Για μου­σι­κή και για πολ­λά άλ­λα θέ­μα­τα.

[ Από τον συλ­λο­γι­κό τό­μο Πα­ρά δή­μον ονεί­ρων, Κα­στα­νιώ­της 1991 ]

Πεζά κείμενα (δημοσιευμένα)

Το τραμ το 11

«Eί­ναι μια άνοι­ξη που την που­λούν στις αγο­ρές». Αλ­μπέρ ΚΑ­ΜΥ, Η πα­νού­κλα

Εκεί­νη, λοι­πόν, την ημέ­ρα του Απρι­λί­ου, το έσκα­σα απ’ το σχο­λείο, πέ­ρα­σα στο τέρ­μα Αμπε­λο­κή­πων απέ­να­ντι κι άρ­χι­σα να κα­τη­φο­ρί­ζω την Aλε­ξάν­δρας. Την τσά­ντα μου την εί­χα αφή­σει σ’ ένα μέ­ρος που μό­νο εγώ ήξε­ρα, για­τί θα με δυ­σκό­λευε αν την εί­χα μα­ζί μου. Έφτα­σα στο τέρ­μα Ιπ­πο­κρά­τους. Εκεί ήταν n αφε­τη­ρία του τραμ 10 που έγρα­φε «ΒΟ­ΤΑ­ΝΙ­ΚΟΣ» και του 11 που έγρα­φε «ΚΟ­ΛΟ­ΚΥΝ­ΘΟΥ».
Το 10 ήταν κιό­λας εκεί κι ετοι­μα­ζό­ταν να φύ­γει. Σε λί­γο ήλ­θε το 11. Εγώ ανέ­βη­κα στο πε­ζο­δρό­μιο κι έκα­να τον αδιά­φο­ρο. Ακρι­βώς την ώρα που ξε­κι­νού­σε πρό­λα­βα και σκαρ­φά­λω­σα στο πί­σω μέ­ρος του, πά­νω στn ρυ­μούλ­κα.
Κα­τε­βή­κα­με την Ιπ­πο­κρά­τους και στρί­ψα­με δε­ξιά στην Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Γρή­γο­ρα όμως ξα­να­στρί­ψα­με αρι­στε­ρά κι όλα μου ήταν άγνω­στα. Πoλ­λά μα­γα­ζιά στον ίδιο δρό­μο, που­λού­σαν πράγ­μα­τα δια­φο­ρε­τι­κά: βό­τα­να, μπα­χα­ρι­κά, σα­νό, μπο­γιές, ερ­γα­λεία. Πό­σο αλ­λιώ­τι­κη ήταν η λαϊ­κή αγο­ρά στην Αλε­ξάν­δρας, στα προ­σφυ­γι­κά. Ει­δι­κά τον χει­μώ­να γι­νό­ταν ένα φά­ντα­σμα.
Όταν έβρε­χε όλα ήταν λά­σπη και μά­ζευαν τα κα­φά­σια κι έβλε­πες πα­ντού να κρέ­μο­νται χρά­μια και τσου­βά­λια. Τώ­ρα εδώ, σε τού­τη την αγο­ρά, μύ­ρι­ζε σα­νό και μου ’ρ­χό­ταν να κα­τέ­βω και να πε­ρι­πλα­νη­θώ, δεν ήταν όμως γει­το­νιά για­τί δεν υπήρ­χαν κή­ποι, ού­τε σπί­τια, ού­τε αλά­νες, ού­τε παι­διά να παί­ζουν, αφού περ­νού­σε το τραμ, κι από ’κει που περ­νά­ει το τραμ δεν μπο­ρείς να παί­ζεις, το μό­νο που μπο­ρείς να κά­νεις εί­ναι να το πε­ρι­μέ­νεις στη γω­νία και μό­λις κό­ψει τα­χύ­τη­τα να το κα­βα­λή­σεις κι όταν βα­ρε­θείς, κα­τε­βαί­νεις και μά­λι­στα πριν στα­μα­τή­σει, κα­τε­βαί­νο­ντας «εν κι­νή­σει», όπως λέ­νε, ρί­χνο­ντας πί­σω το σώ­μα για να μην τσα­κι­στείς.
Έτσι κά­να­με με τον Γιάν­νη δύο ολό­κλη­ρα απο­γεύ­μα­τα. Ο Γιάν­νης εί­ναι ο με­γά­λος αδελ­φός του Nί­κoυ, εκεί­νου του μπα­σμέ­νου που στο δί­τερ­μα τους περ­νά­ει όλους, έναν έναν στη σει­ρά, βά­ζει και γκολ κι ύστε­ρα επι­στρέ­φει στη μι­κρή πε­ριο­χή της ομά­δας του κι από ’κει, σί­γου­ρος πια, πιά­νει τ' αχα­μνά του και με φω­νή βρα­χνή φω­νά­ζει στον αντί­πα­λο τερ­μα­το­φύ­λα­κα: «Σε ξε­φτί­λι­σα, ρε!». Μ' αυ­του­νού τον αδελ­φό, λοι­πόν, πη­δού­σα­με από το ένα τραμ στο άλ­λο μέ­χρι να νιώ­σου­με σί­γου­ροι. Αλ­λά τι σι­γου­ριά να νιώ­σεις πη­δώ­ντας από ένα τραμ που τρέ­χει και τα μι­κρά xα­λί­κια που ’χουν χω­θεί μέ­σα στις ρά­γες πε­τιού­νται σαν δαι­μο­νι­σμέ­να ορι­στε­ρά και δε­ξιά.

Tώ­ρα κα­τη­φο­ρί­ζου­με ελα­φρώς, δια­σχί­ζου­με έναν με­γά­λο δρό­μο, μπαί­νου­με σε άλ­λη γει­το­νιά. Πολ­λά σπί­τια γρά­φουν απέ­ξω «ΞΕ­ΝΟ­ΔΟ­ΧΕΙΟΝ» και πά­λι δεν παί­ζουν παι­διά, δεν εί­ναι γει­το­νιά για παι­διά, εί­ναι για γυ­ναί­κες· βλέ­πω κιό­λας με­ρι­κές στα πα­ρά­θυ­ρα. Κα­πνί­ζουν. Πά­λι το τραμ στρί­βει, μια επι­γρα­φή πά­νω στο δρό­μο γρά­φει «ΛΕ­ΝΟΡ­ΜΑΝ».

Ύστε­ρα τί­πο­τα. Ού­τε σπί­τια, ού­τε κό­σμος. Φτά­σα­με στο τέρ­μα κι εγώ κα­τέ­βη­κα κι έκα­να με­ρι­κά βή­μα­τα να ξε­μου­διά­σω. Μπρο­στά μου, κα­θώς κοί­τα­ζα τα βου­νά που κλεί­νουν τον ορί­ζο­ντα, απλω­νό­ντου­σαν λα­χα­νό­κη­ποι. Δεν ήξε­ρες πού αρ­χί­ζουν και πού τε­λειώ­νουν, για­τί δεν υπήρ­χαν μά­ντρες, oύ­τε άλ­λα δια­χω­ρι­στι­κά. Xώ­θnκα μέ­σα και ξά­πλω­σα. Πρέ­πει να ’χαν πο­τί­σει κι έκα­νε δρο­σιά.
Ήταν όμορ­φα, για­τί πα­ντού απλω­νό­ταν μια με­γά­λη σιω­πή από λά­χα­να κι από σπί­τια που δεν φαι­νό­ντου­σαν, τα φα­ντα­ζό­μουν όμως κά­που κο­ντά, απ’ τη με­ριά που πέ­φτει ο ήλιος, σπί­τια μι­κρά κι ασβε­στω­μέ­να, ίσως και κα­νέ­να διώ­ρο­φο με σκά­λα εξω­τε­ρι­κή, σι­δε­ρέ­νια και στρι­φο­γυ­ρι­στή στο πί­σω μέ­ρος του ...
Ξύ­πνη­σα από ένα θρόι­σμα. Τα­ρά­χτη­κα, για­τί δε θυ­μό­μουν πoύ ήμουν. Πρό­λα­βα να δω μια γυ­ναί­κα που ερ­χό­ταν απ’ το βά­θος. Έβλε­πα τα πό­δια της ανά­με­σα απ’ τα λά­χα­να. Ήταν ξυ­πό­λη­τη. Πε­ρί­με­να λί­γο, κι όταν έκα­νε με­τα­βο­λή κι άρ­χι­σε ν’ απο­μα­κρύ­νε­ται, ση­κώ­θη­κα, τί­να­ξα το φρέ­σκο χώ­μα από τα ρού­χα μου και κα­τευ­θύν­θη­κα προς το τέρ­μα του τραμ. Βο­λεύ­τη­κα στη ρυ­μούλ­κα, κα­θι­στός αυ­τή τη φο­ρά για να μη γί­νω στό­χος του ει­σπρά­κτο­ρα κι άρ­χι­σε το τα­ξί­δι του γυ­ρι­σμού.
Την άλ­λη βδο­μά­δα πέ­φτουν οι δια­κο­πές του Πά­σχα και θα ’χω τον και­ρό να κά­νω όλες τις δια­δρο­μές. Αυ­τή που με κά­νει να φα­ντά­ζο­μαι πράγ­μα­τα εί­ναι η δια­δρο­μή με το τραμ το 4, που γρά­φει «ΡΟΥΦ». Όλα να τα πε­ρι­μέ­νεις από ένα τέ­τοιο όνο­μα.

[ «Ένα εαρινό συμβάν της ζωής μου -- Μια προσωπική ματιά από 15 Έλλnvες συγγραφείς».
Ένθετο «Βιβλιοθήκη» της εφ. Ελευθεροτυπία, 27 Απριλίου 2000 ]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: