Οι γάτες του Τρίτου και άλλοι ζωντανοί

Οι γάτες του Τρίτου και άλλοι ζωντανοί

                                  Στη μη­τέ­ρα μου

Με τον τρό­πο τού  Χε­μιν­γου­έη
Πέ­τα­γε.
Πέ­τα­ξε.

Νike φθινοπώρου

Από τό­τε μπαι­νο­βγά­ζω τα αθλη­τι­κά μου Nike, χρώ­μα­τος γα­λά­ζιου και νού­με­ρου 38, με δε­μέ­να τα κορ­δό­νια. Εξαι­τί­ας κά­ποιας πε­ρί­ερ­γης σύ­να­ψης νευ­ρώ­νων του εγκε­φά­λου, που εί­ναι κλη­ρο­νο­μι­κή (από την πλευ­ρά του πα­τέ­ρα μου), δεν μπο­ρώ να δέ­σω σω­στά τα κορ­δό­νια μου (ναι, υπάρ­χει σω­στός τρό­πος). Όπο­τε επι­χεί­ρη­σα, εί­τε τα έδε­να κό­μπο τό­σο σφι­χτό που τα έκο­βα με­τά με ψα­λί­δι, εί­τε τα έδε­να τό­σο άτσα­λα που ξε­λύ­νο­νταν και πα­τώ­ντας τα σκου­ντου­φλού­σα στα σκο­τά­δια των βη­μά­των μου. Τα αθλη­τι­κά μου Nike φυ­σι­κά έχουν ξε­χει­λώ­σει και έχουν χά­σει την πα­λιά τους λάμ­ψη. Όμως εγώ τα αγα­πάω και τα φρο­ντί­ζω όσο μπο­ρώ. Μέ­χρι και τη­λε­σκο­πι­κό με­ταλ­λι­κό κό­κα­λο πα­που­τσιών αγό­ρα­σα για να τα δια­τη­ρή­σω... για­τί πράγ­μα­τι τα κορ­δό­νια τους εί­ναι πο­λύ όμορ­φα δε­μέ­να, με συμ­με­τρι­κές κα­μπύ­λες, αρ­μο­νι­κές τα­λα­ντώ­σεις και έναν φιό­γκο κά­τα­σπρο σαν αυ­τόν που στο­λί­ζει τα μαλ­λιά της μη­τέ­ρας μου σε μια μα­θη­τι­κή φω­το­γρα­φία του 1952.

Της μη­τέ­ρας μου.
Που μου έδε­σε τα κορ­δό­νια των Nike μου το πρω­ι­νό της 22ας Σε­πτεμ­βρί­ου 2017 για τε­λευ­ταία φο­ρά.

Διάσπαση ατόμου

Εί­μαι ξα­πλω­μέ­νη σε πλά­για συ­νε­σταλ­μέ­νη στά­ση. Τα πό­δια μου λυ­γι­σμέ­να προς το στή­θος και τα χέ­ρια μου ανα­δι­πλω­μέ­να. Μπο­ρεί να κοι­μά­μαι. Σί­γου­ρα ονει­ρεύ­ο­μαι. Αφαι­ρώ. Όλους τους βα­σι­λι­κούς και τις γαρ­δέ­νιες που φύ­τε­ψες. Όλες τις θά­λασ­σες που δεν εί­δες. Έχω πυ­κνω­θεί και πυ­ρα­κτω­θεί σαν πυ­ρή­νας. Εσύ τα­ΐ­ζεις τα πτη­νά του ου­ρα­νού με στα­ρά­κι γλυ­κό και ρό­δι κα­τα­κόκ­κι­νο. Φθι­νο­πω­ριά­ζει. Η άχνη ζά­χα­ρη φέγ­γει λι­γου­λά­κι ακό­μα ενώ σκο­τει­νιά­ζου­με. Σκο­τει­νιά­ζου­με. Για­τί ού­τε με τη σχά­ση του θα­νά­του μας δεν θα φω­τι­στεί ο Πά­νω Κό­σμος, Μη­τέ­ρα.

Όνειρο θερινής νυκτός

Το όνει­ρο που βλέ­πω δεν λέ­ει να τε­λειώ­σει. Διαρ­κεί 14 ημέ­ρες και 18 ώρες ακρι­βώς. Βλέ­πω ότι έχεις πε­θά­νει. Ναι, εί­ναι τε­τε­λε­σμέ­νο, δεν μπο­ρώ να κά­νω τί­πο­τα, ο χρό­νος -ο ίδιος που θα με για­τρέ­ψει, όπως όλοι λέ­νε- τώ­ρα εί­ναι μι­ση­τός εχθρός και δεν γυ­ρί­ζει πί­σω. Έχεις πε­θά­νει. Το σπί­τι σκο­τει­νό, φω­το­γρα­φί­ες σου πα­ντού, οι γά­τες σιω­πη­λές και ένας άνε­μος κα­κός που φυ­σά­ει σαν από πα­λιό χει­μώ­να. Υπάρ­χει σκό­νη και μια μυ­ρω­διά δάφ­νης, αυ­τής που δεν πρό­λα­βες να βά­λεις στο φα­γη­τό της Πα­ρα­σκευ­ής.
Όμως ξέ­ρω ότι όλα αυ­τά εί­ναι όνει­ρο. Αύ­ριο θα ξυ­πνή­σω, εί­ναι ημέ­ρα Σάβ­βα­το που τό­σο σου αρέ­σει, ο και­ρός εί­ναι ζε­στός και ποι­η­τι­κός, ο ου­ρα­νός κα­τα­γά­λα­νος και εσύ γε­λάς με κρό­το απα­ρη­γό­ρη­τα και δεν φο­βά­σαι τί­πο­τα.

Βροχή

Όταν έβρε­χε με πε­ρί­με­νες πε­ρισ­σό­τε­ρο. Έλε­γες ότι μύ­ρι­ζε ωραία η βρο­χή στα χέ­ρια μου και στον λαι­μό μου. Δεν ανη­συ­χού­σες, έλε­γες. Για τη βρο­χή πε­ρί­με­νες, τη μυ­ρι­στι­κή.
Βρέ­χο­μαι. Θέ­λω να μ’ αγκα­λιά­σεις. Μυ­ρί­ζω βρο­χή όσο η βρο­χή δεν μύ­ρι­σε πο­τέ. Και πε­ρι­μέ­νω.

Ημερολόγιο

Σάβ­βα­το 14 Οκτω­βρί­ου. Εί­σαι νε­κρή 22 μέ­ρες και 2 ώρες. Προ­βλη­μα­τί­ζο­μαι για τη δια­χεί­ρι­ση του χρό­νου σου και την ποιό­τη­τα του σκο­τα­διού σου (διέ­κρι­νες τα σκο­τά­δια μο­λο­νό­τι τα φο­βό­σουν όλα). Με ανη­συ­χεί η νυ­χτε­ρι­νή υγρα­σία που σε αρ­ρώ­σται­νε. Ξέ­ρω βέ­βαια ότι θα αντε­πε­ξέλ­θεις πα­ρά τις αντι­κει­με­νι­κές δυ­σκο­λί­ες και θα δια­λυ­θείς ήσυ­χα σαν γύ­ρη λου­λου­διού στο αε­ρά­κι του φθι­νο­πώ­ρου (γε­λάω στη σκέ­ψη ότι οι πα­ρο­μοιώ­σεις σε εκνεύ­ρι­ζαν. Εσύ ήσουν, δεν ήσουν σαν). Ξέ­ρω πως και εγώ θα αντε­πε­ξέλ­θω και δεν θα ανη­συ­χώ πια για το ισχίο σου. Σε λί­γο και­ρό μπο­ρεί να σε ξε­χά­σω, να μη σε σκέ­φτο­μαι κά­θε κλά­σμα του δευ­τε­ρο­λέ­πτου. Όμως, κα­θώς κα­τη­φο­ρί­ζω και βλέ­πω όλη την πό­λη μας να απλώ­νε­ται μπρο­στά μου, σου λέω πως εί­σαι ο ζω­ντα­νός ορί­ζο­ντάς μου.

Ο Ρίκο

Εί­ναι ο νε­α­ρός γά­τος του 13ου τμή­μα­τος. Δεν έρ­χε­ται όταν τον φω­νά­ζουν ού­τε όταν ακού­ει ήχο ξη­ράς τρο­φής. Έρ­χε­ται μό­νο όταν μυ­ρί­σει λι­βά­νι. Η κυ­ρά του, μια εξη­ντά­χρο­νη κα­λο­στε­κού­με­νη που έχα­σε τον τρια­ντά­χρο­νο γιο της, λι­βα­νί­ζει και ταυ­τό­χρο­να τον φω­νά­ζει τρα­γου­δι­στά «Ρί­κο Ρί­κο ρί­κο­κο». Ο γά­τος έρ­χε­ται και αρ­χί­ζει να κά­νει τού­μπες και φούρ­λες στα πό­δια της, ενώ εκεί­νη εξα­κο­λου­θεί να τρα­γου­δά­ει. Ο Ρί­κο πη­δά­ει από μνή­μα σε μνή­μα χα­ρού­με­νος και εκεί­νη υψώ­νει το θυ­μια­τή­ρι και τη φω­νή της «τ’α­γό­ρι μου τ’α­γό­ρι μου τ’α­γό­ρι μου γλυ­κό και τρα­γα­νό σαν κα­ρα­μέ­λα…».
Ένα άρω­μα μο­σχο­λί­βα­νου τυ­λί­γει τη σκη­νή της μαύ­ρης μα­γεί­ας ενώ το μιού­ζι­καλ συ­νε­χί­ζε­ται.

Γυαλιά σομόν ηλίου

Σή­με­ρα Σάβ­βα­το 21 Οκτω­βρί­ου και η μι­κρή σου κό­ρη σού ’φε­ρε τα αγα­πη­μέ­να σου γυα­λιά, ναι, τα σο­μόν, τα Prada, αυ­τά που σου αγο­ρά­σα­με από την Ερ­μού (ή τη Στα­δί­ου;), από τον Αρ­τε­μιά­δη, εκεί­να τα Χρι­στού­γεν­να του 2010, τό­τε που έλα­μπες όταν σου λέ­γα­με πως μοιά­ζεις με την Μπέρ­γκ­μαν. Βλέ­πεις, αν και φθι­νό­πω­ρο προ­χω­ρη­μέ­νο, ο ήλιος καί­ει, και τα μά­τια σου ευαί­σθη­τα στο φως θα αρ­χί­σουν να δα­κρύ­ζουν. Εί­σαι και από τη φύ­ση σου λί­γο με­λό και θα το πα­ρα­κά­νεις.
Όχι πως δεν κα­τα­λα­βαί­νου­με.
Εί­ναι κομ­μά­τι δύ­σκο­λο να μην μπο­ρείς να δεις το φως του ήλιου.

Βυζαντινόν

Και έλε­γα τώ­ρα θα βά­λεις γέ­λια βρο­ντε­ρά και θα ση­κώ­σεις άνε­μο τρε­λό, θα πα­ρα­σύ­ρεις άμ­φια και κε­ριά, τέ­μπλα και εξα­πτέ­ρυ­γα και έλε­γα τώ­ρα κό­λα­ση και πα­ρά­δει­σος θα μεί­νουν ενε­οί, για τον θεό ποιος νοιά­ζε­ται, τώ­ρα θα ση­κω­θείς και θα μου πεις εί­ναι ωραί­ος ο και­ρός πά­με μια βόλ­τα με το καρ θά­λασ­σα θέ­λω αλ­λά μην τρέ­χεις βόλ­τα πά­με δεν βια­ζό­μα­στε όλος ο χρό­νος εί­ναι –πια– δι­κός μου.

Εις κεκοιμημένους

Δεν ξέ­ρω αν το σώ­μα σου εί­ναι σπο­ρά. Μάλ­λον δεν εί­ναι.
Ού­τε γνω­ρί­ζω αν δια­λά­μπεις στο φως του Σο­λω­μού που πα­τεί χα­ρού­με­νο τον Άδη και τον Χά­ρο. Εγώ σε νιώ­θω σκο­τει­νή. Για ένα να εί­σαι σί­γου­ρη.
Τρε­μί­ζει ο θά­να­τός σου όταν ση­κώ­νε­ται απε­γνω­σμέ­νος ο αέ­ρας μου.

Γηράσκω αεί διδασκομένη

Μα­θαί­νω να ζω χω­ρίς εσέ­να. Δεν εί­ναι εύ­κο­λο αλ­λά εί­ναι παν­θο­μο­λο­γου­μέ­νη η έφε­σή μου στη γνώ­ση. Συ­χνά, βέ­βαια, εξα­ντλού­μαι. Κά­ποια βρά­δια ξε­νυ­χτώ μα­ζί σου, πί­νω μαύ­ρο γά­λα και ανά­βω σπίρ­τα. Τις Κυ­ρια­κές φο­ρώ τη ρό­μπα σου και μα­γει­ρεύω ψά­ρια ανοι­χτής θα­λάσ­σης, πα­ρη­γο­ρη­τι­κά. Σκέ­φτο­μαι τη μο­να­ξιά του κό­σμου. Σκέ­φτο­μαι την αλη­τεία του θε­ού (του μη ανα­γώ­γι­μου). Σκέ­φτο­μαι τη γλώσ­σα μου που ορ­φά­νε­ψε. Και συ­νε­χί­ζω.

Τετάρτες

Έρ­χο­μαι προ­ε­τοι­μα­σμέ­νη. Προ­σπα­θώ να στα­θώ στο σω­στό ση­μείο, ανά­με­σα στο όριο του πέν­θους και του πέν­θους. Του θρή­νου και του θρή­νου μου. Σου μι­λώ στη γλώσ­σα των ζω­ντα­νών, όπως μι­λού­σα­με πα­λιά. Σου πε­ρι­γρά­φω τα λου­λού­δια που σου φέρ­νω, τις πα­σχα­λιές της προ­σε­χούς μας άνοι­ξης. Εσύ δεν απο­κρί­νε­σαι. Μό­νον η γά­τα σου η μπλε μού απα­ντά, ο φύ­λα­κας του άσβε­στου γα­λα­ζω­πού φω­τός σου. Αρ­χί­ζω να μι­λώ τη γλώσ­σα των νε­κρών. Ολι­σθη­ρή η γλώσ­σα των νε­κρών, γλι­στράω μέ­σα της. Και ενώ με κα­τα­πί­νει, νια­ου­ρη­τά σκί­ζουν τα κύτ­τα­ρά μου.

Annus mirabilis

Αυ­τός ο χρό­νος θα εκ­πνεύ­σει μέ­σα σε ένα lento θρη­νώ­δες που σβή­νει σαν την ανά­σα που κά­πο­τε εί­χες. Ξέ­ρω πως δεν το νιώ­θεις, μα η απου­σία σου –πα­ρου­σία βα­ριά και πη­χτή σαν κα­πνός από φλό­γα– με εξά­ντλη­σε. Εί­ναι, ξέ­ρω, νω­ρίς. Για­τί ο χρό­νος –λέ­νε– ανί­κη­τος εί­ναι. Εί­ναι, λέω, αρ­γά. Για­τί εσύ τον έχεις νι­κή­σει πο­λύ τρυ­φε­ρό­τε­ρα.

Πωλ Σεζάν

Όταν ση­κώ­νει άνε­μο το θνή­σκειν και σα­ρώ­νει
(ναι, και νε­κρή εί­σαι σα­ρω­τι­κή)
τό­τε όλοι μι­λούν για αιω­νιό­τη­τα.
Όμως η αιω­νιό­τη­τα μου εί­ναι αδιά­φο­ρη
Μη­τέ­ρα.
Την τρυ­φε­ρή και τρα­γα­νή θνη­τό­τη­τά σου
προσ­δο­κώ.
Το κόκ­κι­νο το μή­λο της νε­κρής σου φύ­σης
θέ­λω να δα­γκώ­σω.

Σφάλμα

Με τον θά­να­τό σου διέ­πρα­ξες με­γά­λο σφάλ­μα. Φυ­σι­κά δεν το ήθε­λες - το σφάλ­μα σου ήταν ακού­σιο. Και έτσι, όμως, οι πε­ποι­θή­σεις μου κλο­νί­στη­καν. Βε­βαιό­τη­τες τύ­που η ζωή (Σου) εί­ναι το αντί­θε­το του θα­νά­του, ο ήλιος (Σου) θα μας ζε­σταί­νει πά­ντα, τα κουάρκ της άφθαρ­της ύλης (Σου) συ­νι­στούν την ύψι­στη τρυ­φε­ρό­τη­τα, διερ­ρά­γη­σαν αμε­τά­κλη­τα. Τώ­ρα συμ­βι­βά­ζο­μαι με πα­ρα­δεγ­μέ­νες νόρ­μες, όπως τη νο­μο­τε­λεια­κή αλ­λη­λο­δια­δο­χή ζω­ής και θα­νά­του, το ανα­πά­ντε­χο του βί­ου και τη στιγ­μιαία (ένας παλ­μός, ένας παλ­μός μό­νο) με­τα­στρο­φή της τύ­χης.
Ο θά­να­τός σου ήταν σφάλ­μα. Με βύ­θι­σε σε μια κοι­νο­το­πία σκέ­ψης, σε έναν βάλ­το ελα­φρών προ­σεγ­γί­σε­ων της ψυ­χής. Σε μια αμ­φι­θυ­μι­κή με­τα­φυ­σι­κή δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρί­ας.

Ο θά­να­τός σου με εξέ­θε­σε ανε­πα­νόρ­θω­τα
Μη­τέ­ρα.



[Από την ομό­τι­τλη ανέκ­δο­τη συλ­λο­γή ]

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: