Σήμερα



Στα θύματα σωματικής και ψυχολογικής κακοποίησης, με την ευχή να βρουν μέσα τους τη δύναμη και να την αναδείξουν!

Σή­με­ρα η μέ­ρα μύ­ρι­ζε κα­λο­καί­ρι. Η φύ­ση εί­χε ξυ­πνή­σει και από πα­ντού έρ­χο­νταν ευ­χά­ρι­στες μυ­ρω­διές και μη­νύ­μα­τα αι­σιο­δο­ξί­ας, πί­στης και σι­γου­ριάς. Χαι­ρό­μουν δι­πλά για­τί, εκ­με­ταλ­λευό­με­νη το ρε­πό από τη δου­λειά, θα αφιέ­ρω­να λί­γες ώρες στον εαυ­τό μου. Θα ξε­κου­ρα­ζό­μουν και συ­νά­μα θα δια­σκέ­δα­ζα. Το με­ση­μέ­ρι θα κα­τέ­βαι­να στο κέ­ντρο να κά­νω έρευ­να αγο­ράς για αυ­το­κί­νη­το. Μου το ’χε υπο­σχε­θεί ο μπα­μπάς μου για δώ­ρο επι­βρά­βευ­σης, έτσι και κα­τά­φερ­να να πε­ρά­σω στο με­τα­πτυ­χια­κό, μιας από τις κα­λύ­τε­ρες σχο­λές της χώ­ρας. Έπει­τα έπρε­πε να προ­λά­βω το τα­ξι­διω­τι­κό γρα­φείο. Εγώ ήθε­λα Ισπα­νία, εκεί­νος κά­που πιο μα­κριά και εξω­τι­κά, κά­που πιο ρο­μα­ντι­κά. Πρώ­το κα­λο­καί­ρι οι δυο μας, ήθε­λε να μας μεί­νει αξέ­χα­στο. Αρ­γό­τε­ρα θα πή­γαι­να στη βι­βλιο­θή­κη — με βοη­θά πο­λύ η με­λέ­τη βι­βλί­ων στην ανεύ­ρε­ση νέ­ων δρα­στη­ριο­τή­των, στην καλ­λιέρ­γεια νέ­ων δε­ξιο­τή­των. Αυ­τή τη φο­ρά θα διά­λε­γα τη βο­τα­νο­λο­γία έτσι ώστε να πα­ρα­γά­γω μό­νη μου οι­κο­λο­γι­κές, σπι­τι­κές καλ­λυ­ντι­κές κρέ­μες. Κα­τά το βρα­δά­κι θα περ­νού­σα από τον παπ­πού να του κρα­τή­σω λί­γη πα­ρέα. Τον έχει πά­ρει πο­λύ από κά­τω τε­λευ­ταία και όλο γκρι­νιά­ζει. ΨΕ­ΜΑ­ΤΑ. Ευ­τυ­χώς πρό­λα­βα και τον κλεί­δω­σα έξω από το σπί­τι. Έκλει­σα κα­λά όλα τα πα­ρά­θυ­ρα. Έσυ­ρα το κο­μο­δί­νο μέ­χρι την εξώ­πορ­τα και το ’βα­λα σαν ασπί­δα προ­στα­σί­ας — εί­ναι πο­λύ βα­ρύ για μέ­να κά­ποιο άλ­λο έπι­πλο και δε μπο­ρώ. Απει­λεί να σπά­σει την πόρ­τα. Δο­κι­μά­ζει συ­νέ­χεια το κλει­δί. Φω­νά­ζει πως δεν πρό­κει­ται να με ανε­χτεί άλ­λο, πως φταίω για όλα και πως αυ­τή τη φο­ρά δε θα δεί­ξει κα­νέ­να έλε­ος. Λέ­ει πως κα­νείς δεν πρό­κει­ται να με πι­στέ­ψει. Ο δι­κη­γό­ρος κο­στί­ζει, το ίδιο και η αστυ­νο­μία. Πού θα πάω; Τι θα κά­νω; Πως δεν έχω κα­νέ­να, πά­ντα σ’ αυ­τόν γυρ­νάω. Πως με φι­λο­ξε­νεί τό­σα χρό­νια και του χρω­στάω. Το κα­λό που μου θέ­λει να συμ­μορ­φω­θώ αμέ­σως. Πή­ρα το κι­νη­τό στα χέ­ρια για παν εν­δε­χό­με­νο, μια κου­βέρ­τα και ένα μπου­κά­λι νε­ρό και κά­θι­σα πί­σω από το κο­μο­δί­νο. Ήμουν χα­μέ­νη, αν έμπαι­νε. Δεν έπρε­πε να το επι­τρέ­ψω. Από­ψε θα κοι­μό­μουν έτσι, εκεί — αν τα κα­τά­φερ­να. Προ­σπα­θού­σα να εί­μαι ψύ­χραι­μη. Το μυα­λό μου αδυ­να­τού­σε να σκε­φτεί όλα τα εν­δε­χό­με­να. Θυ­μή­θη­κα πως κά­πο­τε πί­στευα στο θεό. Έκα­να το σταυ­ρό μου και πε­ρί­με­να.    

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: