Το άγαλμα της Μήλου

Το άγαλμα της Μήλου

ολη­με­ρίς μια φοι­νι­κιά
χά­μω στη ρί­ζα κά­θε­ται μιαν αρα­πί­να
έχει δυο κόκ­κι­να γα­ρύ­φα­λα στα μά­τια
κι έχει δυο ψά­ρια κά­τω απ’ τις μα­σχά­λες
τό­να γα­λά­ζιο
τ’ άλ­λο κόκ­κι­νο βα­θύ
κι έχει μιαν ακα­κία ανά­με­σα στα στή­θη
κι έχει μιαν ακα­κία ανά­με­σα στα σκέ­λη
ολη­με­ρίς μια φοι­νι­κιά

«Dumont D’Urville» (Η επι­στρο­φή των που­λιών, 1946)


Με αυ­τή την εν­νιά­στι­χη ζω­γρα­φιά του Νί­κου Εγ­γο­νό­που­λου, που δη­μο­σιεύ­τη­κε στο τε­λευ­ταίο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού Τα Νέα Γράμ­μα­τα τον Ιού­λιο του 1945, μας έγι­νε κά­πως ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στή η πε­ρί­πτω­ση του Γάλ­λου θα­λασ­σο­πό­ρου Jules Sébastien César Dumont D’Urville, από­γο­νου ευ­γε­νών της Νορ­μαν­δί­ας, και ίσως η συμ­βο­λή του στο να απο­κτή­σει το Μου­σείο του Λού­βρου το πε­ρί­φη­μο άγαλ­μα της Αφρο­δί­της, που βρέ­θη­κε στη Μή­λο.
Εί­ναι φα­νε­ρό πως ο Εγ­γο­νό­που­λος με την γαλ­λι­κή παι­δεία του, τους υπερ­ρε­α­λι­στι­κούς ερω­τι­κούς συμ­βο­λι­σμούς και το ιδιόρ­ρυθ­μο χιού­μορ του δια­λέ­γει να στα­θεί στην εξω­τι­κή πλευ­ρά του βί­ου του πρω­τα­γω­νι­στή του και στην εκ­δο­χή μιας “μαύ­ρης” Αφρο­δί­της (πολ­λά χρό­νια πριν τη συ­ζή­τη­ση για μια “μαύ­ρη” Αθη­νά), στο αφη­γη­μα­τι­κό (και ει­κο­νο­γρα­φι­κό) πρό­τυ­πο του δα­σκά­λου του, επί­σης γαλ­λο­σπου­δαγ­μέ­νου, Φώ­τη Κό­ντο­γλου, το σχε­τι­κό με τα όσα φα­ντα­στι­κά, θαυ­μα­στά και πε­ρί­ερ­γα συ­να­ντού­σαν στα μα­κρι­νά τα­ξί­δια τους οι πα­λιοί θα­λασ­σι­νοί. Μέ­νει βα­σι­κό πα­ρά­δειγ­μα: Ο Αστρο­λά­βος, τυ­πω­μέ­νο στην Κέρ­κυ­ρα το 1935: «Βι­βλίο πα­ρά­ξε­νο γραμ­μέ­νο / από το Φώ­τη Κό­ντο­γλου. / Εδώ μέ­σα βρί­σκει κα­νέ­νας ιστο­ρί­ες για / διά­φο­ρα μέ­ρη της σφαί­ρας, για τους αν­θρώ­πους, / για τις τέ­χνες τους, για τα συ­νή­θεια τους και / για νη­σιά έρη­μα, για τους ανέ­μους, για τα / βου­νά κι ό,τι άλ­λο. Που τα σύ­να­ξε με πό­νο / ο συγ­γρα­φέ­ας απ’ όσα αφή­σα­νε γραμ­μέ­να οι τα­ξι­δευ­τές κι απ’ό­σα άκου­σε κι απ’ό­σα / εί­δε αυ­τό του. Κα­θώς και έρ­γα της φαν / τα­σί­ας και άλ­λα τε­χνι­κά. / Στο­λι­σμέ­νο με ζου­γρα­φιές / σχε­δια­σμέ­νες από τον ίδιον / κι από το μα­θη­τή του Γιάν­νη Τσα­ρού­χη».

Ο Jules Sébastien César Dumont D’Urville
Ο Jules Sébastien César Dumont D’Urville

«L’Astrolabe» λε­γό­ταν ωστό­σο και η κορ­βέ­τα με την οποία ως κα­πε­τά­νιος ο D’ Urville εξε­ρεύ­νη­σε και χαρ­το­χρά­φη­σε διά­φο­ρες πε­ριο­χές του Νό­τιου Ει­ρη­νι­κού: 1826 -1829 σε μέ­ρη τρο­πι­κά της Πο­λυ­νη­σί­ας και στη Νέα Ζη­λαν­δία, όπου ονο­μά­τη­σε τα D’ Urville Island, τα νη­σιά Pepin (από το όνο­μα της συ­ζύ­γου του Adélie Pepin) και τον όρ­μο Croisilles Harbour (από το οι­κο­γε­νεια­κό όνο­μα της μη­τέ­ρας του) και 1837-1840 ακό­μη πιο νό­τια σε τμή­μα της Ανταρ­τι­κής, που ονό­μα­σε Αδε­λία Γη (Terre Adélie). Όπως συ­νη­θί­ζο­νταν την επο­χή εκεί­νη ακο­λού­θη­σε η έκ­δο­ση δε­κά­δων τό­μων με πλή­θος ανα­φο­ρών και σχε­δί­ων σε ωκε­α­νο­γρα­φι­κά, βο­τα­νο­λο­γι­κά (θα­λάσ­σια άλ­γη Durvillaea), ζω­ο­λο­γι­κά (όπου κι ένα νέο εί­δος ο Adélie penguin), εντο­μο­λο­γι­κά και άλ­λα θέ­μα­τα. Στο τέ­λος των χει­ρο­γρά­φων του υπάρ­χει η νου­βέ­λα Les Zélandais: Histoire Australienne, το πρώ­το ίσως αφή­γη­μα με Μα­ό­ρι (όπου σε σχό­λια δί­νο­νται πολ­λές πραγ­μα­τι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες γύ­ρω από τα ήθη των αυ­το­χθό­νων), πράγ­μα που θυ­μί­ζει πά­λι την τε­λευ­ταία ιστο­ρία του Αστρο­λά­βου του Κό­ντο­γλου: «Στοι­χειω­μέ­νο ξε­ρό­νη­σο στο Με­γά­λο Ωκε­α­νό. Αγριάν­θρω­ποι που ζού­νε σή­με­ρα» με το σχέ­διο του «Κυ­ρί­ου Απι­ρά­να Νγκά­τα, ενός Μα­ό­ρι Χρι­στια­νού Υπουρ­γού της Ν. Ζη­λαν­δί­ας».

Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι πως ο αντι­ναύ­αρ­χος πλέ­ον D’Urville θα σκο­τω­θεί (52 ετών) με όλη του την οι­κο­γέ­νεια σε ένα από τα πρώ­τα πο­λύ­νε­κρα δυ­στυ­χή­μα­τα τρέ­νου, τον Μάιο του 1842, κα­τά την επι­στρο­φή του από μια γιορ­τή στις Βερ­σαλ­λί­ες, όταν η ατμο­μη­χα­νή εκτρο­χιά­στη­κε και άρ­πα­ξε φω­τιά.

Άγαλμα τού D’Urville στην γενέτειρά του Condé-sur-Noireau της Κάτω Νορμανδίας
Άγαλμα τού D’Urville στην γενέτειρά του Condé-sur-Noireau της Κάτω Νορμανδίας

Τό­σο στο τα­φι­κό μνη­μείο του στο Πα­ρί­σι όσο και στο άγαλ­μα του στην γε­νέ­τει­ρα του στην κω­μό­πο­λη Condé-sur-Noireau της Κά­τω Νορ­μαν­δί­ας στις βά­σεις υπάρ­χει μια σει­ρά απει­κο­νί­σε­ων των εξε­ρευ­νή­σε­ών του. Όλες αρ­χί­ζουν με την εύ­ρε­ση της Αφρο­δί­της στη Μή­λο για­τί, κα­τά μία άλ­λη πα­ρα­δο­ξό­τη­τα, η ανα­κά­λυ­ψη και όχι μό­νον η από­κτη­ση συν­δέ­θη­κε με τον D’Urville.

«Το ταφικό μνημείο του Dumont d’Urville», ακουαρέλα του Léon Leymonnerye, Mουσείο Carnavalet
«Το ταφικό μνημείο του Dumont d’Urville», ακουαρέλα του Léon Leymonnerye, Mουσείο Carnavalet
S. C. Constant Dufeux, Το ταφικό μνημείο του Ναυάρχου Dumont Durville, 1849
S. C. Constant Dufeux, Το ταφικό μνημείο του Ναυάρχου Dumont Durville, 1849

Έτσι στο νε­κρο­τα­φείο τού Montparnasse η σει­ρά με τις ανά­γλυ­φες εξι­στο­ρή­σεις αρ­χί­ζει με το «Voyage dans les mers du Levant», το άγαλ­μα στέ­κει στην πα­ρα­λία, το κα­ρά­βι πλη­σιά­ζει και μια επι­γρα­φή επε­ξη­γεί: «Venus de Milo signalée». Στη δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση στη βά­ση του αγάλ­μα­τος της πλα­τεί­ας Dumont D’Urville σε μία από τις τέσ­σε­ρις μπρού­τζι­νες πλά­κες η σκη­νή εκτυ­λίσ­σε­ται στη στε­ριά: ο γε­ωρ­γός με την αξί­να όρ­θιος και ο εξε­ρευ­νη­τής σκύ­βει πά­νω από το εύ­ρη­μα που εί­ναι ολό­κλη­ρο στο κέ­ντρο.

Το άγαλμα της Μήλου

Κα­τά τα τέ­λη Απρι­λί­ου του 1820 η γα­μπά­ρα «La Chevrette» φτά­νει στη Μή­λο. Το πλοίο βρί­σκε­ται σε απο­στο­λή χαρ­το­γρά­φη­σης στον Εύ­ξει­νο Πό­ντο και σε αυ­τό υπη­ρε­τεί ως ση­μαιο­φό­ρος τό­τε ο D’Urville. Στη ρά­δα του νη­σιού συ­γκε­ντρώ­νο­νται συ­νή­θως τα πλοία της γαλ­λι­κής μοί­ρας της Ανα­το­λι­κής Με­σο­γεί­ου (division du Levant): η κορ­βέ­τα «L’Espérance» (επι­κε­φα­λής), η φρε­γά­τα «La Bonite», η γο­λέ­τα «L’Estafette» (που εί­ναι και στη διά­θε­ση του Γάλ­λου πρε­σβευ­τή στη Κων­στα­ντι­νού­πο­λη), η γα­μπά­ρες «L’Emulation» και «La Lionne» πε­ρι­μέ­νο­ντας εί­τε κα­λύ­τε­ρο και­ρό εί­τε να προ­σλά­βουν κά­ποιο πλοη­γό για το Αρ­χι­πέ­λα­γος. Το άγαλ­μα έχει ήδη ανα­κα­λυ­φθεί τον προη­γού­με­νο μή­να από έναν ντό­πιο χω­ρι­κό που ξε­χέρ­σω­νε ένα ση­μείο πά­νω από τα ερεί­πια του ρω­μαϊ­κού θε­ά­τρου στο Κά­στρο, ενώ ο τό­τε υπο­πρό­ξε­νος της Γαλ­λί­ας στο νη­σί συ­νι­στού­σε την από­κτη­σή του, στέλ­νο­ντας γράμ­μα­τα στον Γε­νι­κό πρό­ξε­νο της Γαλ­λί­ας στη Σμύρ­νη και επι­ση­μαί­νο­ντας την αξία του στους κα­πε­τά­νιους των Γαλ­λι­κών πλοί­ων.

Ο D’Urville εί­δε το εύ­ρη­μα, που ίσως εί­χε μα­τα­φερ­θεί σε κά­ποια κόγ­χη στις κα­τα­κόμ­βες (ίσως εκεί που το 1963 ανα­κα­λύ­φθη­κε και η χά­ρα­ξη του ονό­μα­τός του) και όταν λί­γες ημέ­ρες αρ­γό­τε­ρα το πλοίο του στάθ­μευ­σε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, μί­λη­σε για τη μο­να­δι­κό­τη­τά του στο Γάλ­λο πρέ­σβη και στο γραμ­μα­τέα υπο­κό­μη Marcellus και μάλ­λον συ­νέ­στη­σε την αγο­ρά του. Λί­γες μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα ήρ­θαν και τα γράμ­μα­τα από τη Σμύρ­νη. Έτσι ένα μή­να με­τά, κα­τά τα τέ­λη Μα­ΐ­ου, η γο­λέ­τα «L’Estafette» με το γραμ­μα­τέα της πρε­σβεί­ας εμ­φα­νί­ζε­ται στο νη­σί και με κά­ποιο πε­ρι­πε­τειώ­δη, όπως λέ­νε οι πα­ρα­δό­σεις, τρό­πο αγο­ρά­ζε­ται το άγαλ­μα. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι πως το πλοίο με το πο­λύ­τι­μο φορ­τίο του συ­νε­χί­ζει να τα­ξι­δεύ­ει σε διά­φο­ρα λι­μά­νια και σκά­λες του γαλ­λι­κού εμπο­ρί­ου της Με­σο­γεί­ου: στη Σα­ντο­ρί­νη, στη Ρό­δο, στην Κύ­προ, στη Σι­δώ­να, στη Γιά­φα, στην Αλε­ξάν­δρεια, στη Ρό­δο πά­λι, στην Κρή­τη, στην Πά­ρο, στη Σύ­ρο, στον Πει­ραιά. Εδώ, στις 21 Σε­πτεμ­βρί­ου, κα­τά τη φθι­νο­πω­ρι­νή ιση­με­ρία και “κά­τω από το λα­μπρό φως του φεγ­γα­ριού”, θα το δει ο πε­ρί­φη­μος Γάλ­λος πρέ­σβης στην Αθή­να Luis Fauvel, ο “Nestor des antiquaires orientaux” και ο βα­ρό­νος Stoganoff, ο Ρώ­σος πρε­σβευ­τής στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Αρ­χές Οκτω­βρί­ου στη Σμύρ­νη το άγαλ­μα θα με­τα­φορ­τω­θεί στη «Lionne», θα τα­ξι­δέ­ψει στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, θα ξα­να­πε­ρά­σει από τη Μή­λο και τέ­λος θα φτά­σει στην Του­λόν μέ­σα Δε­κεμ­βρί­ου, έξι μή­νες με­τά την από­κτη­σή του.

Στις αρ­χές Μαρ­τί­ου του 1821 η κύ­ρια εί­δη­ση στις εφη­με­ρί­δες του Πα­ρι­σιού ήταν το συ­νέ­δριο της Ιε­ρής Συμ­μα­χί­ας στο Λάι­μπαχ (ση­με­ρι­νή Λου­μπλιά­να) και οι εξε­λί­ξεις της εξέ­γερ­σης στο Πε­δε­μό­ντιο και το Βα­σί­λειο της Νά­πο­λης.

Την Τρί­τη 6 Μαρ­τί­ου στη ρού­μπρι­κα των εσω­τε­ρι­κών ει­δή­σε­ων η εφη­με­ρί­δα Journal des Débats δη­μο­σιεύ­ει τα εξής:

«Paris, 5 mars: — M. le marquis de Rivière, ambassadeur à Constantinople, a fait hommage au Roi, qui a bien voulu l’agréer, d’une fort belle antique trouvée il y a peu de temps à Milo. C’est une Venus genitrix, assez maltraitée par le temps, dont les nus sont très-beaux sous le rapport des formes et du travail. Cette statue, plus grande que nature, est d’origine en deux pièces; la partie inférieure du corps drapée. L’un des pieds et les deux bras manquent, mais la tête n’est pas séparée du tronc comme il arrive trop souvent. Ce morceau, malgré les mutilations, est une acquisition précieuse pour le Musée, et les amis des arts doivent des remerciemen[t]s à M. le marquis de Rivière. On s’occupe à rechercher quelle devait être la position des bras, pour procéder à la restauration. Le mouvement très-prononcé du torse semble devoir assurer bientôt le succès de cette recherche».

« Παρίσι, 5 Μαρτίου : — Ο κύριος μαρκήσιος de Rivière, πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη, προσέφερε τιμητικά στο Βασιλιά, ο οποίος και το εδέχθει ευγενικά, ένα πολύ ωραίο αρχαίο που βρέθηκε πριν λίγο καιρό στη Μήλο. Είναι μία Venus genitrix, αρκετά ταλαιπορημένη από το χρόνο, όπου το γυμνό είναι εξαιρετικό όσον αφορά τη μορφή και την κατασκευή. Το άγαλμα αυτό, μεγαλύτερο από το φυσικό μέγεθος, αποτελείται εξαρχής από δύο μέρη· το κάτω μέρος του σώματος είναι ντυμένο. Το ένα από τα πόδια και τα δύο χέρια λείπουν, όμως το κεφάλι δεν έχει χαθεί από τον κορμό όπως συμβαίνει πολύ συχά. Το άγαλμα, παρά τους ακρωτηριασμούς, είναι ένα πολύτιμο απόκτημα για το Μουσείο, και οι φιλότεχνοι οφείλουν ευχαριστίες στον κύριο μαρκήσιο de Rivière. Οφείλει να διερευνήσει κανείς ποιά πρέπει να ήταν η θέση των χεριών, ώστε να προχωρήσει η αποκατάσταση. Η έντονα δηλωτική κίνηση του κορμού φαίνεται να διασφαλίζει σύντομα την επιτυχία αυτής της έρευνας ».

Εί­ναι η πρώ­τη δη­μο­σιευ­μέ­νη πε­ρι­γρα­φή του αγάλ­μα­τος της Αφρο­δί­της της Μή­λου, που βρί­σκε­ται από τό­τε στο Μου­σείο του Λού­βρου, χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται genitrix κα­τά τη ρω­μαϊ­κή μυ­θο­λο­γία, ενώ σύ­ντο­μα θα αλ­λά­ξει σε victrix, ώστε να εντα­χθεί στον αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό μύ­θο για την κρί­ση του Πά­ρη. Κά­ποιες δε­κα­ε­τί­ες με­τά θα αμ­φι­σβη­τη­θεί και αυ­τό από τους αρ­χαιο­λό­γους για να μεί­νει τε­λι­κά το απλό προ­σω­νύ­μιο de Milo.

Στο με­τα­ξύ ο D’Urville έχει γυ­ρί­σει στη Του­λόν από τον Οκτώ­βριο. Τέ­λη Νο­εμ­βρί­ου στη Société des sciences, belles-lettres et arts du Var στην Του­λόν δί­νει την πρώ­τη του διά­λε­ξη για το «άγαλ­μα της Μή­λου», που «vous verrez sans doute arriver ici au premier jour», όπως εί­ναι φυ­σι­κό χρη­σι­μο­ποιεί τα σχε­τι­κά από την υπη­ρε­σια­κή του ανα­φο­ρά «Relation de la campagne hydrographique de la gabare du Roi La Chevrette dans le Levant et la mer Noire pendant l’ anée 1820, “6 novembre 1820”», που τυ­πώ­νε­ται στα Annales maritimes, 1821. Θα ακο­λου­θή­σει μία ακό­μη πα­ρό­μοια ανα­κοί­νω­ση στην Académie royale des sciences στο Πα­ρί­σι στα τέ­λη Ια­νουα­ρί­ου 1821. Άλ­λη μία φο­ρά ακό­μη θα ανα­φερ­θεί στο εύ­ρη­μα στην αρ­χή μιας ει­σή­γη­σής του για τις κα­τα­κόμ­βες της Μή­λου: «Notice sur les galleries souterraines de l’île de Mèlos», δη­μο­σιευ­μέ­νη στα Nouvelles Annales des Voyages, de la géographie et de l’histoire, 1825.

Μετάλλιο για τη δωρεά του αγάλματος της Αφροδίτης στο Μουσείο του Λούβρο από τον Λουδοβίκο ΙΗ΄, 1822, χαράκτης: F. Depaulis.
Μετάλλιο για τη δωρεά του αγάλματος της Αφροδίτης στο Μουσείο του Λούβρο από τον Λουδοβίκο ΙΗ΄, 1822, χαράκτης: F. Depaulis.

200 χρό­νια πριν οι πρώ­τες ει­δή­σεις για την Ελ­λη­νι­κή επα­νά­στα­ση άρ­χι­σαν να εμ­φα­νί­ζο­νται στον γαλ­λι­κό τύ­πο μέ­σα Απρι­λί­ου. Αρ­χι­κά μέ­σω Βαρ­σο­βί­ας και Βιέν­νης ει­δή­σεις για τα γε­γο­νό­τα στη Μολ­δα­βία και με­τά μέ­σω Μάλ­τας και Λι­βόρ­νου ει­δή­σεις από τα νη­σιά:

«Pologne, Varsovie, 24 mars: […] Dans la nuit du 6 au 7 mars , un certain Alexandre Ypsilanti entre à Jassy avec une vingtaine d’hommes et fit massacrer tous les Turcs qui se trouvaient dans cette ville et dans les environ[…]» Journal des débats, Vendredi 13 avril 1821.

«Allemagne. Vienne (Autriche), 7 avril: L’insurrection dans la Valachie et la Moldavie occuppe ici beaucoup l’attention du public, et surtout celle des Grecs. Les promesses fallacieuses du prinze Ypsilanti, que la Russie prêteroit son secours aux isurgés, paroissent avoir entraîné beaucoup de personnes qui s’en repentiront, quant elles connoîtront la declaration de l’Empereur Alexandre, dans laquelle il dèsaveue toute l’éntreprise, et lui ôte toute espérance de secours. D’après les nouvelles dernières de Constantinople, une réaction formitable paroît se préparer contre cette insurrection, et contre les cruautés exercées envers les Musulmans à Jassy, Galatz, etc. L’interprête de la Porte, destitué le 6 mars, Jauxo Callimachi a eu la tête tranchée, et plusieurs Grecs du premier rang ont partagé le même sort » Journal des débats, Mercredi 18 avril 1821.

«Italie, Livourne, 7 avril: Les nouvelles de l’insurrection des Grecs, qui nous parviennent par la voie de Malte, ont fait beucoup de sensation. Plusieurs bâtimen[t]s, chargés pour les ports de la Turquie, ont débarqué leurs cargaisons. On dit que les habitan[t]s grecs de l’île de Candie s’en sont rendus maîtres, en s’emparant de toutes les places fortes de l’île. On assure que depuis quelque temps tous les insulaires grecs se sont rendues à l’île d’ Idra, dans la mer Egée, pour y former une espèce de flotte. Les Grecs possèdent quinze cents bâtimen[t]s de commerce de diverses grandeurs» Journal des débats, Vendredi 20 avril 1821.

« Πολωνία, Βαρσοβία, 24 Μαρτίου : […] Τη νύχτα 6 προς 7 Μαρτίου, κάποιος Αλέξανδρος Υψηλάντης εισέβαλλε στο Ιάσιο με καμιά εικοσαριά άνδρες και σφαγίασε όλους τους Τούρκους που βρίσκονταν στην πόλη και στα περίχωρα […] » Journal des débats, Παρασκευή 13 Απριλίου 1821.

« Γερμανία. Βιέννη (Αυστρία), 7 Απριλίου: Η εξέγερση στη Βλαχία και Μολδοβλαχία παρακολουθείται εδώ με μεγάλο ενδιαφέρον από τον κόσμο και κυρίως από τους Έλλήνες. Οι ψευδείς υποσχέσεις του πρίγκηπα Υψηλάντη, ότι η Ρωσία θα παρείχε βοήθεια στους εξεγερμένους, φαίνεται να έχουν παρασύρει πολλούς, που μετανιώνουν, μόλις μαθαίνουν τη διακήρυξη του Αυτοκράτορα Αλέξανδρου, που αποκηρύσσει όλη την επιχείρηση, και του αφαιρεί κάθε ελπίδα για βοήθεια. Σύμφωνα με τα τελευταία νέα από την Κωνσταντινούπολη, μία φοβερή αντίδραση φαίνεται να ετοιμάζεται ενάντια σε αυτήν την εξέργεση και ενάντια στις βαναυσότητες που ασκήθηκαν στους Μουσουλμάνους στο Ιάσιο, στο Γκαλάτσι και αλλού. Ο δραγουμάνος της Υψηλής Πύλης, που καθαιρέθηκε στις 6 Μαρτίου, Jauxo [sic] Καλλιμάχης αποκεφαλίστηκε και πολλοί Έλληνες προύχοντες είχαν την ίδια μοίρα » Journal des débats, Τετάρτη 18 Απριλίου 1821.

« Ιταλία, Λιβόρνο, 7 Απριλίου: Τα νέα της εξέγερσης των Ελλήνων, που ήρθαν μέσω Μάλτας, προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση. Πολλά πλοία, φορτωμένα για τα λιμάνια της Τουρκίας, άδειασαν τα φορτία τους. Λέγεται ότι οι Έλληνες κάτοικοι στο νησί της Κάντιας πήραν την εξουσία, κυριεύοντας όλα τα οχυρά σημεία του νησιού. Επιβεβαιώνεται ότι εδώ και λίγο καιρό όλοι οι Έλληνες νησιώτες μαζεύονται στο νησί της Ύδρας στο Αιγαίο πέλαγος, για να συγκροτήσουν κάποιο στόλο. Οι Έλληνες έχουν 1500 εμπορικά πλοία διαφόρων εκτοπισμάτων». Journal des débats, Παρασκευή 20 Απριλίου 1821.

Η Αφροδίτη της Μήλου στο Λούβρο
Η Αφροδίτη της Μήλου στο Λούβρο

Αρ­χές Αυ­γού­στου του 1821 ένας δό­κι­μος του Γαλ­λι­κού ναυ­τι­κού, που εί­χε γυ­ρί­σει από το Αρ­χι­πέ­λα­γος με τη L’Estafette και εί­χε πα­ραι­τη­θεί από την υπη­ρε­σία του, ξε­κι­νά­ει από τη Μασ­σα­λία για την Ελ­λά­δα μα­ζί με άλ­λους εθε­λο­ντές. Το κα­ρά­βι, το μπρι­κα­τί­νι L’Amédée et Alexis, έχει ναυ­λω­θεί από ένα Σκώ­το «généreux philhellène», τον Thomas Gordon και εί­ναι φορ­τω­μέ­νο με όπλα. Περ­νώ­ντας από τη Γέ­νο­βα θα αγο­ρά­σουν τρία οβι­δο­βό­λα και την 1η Σε­πτεμ­βρί­ου θα φτά­σουν στην Ύδρα. [Ας ση­μειω­θεί μια ακό­μη γρα­φι­κή, όσο και εν­δει­κτι­κή των κα­τα­στά­σε­ων, λε­πτο­μέ­ρεια: Ανά­με­σα στους άλ­λους εί­ναι και ο Maurice Persat, πα­λιός υπί­λαρ­χος του 2ου συ­ντάγ­μα­τος ελα­φρού ιπ­πι­κού των λογ­χο­φό­ρων, που εί­χε κα­τα­κό­ψει έξι ακρι­βώς χρό­νια νω­ρί­τε­ρα στο Βα­τερ­λώ το αγ­γλι­κό σύ­νταγ­μα δρα­γώ­νων, στο οποίο υπη­ρε­τού­σε ως ανώ­τε­ρος αξιω­μα­τι­κός ο Thomas Gordon, «mais le colonel Gordon n’était pas homme à rancune»].

Ο Olivier Voutier
Ο Olivier Voutier

Πρό­κει­ται για τον Olivier Voutier, που θα προ­σκολ­λη­θεί στο Δη­μή­τριο Υψη­λά­ντη, που εκεί­νη την επο­χή βρί­σκε­ται έξω από την Τρι­πο­λι­τσά και θα γί­νει υπεύ­θυ­νος του υπο­τυ­πώ­δους πυ­ρο­βο­λι­κού ως artilleur. Θα μεί­νει στην Ελ­λά­δα δύο χρό­νια και θα συμ­με­τά­σχει στην εκ­στρα­τεία του Υψη­λά­ντη προς την Πά­τρα (Σε­πτέμ­βριος του 1821), την πο­λιορ­κία του Ακρο­κο­ρίν­θου (Δε­κέμ­βριος του 1821) στην πο­λιορ­κία της Ακρό­πο­λης (Απρί­λιος –Μάιος 1822) ως χι­λί­αρ­χος, στις επι­χει­ρή­σεις με επι­κε­φα­λής τον Αλέ­ξαν­δρο Μαυ­ρο­κορ­δά­το στο Πέ­τα και Με­σο­λόγ­γι (Ιού­νιος- Ιού­λιος 1822)· θα προ­βι­βα­στεί κα­τό­πιν σε συ­νταγ­μα­τάρ­χης με σκο­πό την ανα­σύ­ντα­ξη του πε­ζι­κού και θα πα­ρα­μεί­νει ως την πρώ­τη πο­λιορ­κία της πό­λης (Νο­έμ­βριος – Δε­κέμ­βριος 1822).
Το 1823 γυ­ρί­ζει στην Γαλ­λία και εκ­δί­δει τον τό­μο Mémoires du Colonel Voutier sur la guerre actuelle des Grecs, Paris, dècembre 1823, όπου πε­ρι­λαμ­βά­νει και σχέ­δια, από τα πιο πι­στά, του Υψη­λά­ντη, του Μαυ­ρο­κορ­δά­του, του Γιώρ­γου [Σα­χτού­ρη], του Κο­λο­κο­τρώ­νη. Το 1824 επα­νέρ­χε­ται στην Ελ­λά­δα. Από αυ­τή την χρο­νιά δη­μο­σιεύ­σει κά­ποιες επι­στο­λές του, με κυ­ριό­τε­ρο πα­ρα­λή­πτη την Mme Récamier, μα­ζί με με­ρι­κά «ηρω­ι­κά τρα­γού­δια» στον τό­μο Lettres sur la Grèce. Notes et chants populaires, extraits du portefeuille du Colonel Voutier au profit des Grecs, Πα­ρί­σι 1826. Θα πα­ρα­μεί­νει ένα-δύο χρό­νια ακό­μη, από όπου δεν έχου­με πολ­λά στοι­χεία, εκτός από μια εμπλο­κή σε μο­νο­μα­χία με τον συ­μπα­τριώ­τη του Maxime Raybaud και πι­θα­νή συμ­με­το­χή του στις απο­τυ­χη­μέ­νες συ­γκρού­σεις της Ατα­λά­ντης (Νο­έμ­βριος 1826). Τέ­λη του 1836 του εγκρί­νε­ται η απο­νο­μή του Αρ­γυ­ρού Σταυ­ρού του Σω­τή­ρος και κα­τά μία αμ­φί­βο­λη μαρ­τυ­ρία συμ­με­τέ­χει αρ­γό­τε­ρα στην Κρη­τι­κή εξέ­γερ­ση (Φε­βρουά­ριος - Απρί­λιος) του 1841.

Βο­να­παρ­τι­στής, φι­λε­λεύ­θε­ρος που δεν μπο­ρού­σε να δε­χτεί την πα­λι­νόρ­θω­ση της βα­σι­λεί­ας στη Γαλ­λία, ρο­μα­ντι­κός και ιδε­ο­λό­γος, με κλα­σι­κι­στι­κή παι­δεία και αρ­χαιο­λο­γι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα, κλί­ση στο ζω­γρα­φι­κό σχέ­διο και με κά­ποια αφε­λή και υπερ­φί­α­λη προ­σέγ­γι­ση πε­ρι­γρά­φει τις πρά­ξεις του, τις ασυ­στη­μα­το­ποί­η­τες μά­χες των ατά­κτων Ελ­λή­νων με τους προ­σω­πι­κούς ηρω­ι­σμούς που του θυ­μί­ζουν ομη­ρι­κές συ­γκρού­σεις, αλ­λά και τα έν­δο­ξα από τα αρ­χαία χρό­νια μέ­ρη και ερεί­πια, που δεν πα­ρα­λεί­πει να δια­τρέ­ξει.
Στη Γαλ­λία, το κλί­μα για αυ­τόν δεν θα ήταν ευ­νοϊ­κό. Την πε­ρί­ο­δο της Πα­λι­νόρ­θω­σης η κα­χυ­πο­ψία των Αρ­χών προς τους βε­τε­ρά­νους του Να­πο­λέ­ο­ντα ήταν με­γά­λη, οι πα­ρα­κο­λου­θή­σεις και οι κα­τα­δό­σεις, οι ανά­λο­γοι εκ­βια­σμοί κά­τι το συ­νη­θι­σμέ­νο. Ο Jean Roch Coignet, που ορ­φα­νός, άπο­ρος και αγράμ­μα­τος, πέ­ρα­σε 17 χρό­νια επι­στρά­τευ­σης και περ­πά­τη­σε από την Ισπα­νία στη Μό­σχα και πί­σω, γρά­φει από­μα­χος πια λο­χα­γός από την Auxerre, όπου ζού­σε:

«Mais les espions étaient toujours à ma poursuite. A la fin de septembre 1822, à 10 heures du matin, un bel homme se présente chez moi, assez bien vêtu : redingote bleue, pantalon idem, beaux favoris noirs. Un coup de sabre lui prenait depuis l’oreille jusqu’ à la bouche ; il avait tout à fait l’air d’un militaire. Je ne pus m’empêcher de le faire entrer dans ma petite chambre: “Donnez -vous la peine de vous asseoir, vous prendrez bien un verre de vin?”. Ma femme dit: “Si vous voulez, je vais vous donnez un bouillon? – Ce n’est pas de refus”, dit-il. Après s’être rafraîchi, il me fit voir une liste de tous les officiers qui restaient en ville: “Qui vous a donné cette liste? – Je ne le connais pas. –Avez-vous trouvé quelque chose? Oh! oui”, me dit-il. Je dis à ma femme: “Donne-lui 3 francs. – De suite, mon ami”. Je lui demandai d’où il venait: “Je viens de Grèce”. Et il tire de sa poche des papiers; il me lit les noms des principaux chefs qui commandaient en Grèce: “Pourquoi avez -vous été là-bas? Permettez-moi de vous faire cette question. – C’est mon commandant qui m’a emmené avec lui. – Et pourquoi êtes-vous revenu? – C’est que j’ai vu empaler mon commandant; cela m’a fait se peur que j’ai quitté de suite le pays. Qu’ allez- vous faire? – J’ai des protecteurs au ministre de la guerre”. Je congédiai mon individu, qui se rendit de suite à la mairie pour me dénoncer; il dit au maire que j’avais tenu des propos à un conscrit dans la rue de la Draperie; ce conscript m’ aurait dit: “Bonjour, capitaine. Où vas-tu? En Espagne – Eh bien! Tu n’ en reviendras pas, ni, toi, ni tes camarades”. Je ne tardai pas à être appelé devant le maire…».
“Neuvième cahier”, Les cahiers du Capitaine Coignet, publiès par Lorèdan Larchey, Paris 1883.

« Όμως οι κατάσκοποι ήταν πάντα στο κατόπι μου. Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1822, στις 10 η ώρα το πρωί, ένας ωραίος άντρας, αρκετά καλοντυμένος, παρουσιάστηκε στο σπίτι μου: μπλε ρεντιγκότα, παρόμοιο παντελόνι, μαύρες περιποιημένες φαβορίτες. Είχε μια ουλή από σπαθί από το αυτί ως το στόμα· είχε καθαρά αέρα στρατιωτικού. Δεν μπόρεσα να τον εμποδίσω να μπει στο μικρό μου δωμάτιο: “Κάντε τον κόπο να καθήσετε, θα πάρετε ένα ποτήρι κρασί;”. Η γυναίκα μου είπε: “Θα θέλατε να σας δώσω λίγη σούπα; – Αυτό δεν είναι να το αρνηθεί κανείς” είπε εκείνος. Αφού φρεσκαρίστηκε, μου έδωσε να δω μία λίστα με όλους τους αξιωματικούς που έμεναν στην πόλη: “Ποιός σας έδωσε αυτή τη λίστα; – Δεν τον γνωρίζω. – Βρήκατε κάτι; Α! Ναι”, μου είπε. Είπα στην γυναίκα μου: “Δώσ’ του 3 φράγκα. – Μάλιστα, φίλε μου”. Τον ρώτησα από πού ήρθε: “Από την Ελλάδα”. Και έβγαλε από την τσέπη του κάτι χαρτιά· μου διάβασε τα ονόματα των βασικών αρχηγών που διοικούσαν στην Ελλάδα: “Γιατί ήσασταν εκεί κάτω; Επιτρέψτε μου να σας ρωτήσω. – Ο διοικητής μου με πήρε μαζί του. –Και γιατί γυρίσατε; –Γιατί είδα να τον παλουκώνουν· και αυτό με φόβισε, που έφυγα αμέσως από την χώρα. Τί θα κάνετε; – Έχω προστάτες στο υπουργείο Πολέμου” Έδιωξα τον τύπο, που πήγε αμέσως στο δημαρχείο για να με καταγγείλει· είπε στο δήμαρχο ότι συνομιλούσα με έναν έφεδρο στην οδό Ντραπερί· ο έφεδρος μου είπε: “Καλημέρα, λοχαγέ. Που πας; Στην Ισπανία – Α, καλά! Δεν θα επιστρέψεις ούτε ’σύ, ούτε οι σύντροφοί σου”. Δεν άργησα να κληθώ ενώπιον του δημάρχου…»“
Ένατο τετράδιο”, Τα τετράδια του λοχαγού Coignet, δημοσιευμένα από τον Lorèdan Larchey, Παρίσι 1883.


Ο κα­τα­δό­της που τον επι­σκέ­πτε­ται, ανα­φέ­ρει την λί­στα των σε δια­θε­σι­μό­τη­τα στρα­τιω­τι­κών της πε­ριο­χής, που πα­ρα­κο­λου­θεί, ώστε να του απο­σπά­σει χρή­μα­τα. Στη συ­νέ­χεια απο­κα­λύ­πτε­ται πως ο λό­γος που με­ρι­κοί προ­στρέ­χουν στην επα­να­στα­τη­μέ­νη Ελ­λά­δα εί­ναι για­τί ακο­λου­θούν τον πα­λιό τους διοι­κη­τή. Η βαρ­βα­ρό­τη­τα όμως των Τούρ­κων προς τους αιχ­μα­λώ­τους κά­νει πολ­λούς να γυ­ρί­σουν πί­σω και η δια­σύν­δε­ση κά­ποιων με το υπουρ­γείο Πο­λέ­μου τους επι­τρέ­πει να κα­τα­πια­στούν με άλ­λες πιο ανώ­δυ­νες και προ­σο­δο­φό­ρες ασχο­λί­ες, στρε­φό­με­νοι ενα­ντί­ον των πα­λιών τους ομοϊ­δε­α­τών.

Ο Olivier Voutier θα πε­ρά­σει ένα διά­στη­μα ίσως ως το 1837 στην Ελ­βε­τία, στο Salenstein στον πε­ρί­γυ­ρο της πρώ­ην βα­σί­λισ­σας (της Ολ­λαν­δί­ας) Hortence de Beauharnais και του γιου της πρί­γκι­πα Louis-Napoléon Bonaparte (με­τέ­πει­τα Να­πο­λέ­ο­ντα Γ΄), που ζού­σαν εξό­ρι­στοι στο Castle Arenenberg. Στα 1849 τέ­λος θα εγκα­τα­στα­θεί στην Hyères (στη Νό­τια Γαλ­λία, κο­ντά στην Του­λόν), όπου στα χα­λά­σμα­τα ενός πα­λιού μο­να­στη­ριού θα χτί­σει την έπαυ­λη Castel Sainte Claire, ανά­με­σα σε ελιές και πεύ­κα με θέα το νη­σί της Ανα­το­λής (l’île du Levant). Εδώ, αν και πα­λιός βο­να­παρ­τι­στής θα υπο­στη­ρί­ξει τους δη­μο­κρα­τι­κούς Hyèrois στην μα­χη­τι­κή τους αντί­δρα­ση στο συ­νταγ­μα­τι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα του Δε­κεμ­βρί­ου του 1851. Ο τά­φος του βρί­σκε­ται στο πιο ψη­λό ση­μείο δί­πλα στα ερεί­πια του πύρ­γου του μο­να­στη­ριού.

«... Στη συνέχεια βρίσκουν και το κάτω τμήμα, ένα θραύσμα που συμπλήρωνε την ένωση και δύο ερμαϊκές στήλες. Ο Voutier τα σκιτσάρει πρόχειρα...»
«... Στη συνέχεια βρίσκουν και το κάτω τμήμα, ένα θραύσμα που συμπλήρωνε την ένωση και δύο ερμαϊκές στήλες. Ο Voutier τα σκιτσάρει πρόχειρα...»

Στο με­τα­ξύ οι θε­ω­ρί­ες και οι ευ­φά­ντα­στες από­ψεις για την αρ­χι­κή κα­τά­στα­ση και πα­ρά­στα­ση του αγάλ­μα­τος της Αφρο­δί­της της Μή­λου εί­ναι συ­νε­χείς. Ακρι­βώς πε­νή­ντα χρό­νια με­τά την από­κτη­σή του και για λό­γους προ­φύ­λα­ξης κα­τά τον βομ­βαρ­δι­σμό της πό­λης του Πα­ρι­σιού (Ια­νουά­ριος 1871) κα­τά τον Γαλ­λο­πρω­σι­κό πό­λε­μο και την αι­μα­τη­ρή εξέ­γερ­ση στη συ­νέ­χεια της Πα­ρι­σι­νής Κομ­μού­νας (26 Μαρ­τί­ου - Μάιος 1871) το άγαλ­μα εγκι­βω­τί­ζε­ται και με­τα­κι­νεί­ται. Όταν τα πράγ­μα­τα ηρε­μούν ένας φι­λό­δο­ξος επι­με­λη­τής του Λού­βρου ανα­λαμ­βά­νει την εκ νέ­ου με­λέ­τη, συ­ντή­ρη­ση και έκ­θε­ση. Τό­τε «απο­κα­λύ­πτε­ται» πως το γλυ­πτό δεν έσπα­σε ού­τε κό­πη­κε πο­τέ, αλ­λά τα δύο τμή­μα­τά του εί­ναι από κα­τα­σκευ­ής φτιαγ­μέ­να ξε­χω­ρι­στά και ενώ­νο­νταν με επι­δε­ξιό­τη­τα. Αφαι­ρού­νται και οι διά­φο­ρες ατυ­χείς συ­μπλη­ρώ­σεις.

Στο πλαί­σιο των ερευ­νών του μα­θαί­νει λί­γο αρ­γό­τε­ρα πως ένα πα­λιός αξιω­μα­τι­κός της «L’Estafette», της γο­λέ­τας που φόρ­τω­σε το άγαλ­μα και πε­ρι­διά­βαι­νε έξι μή­νες στα νε­ρά της Με­σο­γεί­ου, ζει υπέρ­γη­ρος κά­που στη Νό­τιο Γαλ­λία, στη Προ­βη­γκία. Πρό­κει­ται για τον πα­ραι­τη­θέ­ντα δό­κι­μο του γαλ­λι­κού βα­σι­λι­κού ναυ­τι­κού Olivier Voutier, τον κα­το­πι­νό Colonel Voutier του Αγώ­να για την ανε­ξαρ­τη­σία των Ελ­λή­νων. Ο Voutier θα στεί­λει τις πλη­ρο­φο­ρί­ες του τυ­πω­μέ­νες σε ένα μι­κρό φυλ­λά­διο 8ου σχή­μα­τος: Découverte et acquisition de la Vénus de Milo par Voutier. Hyères, Souchon 1874 και ένα σκί­τσο του από όταν πρω­τό­ει­δε το εύ­ρη­μα. Τρία χρό­νια με­τά από την έκ­δο­σή του αυ­τή πε­θαί­νει σε ηλι­κία 84 ετών (19 Απρι­λί­ου 1877).

«Το άγαλμα ανακαλύφθηκε από έναν ντόπιο χωρικό που ξεχέρσωνε ένα σημείο πάνω από τα ερείπια του ρωμαϊκού θεάτρου στο Κάστρο της Μήλου» (1820)
«Το άγαλμα ανακαλύφθηκε από έναν ντόπιο χωρικό που ξεχέρσωνε ένα σημείο πάνω από τα ερείπια του ρωμαϊκού θεάτρου στο Κάστρο της Μήλου» (1820)
Egkivwtismeni Afroditi 2


Ο Voutier λοι­πόν δι­η­γεί­ται πως κα­τά τα τέ­λη Μαρ­τί­ου του 1820, όταν το πλοίο του, που υπη­ρε­τού­σε ως πρώ­τος δό­κι­μος, έπια­σε στη Μή­λο, βγή­κε και άρ­χι­σε να ερευ­νά τα ερεί­πια του αρ­χαί­ου θε­ά­τρου· τό­τε έτυ­χε να πα­ρα­τη­ρή­σει ένα χω­ρι­κό, που μα­ζεύ­ο­ντας πέ­τρες λί­γο πιο μα­κριά, κο­ντο­στά­θη­κε πά­νω σε κά­τι δια­φο­ρε­τι­κό, σε ένα κομ­μά­τι μάρ­μα­ρο. Όταν το ξέ­θα­ψαν απο­κα­λύ­φθη­κε ένας γυ­ναι­κεί­ος κορ­μός χω­ρίς χέ­ρια. Στη συ­νέ­χεια βρί­σκουν και το κά­τω τμή­μα, ένα θραύ­σμα που συ­μπλή­ρω­νε την ένω­ση και δύο ερ­μαϊ­κές στή­λες. Ο Voutier τα σκι­τσά­ρει πρό­χει­ρα και σπεύ­δει να ει­δο­ποι­ή­σει τον Γάλ­λο υπο­πρό­ξε­νο στο νη­σί. Πα­ρα­δο­ξό­τη­τα τέ­ταρ­τη της ιστο­ρί­ας: δεν θα μι­λή­σει έκτο­τε πο­τέ για την ανα­κά­λυ­ψη αυ­τή, ού­τε ακό­μα και στα γράμ­μα­τα που στέλ­νει στη Mme Récamier, όταν ξα­να­βρέ­θη­κε στη Μή­λο κα­τά την Επα­νά­στα­ση (Ιού­νιος- Ιού­λιος 1824).

Τα νέα αυ­τά στοι­χεία θα χρεια­στούν ακό­μη 20 χρό­νια για να γί­νουν ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στά με μια σει­ρά ανα­κοι­νώ­σε­ων το κα­λο­καί­ρι του­1890 στην Académie des Inscriptions et Belles Lettres (τυ­πω­μέ­νων στα Mémoires de l’Institut National de France, τόμ. XXXIV, 1892) και να δώ­σουν τέ­λος στις διά­φο­ρες υπο­θέ­σεις των ει­δι­κών για τα χέ­ρια της Αφρο­δί­της και την επι­γρα­φή της βά­σης. Εί­ναι η τε­λευ­ταία και ίσως πιο «πα­ρά­ξε­νη» από τις πα­ρα­δο­ξό­τη­τες γύ­ρω από την Αφρο­δί­τη της Μή­λου, με μία και μό­νο εξαί­ρε­ση τον πο­λύ Salomon Reinach, μέ­λος του Ιν­στι­τού­του ης Γαλ­λί­ας, κα­θη­γη­τή στη Σχο­λή του Λού­βρου και συ­ντά­κτη του πε­ρί­φη­μου τρί­το­μου Répertoire de la Statuaire Grecque et Romain (1897-8), που δεν έπα­ψε να ισχυ­ρί­ζε­ται πως πρό­κει­ται για το άγαλ­μα της θε­άς της θά­λασ­σας Αμ­φι­τρί­της (και ακό­μη: αρ­χαιό­τε­ρο κα­τά διό­μι­σι αιώ­νες, απο­πνέ­ει το πνεύ­μα της Σχο­λής του Φει­δία).

Την ίδια χρο­νιά τυ­πώ­νε­ται και η πέμ­πτη έκ­δο­ση, έκτο­τε η έκ­δο­ση ανα­φο­ράς, των Poèmes antiques (1852) του Leconte des Lisle. Οι γνω­στές ως τό­τε πα­ρα­στά­σεις της Αφρο­δί­της αντι­πα­ρα­βάλ­λο­νται με το άγαλ­μα του Λού­βρου και σε δέ­κα τε­τρά­στι­χα η κα­θα­ρό­τη­τα της έκ­φρα­σης, η δε­ξιο­τε­χνία της φόρ­μας, ο κλα­σι­κός ιδε­α­λι­σμός σχη­μα­τί­ζουν την επι­το­μή του παρ­νασ­σι­σμού, που αν­θεί την επο­χή εκεί­νη.

Egkivwtismeni Afroditi 1

Vénus de Milo

Marbre sacré, vêtu de force et de génie,
Déesse irrésistible au port victorieux,
Pure comme un éclair et comme une harmonie,
O Vénus, ô beauté, blanche mère des Dieux!

Tu n'es pas Aphrodite, au bercement de l'onde,
Sur ta conque d'azur posant un pied neigeux,
Tandis qu'autour de toi, vision rose et blonde,
Volent les Rires d'or avec l'essaim des Jeux.

Tu n'es pas Kythérée, en ta pose assouplie,
Parfumant de baisers l'Adonis bienheureux,
Et n'ayant pour témoins sur le rameau qui plie
Que colombes d'albâtre et ramiers amoureux.

Et tu n'es pas la Muse aux lèvres éloquentes,
La pudique Vénus, ni la molle Astarté
Qui, le front couronné de roses et d'acanthes,
Sur un lit de lotos se meurt de volupté.

Non ! les Rires, les Jeux, les Grâces enlacées,
Rougissantes d'amour, ne t'accompagnent pas.
Ton cortège est formé d'étoiles cadencées,
Et les globes en choeur s'enchaînent sur tes pas.

Du bonheur impassible ô symbole adorable,
Calme comme la Mer en sa sérénité,
Nul sanglot n'a brisé ton sein inaltérable,
Jamais les pleurs humains n'ont terni ta beauté.

Salut ! A ton aspect le coeur se précipite.
Un flot marmoréen inonde tes pieds blancs;
Tu marches, fière et nue, et le monde palpite,
Et le monde est à toi, Déesse aux larges flancs!

Iles, séjour des Dieux ! Hellas, mère sacrée!
Oh ! que ne suis-je né dans le saint Archipel,
Aux siècles glorieux où la Terre inspirée
Voyait le Ciel descendre à son premier appel!

Si mon berceau, flottant sur la Thétis antique,
Ne fut point caressé de son tiède cristal;
Si je n'ai point prié sous le fronton attique,
Beauté victorieuse, à ton autel natal;

Allume dans mon sein la sublime étincelle,
N'enferme point ma gloire au tombeau soucieux;
Et fais que ma pensée en rythmes d'or ruisselle,
Comme un divin métal au moule harmonieux.

Αφροδίτη της Μήλου

Μάρμαρο ιερό, ντυμένο πνεύμα και δύναμη, / Θεά ακαταμάχητη, νικήτρια, / Αγνή ως η αστραπή και η αρμονία, / Ω, Αφροδίτη! ω, κάλλος! λευκή μητέρα των Θεών!
Δεν είσαι η Αφροδίτη, στο λίκνισμα του κύματος, / Στο γαλάζιο σου κοχύλι στηρίζεται ένα πάλευκο πόδι / Ενώ γύρω σου πετούν ρόδινα και ξανθά βλέμματα, / Γέλια χρυσά και παιχνιδίσματα.
Δεν είσαι η Κυθέρεια, στην χαλαρή σου στάση, / Ραίνοντας με φιλιά τον ευτυχισμένο Άδωνη, / Με μάρτυρες στο λυγισμένο κλαδί / Περιστέρια από αλάβαστρο και ερωτευμένες φάσσες.
Και δεν είσαι η Μούσα με τα εύγλωττα χείλη, / Η σεμνή Αφροδίτη, ούτε η αβρή Αστάρτη / Που, με το μέτωπο στεφανωμένο με τριαντάφυλλα και άκανθες, / Σε ένα κρεβάτι από λωτούς πεθαίνει από ηδυπάθεια.
Όχι! Τα Γέλια, τα Παιχνίδια, οι Χάριτες αγκαλιασμένες, / Που κοκκινίζουν από έρωτα, δεν σε συνοδεύουν. / Η πομπή σου είναι σχηματισμένη από ρυθμικά αστέρια, / Και οι πλανήτες εν χορώ ακολουθούν τα βήματά σου.
Της ανυπέρβλητης μακαριότητας ω! σύμβολο αξιολάτρευτο, / Ήρεμη σαν τη Θάλασσα στη γαλήνη της, / Κανένας λυγμός δεν ξέσπασε στο άψογο στήθος σου, / Ποτέ ανθρώπινο δάκρυ δεν θόλωσε την ομορφιά σου.
Χαίρε! Στην όψη σου η καρδιά σπαρταράει. / Κύμα μαρμαρυγίας κατακλύζει τα λευκά σου πόδια, / Περπατάς, περίφανη και γυμνή, και ο κόσμος πάλλεται, / Και ο κόσμος σου ανήκει, καλλίπυγη Θεά!
Νησιά, των Θεών κατοικία! Ελλάδα, αγία μητέρα! / Ω! Να ήμουν γεννημένος στο ιερό Αρχιπέλαγος, / Στους ένδοξους αιώνες όπου η Γη θεόπνευστη / Έβλεπε τον Ουρανό να κατεβαίνει στο πρώτο της κάλεσμα!
Αν το λίκνο μου, πλέοντας στην αρχαία Θέτιδα, / Δεν το θώπευε η κρυστάλλινη θέρμη της· / Αν δεν προσευχόμουν κάτω από το αρχαίο αέτωμα, / Κάλλος νικηφόρο, στο γενέθλιο βωμό σου·
Άναψε στο στήθος μου την θεία σπίθα, / Μην κλείνεις την οίηση μου σε σκοτεινό μνημείο· / Και κάνε την σκέψη μου να κυλά σε χρυσούς ρυθμούς, / Σαν ένα θείο μέταλλο σε αρμονικό καλούπι.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: