Το κείμενο, το παράθεμα και το ανάθεμα

Jacopo Pontormo, Ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής. Φλωρεντία, Santa Felicita, 1525 (Λάδι σε ξύλο, διάμετρος 70 εκ.). Το έργο αυτό επέλεξε ο Γιάννης Πάνου για το εξώφυλλο της «Ιστορίας των Μεταμορφώσεων»
Jacopo Pontormo, Ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής. Φλωρεντία, Santa Felicita, 1525 (Λάδι σε ξύλο, διάμετρος 70 εκ.). Το έργο αυτό επέλεξε ο Γιάννης Πάνου για το εξώφυλλο της «Ιστορίας των Μεταμορφώσεων»


Εκεί­νο το πρω­ι­νό του Δε­κεμ­βρί­ου του 1966 ξε­κι­νά από το μι­κρό του χω­ριό και έρ­χε­ται στην πό­λη, σε μια μό­νι­μη προ­σπά­θεια ν’ ανα­ζη­τή­σει την αλή­θεια. Εί­ναι μό­νος του, εκτός τό­που και χρό­νου, και κά­νει αυ­τή την εκ­κί­νη­ση. Στην πό­λη, κά­που εκεί δί­πλα, υπάρ­χω κι εγώ, που τον πα­ρα­τη­ρώ και τον σχο­λιά­ζω. Όμως εί­ναι εκεί­νος που με έχει επι­λέ­ξει για να τον σχο­λιά­σω.
Ποιο εί­ναι το σή­με­ρα; Ίντερ­νετ. Ναι, επι­κοι­νω­νία με το άβα­ταρ ενός αν­θρώ­που που κά­θε­ται σ’ ένα πα­λιό λά­πτοπ και γρά­φει. Και αναρ­τά. Και σχο­λιά­ζει. Μι­λά για την πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση, για τη μο­να­ξιά του. Γρά­φει το κεί­με­νο, ψά­χνει στον «τοί­χο» των άλ­λων για το πα­ρά­θε­μα.
Πρώ­τα έρ­χε­ται μια ει­κό­να από ζω­ά­κια που τα διέ­σω­σε ένας σύλ­λο­γος. Ακο­λου­θεί μια ει­κό­να από τα κα­μέ­να δά­ση της βό­ρειας Εύ­βοιας, πυ­ρο­σβε­στι­κά ελι­κό­πτε­ρα, η φω­το­γρα­φία της γυ­ναί­κας που κραυ­γά­ζει με τον τρό­πο του Μουνκ, αυ­τή η φω­το­γρα­φία που γύ­ρι­σε όλα τα ει­δη­σε­ο­γρα­φι­κά πρα­κτο­ρεία του κό­σμου. Κι έπει­τα, η κε­κτη­μέ­νη ανα­στο­λή ανα­πνο­ής και ασπα­σμού από την επι­δη­μία που συ­νε­χί­ζε­ται, η ανα­ζω­πύ­ρω­ση της φω­τιάς, η ανα­ζω­πύ­ρω­ση του ιού, η ανα­ζω­πύ­ρω­ση των συ­γκρού­σε­ων, όλα σε μια πε­ρι­δί­νη­ση, μια συ­σπώ­με­νη μέγ­γε­νη που σφίγ­γει διαρ­κώς.

Μέ­νει κλει­σμέ­νος στο δω­μά­τιό του, ασκη­τής, πά­νω απ’ το κρε­βά­τι του κρε­μα­σμέ­νη μια κε­ντη­τή μπά­ντα με σκη­νές από ιπ­πο­τι­κή μυ­θι­στο­ρία και άλο­γα που φο­ρούν πα­ρω­πί­δες σε μια γκιό­στρα. Πο­τέ δεν μι­λά πο­λύ, εί­ναι μάλ­λον εσω­στρε­φής, αντι­λαμ­βά­νε­ται τα πράγ­μα­τα ως συ­νον­θύ­λευ­μα εντυ­πώ­σε­ων και από­ψε­ων που ηχούν στον νου του μ’ έναν πε­ρί­ερ­γο τύ­πο συ­νύ­παρ­ξης. Μο­να­δι­κή του πε­ριου­σία, η φι­λο­σο­φι­κή διά­θε­ση. Γύ­ρω στο γρα­φείο του, πα­λιά τεύ­χη από το Τρὰμ. Ζει και υπάρ­χει για το εδώ και το τώ­ρα, για­τί μό­νο το εδώ και το τώ­ρα υπάρ­χει -ή, μάλ­λον, αυ­τός εί­ναι ο τύ­πος ύπαρ­ξης που επι­λέ­γει. Και τέ­τοιους τύ­πους αφή­γη­σης δα­νεί­ζε­ται. Πα­ρο­ντι­κούς. Ο Χει­μω­νάς θα ’λε­γε: «μιας διαρ­κούς πα­ρο­ντι­κό­τη­τας».

Εγώ, πά­λι, να προ­σπα­θώ ν’ απο­τι­νά­ξω την επιρ­ροή του Χει­μω­νά. Δύ­σκο­λο αυ­τό, για­τί η πα­ρου­σία του εί­ναι πά­ντα αι­σθη­τή, η φω­νή του ηχεί ακό­μη στ’ αυ­τιά μου. Τό­τε που εί­χε ανοί­ξει την πόρ­τα και με υπο­δέ­χτη­κε φο­ρώ­ντας το στε­φά­νι από την πα­ρά­στα­ση της «Μή­δειας» στο κε­φά­λι. Κι εγώ σκέ­φτη­κα «Δεν πά­ει κα­λά», για να εί­μαι ει­λι­κρι­νής ναι, αυ­τό σκέ­φτη­κα. Τέ­λος πά­ντων. Ο Χει­μω­νάς εί­ναι κά­που ανά­με­σά μας. Όχι χω­ρο­τα­ξι­κά, αλ­λά νο­ε­ρά το­πο­θε­τεί­ται κά­που ανά­με­σά μας. Και δεν έχει πιει ακό­μη το κώ­νειο.

Χω­ρο­τα­ξι­κά μι­λώ­ντας, μέ­νω δύο δια­με­ρί­σμα­τα πιο κά­τω από τον Γιάν­νη. Στη γω­νία υπάρ­χει ένα κα­τά­στη­μα ψι­λι­κών κι ένα δια­νυ­κτε­ρεύ­ον φαρ­μα­κείο. Εκεί­νος, ζω­σμέ­νος με τις ανα­σφά­λειες των γο­νιών του, βγαί­νει δει­λά δει­λά στις δια­δη­λώ­σεις. Εγώ πά­λι κά­θο­μαι στο σπί­τι, με μια φραν­τζό­λα υπό μά­λης. Διό­τι εί­μαι απα­σχο­λη­μέ­νος, έχω πά­ρει δά­νειο στε­γα­στι­κό. Τι να λέ­με τώ­ρα;

Αλ­λά δεν εί­μαι αμέ­το­χος μό­νο γι’ αυ­τό. Εί­ναι, επι­πλέ­ον, και επει­δή αυ­τήν την πε­ρί­ο­δο έχω ανοι­χτά δυο-τρία βι­βλία, ανά­με­σα στα οποία με προ­σή­λω­ση δια­βά­ζω τα Δο­κί­μια Αι­σθη­τι­κής τού Γιαν Μου­κα­ρόφ­σκι, από τις πα­λιές σει­ρές των εκ­δό­σε­ων «Οδυσ­σέ­ας». Και το Πέ­ρα­σμα και ακι­νη­σία της ρο­ής, του Υβ Μπον­φουά, από τις εκ­δό­σεις «Ύψι­λον».

Υπο­θέ­τω πως τώ­ρα ακού­ει τις ει­δή­σεις, από τα αρ­χεία της κρα­τι­κής ρα­διο­φω­νί­ας:
«Εξ αμε­λεί­ας προ­ήλ­θεν ο θά­να­τoς του βου­λευ­τού της Αρι­στε­ράς, Γρη­γο­ρί­ου Λα­μπρά­κη...»
Του ανε­βαί­νει το αί­μα στο κε­φά­λι. Δεν θα πε­ρά­σει ο φα­σι­σμός. Ποιος το έλε­γε αυ­τό; Όλη η πα­ρέα στα Δο­λια­νά; Δεν θυ­μά­μαι. Ν’ αλ­λά­ξω τη σει­ρά:

«Ο θά­να­τος του βου­λευ­τού της Αρι­στε­ράς, Γρη­γο­ρί­ου Λα­μπρά­κη, προ­ήλ­θεν εξ αμε­λεί­ας».
Σκέ­φτο­μαι πώς θα το διά­βα­ζε αυ­τό η Ρού­λα Πα­τε­ρά­κη. Θα άλ­λα­ζε το νό­η­μα; Ο άλ­λος Γιάν­νης, ο Δάλ­λας, μι­λού­σε για τα ορό­ση­μα και για τα ση­μαί­νο­ντα των κει­μέ­νων: αυ­τά που τώ­ρα σή­μαι­ναν κά­τι, αυ­τό­μα­τα κου­βα­λού­σαν μα­ζί τους μνή­μες από κά­τι πιο ευ­ρύ, πιο πα­ναν­θρώ­πι­νο. Ο Πεν­τζί­κης, ο Τσί­ζεκ, τό­σοι άλ­λοι. Τέρ­μα πια οι αφη­γή­σεις με­γά­λου ανύ­σμα­τος, ας πε­ρά­σου­με στο ση­μαι­νό­με­νο, με κεί­με­να του Πέ­τερ Χά­ντ­κε, ας πε­ρά­σου­με στην πα­ρω­δία του έπους: «Πολλὰς δ᾽ ἰφθί­μους ψυχὰς Ἄϊδι προΐαψεν ἡρώ­ων».

Μα όχι: θέ­λει να εί­ναι φι­λό­σο­φος, λα­κω­νι­κός. Η αδο­λε­σχία των εκ­φω­νού­με­νων σκέ­ψε­ών του έρ­χε­ται σε αντί­θε­ση με τον λα­κω­νι­σμό του ηλε­κτρο­νι­κού μέ­σου. Ο μύ­θος έρ­χε­ται και τε­ντώ­νει... τε­ντώ­νει, και να σου ξε­πε­τά­γε­ται η Ιστο­ρία! Και ποιον να κα­τη­γο­ρή­σεις, σε ποιον να ρί­ξεις το ανά­θε­μα;

Να ζού­με, άρα­γε, σ’ ένα με­τα­πυ­ρη­νι­κό το­πίο; Ίσως. Αλ­λά –ση­μα­ντι­κό αυ­τό- έχου­με εκ­πλή­ξεις που μας πε­ρι­μέ­νουν. Πώς να μην το λά­βει κα­νείς υπό­ψη του; Μι­λά­με για την ίδια φά­ρα, ανέ­κα­θεν εμείς οι Έλ­λη­νες να τρω­γό­μα­στε, να τρω­γό­μα­στε. Και μο­νό­τερ­μα: μια Δε­ξιά, μια Κέ­ντρο, μια Δε­ξιά, μια Κέ­ντρο. Πο­τέ Αρι­στε­ρά. Πο­τέ! Η ηθι­κο­πλα­στι­κή ψι­μυ­θί­ω­ση δεν μπο­ρεί να κα­λύ­ψει τα πραγ­μα­τι­κά κί­νη­τρα. Όλα απο­μέ­νουν μι­σο­ε­πα­να­στα­τι­κά, μι­σοει­πω­μέ­να, δει­λές από­πει­ρες, χα­μη­λό­φω­να λό­για, υπο­νο­ού­με­να... πώς να εί­σαι αυ­θύ­παρ­κτος και πώς να μην εί­σαι ντι­λε­τά­ντε;

Το «κεραμεούν» και «φαύλον»∙ το σιχαμερό:
που κιόλας μερικούς (χωρίς προπόνησι αρκετή)
αγυρτικώς εξαπατά. Το κεραμεούν και φαύλον

Ωστό­σο, εί­ναι εκεί­νος που με έχει επι­λέ­ξει για να τον σχο­λιά­σω, δεν φταίω εγώ. Σή­με­ρα, που ο ίδιος άν­θρω­πος γρά­φει το κεί­με­νο, ο ίδιος και το πα­ρά­θε­μα. Ε; Αυ­τή δεν εί­ναι η δια­φο­ρά; Ότι χά­νου­με την πα­γκο­σμιό­τη­τα του λα­βυ­ρίν­θου και την αντι­κει­με­νι­κό­τη­τα του πα­ρα­θέ­μα­τος;

Ή μή­πως κά­νω λά­θος;

Λέ­τε τα πράγ­μα­τα να εί­ναι αλ­λιώς σή­με­ρα; Κι εγώ απλώς να μην τα κα­τα­λα­βαί­νω;

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: