Όσο εσύ κοιμάσαι το ρεμπέτικο αγρυπνά για να σε φροντίζει

Όσο εσύ κοιμάσαι το ρεμπέτικο αγρυπνά για να σε φροντίζει

Ο Ιά­λυ­σος εί­χε ιδρύ­σει την πό­λη Ρό­δο και ευ­τυ­χώς για­τί, δια­φο­ρε­τι­κά, οι ιπ­πό­τες του Τάγ­μα­τος του Αγί­ου Ιω­άν­νη δεν θα εί­χαν αγο­ρά­σει το νη­σί το 1309. Κα­τό­πιν, ο χι­λια­νός Αλε­χά­ντρο Χο­ντο­ρόφ­σκυ ίδρυ­σε το πρω­το­πο­ρια­κό καλ­λι­τε­χνι­κό κί­νη­μα S.​NOB. Αυ­τό συ­νέ­βη το ’62. Ένα τέ­ταρ­το του αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, το 1987, ο συγ­γρα­φέ­ας Γιώρ­γος Σκούρ­της ίδρυ­σε την Ρά­μπα, το διά­ση­μο μπα­ρά­κι στην Τσα­μα­δού. Εκεί πέ­ρα σύ­χνα­ζε, ψυ­χι­κά κα­τα­βε­βλη­μέ­νος από τη δί­ψα του, ο Νί­κος Κα­ρού­ζος, ο προ-προ­τε­λευ­ταί­ος ίσως με­γά­λος μας ποι­η­τής, με τις τσέ­πες του μο­νί­μως άδειες, εκτός κι αν εί­χε εν­θυ­λα­κώ­σει εκτά­κτως κά­ποια προ­κα­τα­βο­λή απ’ τον Κα­στα­νιώ­τη ή απ’ την Εστία. Όμως, μια και ο Σκούρ­της ήταν ένας οι­κο­δε­σπό­της επαρ­κώς γεν­ναιό­δω­ρος, δεν υπήρ­χε πε­ρί­πτω­ση να δεις τον Κα­ρού­ζο να φεύ­γει πα­ρα­πο­νε­μέ­νος. Με τη σει­ρά του, ο επι­βλη­τι­κός θα­μώ­νας, υπό την επή­ρεια του ουί­σκυ (on the rocks) ή της βότ­κας (αραιω­μέ­νης με ελά­χι­στο τό­νικ) ή του ού­ζου (Mini, κα­τά κα­νό­να), σκά­ρω­νε επί τό­που ένα ποί­η­μα και το άφη­νε με τον πο­μπώ­δη, αδέ­ξια αρ­ρε­νω­πό και κά­πως σπα­σμω­δι­κό τρό­πο του πά­νω στον πά­γκο, σαν κλη­τή­ριο θέ­σπι­σμα. Το ίδιο έκα­νε, αν και όχι τό­σο συ­στη­μα­τι­κά, σ’ όλα τα μπαρ της προ­τί­μη­σής του, στο Dada και στο Flower, στο 18 ή στον Λώ­ρα, όπου ο κο­ρυ­φαί­ος του Χο­ρού τον υπο­δε­χό­ταν προ­σφω­νώ­ντας τον, εθι­μο­τυ­πι­κά αλ­λά εν­θου­σιω­δώς, ως «Δά­σκα­λο του Γέ­νους» και χτυ­πώ­ντας τρο­κά­νες. Για να μην πο­λυ­λο­γώ, ένας κα­θω­σπρέ­πει αμ­φι­τρύ­ω­νας θα ενέ­δι­δε στην κα­ρου­ζι­κή αντί­λη­ψη της ανα­χω­ρη­τι­κής πε­νί­ας, συμ­μορ­φού­με­νος με τους όρους ενός προ-κα­πι­τα­λι­στι­κού οι­κο­νο­μι­κού μο­ντέ­λου ανταλ­λα­γής αγα­θών, όπου τα δύο μέ­ρη συ­νο­μι­λού­σαν κα­τ’ ανά­γκην προς το συμ­φέ­ρον μιας εξα­ντλη­τι­κής μεν αλ­λά, ως επί το πλεί­στον, εγκάρ­διας αμοι­βαιό­τη­τας. Όχι ότι υπήρ­ξε πο­τέ κα­νέ­νας σο­βα­ρός μπάρ­μαν που θα ει­σέ­πρατ­τε τις λέ­ξεις, ει­δι­κά τέ­τοιες λέ­ξεις, σαν τα­μεια­κό έσο­δο, ωστό­σο κά­ποιοι απ’ αυ­τούς που θαύ­μα­ζαν τον Νί­κο, δη­λα­δή όλοι, κα­τα­λά­βαι­ναν ότι η ικα­νό­τη­τα να δια­τα­ράσ­σεις ευ­χά­ρι­στα τον μα­γνη­τι­σμό της ατμό­σφαι­ρας προ­σφέ­ρο­ντας μυ­στη­ριώ­δεις δω­ρε­ές δεν ήταν εντού­τοις πε­ρισ­σό­τε­ρο αμ­φί­βο­λη, ού­τε λι­γό­τε­ρο ει­λι­κρι­νής, εκεί­νης τού να απο­δέ­χε­σαι τα δώ­ρα από πρό­σω­πα που δεν εί­χαν την πα­ρα­μι­κρή φι­λο­δο­ξία να πλη­ρώ­σουν με American Express.

Η συ­νή­θεια του Κα­ρού­ζου να χα­ρί­ζει ποι­ή­μα­τα σε φί­λους και γνω­στούς ή να απο­ζη­μιώ­νει μ’ αυ­τά για τις οφει­λές του σε ορι­σμέ­να μπαρ, ή και εστια­τό­ρια, όπως έκα­νε ο Πι­κάσ­σο με τα σκί­τσα του αν πι­στέ­ψου­με τον θρύ­λο, μας κα­λεί να του ανα­γνω­ρί­σου­με την πρω­το­τυ­πία της άσκη­σης μιας ιδιαί­τε­ρης μορ­φής αφιέ­ρω­σης. Όχι εκεί­νης της τε­τριμ­μέ­νης που ει­ρω­νεύ­ε­ται τη με­τριο­φρο­σύ­νη του χει­ρο­γρά­φου δί­κην ρη­τής προ­με­τω­πί­δας —στον τά­δε ή στην δεί­να—, επα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ενί­ο­τε στο τυ­πω­μέ­νο κεί­με­νο, και την οποία έβρι­σκες στη μαύ­ρη αγο­ρά για πε­ντα­ρο­δε­κά­ρες — όχι. Τώ­ρα πα­ρα­χω­ρού­νταν το ίδιο το αντι­κεί­με­νο, η ίδια η σε­λί­δα, ορι­στι­κά και απο­κλει­στι­κά δι­κή σου, εσέ­να του πα­ρα­λή­πτη, δί­χως καν ο συγ­γρα­φέ­ας να έχει κρα­τή­σει αντί­γρα­φο. Που ση­μαί­νει, αν μη τι άλ­λο, το απο­κο­ρύ­φω­μα μιας δο­τι­κής πα­ρόρ­μη­σης που εί­χε το θάρ­ρος να ανα­με­τρη­θεί με την πι­θα­νό­τη­τα υπο­βάθ­μι­σης του ποι­ή­μα­τος σε απόρ­ριμ­μα. Αν δεν απα­τώ­μαι, τα αρ­χεία της συ­γκε­κρι­μέ­νης προ­βλη­μα­τι­κής πε­ρι­λαμ­βά­νουν τις ονει­ρο­πο­λή­σεις του Μπα­τάιγ γύ­ρω απ’ τη σχέ­ση του σκα­τού με την πο­λυ­τι­μό­τη­τα των τι­μαλ­φών, για τις οποί­ες η ψυ­χα­να­λυ­τι­κή κρι­τι­κή θα έσπευ­δε, κλασ­σι­κά, να δευ­τε­ρο­λο­γή­σει. Ο Λα­κάν δεν ήταν ο πρώ­τος που ενέ­πλε­ξε σ’ αυ­τή τη σκαν­δα­λώ­δη συ­σχέ­τι­ση τη λο­γο­τε­χνία• ο Ζε­νέ εί­χε ήδη πα­ρα­δε­χτεί ότι «το ποί­η­μα έρ­χε­ται σαν το χέ­σι­μο»! (Ο Κλω­ντέλ, πιο κομ­ψά, μι­λού­σε για «φτέρ­νι­σμα»).

Θα λέ­γα­με το ίδιο και για τους πα­ρα­χω­ρη­τι­κούς αυ­το­σχε­δια­σμούς του Λά­γιου αν δεν ήταν πα­σί­γνω­στη η τε­ρα­τώ­δης μνη­μο­νι­κή του ικα­νό­τη­τα, κα­τά τι ανώ­τε­ρη κι απ’ του Κα­ρού­ζου ακό­μη, οπό­τε όλοι υπο­πτεύ­ο­νταν ότι κρα­τού­σε αντί­γρα­φο στις δια­κλα­δώ­σεις των νευ­ρώ­νων του εγκε­φά­λου, με τις ομοιο­κα­τα­λη­ξί­ες να σχη­μα­τί­ζουν τις αλυ­σί­δες των πρω­τεϊ­νών. Όντως, εν ευ­θέ­τω χρό­νω, τα αφιε­ρω­μέ­να κομ­μά­τια κο­σμού­σαν, σε και­νούρ­για εκτέ­λε­ση, κά­ποιο βι­βλίο του. Απε­να­ντί­ας, του Νί­κου του άρε­σε να συ­νο­δεύ­ει τα ποι­ή­μα­τα στην εξα­φά­νι­ση (κά­τι που ο Λά­γιος απλώς μι­μού­νταν με­λο­δρα­μα­τι­κά): εδώ το ποί­η­μα έπρε­πε όντως να εξά­πτει την ρέ­ου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, εξα­σφα­λί­ζο­ντάς της μιαν ακα­ριαία αλ­λά δρα­στι­κή ανα­λα­μπή στο πρό­τυ­πο του χαϊ­κού, και κα­τα­χω­ρού­με­νο στον ενε­στώ­τα ως υλι­κό μί­ας χρή­σε­ως. Γνω­ρί­ζο­ντας, όπως όλοι οι σπου­δαί­οι ποι­η­τές, ότι το ποί­η­μα εί­ναι γε­γο­νός απο­χαι­ρε­τι­στή­ριο, δια­σκέ­δα­ζε πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τους στί­χους να αιω­ρού­νται τό­σο ευά­λω­τοι ανά­με­σα στη γε­νέ­θλια σύ­σπα­σή τους και τη στιγ­μή κα­τά την οποία εντα­φιά­ζο­νταν αμε­τά­κλη­στα στην εμπει­ρία του εν­θυ­μί­ου ― αιω­ρή­σεις που διαρ­κού­σαν ελά­χι­στα και που η νύ­χτα τις ευ­λο­γού­σε από δια­κρι­τι­κή από­στα­ση, κά­τι σαν την πι­ρου­έ­τα ενός πνεύ­μα­τος που στοι­χη­μά­τι­ζε στον ίδιο του τον εξα­νε­μι­σμό. Με­ρι­κά απ’ αυ­τά τα κει­μή­λια ήταν σφυ­ρη­λα­τη­μέ­να στο πλη­κτρο­λό­γιο μιας αρ­χαί­ας γρα­φο­μη­χα­νής δε­δο­μέ­νου ότι τα ετοί­μα­ζε, prima vista και πά­λι, δέ­κα λε­πτά πριν ξε­κι­νή­σει απ’ την υπό­γεια γκαρ­σο­νιέ­ρα του, στην οδό Σού­τσου, σκο­πί­μως επι­πλω­μέ­νη σαν κε­λί φυ­λα­κής, με κα­τεύ­θυν­ση κά­ποιο σπί­τι του οποί­ου ο νοι­κο­κύ­ρης αδί­κως θα πε­ρί­με­νε την πε­ρί­φη­μη φαρ­διά κόκ­κι­νη κορ­δέ­λα της συ­σκευα­σί­ας του ζα­χα­ρο­πλα­στεί­ου ― με την εγ­γε­νή του ιδιο­τρο­πία, το ποί­η­μα που χα­ρι­ζό­ταν κα­τά την έναρ­ξη της συ­νά­ντη­σης αντί για ένα κου­τί γλυ­κά ή ένα μπου­κά­λι Ballantine’s διέ­λυε κά­θε υπό­λειμ­μα αμη­χα­νί­ας στο κα­τώ­φλι μιας ανε­πι­θύ­μη­της επι­ση­μό­τη­τας• πα­ρ’ όλ’ αυ­τά, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα κό­βο­νταν μπρο­στά στον πε­λά­τη κα­τά το λά­βε­τε, φά­γε­τε, τού­το εστί το σώ­μα μου.

Που θα πει ότι πολ­λοί ιδιώ­τες βρέ­θη­καν σή­με­ρα να έχουν στην κα­το­χή τους κα­ρου­ζι­κά τεκ­μή­ρια που κοι­μό­νταν σε φα­κέ­λους και σε συρ­τά­ρια, και υπήρ­χαν εκεί, όσο και σε κορ­νί­ζες ―όπως στο σπί­τι μου λ.χ.―, διά­σπαρ­τοι στί­χοι, ζω­γρα­φιές λου­λου­διών, σκα­ρι­φή­μα­τα και σι­βυλ­λι­κές αναγ­γε­λί­ες, επί­σης όλων των ει­δών τα απο­φθέγ­μα­τα σε με­τα­φυ­σι­κούς ή πε­ρι­παι­χτι­κούς τό­νους, αλ­λά και απρό­σμε­νες διευ­κρι­νί­σεις στην πί­σω όψη φω­το­γρα­φιών, για να μην πού­με και για τα σύ­ντο­μα πε­ζά που δεν ήξε­ρες αν η λαν­θά­νου­σα στι­χουρ­γι­κή τους απαι­τού­σε να υπο­λο­γι­στεί ως λυ­ρι­κή υπο­θή­κη ή αν ήταν επί τού­του σχε­δια­σμέ­νη για να πε­ρά­σει απα­ρα­τή­ρη­τη και να στοι­χειώ­σει στην υπο­ση­μεί­ω­ση κά­ποιου ανοι­χτο­μά­τη επι­με­λη­τή. Θυ­μά­μαι ένα δώ­ρο του στην Λέ­λη Μπέη, ένα υπέ­ρο­χο αντι­κεί­με­νο, κά­τι σαν object-poem, όπου το ζω­γρα­φι­σμέ­νο άν­θος, όταν το το­πο­θε­τού­σες μπρο­στά σε μια λά­μπα, φω­τι­ζό­ταν πα­ρά­ξε­να μέ­σα απ’ τη δια­φά­νεια του λε­πτού χαρ­το­νιού, οπό­τε ανα­δυό­ταν στο φως οι κρυμ­μέ­νες λέ­ξεις του αντε­στραμ­μέ­νου ει­δώ­λου που δεν ήταν άλ­λο απ’ το εξώ­φυλ­λο μιας πα­λιάς γαλ­λι­κής έκ­δο­σης των Fragments του Ηρά­κλει­του! Έτσι άρ­χι­σαν να έρ­χο­νται στην επι­φά­νεια πά­μπολ­λα φι­λο­λο­γι­κά τρό­παια, συ­μπα­ρα­σύ­ρο­ντας προ­φο­ρι­κές μαρ­τυ­ρί­ες, κα­τά πε­ρί­πτω­σιν πα­ρά­λο­γες, ή και ευ­τρά­πε­λες, διό­τι τί­πο­τα δεν συν­δέ­ε­ται στε­νό­τε­ρα μ’ ένα τρα­γι­κό πνεύ­μα, όπως αυ­τό του πρω­τα­γω­νι­στή μας, απ’ ό,τι οι αντι­δρά­σεις εκεί­νες των οποί­ων η συ­γκα­λυμ­μέ­νη από­γνω­ση φω­τί­ζε­ται απ’ τις αστρα­πές της κω­μω­δί­ας, ιδί­ως αν η τε­λευ­ταία ανα­πα­ρά­γει μπε­κε­τι­κές απο­χρώ­σεις τρι­το­κο­σμι­κού σου­ρε­α­λι­σμού. Φέ­ρ’ ει­πείν, κα­θώς ο Τσι­τσά­νης και η Μπέλ­λου τρα­γου­δού­σαν εναλ­λάξ στη θο­λή ατμό­σφαι­ρα του Σκο­πευ­τη­ρί­ου, στην Και­σα­ρια­νή, υπο­φέ­ρο­ντας στω­ι­κά την εκτρο­πή του ρε­μπέ­τι­κου ρεύ­μα­τος στην κοί­τη του φτη­νού ηλε­κτρι­κού ήχου, και ενώ ο Κα­ρού­ζος απο­λάμ­βα­νε το ουί­σκι του με τον ποι­η­τή Νί­κο Τρί­κο­λα και την εκ­κε­ντρι­κή Να­νά Ησα­ΐα, αιω­νία της η μνή­μη, προ­έ­κυ­ψε ένα θέ­μα ζω­ής και θα­νά­του, κυ­ριο­λε­κτι­κά και με­τα­φο­ρι­κά, όταν ο επί κε­φα­λής της πα­ρέ­ας άρ­πα­ξε ένα κομ­μά­τι χαρ­τί, μάλ­λον χαρ­το­πε­τσέ­τα, και σκα­λί­ζο­ντας δυο τρεις λέ­ξεις, ζή­τη­σε απ’ τον συ­νο­νό­μα­τό του να το πά­ει ώς το πάλ­κο για να το υπο­γρά­ψει ο συν­θέ­της αυ­το­προ­σώ­πως. Το πε­ριε­χό­με­νου του χρη­σμού ήταν:

ΤΣΙ­ΤΣΑ­ΝΗ, ΠΡΕ­ΠΕΙ ΝΑ ΠΕ­ΘΑ­ΝΕΙΣ

Το 1993, ένας Με­ξι­κά­νος που ενο­χλή­θη­κε απ’ τα όσα δυ­σά­ρε­στα του εί­πε η χαρ­το­ρί­χτρα Γκλό­ρια Βιλ­λα­νου­έ­βα δια­βά­ζο­ντας τα τα­ρώ, τρά­βη­ξε απ’ τη ζώ­νη του ένα πε­ρί­στρο­φο των 9 mm και της φύ­τε­ψε δύο σφαί­ρες στο κε­φά­λι. Απε­να­ντί­ας, ο αξιο­λά­τρευ­τος Τσι­τσά­νης, που τρα­γου­δού­σε με τον μει­λί­χιο, κα­λο­κά­γα­θο, κά­πως βα­ριε­στη­μέ­νο στιλ του, και έχο­ντας εν­δε­χο­μέ­νως γλα­ρώ­σει λι­γά­κι απ’ τα τσι­γα­ρι­λί­κια του, πή­ρε το στυ­λό που του ενε­χεί­ρι­σε ο Τρί­κο­λας και υπέ­γρα­ψε ευ­χα­ρί­στως. Η Μπέλ­λου, με τη θε­σπέ­σια, συ­ντα­ρα­κτι­κή φω­νή της, φω­νή θε­ο­σκό­τει­νη και συ­νά­μα υπέρ­λα­μπρη, κα­θό­ταν σε αγαλ­μα­τώ­δη ακι­νη­σία ερ­μη­νεύ­ο­ντας το Πά­λι στις 3 ήρ­θες εχτές να κοι­μη­θείς και υπάρ­χουν αυ­τή­κο­οι μάρ­τυ­ρες που βε­βαιώ­νουν πως εί­χες την εντύ­πω­ση ότι τρα­γου­δού­σε ο ίδιος ο θά­να­τος. Κα­τ’ ου­σί­αν, η Σω­τη­ρία δεν τρα­γου­δού­σε σαν τον θά­να­το αλ­λά σαν νε­κρή — μια προ­σω­πί­δα που ανα­γνω­ρί­ζει κα­νείς και στον Κα­ζαν­τζί­δη, εν μέ­ρει δε και στον Στρά­το Διο­νυ­σί­ου. Και στον Τσι­τσά­νη, οπωσ­δή­πο­τε, αν και αυ­τός το αγνο­ού­σε, δη­λα­δή αγνο­ού­σε ότι, πέ­ραν ενός ορί­ου, το τρα­γού­δι δεν πή­γα­ζε απ’ το διά­φραγ­μα του ίδιου του τρα­γου­δι­στή αλ­λά κα­τευ­θεί­αν από τα έγκα­τα του συμ­βο­λι­κού συ­στή­μα­τος, του­τέ­στιν απ’ την ολο­μέ­λεια των πνευ­μά­των που κυ­βερ­νού­σαν τον ωκε­α­νό των συ­γκι­νή­σε­ων της μου­σι­κής πα­ρά­δο­σης. Η μου­σι­κή πή­γα­ζε απ’ τον Άδη. Ασφα­λώς, ού­τε η Μπέλ­λου το ήξε­ρε, όμως το ήξε­ρε η φω­νή της. Εντού­τοις, εκεί γύ­ρω, στον φορ­τι­σμέ­νο αέ­ρα, δεν αι­σθα­νό­σουν ίχνος μα­κά­βριου υπαι­νιγ­μού και όλοι κα­λο­περ­νού­σαν — ο Τσι­τσά­νης κω­πη­λα­τώ­ντας με το πά­σο του, η Μπέλ­λου επί­σης με αυ­τό­μα­το πι­λό­το, πε­ρι­μέ­νο­ντας να σχο­λά­σει για να ρί­ξει κα­μιά ζα­ριά στην μπαρ­μπου­τιέ­ρα που δια­νυ­κτέ­ρευε στην Κα­νά­ρη, στο με­γά­λο γκα­ράζ, πλάι στην Ται­νιο­θή­κη, και φυ­σι­κά ο Κα­ρού­ζος, ο Τρί­κο­λας, η Ησα­ΐα, οι φοι­τη­τές, η με­σή­λι­κη πε­λα­τεία, μέ­χρι και τα γκαρ­σό­νια, που λέ­ει ο λό­γος. Όπως στην Εκ­κλη­σία, του­λά­χι­στον την Ορ­θό­δο­ξη, όπου η χαρ­μο­λυ­πη­τι­κή ιδέα του ζω­ο­ποιού θα­νά­του μπο­ρεί να δο­θεί στα ορ­φα­νά και στις χή­ρες αντί για επί­δο­μα κοι­νω­νι­κής πρό­νοιας, το ρι­γη­λό μουρ­μου­ρη­τό του Τσι­τσά­νη εί­χε το ύφος της αυ­τε­πάγ­γελ­της άφε­σης αμαρ­τιών, συν το επί­χρι­σμα εκεί­νης της πι­κρής γλύ­κας που συ­να­ντά­με στη συ­μπε­ρι­φο­ρά των πλη­γω­μέ­νων ζώ­ων ή στα φρού­τα του φθι­νο­πώ­ρου. Για την ακρί­βεια, κά­τι στο βά­θος της μα­λα­κής, νια­ου­ρι­στής φω­νής του θύ­μι­ζε σουρ­ντί­να ή, κα­λύ­τε­ρα, τον πνιγ­μέ­νο ήχο απ’ τις ρό­δες της άμα­ξας που περ­νού­σε μπρο­στά απ’ το σπί­τι του ετοι­μο­θά­να­του Βέρ­ντι, το 1901, όπου οι γεί­το­νες εί­χαν στρώ­σει άχυ­ρα για να εί­ναι οι τε­λευ­ταί­ες ώρες του δη­μο­φι­λούς μα­έ­στρου εντε­λώς απρό­σβλη­τες από τα δαι­μό­νια της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Η μο­νό­το­νη κλά­ψα αυ­τής της ρυθ­μι­κής εξο­μο­λό­γη­σης οδη­γού­σε σ’ ένα το­πίο απ’ αυ­τά όπου πά­ντο­τε ψι­λο­βρέ­χει κι όπου συ­νει­δη­το­ποιείς την αι­τία για την οποία, στα όνει­ρα, ου­δέ­πο­τε κοι­τά­ζου­με τον ήλιο.

Με ρω­τά­τε τι σή­μαι­νε το ση­μεί­ω­μα του Κα­ρού­ζου. Πι­θα­νό­τα­τα ότι ο Τσι­τσά­νης ανή­κε σ’ εκεί­νη τη υπέρ­με­τρα ευ­γε­νή στό­φα αν­θρώ­πων που δεν αξί­ζει να ζουν στη γη και που η θέ­ση τους εί­ναι με τους αγ­γέ­λους. Συ­νε­πώς έπρε­πε να πε­θά­νει. Ίσως πά­λι να επρό­κει­το για χει­ρο­νο­μία ισο­δύ­να­μη της πλα­στής επι­τα­γής που φι­λο­τέ­χνη­σε ο Ντυσ­σάν ώστε να πλη­ρώ­σει τον οδο­ντί­α­τρό του ή για υπό­μνη­ση ενός τύ­που βου­δι­στι­κού κο­άν, σα να λέ­με για τη φρά­ση που θα επέ­τρε­πε στον πα­ρα­λή­πτη να φω­τι­στεί μέ­σω μιας αντί­φα­σης η οποία, κα­θώς εί­ναι ανε­πί­λυ­τη, χτυ­πά­ει την ψυ­χο­σω­μα­τι­κή ενό­τη­τα εν εί­δει ηλε­κτρο­πλη­ξί­ας. Αλ­λά, ως προς τι να φω­τι­στεί ο Τσι­τσά­νης και μά­λι­στα απ’ το αιφ­νί­διο μού­δια­σμα του Ζεν, όταν τα 9/8 προ­κα­λού­σαν γα­λή­νιες τρι­κυ­μί­ες αυ­το­γνω­σί­ας μέ­σα στις ανα­θυ­μιά­σεις του αλ­κο­όλ; Ήδη ο άν­θρω­πος απαύ­γα­ζε, έστω με το απο­τσί­γα­ρο ακου­μπι­σμέ­νο στο φρι­κτό, πε­λώ­ριο, μαύ­ρο ηχείο, στ’ αρι­στε­ρά του, σαν τον Σπυ­ρί­δω­να, τον Επί­σκο­πο Τρι­μυ­θού­ντος. Εί­μα­στε, θέ­λω να πι­στεύω, υπο­χρε­ω­μέ­νοι να απο­κλεί­σου­με την εκ­δο­χή σύμ­φω­να με την οποία ο Κα­ρού­ζος, θο­ρυ­βη­μέ­νος από την άμε­τρη επι­δεί­νω­ση της κα­τα­να­λω­τι­κής πα­ρακ­μής που απει­λού­σε την αί­γλη του μου­σι­κού μας κλη­ρο­δο­τή­μα­τος ή εκνευ­ρι­σμέ­νος από κά­ποιο στρί­γκλι­σμα της μι­κρο­φω­νι­κής εγκα­τά­στα­σης ή κι από μιαν ανα­πά­ντε­χη αρ­γο­πο­ρία του σερ­βι­τό­ρου, βιά­στη­κε να στρέ­ψει τις τρέ­χου­σες ευ­τυ­χί­ες της αλ­κο­ο­λι­κής έξα­ψης προς την από­λαυ­ση μιας φι­λο­σο­φι­κά εν­νο­ού­με­νης θα­να­τι­κής κα­τα­δί­κη, ή και άμε­σα συ­ναι­σθη­μα­τι­κής, όπως έκα­νε για πα­ρά­δειγ­μα ο γρου­σού­ζης και δύ­στρο­πος Μπραμς, για τον οποίο ελέ­γε­το (από την οι­κο­νό­μο του) πως όταν ήταν ευ­τυ­χι­σμέ­νος βο­λευό­ταν στο πιά­νο και έπαι­ζε το αγα­πη­μέ­νο του τρα­γού­δι, ένα σπα­ρα­χτι­κό λή­ντερ με τί­τλο Ο τά­φος εί­ναι η χα­ρά μου. Όμως, αν ίσχυε αυ­τό, δεν θα χρεια­ζό­ταν η συ­γκα­τά­θε­ση του Τσι­τσά­νη.

Κι έπει­τα, σε τι θα ωφε­λού­σε το να απο­δη­μή­σει, εκεί πέ­ρα, μπρο­στά τους, ο μέ­γας ρε­μπέ­της, εάν ήταν κιό­λας νε­κρός; Εν­δε­χο­μέ­νως κά­τι τέ­τοιο ανα­λο­γού­σε σε μια με­τα­φο­ρι­κή επα­να­δια­τύ­πω­ση του πα­ρα­δο­ξο­λο­γή­μα­τος που επι­στρά­τευ­σε κά­πο­τε ο ποι­η­τής μας για να αυ­το­βιο­γρα­φη­θεί, απο­φαι­νό­με­νος αμνη­στευ­τι­κά ότι: «Εάν πε­θά­νω γλί­τω­σα• εάν επι­ζή­σω γλί­τω­σα / πά­λι» (Β, 476), και το οποίο πο­λύ δύ­σκο­λα θα συ­γκρι­νό­ταν με chinese cookie. Ακό­μα πιο δύ­σκο­λα θα κι­νη­το­ποιού­σε κά­ποιον η ανα­λο­γία με την εκτα­φή και τον απαγ­χο­νι­σμό του Κρόμ­γου­ελλ δύο χρό­νια με­τά απ’ τον θά­να­τό του, κα­τά δια­τα­γήν του Κα­ρό­λου Β’. Ση­μειω­τέ­ον ότι, μι­λώ­ντας για νε­κρούς, στην πε­ρί­πτω­σή μας, και υπό την έν­νοια ότι μό­νον για κά­τι το ψεύ­τι­κο μπο­ρεί να ει­πω­θεί ότι ζει στο δι­η­νε­κές, ανα­φε­ρό­μα­στε σε όντα βυ­θι­σμέ­να, ού­τως ει­πείν, στην άβυσ­σο της αλή­θειας που τα συ­γκρο­τού­σε, ανε­ξαρ­τή­τως του αν αυ­τή θα απο­βαλ­λό­ταν ανα­με­μειγ­μέ­νη με αμ­μω­νία και οι­νό­πνευ­μα στο ευ­ρύ­χω­ρο WC του κα­τα­στή­μα­τος. Σω­ρεία πα­ρεμ­φε­ρών δια­πι­στώ­σε­ων συ­νο­δεύ­ει άλ­λω­στε την ανα­πό­φευ­κτη συ­σχέ­τι­ση της εντο­λής του Κα­ρού­ζου με τη θε­ο­λο­γι­κή πα­ρα­δο­χή ότι, για να ζή­σει ένας άν­θρω­πος πρέ­πει προη­γου­μέ­νως να πε­θά­νει μέ­σω μιας επί­πο­νης μύ­η­σης στην βαθ­μιαία απέκ­δυ­ση του Εγώ, όπως τί­θε­ται ας πού­με στην Β’ Προς Κο­ριν­θί­ους και στον Μι­κρό Ήρωα. Αυ­τή την απέκ­δυ­ση γιορ­τά­ζει και το ρε­μπέ­τι­κο. Ο Κα­ρού­ζος, την ώρα εκεί­νη, θα πρέ­πει να αγα­πού­σε τον Τσι­τσά­νη πα­ρά­φο­ρα και μπο­ρεί να φλε­γό­ταν απ’ την επι­θυ­μία να κα­τα­λά­βει γι’ αυ­τόν τα πά­ντα, σε βά­θος, ώς τον πιο εν­δό­μυ­χο πυθ­μέ­να της ύπαρ­ξής του. Ο Λώ­ρενς εί­χε γρά­ψει ότι «για να γνω­ρί­σεις στ’ αλή­θεια κά­ποιον, πρέ­πει να τον σκο­τώ­σεις». Αν αυ­τό εί­χε κα­τά νου ο Κα­ρο­λος Β’, εμείς εδώ στην Ανα­το­λή το πε­τυ­χαί­νου­με ευ­κο­λό­τε­ρα και δί­χως να επι­βα­ρύ­νε­ται με χαρ­τού­ρα το γρα­φείο του Ει­σαγ­γε­λέα.

Όλα τα πα­ρα­πά­νω συ­νέ­βαι­ναν ερή­μην της λου­λου­δούς, ονό­μα­τι Ελισ­σά­βετ Κα­ρα­χά­λιου (Μπέ­τυ), που κυ­κλο­φο­ρού­σε ανά­με­σα στα τρα­πέ­ζια νο­μί­ζο­ντας ότι όντως εί­ναι μια λου­λου­δού ονό­μα­τι Ελι­σά­βετ Κα­ρα­χά­λιου η οποία δου­λεύ­ει για τα προς το ζην. Τε­ρά­στια πλά­νη! Παίρ­νου­με το θάρ­ρος να υπο­θέ­σου­με ότι την πο­νού­σαν ελα­φρά τα πό­δια της ένε­κα των ψη­λών τα­κου­νιών κι ότι η ενό­χλη­ση αυ­τή επι­δρού­σε υπό μορ­φήν αντι­πε­ρι­σπα­σμού ως προς τη σύλ­λη­ψη των από­κο­σμων συ­χνο­τή­των της υπο­βρύ­χιας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας που την πε­ριε­λάμ­βα­νε και, άρα, τη συ­νι­στού­σε. Ξαφ­νι­κά, ο Τσι­τσά­νης, έχο­ντας μι­σο­συ­νέλ­θει απ’ τη μα­στού­ρα, θυ­μή­θη­κε αμυ­δρά το ση­μεί­ω­μα που εί­χε φτά­σει σ’ αυ­τόν σαν ετυ­μη­γο­ρία ενόρ­κων και, αφού κά­λε­σε την πε­ρί ης ο λό­γος, της εμπι­στεύ­θη­κε το κα­θή­κον να ρω­τή­σει «εκεί­νον εκεί τον κύ­ριο» (έτσι το έθε­σε), δεί­χνο­ντας με την προ­έ­κτα­ση του βλέμ­μα­τός του τον Κα­ρού­ζο, να της πει (ώστε να του πει) τι ακρι­βώς (του) εί­χε (ζη­τή­σει να) υπο­γρά­ψει. Αυ­τή εκτέ­λε­σε την απο­στο­λή της σε­μνά, χω­ρίς να επι­κα­λε­στεί κά­ποιο πρό­σκομ­μα, και γυ­ρί­ζο­ντας στον Τσι­τσά­νη ανα­κοί­νω­σε επί λέ­ξει:

«Βα­σί­λη, υπό­γρα­ψες ένα χαρ­τί που έλε­γε “Τσι­τσά­νη, πρέ­πει να πε­θά­νεις”».

«Κα­λά...», εί­πε ο Τσι­τσά­νης. Κα­τό­πιν, ση­κώ­θη­κε με αρ­γές κι­νή­σεις για να πά­ει σ’ ένα τρα­πέ­ζι, στη γω­νία, και να τσι­μπή­σει τα απα­ραί­τη­τα. Προς στιγ­μήν ανη­σύ­χη­σε μή­πως εί­χε υπο­γρά­ψει κα­νέ­να γραμ­μά­τιο. Μά­λι­στα, ένας θρύ­λος που δια­σώ­ζει η νύ­χτα και που οι με­λε­τη­τές του ρε­μπέ­τι­κου συ­να­ντούν σε ποι­κί­λες πα­ραλ­λα­γές μι­λά­ει για ένα σω­ρό ακό­μη θαύ­μα­τα• επί πα­ρα­δείγ­μα­τι, φη­μο­λο­γεί­ται πως, όταν έκλει­σε το Σκο­πευ­τή­ριο, τα φα­ντά­σμα­τα των σερ­βι­τό­ρων συ­γκε­ντρώ­θη­καν και γλε­ντού­σαν χο­ρεύ­ο­ντας και τρα­γου­δώ­ντας πε­ρι­πα­θώς, όπως αρ­μό­ζει στο ιαμ­βι­κό τε­τρά­με­τρο, το Από­ψε κά­νεις μπαμ, έχο­ντας τρο­πο­ποι­ή­σει τους στί­χους του Ρού­τσου για την πε­ρί­στα­ση. Συ­γκε­κρι­μέ­να, αντί του πέν­θι­μου Από­ψε στου Τσι­τσά­νη πω πω τι έχει να γί­νει! (τι θα γι­νό­ταν δη­λα­δή;), ακου­γό­ταν το χαρ­μό­συ­νο:

Να πεί­τε του Τσι­τσά­νη
πως πρέ­πει να πε­θά­νει!
Εδώ, τι να την κά­νει
τη μια ζωή; Δε φτά­νει...

κτλ.

Κι ένας σκύ­λος που κα­θό­ταν απ’ έξω πε­ρι­μέ­νο­ντας κά­ποιο κό­κα­λο απ’ τα απο­φά­για, και για τον οποίο έλε­γαν ότι έφε­ρε στο σώ­μα του δέ­κα έξι ου­λές από δώ­δε­κα δια­φο­ρε­τι­κές μά­χες, άκου­σε τη φα­σα­ρία και σκέ­φτη­κε:

«Εί­δες; Για να λέ­νε ότι πρέ­πει να πε­θά­νει ο Τσι­τσά­νης, πα’ να πει ότι ζει!» Κι έφυ­γε για να δια­δώ­σει τα νέα στους άλ­λους σκύ­λους, αυ­τούς που φρου­ρού­σαν τις διό­δους προς τα όνει­ρα και τους αστε­ρι­σμούς.

Τα γε­γο­νό­τα αφη­γή­θη­κε ο Τρί­κο­λας στον Αρι­στη­νό κι αυ­τός σ’ εμέ­να κι εγώ έβγα­λα το συ­μπέ­ρα­σμα ότι η μου­σι­κή εί­ναι μια χώ­ρα όπου θα σου δο­θεί χά­ρη μό­νον αν μπο­ρέ­σεις να απο­δεί­ξεις ότι δεν τη χρειά­ζε­σαι.

Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η Γκλό­ρια Βιλ­λα­νου­έ­βα επέ­ζη­σε της δο­κι­μα­σί­ας. Ο Σκούρ­της πέ­θα­νε το 2018. Ο Κα­ρού­ζος το 1990. Ο Τσι­τσά­νης το ’84. Η Μπέλ­λου το ’97. Ο Λά­γιος το 2005, στην πε­ντη­κον­στή επέ­τειο των γε­νε­θλί­ων μου.

Ο αγα­θός και εύ­θυ­μος μο­νάρ­χης Κά­ρο­λος Β’ που, αντί­θε­τα απ’ τον γε­λοίο που­ρι­τα­νό δι­κτά­το­ρα Κρόμ­γου­ελλ, εί­χε ύψος 1.90’, βα­σί­λε­ψε με τη βο­ή­θεια πα­νέ­μορ­φων Κυ­ριών της Αυ­λής και ανα­γνώ­ρι­σε δώ­δε­κα νό­θα παι­διά.

Με τη με­σι­τεία του υπο­φαι­νό­με­νου, η προς Τσι­τσά­νη προ­τρο­πή απο­θη­σαυ­ρί­ζε­ται στον τό­μο Οι­δί­πους τυ­ραν­νού­με­νος και άλ­λα ποι­ή­μα­τα των εκ­δό­σε­ων Ίκα­ρος, σελ. 378. Πά­λι κα­λά που δεν μας επέ­πλη­ξε κα­νέ­νας φι­λό­λο­γος απ’ αυ­τούς που επι­μέ­νουν να αγνο­ούν ότι η Ιστο­ρία γρά­φε­ται απ’ τους ητ­τη­μέ­νους.

Ευ­λο­γη­μέ­νες οι λέ­ξεις που πε­ρι­μέ­νουν τον ανα­γνώ­στη τους για χρό­νια. Πολ­λά εί­ναι τα τα­ξί­δια δί­χως προ­ο­ρι­σμό. Όμως κα­νέ­να τα­ξί­δι δεν εί­ναι δί­χως αφε­τη­ρία.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: