Ο θησαυρός της νιότης

Μετάφραση: Ελένη Χαρατσή
Ο θησαυρός της νιότης

Τα παι­διά εί­ναι εκ φύ­σε­ως αχά­ρι­στα, πράγ­μα κα­τα­νοη­τό εφ’ όσον δεν κά­νουν τί­πο­τ’ άλ­λο από το να μι­μού­νται τους αγα­πη­τούς γο­νείς τους. Έτσι, τα ση­με­ρι­νά παι­διά, γυρ­νά­νε απ’ το σχο­λείο πα­τά­νε ένα κου­μπί και κά­θο­νται να δουν τις σει­ρές της σε­ζόν χω­ρίς να κά­τσουν να σκε­φτούν ού­τε μια στιγ­μή το τε­χνο­λο­γι­κό θαύ­μα της τη­λε­ό­ρα­σης. Γι’ αυ­τό και εί­ναι ανώ­φε­λο να εκ­θειά­ζεις στα νή­πια την ιστο­ρία της επι­στη­μο­νι­κής προ­ό­δου εκ­με­ταλ­λευό­με­νος την πρώ­τη κα­τάλ­λη­λη αφορ­μή – όπως, ας πού­με, το πέ­ρα­σμα ενός θο­ρυ­βώ­δους αε­ριω­θού­με­νου αε­ρο­πλά­νου – με σκο­πό να δεί­ξεις στους νέ­ους τα θαυ­μα­στά απο­τε­λέ­σμα­τα της αν­θρώ­πι­νης προ­σπά­θειας.
Το πα­ρά­δειγ­μα του «τζετ» εί­ναι μια από τις κα­λύ­τε­ρες απο­δεί­ξεις. Όλοι ξέ­ρουν, ακό­μα κι αν δεν έχουν τα­ξι­δέ­ψει μ’ αυ­τό, τι αντι­προ­σω­πεύ­ουν τα σύγ­χρο­να αε­ρο­πλά­να: τα­χύ­τη­τα, ησυ­χία στο θά­λα­μο, στα­θε­ρό­τη­τα, ακτί­να δρά­σης.
Αλ­λά η επι­στή­μη εί­ναι εξ ορι­σμού μια ανα­ζή­τη­ση χω­ρίς τέ­λος, και τα «τζετ» δεν άρ­γη­σαν να γί­νουν πα­ρω­χη­μέ­να, έχο­ντας ξε­πε­ρα­στεί από νέ­ες θαυ­μα­στές απο­δεί­ξεις της αν­θρώ­πι­νης διά­νοιας. Πα­ρά τους νε­ω­τε­ρι­σμούς τους τα αε­ρο­πλά­να αυ­τά εί­χαν πολ­λά μειο­νε­κτή­μα­τα, μέ­χρι που έφθα­σε η μέ­ρα που αντι­κα­τα­στά­θη­καν από τα αε­ρο­πλά­να με έλι­κα. Αυ­τή η κα­τά­κτη­ση σή­μα­νε μια σπου­δαία πρό­ο­δο για­τί, κα­θώς πε­τού­σαν με χα­μη­λή τα­χύ­τη­τα και σε χα­μη­λό ύψος, ο πι­λό­τος εί­χε πε­ρισ­σό­τε­ρες δυ­να­τό­τη­τες να ακο­λου­θή­σει τη σω­στή πο­ρεία και να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει σε κα­λές συν­θή­κες ασφα­λεί­ας τους χει­ρι­σμούς της απο­γεί­ω­σης και προ­σγεί­ω­σης. Ωστό­σο, οι ει­δι­κοί εξα­κο­λού­θη­σαν να ερ­γά­ζο­νται προς ανα­ζή­τη­ση νέ­ων μέ­σων επι­κοι­νω­νί­ας με ακό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρα πλε­ο­νε­κτή­μα­τα, κι έτσι, με­τά από σύ­ντο­μο διά­στη­μα, πα­ρου­σί­α­σαν δύο κε­φα­λαιώ­δεις ανα­κα­λύ­ψεις: εν­νο­ού­με τα ατμό­πλοια και τον σι­δη­ρό­δρο­μο. Για πρώ­τη φο­ρά, χά­ρη σ’ αυ­τές, πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε η εξαι­ρε­τι­κή κα­τά­κτη­ση να τα­ξι­δεύ­ει κα­νείς στο επί­πε­δο της γης με το ανε­κτί­μη­το πε­ρι­θώ­ριο ασφα­λεί­ας που αυ­τό ση­μαί­νει.
Ας πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με πα­ράλ­λη­λα την εξέ­λι­ξη αυ­τών των τε­χνι­κών ξε­κι­νώ­ντας από τη ναυ­σι­πλο­ΐα. Ο κίν­δυ­νος των πυρ­κα­γιών, τό­σο συ­χνός στα ανοι­χτά πε­λά­γη, πα­ρα­κί­νη­σε τους μη­χα­νι­κούς να βρουν ένα σύ­στη­μα πιο ασφα­λές: έτσι γεν­νή­θη­κε η ιστιο­πλο­ΐα, και αρ­γό­τε­ρα (αν και η χρο­νο­λο­γία δεν εί­ναι ακρι­βής), η κω­πη­λα­σία ως το πε­ρισ­σό­τε­ρο πλε­ο­νε­κτι­κό μέ­σο για να κι­νού­νται τα πλοία.
Αυ­τή ήταν μια ση­μα­ντι­κή πρό­ο­δος αλ­λά από και­ρού εις και­ρόν συ­νέ­χι­σαν να πα­ρα­τη­ρού­νται ναυά­για για διά­φο­ρους λό­γους μέ­χρι που η τε­χνι­κή εξέ­λι­ξη πρό­σφε­ρε μια σί­γου­ρη και τε­λειο­ποι­η­μέ­νη μέ­θο­δο για τη με­τα­κί­νη­ση στο νε­ρό. Εν­νο­ού­με, φυ­σι­κά, την κο­λύμ­βη­ση με­τά από την οποία δεν μπο­ρεί να υπάρ­ξει κα­μία νέα πρό­ο­δος αν και, βε­βαί­ως, η επι­στή­μη προ­σφέ­ρει εκ­πλή­ξεις αφει­δώς.
Σε ό,τι αφο­ρά τους σι­δη­ρο­δρό­μους, τα πλε­ο­νε­κτή­μα­τά τους ήταν προ­φα­νή σε σχέ­ση με τα αε­ρο­πλά­να αλ­λά ξε­πε­ρά­στη­καν κι αυ­τά με τη σει­ρά τους από τις άμα­ξες, οχή­μα­τα που δεν μό­λυ­ναν τον αέ­ρα με τον κα­πνό από πε­τρέ­λαιο ή κάρ­βου­νο, και που επέ­τρε­παν να θαυ­μά­ζει κα­νείς το το­πίο και την ορ­μή των αλό­γων που τις έσερ­ναν. Το πο­δή­λα­το, μέ­σο με­τα­φο­ράς απο­λύ­τως επι­στη­μο­νι­κό, το­πο­θε­τεί­ται ιστο­ρι­κά με­τα­ξύ της άμα­ξας και του σι­δη­ρο­δρό­μου, χω­ρίς να εί­ναι δυ­να­τό να ορι­σθεί επα­κρι­βώς η στιγ­μή της εμ­φά­νι­σής του.
Αντι­θέ­τως, εί­ναι γνω­στό, και αυ­τό απο­τε­λεί το τε­λευ­ταίο σκα­λο­πά­τι της κλί­μα­κας της προ­ό­δου, ότι η αναμ­φι­σβή­τη­τη έλ­λει­ψη άνε­σης των αμα­ξών όξυ­νε τον αν­θρώ­πι­νο νου σε τέ­τοιο ση­μείο που δεν άρ­γη­σε να εφεύ­ρει ένα ασύ­γκρι­το μέ­σο με­τα­φο­ράς που ήταν η με­τα­κί­νη­ση με τα πό­δια. Πε­ζοί και κο­λυμ­βη­τές απο­τε­λούν την κο­ρυ­φή της επι­στη­μο­νι­κής πυ­ρα­μί­δας όπως μπο­ρεί κα­νείς να δια­πι­στώ­σει σε οποια­δή­πο­τε ακτή βλέ­πο­ντας τους πε­ρι­πα­τη­τές στην προ­κυ­μαία που με τη σει­ρά τους πα­ρα­τη­ρούν με ικα­νο­ποί­η­ση την εξέ­λι­ξη των λουο­μέ­νων. Ίσως γι’ αυ­τό υπάρ­χουν τό­σοι άν­θρω­ποι στις πα­ρα­λί­ες, εφ’ όσον όλη η αν­θρω­πό­τη­τα χαι­ρε­τί­ζει την πρό­ο­δο της επι­στή­μης – αν και τα παι­διά την αγνο­ούν– κυ­ρί­ως την επο­χή των δια­κο­πών.

[Τε­λευ­ταίο round, 1969]

ΒΡΕΙ­ΤΕ ΤΑ ΒΙ­ΒΛΙΑ ΤΟΥ Χού­λιο Κορ­τά­σαρ ΣΤΟΝ ΙΑ­ΝΟ.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: