«Έτσι αισθάνομαι τον περισσότερο χρόνο». Τα κολάζ του Τζον Άσμπερυ

«Έτσι αισθάνομαι τον περισσότερο χρόνο». Τα κολάζ του Τζον Άσμπερυ

Σε μια συ­νο­μι­λία με τον Τζον Άσμπε­ρυ που μα­γνη­το­φώ­νη­σα στη Νέα Υόρ­κη στις 5 Απρι­λί­ου του 1989 (η σου­η­δι­κή με­τά­φρα­ση της Maria Ekman δη­μο­σιεύ­τη­κε στο Artes 4, το 1989, η δι­κή μου ελ­λη­νι­κή στο Εντευ­κτή­ριο 13, τον Δε­κέμ­βριο του 1990, ενώ η αρ­χι­κή αγ­γλι­κή εκ­δο­χή υπάρ­χει στην ιστο­σε­λί­δα μου, https://​chr​omat​achr​omat​a.​com/​int​ervi​ew-​with-​john-​ashbery/) τον ρώ­τη­σα για τις πολ­λές ει­κό­νες, τις πολ­λές απει­κο­νί­σεις στην ποί­η­σή του, και ότι θα μπο­ρού­σα­με να μι­λή­σου­με για τη μου­σι­κή όχι μό­νον των λέ­ξε­ών του, αλ­λά και για τη μου­σι­κή των ει­κό­νων του. Ο Άσμπε­ρυ απά­ντη­σε ότι οι ει­κό­νες στα ποι­ή­μα­τά του δεν εί­ναι κά­τι που σκέ­φτε­ται όταν γρά­φει, ότι το πιο ση­μα­ντι­κό γι’ αυ­τόν εί­ναι η κί­νη­ση από ένα ση­μείο σε άλ­λο που μπο­ρεί να εί­ναι δυο ει­κό­νες, οι οποί­ες όμως χρη­σι­μο­ποιού­νται ως σκε­λε­τός για να στη­ρί­ξουν τον «βόμ­βο της ποί­η­σης». Και επει­δή η ποί­η­σή του φαί­νε­ται να μι­λά πά­ντα για οτι­δή­πο­τε συμ­βαί­νει εντε­λώς τυ­χαία ακρι­βώς τη στιγ­μή που γρά­φε­ται, μπο­ρού­με να την ακού­σου­με και σαν βόμ­βο της ζω­ής της ίδιας. Κί­νη­ση και ει­κό­νες, συμ­πτω­μα­τι­κές σκέ­ψεις, πα­ρα­στά­σεις και πε­ρι­στά­σεις που ωστό­σο ο ποι­η­τής έχει προ­σε­κτι­κά προ­κα­λέ­σει, επι­λέ­ξει και με­ταλ­λά­ξει. Στην ποί­η­ση και στα κο­λάζ του Άσμπε­ρυ, και ως ένα ση­μείο και στις τε­χνο­κρι­τι­κές του πα­ρα­κο­λου­θού­με την πραγ­μα­το­ποί­η­ση και τις δια­στά­σεις του τυ­χαί­ου πριν καν αυ­τό συμ­βεί, κα­θώς συμ­βαί­νει και αφό­του έχει συμ­βεί συγ­χρό­νως, αυ­τό που ο ίδιος πε­ρι­γρά­φει, μι­λώ­ντας για την ποί­η­ση του Ρε­μπώ, ως «συγ­χρο­νι­κό­τη­τα της ζω­ής».
Στην καρ­διά αυ­τής της προ­σω­πι­κής συγ­χρο­νι­κό­τη­τας στα κο­λάζ του Άσμπε­ρυ πα­ρα­κο­λου­θού­με προ­σφο­ρά σώ­μα­τος σ’ αυ­τό που στην ποί­η­σή του δεν εί­ναι πα­ρά ο οπτι­κός σκε­λε­τός ή ο «οπλι­σμός», όπως εί­πε ο ίδιος, ο οποί­ος φέ­ρει την κί­νη­ση της ποί­η­σής του. Ενώ στα ποι­ή­μα­τα οι ει­κό­νες «κρύ­βο­νται» από την κί­νη­ση ποί­η­σης, στα κο­λάζ η κί­νη­ση αυ­τή κρύ­βε­ται από τις ει­κό­νες, πα­ρα­μέ­νο­ντας ο σκε­λε­τός της ει­κό­νας. Όλα του κο­λάζ εί­ναι γε­μά­τα ζωή, και μά­λι­στα ζωή που απο­λαμ­βά­νει το ζην της, που το εκ­δη­λώ­νει, το δρα­μα­το­ποιεί και κυ­ρί­ως παί­ζει μα­ζί του. Ο συν­δυα­σμός κο­λάζ, ποί­η­σης και παι­χνι­διού εί­ναι ιδιαί­τε­ρα εμ­φα­νής στο δέ­κα­το ένα­το ποι­η­τι­κό βι­βλίο του Άσμπε­ρυ, το Κο­ρί­τσια σε φυ­γή (όλο το κεί­με­νο στα ελ­λη­νι­κά σε δι­κή μου με­τά­φρα­ση στη Νέα Εστία τχ. 1840, Ια­νουά­ριος 2011), ένα μα­κρο­σκε­λές ποί­η­μα που συ­ναρ­μό­ζει αφη­γή­σεις βα­σι­σμέ­νες σε κεί­με­να, ει­κό­νες και κο­λάζ του Χέν­ρυ Ντάρ­γκερ. Η αθω­ό­τη­τα επί­σης, με δια­φο­ρε­τι­κές βέ­βαια ελεγ­κτι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις, δυ­να­τό­τη­τες και προ­ε­κτά­σεις, εί­ναι ίσως η πιο ση­μα­ντι­κή διά­στα­ση και στον Ντάρ­γκερ και στον Άσμπε­ρυ,  κά­τι που εύ­κο­λα δια­πι­στώ­νου­με στα πρώ­τα κο­λάζ που έκα­νε ο ποι­η­τής ήδη το 1948, φοι­τη­τής στο Χάρ­βαρντ, και λί­γο πριν πε­θά­νει το 2017, ενε­νή­ντα ετών.
Στα κο­λάζ του ο Άσμπε­ρυ χρη­σι­μο­ποί­η­σε πα­λιές καρτ-πο­στάλ από την τε­ρά­στια συλ­λο­γή του, ει­κό­νες από κό­μικς και πε­ριο­δι­κά, φω­το­γρα­φί­ες ται­νιών, απει­κο­νί­σεις επι­τρα­πέ­ζιων παι­χνι­διών. Κά­ποια κο­λάζ έχουν με­ρι­κώς ελ­λη­νι­κό θέ­μα, όπως η πα­ρα­λία στο λι­μά­νι της Σά­μου και ίσως ο πο­λιού­χος της σε πρώ­το πλά­νο, ή ο Κα­ρα­γκιό­ζης και ο Χα­τζηα­βά­της, ή οι εν­νέα μού­σες σε κυ­κλι­κό χο­ρό. Μια τέ­τοια πα­λιά καρτ-πο­στάλ βρή­κα στο αρ­χείο του ποι­η­τή στη βι­βλιο­θή­κη Houghton του Χά­ρβαρντ, την οποία ο Άσμπε­ρυ εί­χε στεί­λει από την Ελ­λά­δα στη φί­λη του ζω­γρά­φο Jane Freilicher. Σε ροζ φό­ντο ένα κόκ­κι­νο τρια­ντά­φυλ­λο στο κά­τω μέ­ρος και στο πά­νω μια πα­ρα­λία με βάρ­κες. Με κε­φα­λαία δια­βά­ζου­με «Σε­βα­στέ μου πα­τέ­ρα, Χρό­νια πολ­λά». Η τα­χυ­δρο­μι­κή σφρα­γί­δα στην πί­σω με­ριά δεί­χνει «24 ΙV 57.» και με κε­φα­λαία «Αθή­να Πλα­τεία» και δυ­σα­νά­γνω­στα ίσως «Ομο­νοί­ας». Στάλ­θη­κε με δύο γραμ­μα­τό­ση­μα: «Γε­ώρ­γιος Α´, λε­πτά 30» και «Σο­φία δρχ. 3,50». Ο άντρας της Freilicher, ο επί­σης ζω­γρά­φος Joe Hazan, εί­χε γεν­νη­θεί το 1916 στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και τεσ­σά­ρων ήδη μη­νών έγι­νε Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζος. Το 1997, όταν με την συμ­βο­λή του Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη εί­χα­με κα­λέ­σει τον Άσμπε­ρυ μα­ζί με τον Κέν­νεθ Κοκ στην πο­λι­τι­στι­κή Θεσ­σα­λο­νί­κη, ο Άσμπε­ρυ, ο Ντέι­βιντ (ο σύ­ντρο­φος και σύ­ζυ­γος του ποι­η­τή) κι εγω επι­σκε­φτή­κα­με το εβραϊ­κό μου­σείο της πό­λης, με­τα­ξύ άλ­λων επει­δή ο Άσμπε­ρυ ήθε­λε να δει το πα­ρελ­θόν της πό­λης, μέ­ρος του οποί­ου ήταν και ο φί­λος του.

«Έτσι αισθάνομαι τον περισσότερο χρόνο». Τα κολάζ του Τζον Άσμπερυ

Κο­λάζ του Άσμπε­ρυ πα­ρου­σιά­στη­καν σε πέ­ντε εκ­θέ­σεις (το 2008, το 2011, το 2015, το 2016-2017 και το 2018) στην Tibor de Nagy Gallery, τον ιστο­ρι­κό αυ­τόν θε­σμό για τον ρό­λο που έπαι­ξε στην εξέ­λι­ξη των ζω­γρά­φων και ποι­η­τών της ανύ­παρ­κτης, αλ­λά από πολ­λούς απο­κα­λού­με­νης Σχο­λής της Νε­́ας Υό­ρκης. Μια με­γά­λη συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­θε­ση έγι­νε επί­σης προς το τέ­λος του 2018 στη Νέα Υόρ­κη, στην Pratt Manhattan Gallery. Κο­λάζ του ποι­η­τή  μπο­ρού­με τώ­ρα να δού­με και στον τό­μο John Ashbery, They knew what they wanted: Poems and collages (Rizzoli/Elect 2018). Τα ποι­ή­μα­τα του τό­μου επι­λέ­χτη­καν για να δεί­ξουν και αυ­τά την τέ­χνη και την τε­χνι­κή του κο­λάζ, τις συ­ναρ­μο­γές, τις ευ­συν­θε­σί­ες και τους εναρ­μο­νι­σμούς που ο Άσμπε­ρυ επι­νο­ού­σε στην προ­σπά­θειά του να συλ­λά­βει μια κί­νη­ση και τη διά­θε­σή της, να απο­δώ­σει την ατμό­σφαι­ρα ή την αί­σθη­ση που δια­φεύ­γει κά­θε ολο­κλή­ρω­ση ή πλη­ρό­τη­τα, οτι­δή­πο­τε ιε­ραρ­χεί ή δί­νει προ­τε­ραιό­τη­τες. Στην συ­νο­μι­λία του με τον ποι­η­τή, που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στον τό­μο, ο επί­σης ποι­η­τής και κρι­τι­κός τέ­χνης John Υau ρω­τά τον Άσμπε­ρυ αν κά­ποια από τα «πρό­σφα­τα κο­λάζ» του δη­μιουρ­γούν την εντύ­πω­ση ότι ο ποι­η­τής «εί­ναι έτοι­μος να φύ­γει σε τα­ξί­δι ή να ξε­κι­νή­σει ένα όνει­ρο». Η απά­ντη­ση του Άμ­σπε­ρυ: «Έτσι αι­σθά­νο­μαι τον πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο». Θα το λέ­γα­με δη­λα­δή κι εμεις αυ­τό για όλα τα ποι­ή­μα­τα και τα κο­λάζ του Άσμπε­ρυ, κά­τι που δια­πι­στώ­νου­με και στο άγν­ωστο με­́χρι προ­́σφ­ατα ποί­η­μα «Controls», το οποίο πα­ρου­σιά­ζε­ται πρώ­το στον τό­μο αυ­τόν, γραμ­μέ­νο το 1952 (δη­μο­σιεύ­τη­κε πρώ­τη φο­ρά στην βιο­γρα­φία της Κarin Roffman The Songs We Know Best: John Ashbery’s Early Life (Farrar, Straus & Giroux, 2017), και το οποίο με­τα­φρά­ζου­με εδώ:

Έλεγ­χοι

1.

Εδώ υπάρ­χουν τα πά­ντα για όλους
παίρ­νεις ένα νο­στι­μό­τα­το γεύ­μα για το πι­κνίκ σου
δερ­μά­τι­να... λεία εφαρ­μο­γή... ιδρώ­τας
κί­τρι­νο αχυ­ρέ­νιο προ­φίλ
(φτιαγ­μέ­νο από ισχυ­ρή σαν χαρ­τί ου­σία)
Η αλ­λη­λο­γρα­φία πρέ­πει να εί­ναι
ό,τι εί­ναι το Kleenex για το μα­ντή­λι
φω­τει­νά όμορ­φα πλά­σμα­τα που βοη­θούν να ελα­φρύ­νει το φορ­τίο.
Μπο-
ρού­με να δού­με ένα ιδιαί­τε­ρα εν­δια­φέ­ρον απο­τέ­λε­σμα
αν χώ­σου­με έναν στέ­ρεο σω­λή­να στο
πα­ρά­θυ­ρο μέ­σα από ένα από τα ανοίγ­μα­τα.

2.

Πριν από τον ερ­χο­μό του η πό­λη ήταν
μο­να­δι­κά αφιε­ρω­μέ­νη στη θο­ρυ­βώ­δη,

3.

Aλο­γά­μα­ξα για να σας πά­ει πά­νω στα βου­νά –
μια υπέ­ρο­χη ιδέα για τα­ξί­δι.
αγό­ρα­σε πα­κέ­τα με συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά τμή­μα­τα
μι­κρού δω­μα­τί­ου, το εσω­τε­ρι­κό του οποί­ου εί­ναι πα­ντε­λώς κα­λυμ­μέ­νο με φύλ­λα.
…κα­στα­νό­ξαν­θο, οδυ­νη­ρό


Σημ.: Ευ­χα­ρι­στού­με τον David Kermani και την Tibor de Nagy Gallery για την άδειά τους να δη­μο­σιεύ­σου­με τα κο­λάζ του Τζον Άσμπε­ρυ στον Χάρ­τη.

κολάζ του Τζον Άσμπερυ

κολάζ του Τζον Άσμπερυ

κολάζ του Τζον Άσμπερυ

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: