Δον Ζουάν

Μετάφραση: Φώτης Σαβούρης
Alexandre Marie Colin (1789-1875): «Ο Λόρδος Βύρων ως Δον Ζουάν» (1831)
Alexandre Marie Colin (1789-1875): «Ο Λόρδος Βύρων ως Δον Ζουάν» (1831)
Lord Byron, «Don Juan», Canto I, 122-124 και 126-127

[ στην Έλλη ]


…Εί­ναι γλυ­κό να ακούς
με­σά­νυ­χτα το τρα­γού­δι του γον­δο­λιέ­ρη
να χά­νε­ται κά­που μα­κριά, στα γα­λά­ζια,
λου­σμέ­να στο φως του φεγ­γα­ριού, νε­ρά της Αδρια­τι­κής.
Εί­ναι γλυ­κό να βλέ­πεις να ανα­τέλ­λει του δει­λι­νού το πρώ­το αστέ­ρι·
γλυ­κό να ακούς τον άνε­μο, νύ­χτα,
μες απ΄ τα φύλ­λα να περ­νά. Εί­ναι γλυ­κό να βλέ­πεις στον ωκε­α­νό
το ου­ρά­νιο τό­ξο ν’ απλώ­νε­ται στον ου­ρα­νό.

Εί­ναι γλυ­κό να ακούς του σκύ­λου σου το γά­βγι­σμα,
αγα­πη­μέ­νο κα­λω­σό­ρι­σμα στο σπί­τι όταν φτά­νεις.
Εί­ναι γλυ­κό να ξέ­ρεις πως ένα μά­τι θα προ­σέ­ξει
το γυ­ρι­σμό σου κι ότι πιο λα­μπε­ρό θα γί­νει, όταν εσύ φα­νείς.
Εί­ναι γλυ­κό να σε ξυ­πνά­ει το κε­λά­η­δη­μα του κο­ρυ­δαλ­λού
και να σε να­νου­ρί­ζει ο ήχος της βρο­χής. Γλυ­κό το βού­ι­σμα
των με­λισ­σών, η φω­νή των κο­ρι­τσιών, το τρα­γού­δι των που­λιών,
οι πρώ­τοι ήχοι των παι­διών, οι πρώ­τες τους μι­κρές λε­ξού­λες.

Εί­ναι γλυ­κό το κλή­μα, με τα στα­φύ­λια
στη βακ­χι­κή τους έκ­στα­ση να γέρ­νου­νε στη γη,
νο­τί­ζο­ντάς την με τον πορ­φυ­ρό χυ­μό τους. Εί­ναι γλυ­κό να δρα­πε­τεύ­εις
αφή­νο­ντας της πό­λης τη δια­σκέ­δα­ση για τη χα­ρά της εξο­χής.

Γλυ­κό για τον φι­λάρ­γυ­ρο χρή­μα­τα να σω­ρεύ­ει,
γλυ­κιά για τον πα­τέ­ρα η γέν­νη­ση του πρώ­του του παι­διού.
Εί­ναι γλυ­κιά η εκ­δί­κη­ση, ιδί­ως για τις γυ­ναί­κες,
Τα λά­φυ­ρα στους στρα­τιώ­τες, η λεία για τους πει­ρα­τές.

[...]


Εί­ναι γλυ­κό να κερ­δί­ζεις, αδιά­φο­ρο το πώς, δάφ­νες
με αί­μα ή με­λά­νι. Γλυ­κό να τε­λειώ­νει
ένας καυ­γάς, αν και το ίδιο εί­ναι γλυ­κό να τον αρ­χί­ζεις,
ιδί­ως με κά­ποιο φί­λο σου πο­λύ ενο­χλη­τι­κό.
Γλυ­κό το πα­λιό κρα­σί στα μπου­κά­λια, η μπύ­ρα στα βα­ρέ­λια.
Αγα­πη­μέ­νοι εί­ναι οι αδύ­να­μοι που υπε­ρα­σπί­ζου­με
ενά­ντια στο πλή­θος κι αγα­πη­μέ­να τα μέ­ρη που ζή­σα­με παι­διά·
πά­ντα θα τα θυ­μό­μα­στε, έστω κι αν όλοι μας έχου­νε ξε­χά­σει.

Όμως ακό­μη πιο γλυ­κό, το πιο γλυ­κό απ’ όλα
εί­ναι ο πρώ­τος, γε­μά­τος πά­θος έρω­τας. Στέ­κε­ται μό­νος,
σαν τον Αδάμ που ανα­λο­γί­ζε­ται την Πτώ­ση.
Το μή­λο της γνώ­σης έχει κο­πεί, ξέ­ρου­με πια τα πά­ντα,
και όμως τί­πο­τε δε θα βρού­με στη ζωή να αξί­ζει
πιο πο­λύ από αυ­τή την πρώ­τη αμαρ­τία, αυ­τή
τη θεϊ­κή φω­τιά, που ο Προ­μη­θέ­ας,
πλημ­μυ­ρι­σμέ­νη αμ­βρο­σία, μας έστει­λε στη γη.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: