Λεηλασίες και ισοζύγια

Η αίθουσα συναυλιών του «Athenaeum», πριν τον βανδαλισμό.
Η αίθουσα συναυλιών του «Athenaeum», πριν τον βανδαλισμό.

Κακοὶ μάρτυρες ἀνθρώποισιν ὀφθαλμοὶ καὶ ὦτα βαρβάρους ψυχὰς ἐχόντων

Όταν το χιό­νι πέ­φτει στα βό­ρεια προ­ά­στια, εί­ναι η στιγ­μή να μι­λή­σεις για ζωή και για θά­να­το. Και για τον χρό­νο, το φω­τα­γω­γη­μέ­νο κα­ρου­σέλ που πά­νω στ’ αλο­γά­κια του σαν μι­κρά παι­διά ανε­βο­κα­τε­βαί­νου­με, και που στο ψι­λό­βρο­χο των ήχων του με­τε­ω­ρι­ζό­μα­στε και διό­λου δε μας νοιά­ζει ο μά­στο­ρας που το κι­νεί, και διό­λου δε μας νοιά­ζει που θα ‘ρθεί και άλ­λων η σει­ρά με­τά να το ανέ­βου­νε. Όταν το χιό­νι πέ­φτει ημε­ρε­μέ­νο σαν θά­να­τος στα βό­ρεια προ­ά­στια, νι­φά­δες που επι­βρα­δύ­νουν, μύ­ριοι ει­σβο­λείς-αλε­ξι­πτω­τι­στές με τη συ­ναί­νε­σή μας στο παρ­θέ­νο μέ­σα Μά­λε­με, το κά­θε μέ­ρα έτοι­μο, το κά­θε μέ­ρα δύ­σθυ­μο σ’ ό,τι δεν ξέ­ρει, κι όμως!, τό­τε που ο χρό­νος μέ­νει σπί­τι και ρου­θου­νί­ζει πλάι μας στο πά­τω­μα σαν τον πι­στό σκύ­λο, τό­τε εί­ναι η ώρα για να πεις ό,τι κα­νείς πο­τέ δεν θα ακού­σει, για­τί όλοι τώ­ρα ξέ­ρου­νε και τί­πο­τα κα­νείς δε θέ­λει πια να μά­θει.

Μες στα Χρι­στού­γεν­να που πέ­ρα­σαν, και που δεν ήταν χιο­νι­σμέ­να μα ηλιό­λου­στα, σαν προ­κα­τα­βο­λή των Αλ­κυο­νί­δων μέ­σα στον Δε­κέμ­βριο, κά­ποια βρά­δια, τό­τε που η αστυ­νο­μία ξε­κου­ρα­ζό­ταν απ’ τον κά­μα­το των προ­στί­μων κι απ’ το κυ­νή­γι των δια­δη­λω­τών, και που οι πε­ζό­δρο­μοι στο κέ­ντρο της Αθή­νας απέ­να­ντι απ’ τον ναό του Ηφαί­στου φι­λο­ξε­νού­σαν μο­να­χά αστέ­γους μέ­σα στα χαρ­τό­κου­τά τους, άγνω­στοι ει­σέ­βα­λαν στον ιε­ρό χώ­ρο του Athenaeum –ιε­ρό κα­θώς κά­πο­τε το Πο­λυ­τε­χνείο και κα­θώς ιε­ρό μιας εκ­κλη­σιάς που επι­σκε­φτή­κα­με στον ύπνο μας κι ύστε­ρα την ξε­χά­σα­με– και τον βε­βή­λω­σαν, τον ξέ­σκι­σαν, τον λε­η­λά­τη­σαν. Κι ύστε­ρα δέ­σα­νε το πτώ­μα του στο άρ­μα της αναι­σχυ­ντί­ας, και το έσυ­ραν στην αγο­ρά να δια­λα­λή­σουν το κα­τόρ­θω­μα σε κά­θε αδι­κη­μέ­νο αυ­τού του κό­σμου, να χα­ρεί.

Για όσους δεν γνω­ρί­ζουν, το Athenaeum εί­ναι κα­τ’ αρ­χήν ένα Ωδείο που έχει απλώ­σει την ιστο­ρία του στους δυο αιώ­νες που ξε­φυλ­λί­ζει η ζωή μας. Με­τά εί­ναι μια πα­ρέα ονει­ρο­πό­λων που πριν από με­ρι­κές δε­κα­ε­τί­ες τόλ­μη­σαν έναν φη­μι­σμέ­νο μου­σι­κό δια­γω­νι­σμό στο όνο­μα της Μα­ρί­ας Κάλ­λας, θε­σμό που δια­χρο­νι­κά, και πα­ρα­δό­ξως, κά­θε εκ­πρό­σω­πος της πο­λι­τεί­ας αγκά­λια­σε, και που λί­γο πριν την πρό­σφα­τη λαί­λα­πα έκλει­νε 40 χρό­νια διε­θνούς και ηθο­γεν­νη­τι­κά προ­σο­δο­φό­ρας πα­ρου­σί­ας. Με­τά εί­ναι ένας χώ­ρος τριών όμορ­φων αι­θου­σών που φι­λο­ξε­νού­σαν συ­ναυ­λί­ες κλα­σι­κής, τζαζ, πα­ρα­δο­σια­κής και άλ­λης μου­σι­κής. Κυ­ρί­ως όμως εί­ναι ένας χώ­ρος συ­νά­ντη­σης αν­θρώ­πων με αί­τη­μα τον τρό­πο των τε­χνών, που εξαι­τί­ας της ιστο­ρί­ας του και της άρ­ρη­της επιρ­ρο­ής του μα­γι­κού του πε­ριε­χο­μέ­νου προς τους μύ­στες, ασκού­σε ένα εί­δος χα­μη­λό­φω­νης εκ­παί­δευ­σης, κι αυ­τό εί­ναι κά­τι που δεν μπο­ρώ να εξη­γή­σω πε­ρισ­σό­τε­ρο.

Η ση­μα­σία του Athenaeum άρ­χι­σε με τον και­ρό να απο­τυ­πώ­νε­ται σ’ αυ­τό που πρό­χει­ρα θα ονο­μά­σω επι­δερ­μί­δα της υπο­βλη­τι­κής αι­σθη­τι­κής του, μια επι­δερ­μί­δα που, σε πεί­σμα του ανα­με­νό­με­νου, σκέ­πα­ζε ένα ολο­ζώ­ντα­νο σώ­μα, κι έτσι όταν εί­δα στις εφη­με­ρί­δες τις φω­το­γρα­φί­ες με τους γκρε­μι­σμέ­νους τοί­χους, τις ξε­κοι­λια­σμέ­νες σω­λη­νώ­σεις, τα πο­δο­πα­τη­μέ­να έρ­γα και τα κο­πρι­σμέ­να εξαί­σια πιά­να, εκεί­νο που στα αλή­θεια εί­δα ήταν τον ομα­δι­κό βια­σμό μιας πα­νέ­μορ­φης κό­ρης, κό­ρης όλων μας, ενός κο­ρι­τσιού που πα­ρ’ όλη την ιστο­ρία του πα­ρέ­με­νε παρ­θέ­νο και με βλέμ­μα στα­θε­ρά προ­ση­λω­μέ­νο πά­νω από τα γή­ι­να, πά­νω απ’ τους βια­στές της και το έρ­γο τους.

Ο πό­νος κά­θε αν­θρώ­που που νοια­ζό­ταν για τον χώ­ρο ήταν δι­πλός, για­τί οι λε­η­λά­τες δεν αφαί­ρε­σαν μο­νά­χα ό,τι μπό­ρε­σαν από το πλού­σιο πα­ρελ­θόν του, δεν έκλε­ψαν μο­νά­χα –κά­τι που θα ‘λε­γες έως και απο­δε­κτό μέ­σα στον οι­κο­νο­μι­κό βομ­βαρ­δι­σμό αμά­χων που υπνω­τι­σμέ­νοι δια­νύ­ου­με και που οι πε­ρισ­σό­τε­ροι δεν ξέ­ρου­με πώς να αντέ­ξου­με– μα στη συ­νέ­χεια κα­τέ­στρε­ψαν ό,τι δεν μπό­ρε­σαν να πά­ρουν, ανα­δει­κνύ­ο­ντας τη δεύ­τε­ρη ανά­γνω­ση του εξαί­σιου γε­γο­νό­τος: Εδώ μι­λού­σε πλέ­ον με την πα­γε­ρή φω­νή του, φω­νή με ηχώ δια­δρό­μου νε­κρο­το­μεί­ου σε ώρα ανά­παυ­σης, το χαί­νον από­στη­μα μιας απο­σιω­πη­μέ­νης πλη­γής, το επί δε­κα­ε­τί­ες συσ­σω­ρευ­μέ­νο τα­ξι­κό μί­σος προς όποιον δια­τη­ρού­σε το σθέ­νος να ασχο­λεί­ται με την «τέ­χνη» σε τέ­τοιους σκο­τει­νούς και­ρούς. Όμως εδώ –για την πε­ρί­στα­ση, και επει­δή οι τά­ξεις έχουν πλέ­ον λειαν­θεί μες στην ορι­ζό­ντια μοί­ρα που η πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση επι­φύ­λα­ξε στους κα­τοί­κους αυ­τής της υδρο­γεί­ου, πα­ρά­γο­ντας μο­ντέρ­νους τρό­πους ομα­δο­ποί­η­σης– θα ’πρε­πε να αντι­κα­τα­στή­σω το «τα­ξι­κό» με μια λέ­ξη που αγνοώ και της οποί­ας η ετυ­μο­λο­γία, αν τη βρί­σκα­με, θα έμοια­ζε λα­βυ­ριν­θώ­δης. Η λέ­ξη θα ’πρε­πε εξαρ­χής να εφευ­ρε­θεί. Ελ­λεί­ψει εφευ­ρέ­τη, θα υπε­ξαι­ρέ­σω με τη σει­ρά μου και με πε­ρισ­σό θάρ­ρος το μπα­στου­νά­κι του άλ­φα και θα το αφή­σω να κυ­λή­σει όμορ­φα σαν απρο­στά­τευ­το μι­κρό όμι­κρον μέ­σα στο ηχη­ρό βα­γό­νι του «το­ξι­κού». Κι εκεί θα το κου­μπώ­σω. Κρυ­φο­κοι­τώ τώ­ρα τα τε­κται­νό­με­να στο χει­ρουρ­γείο: Η κα­τα­γω­γή ενός τέ­τοιου ελ­λι­πώς προσ­διο­ρι­σμέ­νου μί­σους, πυ­ρο­δο­τη­μέ­νου απ’ την μα­κρά ιστο­ρία του αν­θρώ­πι­νου ψυ­χι­σμού, τυ­λί­γει σαν πο­λύ­πο­δας τους ήδη ύπο­πτους νε­ο­πλα­σιών ιστούς που κά­πο­τε αρ­τί­ω­ναν μια φα­ντα­σια­κά εξαν­θρω­πι­σμέ­νη κοι­νω­νία και απο­κλεί­ει ορι­στι­κά κά­θε δυ­να­τό­τη­τα ία­σης. Δι­κή της και δι­κής μας. Ας προ­σποι­η­θού­με πως δεν εί­ναι έτσι.

Πέ­ραν τώ­ρα του ότι ο συ­γκε­κρι­μέ­νος χώ­ρος και οι άν­θρω­ποί του έμει­ναν άστε­γοι, πλάι σε άλ­λους συ­να­δέλ­φους αστέ­γους του ιστο­ρι­κού κέ­ντρου του κλει­νού άστε­ως, υπάρ­χει μια πα­ρά­πλευ­ρη απώ­λεια που στοι­χειώ­νει κά­θε άν­θρω­πο που την υφί­στα­ται, δη­λα­δή που την κα­τα­λα­βαί­νει:

Η τέ­χνη, που εί­ναι κα­θώς λέ­νε ένας τό­πος και ένας τρό­πος ελευ­θε­ρί­ας για όποιον με­τέ­χει σ’ αυ­τήν και για όποιον τη γεύ­ε­ται, έχει –τε­χνηέ­ντως, ισχυ­ρί­ζο­μαι– με­ταλ­λα­χθεί για την μέ­ση αντί­λη­ψη –αυ­τήν που γεν­νο­βο­λούν και βυ­ζαί­νουν ώσπου να αν­δρω­θεί [ου­πς! κί­τρι­νη κάρ­τα απ’ τη διαι­τη­σία πο­λι­τι­κής ορ­θό­τη­τος] τα πολ­λα­πλώς επι­δο­τού­με­να Μέ­σα– έχει με­ταλ­λα­χθεί, λέω, σε πά­ρερ­γο μιας αρ­γό­σχο­λης συ­ντε­χνί­ας που, πλάι στις υπό­λοι­πες, ζη­τά απ’ τον δη­μό­σιο ντορ­βά την επι­δό­τη­σή της. Πα­ρα­δό­ξως εί­ναι (και) έτσι.

Έτσι, το “Support Art Workers”, κα­θώς και το πιο σα­φές “Art is work”, από κου­βέ­ντες αυ­το­νό­η­τες που απευ­θύ­νο­νται σε μά­τια και αυ­τιά «μη βαρ­βα­ρι­κών ψυ­χών», με­τα­μορ­φώ­νο­νται –τε­χνηέ­ντως, και πά­λι ισχυ­ρί­ζο­μαι και πολ­λα­πλώς βαρ­βα­ρι­κά– σε πο­λιορ­κη­τι­κό κριό που κα­τα­χτυ­πά την φτε­νή πύ­λη της δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τάς μας και απει­λεί να κα­τα­λύ­σει με τη βία του το κά­στρο της, να υπο­χρε­ώ­σει στη συ­νέ­χεια τους ορ­κι­σμέ­νους υπε­ρα­σπι­στές του να αλ­λα­ξο­πι­στή­σουν. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι πως αυ­τός που κρα­τεί τον πο­λιορ­κη­τι­κό κριό κι αυ­τός που υπε­ρα­σπί­ζε­ται το κά­στρο εί­ναι το ίδιο πρό­σω­πο. Εμείς.

Πώς τώ­ρα να αρ­νη­θώ εκεί­νο που κι ο ίδιος –όπως κι όλοι μας, κα­τά πψς φαί­νε­ται– ζω; Την ψευ­δαί­σθη­ση ότι θα πα­ρα­μεί­νου­με με το ένα πό­δι κά­τοι­κοι της χώ­ρας που διεκ­δι­κεί τα κο­σμι­κά επι­δό­μα­τα και με το άλ­λο κά­τοι­κοι της χώ­ρας που διεκ­δι­κεί τα θεία ωφε­λή­μα­τα. Τέ­τοιο σχί­σμα, τέ­τοιος δι­χα­σμός δεν μας άξι­ζε. Ή μή­πως μας άξι­ζε;

Κι όμως, και τα δυο μοιά­ζει να δι­καιού­νται μια κά­ποια υπε­ρά­σπι­ση. Πώς αλ­λιώς, αφού το μαρ­γα­ρι­τά­ρι του ο τε­χνί­της το φα­νε­ρώ­νει γυ­μνό μο­νά­χα στο υπο­φω­τι­σμέ­νο δω­μά­τιό του κα­τ’ ιδί­αν, και έτσι, με εξαί­ρε­ση ίσως κά­ποιες οπές στο συ­νε­χές της επα­να­λαμ­βα­νό­με­νης ιστο­ρί­ας της αν­θρω­πό­τη­τας, οι ενέρ­γειες των τε­χνών φα­ντά­ζουν στα μά­τια του δή­μου πά­ρερ­γο. Και εί­ναι αυ­τή η δια­χε­ό­με­νη μες στους αιώ­νες τυ­φλό­της που αυ­ξά­νει και πλη­θύ­νει το σκο­τά­δι που ακό­μα μας σκε­πά­ζει. Θα ζή­σου­με λοι­πόν αεί με­τε­ω­ρι­ζό­με­νοι ανά­με­σα στις δύο βάρ­κες της έξω και της μέ­σα «πραγ­μα­τι­κό­τη­τας», γλι­στρώ­ντας μες στη δί­νη αυ­τού του φαύ­λου κύ­κλου;

Δεν λέω πως ευ­θύ­νο­νται ολο­κλη­ρω­τι­κά οι άλ­λοι, εκεί­νοι που κα­τα­λα­βαί­νου­με πως δεν κα­τα­λα­βαί­νου­νε. Βλέ­πω όμως αδιά­ψευ­στη και θα­λε­ρή αυ­τήν την ίδια την πραγ­μα­τι­κό­τη­τά τους, που έρ­χε­ται να διεκ­δι­κή­σει τα δε­δου­λευ­μέ­να της αμε­ρι­μνη­σί­ας μας, τα επί­χει­ρα των λα­θών μας. Για­τί όταν έμπαι­νε στο σπί­τι ο πραγ­μα­τι­κός λε­η­λά­της του ήθους μας, με τους με­γα­τό­νους άγνοιας να στά­ζουν απ’ τις τσέ­πες του, εί­πα­με δεν πει­ρά­ζει, το σπί­τι στέ­κει ακό­μα. Κι ήρ­θαν με­τά οι ορ­δές των ομοί­ων του και γκρέ­μι­σαν του δι­πλα­νού τον τοί­χο, κι εί­πα­με δεν πει­ρά­ζει. Κι ύστε­ρα γκρέ­μι­σαν λι­γά­κι απ’ το δι­κό μας σπί­τι, και τό­τε εί­πα­με πει­ρά­ζει, μα μ’ αυ­τούς εμείς δεν θα μα­λώ­σου­με, δι­κοί μας άν­θρω­ποι εί­ναι κι αυ­τοί. Κι ύστε­ρα ήρ­θε και το μη πα­ρέ­κει, κα­τά πώς το ’χει συ­νή­θειο, και τό­τε ήταν που πεί­ρα­ζε. Μα τό­τε ήταν αρ­γά. Για­τί εί­χα­με πια λε­ρώ­σει τη γλώσ­σα μας με ανοη­σί­ες όπως «στα ωδεία τη μα­θαί­νεις τη μου­σι­κή» και άλ­λα όμοια, λες και δεν ξέ­ρα­με. Και ζού­σα­με δί­πλα σ’ αυ­τές τις δε­ξιά αρι­στε­ρά πε­τα­μέ­νες ύβρεις, και πο­τέ δεν τις πο­λε­μή­σα­με, ενώ το ξέ­ρα­με πως η που­λη­μέ­νη κου­βέ­ντα έρ­πει ύπου­λα κι αλώ­νει τις τρυ­φε­ρές ψυ­χές, κι ενώ βαυ­κα­λι­ζό­μα­σταν πως θα ‘ρθει ο και­ρός της αλή­θειας μας, αυ­τός που πο­τέ δεν έρ­χε­ται για­τί βρα­δυ­πο­ρεί σε άλ­λους κό­σμους. Και πο­τέ δεν φω­νά­ξα­με με τη ντου­ντού­κα μιας εφη­βι­κής έξαρ­σης, κα­τά πώς μας άξι­ζε και κα­τά πώς θα ’ταν γεν­ναίο και δί­καιο, πως το ωδείο εί­ναι μά­σκα απο­κριά­τι­κη να ντύ­σει το αλη­θι­νό μας πρό­σω­πο για να μη ντρέ­πε­ται, πως όσα εξαι­ρε­τι­κά συμ­βαί­νουν μέ­σα του εί­ναι αφορ­μές να ψα­χου­λεύ­εις στα σκο­τει­νά για το καί­ριο, αυ­τό που εγκα­τα­λεί­πει τη μά­χη τρο­μο­κρα­τη­μέ­νο αν το πλη­σιά­σεις κα­τά μέ­τω­πον. Και μέ­σα σ’ όλα μας έλει­ψε κι η γεν­ναιο­δω­ρία, εκεί­νη η κά­πο­τε μπέ­σα των αλ­λο­τι­νών επο­χών, να πλη­σιά­σου­με τους άλ­λους λε­η­λά­τες να τους πού­με πως κι εμείς αδέρ­φια τους εί­μα­στε, φτιαγ­μέ­νοι απ΄ το ίδιο αρα­χνο­ΰ­φα­ντο του θυ­μού τους, απ’ το ίδιο λε­πτε­πί­λε­πτο της πλη­γής τους, απ’ την ίδια λυ­ρι­κή πά­στα της απελ­πι­σί­ας τους. Και πως το ίδιο πά­ντα πράγ­μα θέ­λα­με. Κι έτσι τα αδέρ­φια επι­τέ­θη­καν. Σε ποιους; Στον εαυ­τό τους. Και σε εμάς. Τους λά­θος και πά­λι αν­θρώ­πους.

[Θα μου πεί­τε ώρα πως τα πα­ρα­πά­νω ωραιο­ποιούν τις προ­θέ­σεις των «εχθρών» και θο­λώ­νουν τα ξε­κά­θα­ρα σύ­νο­ρα των στρα­το­πέ­δων; Φο­βά­μαι πως το «προ­φα­νές» που υφαί­νε­ται ομα­δι­κά πά­νω σε δο­σμέ­νες οδη­γί­ες χρή­σης και που χω­ρίς αι­δώ βα­φτί­ζε­ται κοι­νός τό­πος της αντί­λη­ψης, θα εί­ναι αύ­ριο (εί­ναι ήδη σή­με­ρα!) ο πιο ύπου­λος εχθρός. Στους αντί­πο­δες, το σπα­θί που ακο­νί­ζε­ται στη μο­να­ξιά της Διά­κρι­σης, αυ­τής της ξε­χα­σμέ­νης αρε­τής των μο­να­χών, δεν στο­μώ­νει. Και σπά­νια σκο­τώ­νει αδερ­φό.]

Χά­σα­με λοι­πόν. Πό­τε όμως χά­σα­με; Όχι τώ­ρα που το σπί­τι γκρε­μί­στη­κε. Η ήτ­τα μας ήταν το παι­δί που εγκυ­μο­νού­σα­με τό­τε που στρογ­γυ­λεύ­α­με τις απα­ντή­σεις, για­τί ήταν πά­ντα πολ­λά τα λε­φτά, Άρη μου, και για­τί το τριμ­μέ­νο ρά­σο που σκέ­πα­ζε τη γύ­μνια ενός ασκη­τή τώ­ρα έκρυ­βε την κοι­λιά ενός υπέρ­βα­ρου, και για­τί ένα κρι­θα­ρά­κι εξου­σί­ας με ασφά­λεια θα διέ­φθει­ρε και τον πιο σο­φό από μας, το ξέ­ρα­με, και για­τί όλοι πλειο­δο­τού­σα­με για ένα άμ­φιο να χρυ­σώ­νει τις μα­ταιο­δο­ξί­ες, και για­τί εν τέ­λει μι­κρή ήταν η ζωή, μι­κρή και μέ­γι­στη, και, προς θε­ού, δεν έπρε­πε να το κα­τα­λά­βου­με, μη χά­σου­με τον ύπνο μας.

Στην απέ­να­ντι όχθη ο Θε­ός που υπη­ρε­τή­σα­με κοί­τα­ξε προς τα δω –έτσι μου φά­νη­κε– και γύ­ρι­σε την πλά­τη περ­πα­τώ­ντας πά­νω σε άλ­λα νε­ρά. Στο εξής δεν θα ’ταν ο πα­ντα­χού πα­ρών που θε­λή­σα­με.

Και το Athenaeum; Υπήρ­ξε πράγ­μα­τι ή ήταν αυ­τα­πά­τη; Λέω πως ναι. Υπήρ­ξε και υπάρ­χει, για­τί εί­ναι χώ­ρος τέ­τοιος ακρι­βός που δεν κα­τα­δέ­χε­ται να κα­τοι­κή­σει μο­να­χά σε κτί­ρια και υπουρ­γι­κές απο­φά­σεις, μα κα­τοι­κεί στις ενέρ­γειες όσων το ζω­ντά­νε­ψαν με το κρυ­φό κομ­μά­τι τους και το έκα­ναν το λα­μπε­ρό πε­τρά­δι που κά­ποιοι ακό­μα κου­βα­λούν στην στέ­πη τους. Τις ζη­μιές ας πού­με πως θα τις απο­κα­τα­στή­σει η πο­λι­τεία. Κι αν όντως το κά­νει θα έχει βά­λει ένα λι­θα­ρά­κι στην δι­καιο­σύ­νη των πραγ­μά­των, μια δι­καιο­σύ­νη μά­λι­στα που ρι­ζώ­νει στην πιο ξε­κά­θα­ρη θέ­α­ση της αι­τιό­τη­τας των γε­γο­νό­των. Να απο­κα­τα­στή­σει όμως τι; Το βα­σι­κό δεν το ξέ­ρει και δεν μπο­ρεί να το ξέ­ρει – άλ­λη εί­ναι η δου­λειά της. Εμείς, οι υπό­λοι­ποι, θα σύ­ρου­με ξα­νά τον χο­ρό στα βή­μα­τα που μά­θα­με όλα τα χρό­νια, και που κα­θό­λου δεν εί­ναι κοι­νό κτή­μα, αν με εν­νο­εί­τε.

Χιο­νί­ζει ακό­μα. Μια νε­ραν­τζιά μπρο­στά απ’ το μπαλ­κό­νι μου βα­ρέ­θη­κε το βά­ρος του λευ­κού απά­νω της και τί­να­ξε ένα ολο­πρά­σι­νο κλα­δί φορ­τω­μέ­νο πορ­το­κα­λί εκρή­ξεις στον ου­ρα­νό. Μια στά­λα ομορ­φιά μέ­σα στην ομοιο­μορ­φία του θα­νά­του, ένα χα­μό­γε­λο Άνοι­ξης στην ομο­χρω­μία, μια υπό­σχε­ση πως αύ­ριο πά­λι θα λιά­σει. Κι εί­ναι πα­ρά­ξε­νη η ει­ρή­νη που φέρ­νουν οι αλε­ξι­πτω­τι­στές που κα­τε­βαί­νου­νε.

Σκέ­φτο­μαι: Αν η σκο­τει­νή πλευ­ρά αυ­τού του χιο­νιού βα­ραί­νει πά­νω στη ζωή, ο θυ­μός ενός πρά­σι­νου κλα­διού που τι­νά­ζει τα χρώ­μα­τά του στον ου­ρα­νό, η υπό­σχε­ση μιας Άνοι­ξης που χρό­νια δου­λεύ­α­με μό­νοι στο ερ­γα­στή­ρι μας, το τί­ναγ­μα κά­θε αμ­φι­θυ­μί­ας πά­νω απ’ το αύ­ριο ηλιο­κα­μέ­νο δέρ­μα μας, εί­ναι το λί­γο χρέ­ος που βλέ­πω. Όχι σε μια πα­τρί­δα ή σ’ έναν Θεό, μα, λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο, στον συγ­γε­νή που, ακό­μα ζω­ντα­νός, πλημ­μυ­ρί­ζει τις αρ­τη­ρί­ες αυ­τού του σώ­μα­τος που προ­σω­ρι­νά μας κου­βα­λά­ει.

Το ισο­ζύ­γιο πρέ­πει, πά­ση θυ­σία, να κα­τα­κτη­θεί.

(Συ­νε­χί­ζε­ται)

 16/2/21

ΥΓ. Κι αν τό­ση ώρα μι­λού­σα για Athenaeum, σας ξε­γέ­λα­σα. Μι­λού­σα για ορ­δές τε­τε­λε­σμέ­νων γύ­ρω λε­η­λα­σιών. Να ση­μα­δέ­ψου­με με κόκ­κι­νο, σαν ανορ­θο­γρα­φία σε παι­δι­κό τε­τρά­διο, όσες ακό­μα προ­ε­ξέ­χουν. Για το κα­λό μας.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: