Ραφαήλ Σάντζιο (1483-1520): Τα σονέτα

Η από­πει­ρα από­δο­σης στη γλώσ­σα μας αυ­τών των έξι σο­νέ­των ας θε­ω­ρη­θεί ως μια μι­κρή συμ­με­το­χή στην επέ­τειο των 500 χρό­νων από το θά­να­το του με­γά­λου ανα­γεν­νη­σια­κού ζω­γρά­φου Ρα­φα­ήλ (Ιτα­λι­κά: Raffaello Santi ή Sanzio, πιο γνω­στός Rafael Da Urbino). Τα ποι­ή­μα­τα εί­ναι γραμ­μέ­να στο πε­ρι­θώ­ριο φύλ­λων σχε­δί­ων του και σώ­ζο­νται με πολ­λές διορ­θώ­σεις και πα­ραλ­λα­γές στί­χων.

Rafaello Ms2

Rafaello Ms2

Rafaello Ms2

Εί­ναι γνω­στό πως το σο­νέ­το (sonetto στα Ιτα­λι­κά, sonnet στα Γαλ­λι­κά) προ­έρ­χε­ται σύμ­φω­να με τους πε­ρισ­σό­τε­ρους με­λε­τη­τές από ένα εί­δος λαϊ­κού, λυ­ρι­κού τρα­γου­διού της Σι­κε­λί­ας. Ο Giacomo da Lentino στα μέ­σα του 13ου αι. στι­χουρ­γεί τις πρώ­τες δε­κα­τε­τρά­στι­χες μορ­φές του, ενώ ο Δά­ντης με τις Rime και τον επό­με­νο αιώ­να ο Πε­τράρ­χης με το Canzoniere θα κα­θιε­ρώ­σουν τον κλα­σι­κό ιτα­λι­κό τύ­πο και το θέ­μα του, ερω­τι­κό κυ­ρί­ως. Στην Πά­δο­βα μά­λι­στα στα 1332, όπου περ­νά τα τε­λευ­ταία χρό­νια της ζω­ής του ο Πε­τράρ­χης, γρά­φε­ται και η πρώ­τη πραγ­μα­τεία για το σο­νέ­το από τον Antonio da Tempo De rithimis vulgaribus, videlicet de sonetis (τυ­πώ­νε­ται στη Βε­νε­τία το 1509).
Το εί­δος με την πε­ρί­κλει­στη φόρ­μα, τους αυ­στη­ρούς ρυθ­μι­κούς κα­νό­νες και τις επι­τη­δευ­μέ­νες ρί­μες θα απο­κτή­σει με­γά­λη ανά­πτυ­ξη και δη­μο­φι­λία ακό­μη και ως ένα εί­δος πνευ­μα­τι­κού παι­χνι­διού ανά­με­σα στους λό­γιους και καλ­λι­τέ­χνες των ανα­γεν­νη­σια­κών χρό­νων. Αξί­ζει να θυ­μη­θού­με εδώ τι ανα­φέ­ρει για τους Ιτα­λούς λό­γιους, τη θε­μα­το­λο­γία αλ­λά και τον τρα­γου­δι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα του σο­νέ­του ο σκο­τσέ­ζος πε­ρι­η­γη­τής William Lithgow: «[in Radova] as in Rome, Naples, Florence, Bullogna, Venice, Ferrara, Genoa, Parma not being exempted, nor yet the smallest Villadge of Italy: A monstrous filthiness, and yet to them [the Schollers] a pleasant pastime, making songs, and singing Sonets of the beauty and pleasure of their Bardassi, or buggerd boyes» (‘Comments upon Italy,1609’, The Rare Adventures and Painfull Peregrinations). Εί­ναι ευ­νό­η­το, όσο κι αν το σχό­λιο ανή­κει στα χρό­νια του Caravaggio, ότι εδώ έχει ση­μα­σία η μαρ­τυ­ρία για τη δυ­να­μι­κή διά­δο­ση και το τρα­γου­δι­στι­κό, ζω­ντα­νό, κοι­νω­νι­κό χα­ρα­κτή­ρα του σο­νέ­του. (Και βέ­βαια το “monstrous filthiness” ανα­φέ­ρε­ται στην ποι­νι­κώς κο­λά­σι­μη κα­τη­γο­ρία για “putridum et fœtidum” (“δια­φθο­ρά και αι­σχρό­τη­τα”), που απεύ­θυ­ναν συ­νή­θως οι αρ­χές προ­σπα­θώ­ντας να πε­ριο­ρί­σουν την ελευ­θε­ριό­τη­τα των νέ­ων επο­χών, κα­τη­γο­ρία που αντι­με­τώ­πι­σε και ο Ντα Βίν­τσι).

Aυ­το­προ­σω­πο­γρα­φία (περ. 1506)

Ο Ρα­φα­ήλ πά­λι θα πρέ­πει να εί­χε πά­ρει κά­ποια μα­θή­μα­τα στι­χουρ­γι­κής από τον πα­τέ­ρα του Giovanni Santi, που ήταν ζω­γρά­φος και ποι­η­τής στην αυ­λή του Δού­κα του Ουρ­μπί­νου, όταν το 1508 φτά­νει στη Φλω­ρε­ντία και με­τά στη Ρώ­μη και βρί­σκε­ται ανά­με­σα στους με­γα­λύ­τε­ρους (31 και 8 χρό­νια αντι­στοί­χως) Λε­ο­νάρ­ντο και Μι­χα­ήλ Άγ­γε­λο, οι οποί­οι δο­κί­μα­ζαν ήδη την ποι­η­τι­κή τους δε­ξιό­τη­τα.
Από τα σο­νέ­τα του Ρα­φα­ήλ δύο εί­ναι ημι­τε­λή και ένα θε­ω­ρεί­ται αμ­φί­βο­λο. Τυ­πι­κά πε­τραρ­χι­κά σε εν­δε­κα­σύλ­λα­βο στί­χο και με ομοιο­κα­τα­λη­ξία abba abba cdc dcd (το δεύ­τε­ρο σε συ­χνό­τη­τα σχή­μα στον Πε­τράρ­χη) χρο­νο­λο­γού­νται στα 1509-11, την επο­χή δη­λα­δή που έχει πια εγκα­τα­στα­θεί στη Ρώ­μη.
Τα πέ­ντε πρώ­τα έχουν, όπως εί­ναι ανα­με­νό­με­νο, ερω­τι­κό θέ­μα, με κά­ποιες δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις. Το I και το VI εί­ναι ένας έπαι­νος στο αγα­πη­μέ­νο γυ­ναι­κείο πρό­σω­πο, με το δεύ­τε­ρο (το αβέ­βαιο IV) να προ­σεγ­γί­ζει κά­πως την ρα­φα­ή­λεια ζω­γρα­φι­κή έκ­φρα­ση, κα­θώς δη­λώ­νει πως ενώ­πιον μιας τέ­τοιας ωραιό­τη­τας το χέ­ρι μέ­νει αδύ­να­μο και στην ολο­κλή­ρω­ση του έρ­γου συμ­βάλ­λει ο πό­θος.
Στο II, και ίσως πιο ποι­η­τι­κό από όλα, συ­μπλέ­κο­νται επι­δέ­ξια μια βι­βλι­κή ει­κό­να και το ερω­τι­κό θέ­μα με δύο όμως εκ­φάν­σεις του: την έκ­φρα­ση του πό­θου και την πρό­σκλη­ση. Αρ­χι­κά ο κρυ­φός πό­θος πα­ραλ­λη­λί­ζε­ται ρη­τά με την στά­ση του Παύ­λου, που πο­τέ δεν μί­λη­σε με λε­πτο­μέ­ρειες για το θαύ­μα της με­τα­στρο­φής του. Η αλ­λα­γή στά­σης και η εδώ υπό­σχε­ση δια­γρα­φής του πα­ρελ­θό­ντος πραγ­μα­το­ποιού­νται μπο­στά στο θείο φως – θεία ομορ­φιά. Στη συ­νέ­χεια στο τε­λευ­ταίο τρί­στι­χο ταυ­τί­ζε­ται υπαι­νι­κτι­κά η ερω­τι­κή πρό­σκλη­ση με τη σω­τή­ρια συ­νά­ντη­ση με το θείο.
Το III εί­ναι η βα­σα­νι­στι­κή ανά­μνη­ση μιας ερω­τι­κής συ­νεύ­ρε­σης και το IV (ημι­τε­λές) ερω­τι­κή εξο­μο­λό­γη­ση. Το V (εξί­σου ανο­λο­κλή­ρω­το), το μό­νο που απο­μα­κρύ­νε­ται από το ερω­τι­κό πνεύ­μα, μοιά­ζει με εσω­τε­ρι­κό μο­νό­λο­γο, που μέμ­φε­ται τους δι­σταγ­μούς και το σκε­πτι­κι­σμό ενός άτολ­μου χα­ρα­κτή­ρα.
Ακρι­βώς την ίδια επο­χή ο Ρα­φα­ήλ ανα­λαμ­βά­νει στη Ρώ­μη την τοι­χο­γρά­φη­ση της Stanza della Segnatura (Αί­θου­σας της Υπο­γρα­φής) στο Πα­λά­τι του Βα­τι­κα­νού με τα τέσ­σε­ρα με­γά­λα έρ­γα: στις μα­κρυ­ές πλευ­ρές αντι­τί­θε­νται η Disputa del Santissimo Sacramento (Ο Θρί­αμ­βος της Εκ­κλη­σί­ας ) και η Scuola di Atene ( H Σχο­λή των Αθη­νών) και στις δύο στε­νές Virtù Cardinal e Teologali e La Legge (Η Αλ­λη­γο­ρία της Δι­καιο­σύ­νης ) και Parnaso (Ο Παρ­νασ­σός) στον εξω­τε­ρι­κό με πα­ρά­θυ­ρο τοί­χο.


«Ο Παρ­νασ­σός»

Sed me Parnassi deserta per ardua dulcis / raptat amor;…” («Αλ­λά μία αγά­πη τρυ­φε­ρή στου Παρ­νασ­σού με παίρ­νει / τους έρη­μους ανή­φο­ρους…» Georgica, III, 291, μτ­φρ. Κ.Θε­ο­τό­κη) έγρα­ψε ο Βιρ­γί­λιος συν­δυά­ζο­ντας στι­χουρ­γι­κά την Ποί­η­ση με τον Έρω­τα και ο Ρα­φα­ήλ με την τέ­χνη που γνω­ρί­ζει κα­λύ­τε­ρα επι­χει­ρεί το ίδιο.
Στην επι­φά­νεια πά­νω από το πα­ρά­θυ­ρο, μέ­σα σε ημι­κύ­κλιο, προ­σο­μοιώ­νει ορει­νό, ψη­λό και βρα­χώ­δες το­πίο, τον Παρ­νασ­σό με δάφ­νες και την Κα­στα­λία πη­γή, και στο κέ­ντρο σχε­διά­ζει κα­θι­στό το θεό Απόλ­λω­να, να παί­ζει το κύ­ριο έγ­χορ­δο όρ­γα­νο της επο­χής τη viola da braccio, πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νος από τις Μού­σες με κα­θι­σμέ­νη αρι­στε­ρά του την επι­κή Καλ­λιό­πη με τη ρά­βδο του ρα­ψω­δού και δε­ξιά την ερω­τι­κή Ερα­τώ με τη λύ­ρα της.

Η Σαπ­φώ

Όμη­ρος, Δά­ντης, Βιρ­γί­λιος

Ο Πίν­δα­ρος, κα­θι­στός, συ­ζη­τά με τον Ορά­τιο, ενώ τους πα­ρα­κο­λου­θεί ο Οβί­διος. Πιο πά­νω o Πλαύ­τος (ή ο Μι­χα­ήλ Άγ­γε­λος), που κοι­τά τον θε­α­τή, με­τά πιο δε­ξιά, ο Βο­κά­κιος, ο Τί­βουλ­λος, ο Αριό­στο και ο Προ­πέρ­τιος

Ο Απόλ­λων

Πιο αρι­στε­ρά στην πρώ­τη ομά­δα κε­ντρι­κή μορ­φή ο τυ­φλός Όμη­ρος, στραμ­μέ­νος προς τον ου­ρα­νό, ανά­με­σα στον Δά­ντη, προ­φίλ και τον Βιρ­γί­λιο με τον Στά­τιο. Πιο κά­τω απει­κο­νί­ζο­νται ο Αλ­καί­ος, η Κό­ριν­να, ο Πε­τράρ­χης, ο Ανα­κρέ­ο­ντας και η Σαπ­φώ, κα­θι­στή με λύ­ρα και πά­πυ­ρο. Στη δε­ξιά ομά­δα ο Πίν­δα­ρος κα­θι­στός συ­ζη­τά με τον Ορά­τιο, ενώ τους πα­ρα­κο­λου­θεί ο Οβί­διος. Πιο πά­νω o Πλαύ­τος (ή ίσως ο Μι­χα­ήλ Άγ­γε­λος ως ποι­η­τής, σε μια εμ­φα­τι­κή επι­λο­γή), που κοι­τά τον θε­α­τή, με­τά πιο δε­ξιά, ο Βο­κά­κιος, ο ερω­τι­κός Τί­βουλ­λος, ο άλ­λος σύγ­χρο­νός του Αριό­στο και ο Προ­πέρ­τιος (υπάρ­χουν βέ­βαια και αντι­γνω­μί­ες των με­λε­τη­τών για τις απει­κο­νί­σεις των προ­σώ­πων).

«Ο Αλέ­ξαν­δρος φυ­λάσ­σει τα ομη­ρι­κά ποι­ή­μα­τα στο κι­βώ­τιο του Δα­ρεί­ου»


Η σύν­θε­ση ολο­κλη­ρώ­νε­ται με δύο άλ­λες, αυ­τό­νο­μες και ανεκ­δο­το­λο­γι­κές σκη­νές σε σκια­γρα­φία (peint à grisailles), κά­τω από την με­γά­λη αψί­δα, που προ­φα­νώς το­νί­ζουν και αυ­τές την ισχυ­ρή ση­μα­σία της ποί­η­σης. Αρι­στε­ρά από το πα­ρά­θυ­ρο Ο Αλέ­ξαν­δρος φυ­λάσ­σει τα ομη­ρι­κά ποι­ή­μα­τα στο κι­βώ­τιο του Δα­ρεί­ου και δε­ξιά Ο Αύ­γου­στος εμπο­δί­ζει το κά­ψι­μο της Αι­νειά­δας του Βιρ­γι­λί­ου. Η πρώ­τη σκη­νή ανα­φέ­ρε­ται στον Πλού­ταρ­χο, όταν ο Αλέ­ξαν­δρος, αφού ρώ­τη­σε τους φί­λους του τι πράγ­μα τούς φαι­νό­ταν πιο πο­λύ­τι­μο για να το­πο­θε­τή­σει σε ένα πο­λυ­τε­λέ­στα­το κου­τί από τον θη­σαυ­ρό του Δα­ρεί­ου, εκεί­νος έβα­λε την Ιλιά­δα, που εί­χε πά­ντα μα­ζί του. Η άλ­λη στην πα­ρά­δο­ση, που θέ­λει τον Αύ­γου­στο, να απα­γο­ρεύ­ει το κά­ψι­μο των βι­βλί­ων της Αι­νειά­δας, σύμ­φω­να με την επι­θυ­μία του Βιρ­γί­λιου, από τους φί­λους του ποι­η­τές L. Varius Rufus και Plotius Tucca, (που επι­με­λού­νται τε­λι­κά την έκ­δο­ση, Aelius Donatus). Πρό­κει­ται με άλ­λα λό­για, για την συμ­βο­λι­κή ανα­πα­ρά­στα­ση της δύ­να­μης της ελ­λη­νι­κής και ρω­μαϊ­κής ποι­η­τι­κής πα­ρά­δο­σης, όπως το θέ­λει βέ­βαια το πνεύ­μα της επο­χής.

«Ο Αύ­γου­στος εμπο­δί­ζει το κά­ψι­μο της 'Αι­νειά­δα­ς' του Βιρ­γι­λί­ου»


Ο Ρα­φα­ήλ, ο πιο αγα­πη­τός αναμ­φι­σβή­τη­τα από τους με­γά­λους ζω­γρά­φους του ανα­γεν­νη­σια­κού 15ου αιώ­να, ξε­χώ­ρι­σε ανά­με­σα στον ανή­συ­χο Λε­ο­νάρ­ντο και το δρα­μα­τι­κό Μι­χα­ήλ Άγ­γε­λο με την αρ­μο­νι­κή, σύμ­με­τρη σύν­θε­ση, τις χρω­μα­τι­κές ισορ­ρο­πί­ες, το κλα­σι­κό κάλ­λος, τον ιδε­α­λι­σμό των μορ­φών του με τη θη­λυ­κή χά­ρη και το συ­γκρα­τη­μέ­νο αν­δρι­κό ύφος, την εσω­τε­ρι­κή ηρε­μία και την υγιή αι­σιο­δο­ξία του.

«Quanto largo e benigno si dimostri talora il cielo collocando, anzi per meglio dire, riponendo et accumulando in una persona sola le infinite ricchezze delle ampie grazie o tesori suoi, e tutti que’ rari doni che fra lungo spazio di tempo suol compartire a molti individui, chiaramente potè vedersi nel non meno eccellente che grazioso Rafael Sanzio da Urbino» («Πό­σο γεν­ναιό­δω­ρος και ευ­με­νής φαί­νε­ται κά­πο­τε ο ου­ρα­νός κα­λο­προ­αί­ρε­τος, για να πού­με κα­λύ­τε­ρα, όταν συ­γκε­ντρώ­νει και άφθο­να συσ­σω­ρεύ­ει σε ένα μό­νο πρό­σω­πο τον άπει­ρο πλού­το τής με­γά­λης χά­ρης του ή των θη­σαυ­ρών των, και όλα τα σπά­νια δώ­ρα, που για μα­κρύ χρο­νι­κό διά­στη­μα μοι­ρά­ζει άλ­λες φο­ρές σε πολ­λά άτο­μα. Αυ­τό μπο­ρεί κα­νείς να το δει κα­θα­ρά στον όχι λι­γό­τε­ρο εξαί­ρε­το από χα­ρι­τω­μέ­νο Ρα­φα­ήλ Σάν­τσιο του Ουρ­μπί­νο»).
Και αυ­τή η πα­ρα­τή­ρη­ση με την οποία ο Giorgio Vasari αρ­χί­ζει τη βιο­γρα­φία του για τον Ρα­φα­ήλ εί­ναι πε­ρί­ερ­γο πως μπο­ρεί να ει­πω­θεί ακό­μη και για έναν άλ­λο με­γά­λο δη­μιουρ­γό, που πέ­θα­νε, εξί­σου νέ­ος και για τα δε­δο­μέ­να ακό­μη της επο­χή τους, στην ίδια ηλι­κία, τον Βόλφ­γκανγκ Αμα­ντέ­ους Μό­τσαρτ. Και οι δύο άφη­σαν ένα τε­ρά­στιο έρ­γο, που πλημ­μυ­ρί­ζει από ιδιο­φυ­είς συν­δυα­σμούς, τε­χνι­κή δε­ξιο­σύ­νη και κυ­ρί­ως μια λα­μπρή, νε­α­νι­κή ενάρ­γεια.

Τα σονέτα

Amor, tu m'envesscasti con doi lumi / de doi beli occhi dov'io me strugo e [s]face, / da bianca neve e da rosa vivace, / da un bel parlar in donnessi costumi. // Tal che tanto ardo, ch[e] né mar né fiumi / spegnar potrian quel foco; ma non mi spiace, / poiché 'l mio ardor tanto di ben mi face, / ch'ardendo onior più d'arder me consu[mi]. //  Quanto fu dolce el giogo e la catena / de' toi candidi braci al col mio vòl[ti], / che, sogliendomi, io sento mortal pen[a]. // D'altre cose io' non dico, che fôr m[olti], / ché soperchia docenza a mo[r]te men[a], / e però tacio, a te i pens[e]r rivolti.

Ι  

Αγάπη, με συναρπάζεις με τη λάμψη
Των όμορφων ματιών σου, λιώνω και χάνομαι,
Από την επιδερμίδα την πάλλευκη και ροδαλή
Από τη γλυκιά φωνή σου, τόσο θηλυκή.    

Καίγομαι, ούτε της θάλασσας, ούτε του ποταμού η ορμή
Μπορεί τη φλόγα μου να σβήσει. Αλλά δεν με πειράζει,
Γιατί τόση ευτυχία μου δίνει ο πόθος
Που μέσα του βυθίζομαι όλο και πιο πολύ.

Ήταν δεσμά και αλυσίδα τόσο ερωτική
Γύρω από το λαιμό μου τα λευκά σου χέρια
Που, όταν λυθήκαν, ήταν αβάστακτη ποινή.

Άλλα δεν λέω, γιατί για πράγματα πολλά
Η μακρυγορία στην καταδίκη οδηγεί.
Σταματώ, κι ο νους μου σ’ εσέ γυρίζει, σιωπηλά.

—————————— ÷ ——————————

Como non podde dir d'arcana Dei / Paul, como disceso fu dal c[i]elo, / così el mio cor d'uno amoroso velo / ha ricoperto tuti i penser miei. // Però quanto ch'io viddi e quanto io fei / pel gaudio taccio, che nel petto celo, / ma prima cangerò nel fronte el pelo, / che mai l'obligo volga in pensi[e]r rei. // E se quello altero almo in basso cede, / vedrai che non fia a me, ma al mio gran foco, / qua più che gli altri in la fervenzia esciede. // Ma pensa ch'el mio spirto a poco a poco / el corpo lasarà, se tua mercede / socorso non li dia a tempo e loco.

II

Όπως δεν μπόρεσε να πει για το θείο μυστήριο
Ο Παύλος, πως φάνηκε απ’ τον ουρανό,
Έτσι η καρδιά μου σ’ ένα δίχτυ ερωτικό
Έχει πιάσει όλες τις σκέψεις μου.

Γι’ αυτό όσα είδα και όσα έκανα
Για την ηδονή σιωπώ, στο στήθος μέσα κρύβω.
Και πρώτα στο μέτωπο μαλλιά θα αλλάξω
Παρά ποτέ την ένοχη υπόσχεση σε σκέψη αισχρή.

Κι αν αυτή η ευγενής ψυχή στη χαμέρπεια ενδώσει
Δεν θά’ ναι δική μου αδυναμία, αλλά του πόθου μου
Που πιο πολύ από άλλους με καίει.

Αλλά σκέψου πως το πνεύμα μου σιγά σιγά
Το σώμα θεν’ αφήσει, αν η χάρη σου
Δεν προστρέξει σε βοήθεια κάπου και κάποτε.

—————————— ÷ ——————————

Un pensier dolce è rimembra[r]se in modo /  di quello asalto, ma più gravo è il danno / del partir, ch'io restai como quei ch'hano / in mar perso la stella, se 'l ver odo. // Or, lingua, di parlar disogli el nodo / a dir di questo inusitato ingano / ch'Amor mi fece per mio gravo afanno, / ma lui pur ne ringrazio e lei ne lodo. // L'ora sesta era, che l'ocaso un sole / aveva fatto, e l'altro surse in loco, / ato più da far fati che parole. // Ma io restai pur vinto al mio gran foco / che mi tormenta, ché dove l'on sòle / disiar di parlar, più riman fioco.

III

Μια γλυκιά σκέψη έχει ξανάρθει στη μνήμη μου
Από εκείνο το τόλμημα, και πιότερο η ζημιά
Του να φύγει, απ’ το να μείνει, όπως εκείνος
Που πλέοντας έχασε το άστρο, αν έχω ακούσει καλά.

Τώρα, γλώσσα, μίλησε χωρίς φραγμούς
Να πεις για αυτό το ασυνήθιστο παιχνίδι
Που η Αγάπη έκανε για πιο βαρύ μου πόθο.
Κι έτσι ούτε γι’εκείνη καυχώμαι, ούτε αυτόν χαίρομαι.

Ήταν έξι η ώρα, και είχε δύσει ο ήλιος
Και ο επόμενος στο ίδιο μέρος είδε
Πιο πολύ τη μοιραία πράξη, παρά κουβέντες.

Νικήθηκα από το μεγάλο πάθος
Που με βασάνιζε, και που όσο προσπαθούσα
Να αποφύγω να μιλήσω, τόσο με εξουθένωνε.

—————————— ÷ ——————————

[S']a te servir par mi stegeniase, Amore, / per li efetti dimostri da me in parte, / tu sai el perché, senza vergante e in carte / ch'io dimostrai el contrario del mio core. // [I]o grido e dico or che tu sei el mio signiore / dal centro al ciel, più sù che Iove o Marte, / e che schermo non val, né ingenio o arte, / a schifar le tue forze e 'l tuo furore. // Or questo qui fia noto: el foco ascoso / io portai nel mio peto; ebbi tal grazia, / che inteso alfin fu suo spiar dubioso: // e quell'alma gentil non mi dislazia, / ond'io ringrazio Amor, che a me piatoso / …………………………………………

IV

Αν σε κάτι σε υπηρέτησε η γοητεία μου, Αγάπη,
Λίγο φάνηκε σε εμέ το αποτέλεσμα.
Ξέρεις για πιο λόγο, χωρίς να’ ναι γραμμένο
Τι έχω αποδείξει παρά τη θέλησή μου.

Φωνάζω και λέω ότι είσαι ο κύριος μου τώρα
Από τη γη στον ουρανό, πιο πάνω από τον Δία και τον Άρη.
Και δεν αρκεί το ξίφος ή η ευφυία στη τέχνη,
Να ξεφύγει κανείς από την δύναμη και την ορμή σου.

Τώρα ένα είναι γνωστό: από το κρυφό πόθο
Στη ψυχή βασανιζόμουν. Είχα χάρη
Που κατάλαβα επιτέλους τους δισταγμούς σου.

Και η ευγενική τούτη ψυχή δε μ’απογοήτευσε.
Γι’ αυτό ευγνωμονώ την Αγάπη, σ’ έμένα που καβγάδιζα
…………………………………………………

—————————— ÷ ——————————

[Fe]llo pensier, che in ricercar t'afanni / [d]e dare in preda el cor per più tua pace, / [n]on vedi tu gli efetti aspri e tenace / [de] cului che n'usurpa i più belli anni? // [Dur]e fatiche, e voi, famosi afanni, / [r]isvegliate el pensier che in ozio giace, / most[r]ateli quel sole alto che face / [s]alir da' bassi ai più sublimi scanni. // [Div]ine alme celeste, acuti ing[e]ni, / che………………………………… / disprezando le pompe e scetri e regni, // ……………………………………. / ……………………………………. / ……………………………………

V

Κακές σκέψεις, που γυροφέρνουν σε λύπησαν,
Άνοιξες την καρδιά πιο πολύ απ’ την ηρεμία σου.
Δεν βλέπεις τις σκληρές και έντονες συνέπειες
Σ’ όποιον δεν χάρηκε τα πιο ωραία χρόνια;

Σκληρή προσπάθεια, κι εσείς, περίφημες ανησυχίες,
διώξτε τις σκέψεις που σε οκνηρία σε ρίχνουν,
δείξτε αυτόν τον μέγα ήλιο που κάνει
να ανυψώνεσαι από τα χαμηλά στα ύψιστα βάθρα.

Θείες, ουράνιες ψυχές, οξυδερκή πνεύματα,
που……………………………………..
Καταφρόνηση για τις πομπές, τα σκήπτρα, τα βασίλεια.

…………………………………………………
…………………………………………………
…………………………………………………

—————————— ÷ ——————————

Come la veggo e chiara sta nel core / tua gran bellezza, il mio pennello franco / non è in pingere egual e viene manco, /perché debol riman per forte amore. // Sì mi tormenta lo infinito ardore. / Il volto roseo, il seno colmo e bianco, / con lo rotondo delicato fianco, / ha di vaghezza che abbaglia di splendore. // L'insieme allo pensier tutto commosse, / che atto non fe' il saper; perciò nemica / fece la man che al ben ritrar non mosse. // Ognor fisso studiar in dolce amica / quella beltà che ciel credea sol fosse, / fia che il desiar compirà la mia fatica.

VI

Όπως τη βλέπω και λάμπει η ψυχή
Στην υπέροχη ομορφιά σου, το πινέλο μου το δυνατό
Στη ζωγραφική δεν φτάνει και είναι άχρηστο.
Γιατί ανίκανο παραμένει στη δυνατή αγάπη

Ναι, με βασανίζει ο άπειρος πόθος.
Το ροδαλό πρόσωπο, το σφριγηλό και λευκό στήθος,
Με τη στρογγυλή, λεπτή κατατομή.
Έχει θέλγητρα, που λαμπρά αποπλανούν.

Με το μυαλό θολωμένο τελείως
Δεν ξέρω τί να κάνω. Γιατί ο πειρασμός
Έκανε το χέρι να μην ξέρει από πού ν’αρχίσει.

Εμβρόντητος, μελετώ στη γλυκιά φίλη
Την ομορφιά που έβρισκα μόνο στον ήλιο τ’ ουρανού.
Τρέμω που ο πόθος θενά τελειώσει το έργο μου.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: