Η Cordelia της Βακαλό. Ξαναγράφοντας ένα κείμενο του ερωτικού κανόνα

Το 1997 ο θε­ω­ρη­τι­κός Slavoj Zizek στο βι­βλίο του The Plague of Fantasies προ­τεί­νει την συγ­γρα­φή ενός κει­μέ­νου απά­ντη­σης από την πλευ­ρά της Κορ­δε­λί­ας της κε­ντρι­κής ηρω­ί­δας στο Ημε­ρο­λό­γιο ενός δια­φθο­ρέα του Kierkegaard: «Δεν θα ήταν δια­φω­τι­στι­κό να ξα­να­γρα­φούν τα ερω­τι­κά κεί­με­να του κα­νό­να από μια φε­μι­νι­στι­κή σκο­πιά (για πα­ρά­δειγ­μα, να ξα­να­γρα­φούν τα ημε­ρο­λό­για από την πλευ­ρά της γυ­ναί­κας που υπήρ­ξε το αντι­κεί­με­νο της απο­πλά­νη­σης στο «Ημε­ρο­λό­γιο ενός Δια­φθο­ρέα» στο βι­βλίο του Kierkegaard Εί­τε-Εί­τε);» ανα­ρω­τιέ­ται ο Zizek. Δεν γνώ­ρι­ζε το ολι­γο­σέ­λι­δο και πρω­το­πο­ρια­κό κεί­με­νο της Ελέ­νης Βα­κα­λό με τί­τλο «Δο­κί­μιο για τον Πρώ­το 'Eρω­τα, (απά­ντη­ση της Cordelia στο 'Journal du Seducteur' του Kierkegaard)» που δη­μο­σιεύ­τη­κε στο πε­ριο­δι­κό Και­νούρ­για Επο­χή το 1959. Ακό­μα και σή­με­ρα απο­τε­λεί ένα κεί­με­νο έκ­πλη­ξη που δεν εί­ναι κα­θό­λου ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στό.
Η Βα­κα­λό συγ­γρά­φει το "δο­κί­μιο"-"απά­ντη­σή" της 111 χρό­νια με­τά την έκ­δο­ση του κει­μέ­νου του Søren Kierkegaard "Foreoerens Dagbog" (1843) -στην ελ­λη­νι­κή με­τα­φρα­σμέ­νο ως Το Hμε­ρο­λό­γιο ενός δια­φθο­ρέα (Κίρ­κε­γκωρ 1964)- που πε­ριέ­χε­ται αυ­το­τε­λώς στο έρ­γο του Eί­τε - Eί­τε. Η συγ­γρα­φέ­ας στή­νει ένα μο­να­δι­κό παι­χνί­δι δια­κει­με­νι­κής αντα­πό­κρι­σης, μί­μη­σης και ει­ρω­νεί­ας με το ημε­ρο­λό­γιο του Kierkegaard. Το "δο­κί­μιο"-"απά­ντη­ση" μι­μεί­ται εν μέ­ρει την ημε­ρο­λο­για­κή δο­μή του κει­μέ­νου του Δα­νού συγ­γρα­φέα· απαρ­τί­ζε­ται από ση­μειώ­σεις και σκέ­ψεις που απευ­θύ­νο­νται στον «αγα­πη­μέ­νο» της υπο­γρά­φου­σας ως «Cordelia».
Η εκ πα­ραλ­λή­λου ανά­γνω­ση του κει­μέ­νου της Βα­κα­λό και του Hμε­ρο­λο­γί­ου του Kierkegaard πα­ρου­σιά­ζει εξαι­ρε­τι­κό εν­δια­φέ­ρον. Ενώ στο αρ­χι­κό κεί­με­νο του Kierkegaard η ηρω­ί­δα σιω­πά, εί­ναι μια persona muta, βου­βή απο­δέ­κτης των ερω­τι­κών επι­στο­λών του Johanes, η Βα­κα­λό της δί­νει τώ­ρα λό­γο και ‘φω­νή’, αρ­θρώ­νει έναν ου­σια­στι­κό αντί­λο­γο στον μοι­ραίο σα­γη­νευ­τή που την εγκα­τέ­λει­ψε. O ίδιος ο Kierkegaard σε κά­ποια ημε­ρο­λο­για­κή του εγ­γρα­φή (1849) ανα­δρο­μι­κά ανα­φέ­ρει πως κί­νη­τρο για τη συγ­γρα­φή του Eί­τε-Eί­τε ήταν η διά­λυ­ση των αρ­ρα­βώ­νων του (1841) με την Pεγ­γί­να 'Oλ­σεν: «Tό Eί­τε–Eί­τε, και ει­δι­κά το Hμε­ρο­λό­γιο ενός δια­φθο­ρέα γρά­φτη­κε για χά­ρη της, για να την απαλ­λά­ξει από αυ­τήν την σχέ­ση» (Kierkegaard S. 1983 Fear and Trembling// Repetition, επιμ., μτ­φρ., εισ. H.V. Hong & E.H. Hong, Πρίν­στον, Princeton University Press, σ. xi.) Αντί­στοι­χα, η Cordelia της Βα­κα­λό γρά­φει την απά­ντη­σή της στον “πρώ­το έρω­τα» ως μια κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη οφει­λή: για να τον απε­λευ­θε­ρώ­σει από την τύ­ψη, όπως λέ­ει, που έχει γι’ αυ­τήν, εφ’ όσον η εγκα­τά­λει­ψή της από αυ­τόν ήταν η ανα­γκαία προ­ϋ­πό­θε­ση, «ένα στά­διο» της ωρί­μαν­σής της:

 

Είμαι η Cordelia όπως με βλέπεις σήμερα, σ’ αυτόν τον τρόπο, γι’ αυτό είμαι η Cordelia σου και η γυναίκα του, και η μητέρα των παιδιών μας. <…>. Mε γέννησες έτσι. Aναπτύσσοντας για μένα, όσο περισσότερο, την έκταση της έλξης, μου αποκάλυψες την έκταση και την ύπαρξη της δικιάς μου ουσίας, όλου του αντίστοιχου πεδίου που υπήρχε για μιαν άλλης φύσης ενέργεια. <…>  
‘Οταν γυρνάω σε σένα είναι για κείνους να γίνω ωραία. Γιατί δικό σου είναι το όνομα Cordelia. Mε οφείλουν σε σένα. Γι' αυτό σου γράφω. <...> Tώρα σου δίνομαι πλήρως, δίνοντάς σου το τέλος, γεννώντας με τη σειρά μου ποιος είσαι. <…>     Πριν σ' εγκαταλείψω τώρα αληθινά μονάχον, χωρίς ούτε το βάρος και τον δεσμό της τύψης για μένα, <…> Σε ευχαριστεί η Cordelia του άντρα μου και των παιδιών μου, η Cordelia σου.»

Aγάπησα, παντρεύτηκα και έχω παιδιά. <...> Στις πιο ευτυχισμένες μου στιγμές αισθάνομαι πως είμαι η Cordelia σου. Περίπου όπως ξέρει μια ηθοποιός πως είναι η "Γενεβιέβη". Πάντα αναλογιζόμουνα τι είναι περισσότερο πραγματικότητα για τον ηθοποιό...<...>

Η Βα­κα­λό θε­ω­ρεί πως η σύλ­λη­ψη της φι­γού­ρας του σα­γη­νευ­τή Ιω­άν­νη εί­ναι ελ­λειμ­μα­τι­κή, της λεί­πει η δρα­μα­τι­κή διά­στα­ση εφό­σον «το έτε­ρο υπο­κεί­με­νο κα­ταρ­γεί­ται γί­νε­ται απλό αντι­κεί­με­νο». Ο «αι­σθη­τι­κός», αλ­λά και στρα­τη­γι­κά υπο­λο­γι­στής, δια­φθο­ρέ­ας (Ιω­άν­νης) δια­κα­τέ­χε­ται από την ανά­γκη για αυ­το­βε­βαί­ω­ση, μια ανά­γκη που η Βα­κα­λό θε­ω­ρεί στην ρί­ζα της «λυ­ρι­κή», εγω­κε­ντρι­κή, στον άξο­να υπα­γω­γι­κής σχέ­σης υπο­κει­μέ­νου–αντι­κει­μέ­νου. Το­πο­θε­τώ­ντας ως αντίρ­ρο­πη δύ­να­μη στην μο­νο­σή­μα­ντη φι­γού­ρα του δια­φθο­ρέα την «γυ­ναί­κα-υπο­κεί­με­νο» απο­κα­θί­στα­ται η οι­κο­νο­μία μιας δρα­μα­τι­κής έντα­σης και παύ­ει η λυ­ρι­κή αυ­το­α­να­φο­ρά, το μο­να­χι­κό αυ­τά­ρε­σκο κα­θρέ­φτι­σμα. Κι ακό­μα: η άσκη­ση της έλ­ξης της γοη­τεί­ας του άντρα στη γυ­ναί­κα υπα­γο­ρεύ­ε­ται από την γυ­ναί­κα· η ανά­γκη της να ολο­κλη­ρω­θεί προ[σ]κα­λεί την άσκη­ση αυ­τής τη έλ­ξης και γοη­τεί­ας πά­νω της. Η ση­με­ρι­νή Cordelia κα­τα­φά­σκει την σα­γή­νευ­σή της από τον Ιω­άν­νη ως ένα ανα­γκαίο στά­διο της ωρί­μαν­σής της, τον πε­ριέ­χει πλέ­ον ως προ­ϋ­πό­θε­ση:

Το κεί­με­νο ‘απά­ντη­ση’ ση­μα­το­δο­τεί μια πο­ρεία με­τά­βα­σής της από την κο­ρι­τσί­στι­κη αθω­ό­τη­τα στην κα­τά­φα­ση της ενή­λι­κης γυ­ναι­κό­τη­τάς της. H Cordelia γί­νε­ται γυ­ναί­κα όχι στον πρώ­το έρω­τα, αλ­λά με­τά, όταν λυ­τρώ­νε­ται, όταν βλέ­πει μα­κρο­σκο­πι­κά το νό­η­μα και την σκο­πι­μό­τη­τα της γοη­τεί­ας του και της εγκα­τά­λει­ψής της. Αφού ολο­κλη­ρώ­νε­ται ο κύ­κλος, πα­ρα­δί­δε­ται ορι­στι­κά στον Iω­άν­νη η ιστο­ρία, μια νέα εκ­δο­χή της αυ­τή την φο­ρά, εφ’ όσον η Cordelia εί­ναι πέ­ραν της ιστο­ρί­ας αυ­τής, εξ ου και η δυ­να­τό­τη­τα να μι­λά­ει, να του απευ­θύ­νε­ται, να εξι­στο­ρεί. Tον δι­καιώ­νει απο­δε­σμεύ­ο­ντάς τον από την αυ­τά­ρε­σκη ευ­θύ­νη. Συ­μπί­πτει εδώ, με εντυ­πω­σια­κό θα λέ­γα­με τρό­πο, η σκέ­ψη της Βα­κα­λό με αυ­τήν του Jean Baudrillard, ο οποί­ος γρά­φο­ντας για τον δια­φθο­ρέα του Kierkegaard στο βι­βλίο του Seduction (1990), θε­ω­ρεί πως «o δια­φθο­ρέ­ας δεν μπο­ρεί να ισχυ­ρι­στεί πως εί­ναι ο ήρω­ας ενός ερω­τι­κού στρα­τη­γι­κού σχε­δί­ου. Εί­ναι μό­νον ο εν­διά­με­σος με­σο­λα­βη­τής μιας δια­δι­κα­σί­ας που οδη­γεί πο­λύ πέ­ρα από αυ­τόν. Ού­τε ωστό­σο το ‘θύ­μα’ εί­ναι εντε­λώς αθώο, εφ’ όσον ως ωραία και γοη­τευ­τι­κή παρ­θέ­νος εί­ναι από μό­νη της μια πρό­κλη­ση που μό­νο από τον θά­να­τό της μπο­ρεί να εξι­σορ­ρο­πη­θεί (ή με την απο­πλά­νη­σή της, το ισο­δύ­να­μο δηλ. φό­νου)».
Η Cordelia χά­νε­ται και ξα­να­κερ­δί­ζει τον εαυ­τό της, ακέ­ραιο και ολο­κλη­ρω­μέ­νο, στο γύ­ρι­σμα του χρό­νου, μέ­σα από τη γρα­φή. Σε αυ­τό το κεί­με­νο που η συγ­γρα­φέ­ας το έγρα­ψε σε ηλι­κία 33 ετών το 1954 (δη­μο­σιεύ­τη­κε 5 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα) φαί­νε­ται κα­θα­ρά πώς εν­νο­εί τον έρω­τα η Βα­κα­λό και την δυ­να­μι­κή του. Αυ­τές οι σκέ­ψεις εί­ναι θαυ­μά­σια ορα­τές και στην ποί­η­σή της. Ο έρω­τας εί­ναι μια αμοι­βαία γο­νι­μο­ποί­η­ση και δι­πλή κυο­φο­ρία, η ‘γέν­νη­ση’ του ενός από τον άλ­λο. Στον έρω­τα ο άν­δρας «εγκυ­μο­νεί», γί­νε­ται ο πε­ριέ­χων τη γυ­ναί­κα, όσο και η γυ­ναί­κα προ­ϋ­πο­θέ­τει τον άν­δρα. Αυ­τή την δια­λε­κτι­κή και συν­θε­τι­κή ισο­δυ­να­μία κι­νή­σε­ων απο­ζη­τά η συγ­γρα­φέ­ας· κι­νή­σεις που δεν συ­μπί­πτουν πά­ντα στον χρό­νο, δεν εί­ναι ταυ­τό­χρο­νες, αλ­λά εί­ναι «ανε­παι­σθή­τως δια­δο­χι­κές». Το νό­η­μα του πό­νου στον έρω­τα, για την γυ­ναί­κα, μας επι­ση­μαί­νει η Βα­κα­λό, δεν εξα­ντλεί­ται στην αι­σθη­τι­κή αυ­τα­ξία του (με­λαγ­χο­λία ή αυ­το­κα­τα­στρο­φή), αλ­λά δι­καιώ­νε­ται ως μια ανα­γκαία στιγ­μή του τρα­γι­κού που εκ­βάλ­λει στην κά­θαρ­ση, στην υπέρ­βα­ση, στην δη­μιουρ­γία, «για­τί ο πό­νος ξέ­ρο­με εμείς πως γεν­νά, και δεν κλεί­νε­ται για κα­μιά από μας η ζωή μο­νά­χα στον εαυ­τό της».

Εμπλέ­κε­ται εδώ μια αντι­πα­λό­τη­τα αρ­χε­τύ­πων: του Πυγ­μα­λί­ω­να και της μη­τριαρ­χι­κής φι­γού­ρας. Η Βα­κα­λό ανα­το­πο­θε­τεί τον μύ­θο του σα­γη­νευ­τή Ιω­άν­νη ("μου φαί­νε­ται πως έχω να να­νου­ρί­σω ένα παι­δί μου») μέ­σα από το πο­λύ­ση­μο πρό­σω­πο της Cordelia (γυ­ναί­κας, ερω­μέ­νης, μη­τέ­ρας, κο­πέ­λας) και όχι αντι­πα­ρα­βάλ­λο­ντας στον Ιω­άν­νη ένα θη­λυ­κό του κα­θρέ­φτη, μια μοι­ραία γυ­ναί­κα. ΄Οταν η Cordelia "ξυ­πνά­ει" ο πρώ­ην αγα­πη­μέ­νος της δεν εί­ναι μια τρα­γι­κή φι­γού­ρα, αλ­λά ένα πρό­σω­πο απα­ραί­τη­το για την ολο­κλή­ρω­σή της. Για την Βα­κα­λό το λά­θος που εί­χε στη σύλ­λη­ψή του ο μύ­θος του δια­φθο­ρέα του Κίρ­κε­γκωρ, ήταν ότι πα­ρέ­με­νε στην αγω­νία, στη δρα­μα­τι­κό­τη­τα της σχέ­σης και πα­ρέ­βλε­πε το δρά­μα και την κα­θαρ­τή­ρια λύ­τρω­ση, το σκό­πι­μο τέ­λος. Όταν ο Ιω­άν­νης κα­τα­κτά την Κορ­δε­λία, την εγκα­τα­λεί­πει, κι εκεί θε­ω­ρεί πως τε­λειώ­νει η σχέ­ση του μα­ζί της, αλ­λά και ο σκο­πός της συ­νά­ντη­σής τους, γι’ αυ­τό και κα­τα­λή­γει στην τε­λευ­ταία του ημε­ρο­λο­για­κή εγ­γρα­φή φα­ντα­σιω­νό­με­νος την κα­τα­στρο­φή του δη­μιουρ­γή­μα­τός του, την με­τα­μόρ­φω­σή της σε άντρα (Κίρ­κε­γκωρ 1964:147).
Ωστό­σο, η Βα­κα­λό δεν επι­κα­λεί­ται εδώ μια απλή ανα­στρο­φή με­γε­θών (θη­λυ­κός Δον Ζουάν – αρ­σε­νι­κό θύ­μα), δεν στέ­κε­ται στην δρα­μα­τι­κή σύ­γκρου­ση ισο­δύ­να­μων αντι­πά­λων (αρ­σε­νι­κός δια­φθο­ρέ­ας- θη­λυ­κός δια­φθο­ρέ­ας), αλ­λά προ­τάσ­σει την τε­λι­κή ελευ­θε­ρία και κα­τά­φα­ση της πολ­λα­πλό­τη­τας, την πρό­σλη­ψη του εαυ­τού πέ­ρα από την προ­ο­πτι­κή του δυ­ϊ­σμού, του εί­τε-εί­τε. Λύ­τρω­ση εί­ναι για την Cordelia της Bα­κα­λό η επα­να­πό­δο­ση («γέν­νη­ση») του Iω­άν­νη από την ίδια μέ­σα στην πο­ρεία της ζω­ής της. Αυ­τού του εί­δους η «γέν­νη­ση» και απε­λευ­θέ­ρω­ση του δια­φθο­ρέα από τα δε­σμά της τύ­ψης συ­νι­στά μια μη­τριαρ­χι­κή στά­ση απέ­να­ντι στην δύ­να­μη της σα­γή­νης του μια στά­ση που έχει προ­οι­κο­νο­μή­σει την εγκα­τά­λει­ψη για να πραγ­μα­τω­θεί. Αυ­τή η κα­τά­φα­ση της σκο­πι­μό­τη­τας του πό­νου στην μη­τρό­τη­τα, εί­ναι εντέ­λει για την συγ­γρα­φέα η συν­θή­κη η απαλ­λαγ­μέ­νη από ενο­χές, ενώ ο Iω­άν­νης έχει τη χρι­στια­νι­κή χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή ενο­χή, την τύ­ψη για την εγκα­τά­λει­ψη της Cordelia. Tον απαλ­λάσ­σει έτσι από την τύ­ψη και την ενο­χή, βγά­ζο­ντας τον εαυ­τό της από τη θέ­ση του θύ­μα­τος. H κά­θαρ­ση, το πέ­ραν του τρα­γι­κού, συ­νι­στά την αμι­γώς ελ­λη­νι­κή εκ­δο­χή του μύ­θου του δια­φθο­ρέα που προ­τεί­νει η Βα­κα­λό.

Ο Iω­άν­νης του Kierkegaard εί­ναι ένας δια­νοη­τι­κός δια­φθο­ρέ­ας με πλή­ρη αυ­το­γνω­σία, συ­νεί­δη­ση και στρα­τη­γι­κή υπο­λο­γι­σμού. Οδη­γεί την αθώα Κορ­δε­λία στον έρω­τα ανα­πτύσ­σο­ντας την έντα­ση και την έκτα­ση της επι­θυ­μί­ας στην ψυ­χή και το σώ­μα της με έναν συ­γκε­κρι­μέ­νο δια­νοη­τι­κό τρό­πο, εμ­βο­λί­ζο­ντας πρώ­τα το φα­ντα­σια­κό της: «δο­κί­μα­σα να ανα­πτύ­ξω τον πνευ­μα­τι­κό έρω­τα μέ­σα της» (Κίρ­κε­γκωρ 1964). Την ξε­λο­γιά­ζει πρώ­τα μέ­σα από ένα εί­δω­λό του που πλά­θε­ται στην φα­ντα­σία της ηρω­ί­δας μέ­σα από τα βι­βλία που της δί­νει ο ίδιος να δια­βά­σει, και στην συ­νέ­χεια ο ίδιος προ­σο­μοιώ­νε­ται προς την συ­μπε­ρι­φο­ρά των ηρώ­ων των βι­βλί­ων.
Η αντί­θε­ση που υπο­νο­εί­ται εί­ναι αυ­τή ανά­με­σα στην τέ­χνη και στην φύ­ση. Ο δια­νοη­τι­κός, αι­σθη­τι­κός δια­φθο­ρέ­ας ανα­λαμ­βά­νει να εξο­λο­θρεύ­σει την φυ­σι­κή, αθώα και ασυ­νεί­δη­τη ομορ­φιά της Κορ­δε­λί­ας με τε­χνη­τά και λο­γο­τε­χνι­κά στρα­τη­γή­μα­τα. Συλ­λαμ­βά­νει την ζωή ως τέ­χνη, ρυθ­μί­ζει την στά­ση του σαν καλ­λι­τέ­χνης απέ­να­ντι στο δη­μιούρ­γη­μά του, άλ­λος Πυγ­μα­λί­ων απέ­να­ντι στο άγαλ­μά του. Ο συν­δυα­σμός αυ­τός του μέ­ντο­ρα, ερα­στή και λο­γο­τέ­χνη συ­να­ντά­ται πο­λύ νω­ρίς ήδη από τον Οβί­διο στο τρί­το βι­βλίο της Ars Amatoria του   και φθά­νει έως τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα αγω­γής [Bildungsroman] του 17ου και 18ου αιώ­να. Από­λη­ξη αυ­τής της πα­ρά­δο­σης θε­ω­ρεί­ται το μυ­θι­στό­ρη­μα Felix Krull του Thomas Mann, ο οποί­ος σε ση­μειώ­σεις του ανα­φέ­ρει πως το έγρα­ψε έχο­ντας υπό­ψη του τον δια­φθο­ρέα του Kierkegaard.

Στην αντί­πε­ρα όχθη του αι­σθη­τι­σμού, η Cordelia της Βα­κα­λό επι­χει­ρεί την ίδια ανα­γνω­στι­κή ακρο­βα­σία, δια­βά­ζει το ημε­ρο­λό­γιο του Iω­άν­νη που εί­ναι ο αγα­πη­μέ­νος της προ­κει­μέ­νου να ανα­το­πο­θε­τή­σει τις δι­κές της εμπει­ρί­ες και να ανα­σκευά­σει το ιστο­ρι­κό τους νό­η­μα για την ίδια. Μέ­σα από το κει­με­νι­κό / χρο­νι­κό χά­σμα που δια­νοί­γε­ται, οι­κειώ­νε­ται την ετε­ρό­τη­τά της δια πα­ντός, ερ­μη­νεύ­ει και αφη­γη­μα­το­ποιεί το πα­ρελ­θόν. Εί­ναι η γυ­ναί­κα-υπο­κεί­με­νο που του γρά­φει μια επι­στο­λή με την σει­ρά της.
Η Βα­κα­λό ξα­να­γρά­φει την ιστο­ρία του δια­φθο­ρέα από την σκο­πιά της Κορ­δε­λί­ας. Πρό­κει­ται για ένα εγ­χεί­ρη­μα που αξί­ζει το εν­δια­φέ­ρον μας και για τις θέ­σεις που πρε­σβεύ­ει, αλ­λά και για το πρώ­ι­μο του χα­ρα­κτή­ρα του, αφού δη­μο­σιεύ­ε­ται το 1959, πο­λύ νω­ρί­τε­ρα δηλ. από την πρό­σφα­τη επα­νεγ­γρα­φή –από την πλευ­ρά της γυ­ναί­κας– των με­γά­λων δυ­τι­κών αφη­γή­σε­ων από τον Οι­δί­πο­δα έως τον Φά­ουστ (Ιο­κά­στη, Μαρ­γα­ρί­τα), μια τά­ση που συ­να­ντά­με ιδιαί­τε­ρα στην πρό­σφα­τη γερ­μα­νι­κή λο­γο­τε­χνι­κή πα­ρα­γω­γή. Μέ­σα από την φι­γού­ρα της Cordelia της Βα­κα­λό προ­τεί­νε­ται ου­σια­στι­κά μια γυ­ναί­κα-υπο­κεί­με­νο (αφή­γη­σης / γρα­φής) που υπερ­βαί­νει κά­θε δυ­ϊ­σμό ή δι­χο­το­μία στην βά­ση οποιου­δή­πο­τε «εί­τε-εί­τε». Η ίδια λο­γι­κή διέ­πει την τε­λι­κή αντί­λη­ψή της για τον σα­γη­νευ­τή· ο δια­φθο­ρέ­ας ου­σια­στι­κά δια­φθεί­ρε­ται από τον δια­φθει­ρό­με­νο, από τον γοη­τευό­με­νο που έχει και την τε­λευ­ταία λέ­ξη. Πρό­κει­ται για την τό­σο προ­σφι­λή στην Ελέ­νη Βα­κα­λό δια­λε­κτι­κή των συ­ζεύ­ξε­ων που δια­περ­νά όλο το φά­σμα της ποι­η­τι­κής γρα­φής και δο­κι­μια­κής της σκέ­ψης.

{Ανα­τύ­πω­ση από το βι­βλίο Μα­ρία Κα­κα­βού­λια, Μορ­φές και Λέ­ξεις στο έρ­γο της Ελέ­νης Βα­κα­λό, Νε­φέ­λη, σσ. 289-296}


Η Cordelia της Βακαλό. Ξαναγράφοντας ένα κείμενο του ερωτικού κανόνα

Ελένη Βακαλό: «Δοκίμιο για τον πρώτο έρωτα»


«(Απά­ντη­ση της Cordelia στο Journal du Seducteur του Kierkegaard)» 

Ανα­τύ­πω­ση από το πε­ριο­δι­κό Και­νούρ­για Επο­χή (1959) σελ. 136-141

——————————


(Με­τά από 10 χρό­νια)

Αγα­πη­μέ­νε μου, σε λέω πρώ­τη φο­ρά έτσι από τό­τε, χω­ρίς κα­μιά τύ­ψη. Για­τί ξέ­ρω πως εί­σαι ο αγα­πη­μέ­νος μου για πά­ντα, – του­λά­χι­στον ακό­μη – χω­ρίς γι’ αυ­τό να στε­ρώ τί­πο­τα από κα­νέ­ναν άλ­λον. Σή­με­ρα εί­μαι βέ­βαια. Γι’ αυ­τό το λέω. Ού­τε φεύ­γω, ού­τε επα­νέρ­χο­μαι. Φύ­λα­ξε την Cordelia σου, από σέ­να τον ίδιον, ακρι­βώς για­τί εί­μαι η Cordelia.

Εί­ναι ένα πε­ρί­ερ­γο πράγ­μα τού­τη η αιφ­νί­δια γνώ­ση. Ζεις πρώ­τα, ύστε­ρα κυ­κλώ­νεις, μία προς αυ­τήν την κα­τεύ­θυν­ση μία προς την άλ­λην, το γε­γο­νός, το χω­ρί­ζεις κ’ εξα­ντλείς τις όψεις του, κά­πο­τε και τις πιο απί­θα­νες, εκεί­νες που μό­νο από ορι­σμέ­νη στά­ση δι­κή σου θα έβλε­πες, και ξαφ­νι­κά μια μέ­ρα, σε μια στιγ­μή που ού­τε το συλ­λο­γιό­σου­να κα­θό­λου, έρ­χε­ται σα χτύ­πη­μα στο μυα­λό σου, ολό­κλη­ρο, ανοι­χτό στην έκτα­ση και σφι­χτό στη σύν­θε­ση της ύλης, το νό­η­μά του, με όλες του τις όψεις ενω­μέ­νες, αχώ­ρι­στα όμως, λες κ’ εί­ναι έτσι κά­τι και­νού­ριο απ’ την αρ­χή, και το γνω­ρί­ζεις τό­τε. Γνω­ρί­ζεις ακό­μη, εκεί­νη την ώρα ιδιαί­τε­ρα, πως δεν μπο­ρείς να το πε­ρι­γρά­ψεις ού­τε αυ­τό, ού­τε τη γνώ­ση του. Φο­βά­σαι πως θα σκορ­πί­σει πά­λι, να μη το χά­σεις. Εκεί­νη την ώρα μό­νο την ονο­μα­σία του μπο­ρείς να πεις και να βλέ­πεις πως λες πε­ρισ­σό­τε­ρα πα­ρ’ ό,τι κι αν έλε­γες άλ­λο. Να, έτσι, μ’ όλο που πή­ρα να σου γρά­ψω την απά­ντη­σή μου δεν θα σου γρά­ψω σή­με­ρα τί­πο­τα άλ­λο. Με­τά, νο­μί­ζω πως πραγ­μα­τι­κά ό,τι να εί­ναι τε­λειώ­νει.

(Ύστε­ρα από μία εβδο­μά­δα)

Υπάρ­χουν ορι­σμέ­νες συμ­πτώ­σεις που συ­νή­θως τις λέ­νε μοι­ραί­ες, και που βέ­βαια εγώ θα απο­φύ­γω να σου τις χα­ρα­κτη­ρί­σω έτσι, μ’ όλο που δεν θα μπο­ρού­σα να τις πω και οπωσ­δή­πο­τε αλ­λιώς. Υπάρ­χει λοι­πόν μία τέ­τοια σύμ­πτω­ση, που μ’ έφε­ρε, ύστε­ρα από 10 χρό­νια, αυ­τήν τη στιγ­μή, ξα­νά τό­σο κο­ντά σου. Σκέ­φτο­μαι πώς, ενώ όλα με οδη­γού­σαν εδώ, μπο­ρού­σε να μη συμ­βεί πο­τέ να αντα­μώ­σω τού­τη την ώρα. Κυ­ρί­ως να μη δω έτσι, όχι μό­νο πού με οδη­γού­σε, αλ­λά πως κά­που με οδη­γού­σε ολό­κλη­ρη η ζωή μου.

Ένας φί­λος του άντρα μου μου έφε­ρε ένα βρά­δυ το Ou bien ou bien του Kierkegaard συ­στή­νο­ντάς μου να το δια­βά­σω. Άρ­χι­σα με­θο­δι­κά από τα «Δια­ψάλ­μα­τα». Σου λέω πως εί­χα μιαν απώ­θη­ση. Τώ­ρα δεν μπο­ρώ να μην την συν­δέ­σω με την αί­σθη­ση της πρώ­της μου επα­φής μα­ζί σου. Αι­σθα­νό­μου­να πως με οδη­γού­σε στην ανά­λυ­ση και ακρι­βώς αυ­τό δεν το ήθε­λα. Δεν ξέ­ρω όμως για­τί, - και δεν μου συ­νέ­βη­κε πρώ­τη φο­ρά αυ­τό, - ενώ έπα­ψα να το δια­βά­ζω, δεν το επέ­στρε­ψα και στον φί­λο μας που σου εί­πα. Ερ­χό­ταν τα­κτι­κά να μας δει και μι­λού­σα­με για όλες μου τις σκέ­ψεις. Σε λί­γον και­ρό ξα­νάρ­χι­σα τα Etapes erotiques. Δεν εί­χα φρο­ντί­σει να πά­ρω κα­νέ­να άλ­λο βι­βλίο. Μ’ όλο που λο­γά­ρια­ζα μά­λι­στα να το δώ­σω πί­σω, θυ­μά­μαι πως δεν το εί­χα βά­λει εκεί που βά­ζω συ­νή­θως τα βι­βλία που πρέ­πει να επι­στρέ­ψω, αλ­λά στο ρά­φι εκεί­νο της βι­βλιο­θή­κης που το­πο­θε­τώ ό,τι έχω για διά­βα­σμα, κο­ντά στη με­γά­λη πο­λυ­θρό­να.

Θα μου επι­τρέ­ψεις εδώ να προ­σθέ­σω με­ρι­κές ση­μειώ­σεις που εί­χα κρα­τή­σει σχε­τι­κά με τον μύ­θο του Don Zuan, συ­μπλη­ρω­μέ­νες εκ των υστέ­ρων με­τά από όσα συ­νέ­βη­καν για μέ­να στο διά­στη­μα αυ­τό. Αλ­λιώ­τι­κα δεν εί­μαι σί­γου­ρη πως θα μπο­ρέ­σω να κρα­τή­σω μια σω­στή σει­ρά για να σου ανα­φέ­ρω ό,τι απ’ αυ­τές τις σκέ­ψεις μου θα έχει κά­ποια ση­μα­σία, στην κα­τάλ­λη­λη θέ­ση. Το ελάτ­τω­μά μου αυ­τό ξέ­ρω ότι το εί­χες προ­σέ­ξει, ήμουν όμως βέ­βαιη ότι σου άρε­σε τό­τε και στο τέ­λος συ­νει­δη­τά το τό­νι­ζα κά­πως.

(Πριν 6 πε­ρί­που μή­νες)

Η έλ­λει­ψη της με­τά­θε­σης στο αντί­κρυ­σμα του υπο­κει­μέ­νου από το ένα πρό­σω­πο στο άλ­λο, εί­ναι η βα­σι­κή έλ­λει­ψη στη σύλ­λη­ψη της δρα­μα­τι­κό­τη­τας του μύ­θου. Έτσι το έτε­ρο υπο­κεί­με­νο κα­ταρ­γεί­ται, γί­νε­ται απλό αντι­κεί­με­νο, που, στον Don Zuan φθά­νει στην τε­λευ­ταία μορ­φή του, στον απρό­σω­πο αριθ­μό, ενώ στον Φά­ουστ η Μαρ­γα­ρί­τα κα­ταρ­γεί­ται όταν παύ­ει η χρη­σι­μό­τη­τά της για την από­λη­ξη της προ­σω­πι­κής τε­λεί­ω­σης του Φά­ουστ (Β΄ μέ­ρος).

Το πρό­βλη­μα για τον κα­θέ­να εί­ναι να βε­βαιω­θεί ο ίδιος. Η σύγ­χρο­νη μορ­φή της σκέ­ψης εί­ναι από φύ­ση της λυ­ρι­κή. Σε μια τέ­τοια πο­ρεία απο­κα­θι­στάς την δρα­μα­τι­κή σχέ­ση μό­νον αν πα­ρα­θέ­σεις, όχι αν αντι­θέ­σεις, το έτε­ρο υπο­κεί­με­νο στην δι­κή του λυ­ρι­κή τρο­χιά. Αυ­τό άλ­λω­στε δεν εί­ναι και το μο­να­δι­κό στή­ριγ­μα του σύγ­χρο­νου θε­ά­τρου; Φα­ντά­ζο­μαι λοι­πόν το ισο­δύ­να­μο γυ­ναι­κείο πρό­σω­πο στο δρά­μα του Don Zuan σε μια υπο­θε­τι­κή πα­ρά­θε­σή του.

Η συ­νε­χής αριθ­μη­τι­κή δια­δο­χή αντι­κει­μέ­νων του έρω­τα δεν μπο­ρεί να απο­κα­τα­στή­σει αυ­τό το «έτε­ρο πρό­σω­πο» πα­ρά μό­νον για τη λυ­ρι­κή δι­καί­ω­ση του ήρωα, πέ­ραν ασφα­λώς της λυ­ρι­κής του υπό­στα­σης – όχι όμως όπως ο Kierkegaard δέ­χε­ται για την δρα­μα­τι­κή αρ­τί­ω­ση του μύ­θου, αν πραγ­μα­τι­κά την δρα­μα­τι­κό­τη­τα τη δού­με σε μιαν ισο­δύ­να­μη σχέ­ση.

Μια γυ­ναί­κα – υπο­κεί­με­νο, στον Don Zuan ου­σια­στι­κά θέλ­γε­ται από αυ­τή την άσκη­ση του πό­θου του, ίσα­με όλη την έκτα­ση της αγω­νί­ας που ανα­πτύσ­σει. Μό­λις παύ­σει να υπάρ­χει η αγω­νία παύ­ει να υπάρ­χει ο Don Zuan . Για την αιω­νιό­τη­τά του χρειά­ζε­ται την επα­νά­λη­ψη. Αλ­λά το σχή­μα της επα­νά­λη­ψης προ­ϋ­πο­θέ­τει τη στιγ­μιαία έστω παύ­ση. Δεν εί­ναι κλει­στός κύ­κλος ταυ­τό­ση­μος στην αρ­τιό­τη­τά του με το αιώ­νιο. Τη στιγ­μή ακρι­βώς της κα­τάρ­γη­σής του, θα πρέ­πει, για την αντί­στοι­χη γυ­ναι­κεία προ­σω­πι­κό­τη­τα, αυ­τήν που υπάρ­χει από δι­κή της ενέρ­γεια, έστω και ασύ­νει­δη, να παύ­ει και η ελ­κτι­κή δύ­να­μη. Η γυ­ναί­κα εί­ναι εκ νέ­ου άθι­κτη. Βρί­σκε­ται έτσι πά­λι ως προς εκεί­νον ακυ­ρί­ευ­το αντι­κεί­με­νο απέ­να­ντί του. Η αέ­ναη ανα­νέ­ω­ση της σχέ­σης σε μια τέ­τοια αντί­λη­ψη γί­νε­ται δυ­να­τή, ένα συ­νε­χές επα­να­λαμ­βα­νό­με­νο σχή­μα και μπο­ρεί να βρει εκεί η αγω­νία το εί­δος της δρα­μα­τι­κής της φύ­σης. Υπάρ­χουν δύο πρό­σω­πα που εί­ναι το ένα για το άλ­λο, σε μια ανε­παί­σθη­τη δια­δο­χή, που μοιά­ζει σύγ­χρο­νη, ο έρω­τας και η απει­λή.

Τώ­ρα που ξα­να­δια­βά­ζω τις ση­μειώ­σεις μου αυ­τές ανα­γνω­ρί­ζω πως δεν εί­ναι τί­πο­τα άλ­λο από την έκ­φρα­ση των αμ­φι­βο­λιών που με βα­σά­νι­ζαν αυ­τά τα δέ­κα χρό­νια. Εί­ναι ό,τι αό­ρι­στα ανα­λο­γί­στη­κα, –χω­ρίς κα­λά-κα­λά να το κα­τα­λα­βαί­νω–,  πως θα μπο­ρού­σα να κά­νω, σαν αντί­δρα­ση μάλ­λον πα­ρά σαν αυ­τό­νο­μη πρά­ξη, όταν δεν μου ήτα­νε ακό­μη δυ­να­τόν αλ­λιώ­τι­κα, με ό,τι  υπήρ­ξα, να σε δι­καιώ­σω.

Ο φί­λος μας αμέ­σως μου πα­ρα­τή­ρη­σε πως έτσι το γυ­ναι­κείο αντί­μα­χο πρό­σω­πο ήταν μια «μοι­ραία γυ­ναί­κα», ακυ­ρί­ευ­τη. Δεν θα δε­χό­μουν πο­τέ δί­πλα στον Don Zuan, μια μοι­ραία γυ­ναί­κα. Πα­ρα­μέ­νει υπό­θε­ση και στη ζωή. Δια­φώ­νη­σα πως δεν εν­νο­ού­σα κά­τι τέ­τοιο. Απλώς ήθε­λα ένα αιώ­νιο γυ­ναι­κείο στοι­χείο να στα­θεί αντί­κρυ στην αιω­νιό­τη­τα του Don Zuan για να την ακε­ραιώ­σει, και να την δια­τη­ρεί μέ­σα στο δ ρ ά μ α. Όχι να πα­ρα­τεί­νει απλώς τη  δρα­μα­τι­κό­τη­τα.

Βλέ­πω σή­με­ρα πως αν ήταν στρα­βά όλα αυ­τά υπήρ­χε σε σπέρ­μα μέ­σα τους η αλή­θεια. Το λά­θος ήταν πως έμε­να πά­λι στην αγω­νία. Έπρε­πε να την πε­ρά­σω. Η Ελ­λη­νι­κή τρα­γω­δία σκο­πεύ­ει το πέ­ραν του τρα­γι­κού. Αυ­τό δεν εί­χα δει.

Αρ­γό­τε­ρα άρ­χι­σα να δια­βά­ζω το ημε­ρο­λό­γιό σου. Στην αρ­χή πί­στε­ψα κ’ εγώ πως ήταν πραγ­μα­τι­κά το ημε­ρο­λό­γιο του Johanes. Ήταν έξο­χα στη­μέ­νη η πα­γί­δα, όπως άλ­λω­στε και την πρώ­τη φο­ρά, όταν νό­μι­σα πως η ιστο­ρία μας ήταν μο­νά­χα η ιστο­ρία των δύο μας. Η τε­λευ­ταία φά­ση της αγω­νί­ας ήταν αυ­τή, η απο­κά­λυ­ψη της πα­γί­δας. Ύστε­ρα, ξα­ναϋ­φαί­νε­ται το ημε­ρο­λό­γιό σου μπλεγ­μέ­νο με το δι­κό μου.

Μια πί­κρα μό­νο δι­χα­σμού στα ενω­μέ­να μας πρό­σω­πα, όπως τα έβλε­πα και δεν μπο­ρού­σα γι’ αυ­τό να ξε­χω­ρί­σω το δι­κό μου, ανοί­γει μό­λις τώ­ρα, κ’ ίσως να ήταν η τε­λευ­ταία βο­ή­θεια που πή­ρα από σέ­να για το ελευ­θέ­ρω­μά μου.

Σου δό­θη­κα αλη­θι­νά πιο πριν απ’ ό,τι πι­στεύ­εις, όταν έφτα­σα στην στιγ­μή να σε φω­νά­ζω με τ’ όνο­μά σου, σε μιαν έρη­μη έκτα­ση, μό­νη, όπου εί­χα γύ­ρω μου γη και πά­νω μου ου­ρα­νό με τον ήλιο ψη­λά. Ήμουν βέ­βαιη πά­ντα πως εσύ την ήξε­ρες και τη γεύ­τη­κες, τέ­τοια που ήτα­νε αυ­τήν την στιγ­μή, αφού εσύ την εί­χες οδη­γή­σει. Η χρο­νι­κή απλώς με­τά­θε­ση, έχει ση­μα­σία για­τί με­τα­θέ­τει την αξία του γε­γο­νό­τος. Πιο πο­λύ απ’ όλα, τού­τη η πρώ­τη συ­ναί­σθη­ση της ανά­γκης του άλ­λου εγκαι­νιά­ζει την ερω­τι­κή ζωή μας.

Κι ού­τε θα ήθε­λα, –κα­θώς λες και συ–, απο­κα­θι­στώ­ντας αλ­λη­λου­χία γε­γο­νό­των στα πράγ­μα­τα, να πα­ρου­σιά­ζει «ψυ­χο­λο­γι­κό εν­δια­φέ­ρον» κυ­ρί­ως η απά­ντη­σή μου. Θα με­τα­το­πι­ζό­ταν το νό­η­μά της που εί­ναι, νιώ­θω, –τώ­ρα–, το πλή­ρες δό­σι­μό μου σε σέ­να.

Σκέ­ψου ακό­μη, ανα­λαμ­βά­νεις σε τού­το το ημε­ρο­λό­γιό σου ου­σια­στι­κά την αμαρ­τία επει­δή δεν μπο­ρείς να δεις πως ήταν δυ­να­τόν πια για σέ­να να λυ­τρω­θείς πα­ρά μέ­σα απ’ την αμαρ­τία. Την πα­ρα­τει­νό­με­νη πρώ­τη μορ­φή της αθω­ό­τη­τας φο­βά­σαι, και για κεί­νην θέ­λεις να έχεις τύ­ψεις. Νο­μί­ζω πως την νο­σταλ­γείς μάλ­λον. Μ’ αυ­τόν τον τρό­πο ελα­φρώ­νεις, κα­θώς τ’ αρ­νιέ­σαι, το άλ­λο, το με­γά­λο βά­ρος της ύπαρ­ξης της ίδιας. Η πα­ρα­δο­χή της αμαρ­τί­ας εί­ναι μο­νά­χα προ­ϋ­πό­θε­ση για να συγ­χω­ρε­θού­με. Η προ­ο­πτι­κή μιας εξαρ­χής κα­τάρ­γη­σής μας. Δεν μπο­ρεί να έχει σχέ­ση με σέ­να, ού­τε να σε δω εγώ έτσι, για να σε λέω όπο­τε θα ξα­νάρ­χε­σαι «αγα­πη­μέ­νε».

Τα θύ­μα­τα χρειά­ζο­νται για όσους δεν μπο­ρούν να αντέ­ξουν ως το τέ­λος τη μο­να­ξιά τους, για όσους εί­ναι απα­ραί­τη­το έτσι ή αλ­λιώς να θριαμ­βεύ­ουν σα να πο­ρεύ­τη­καν έξω κ’ ενά­ντια στον κό­σμο. Έρ­χο­μαι φέρ­νο­ντάς σου, ας πού­με τον Πα­ρά­δει­σο, τον με­τά θά­να­το πα­ρά­δει­σο. Κα­τα­λα­βαί­νεις; Αυ­τή εί­ναι η απά­ντη­σή μου, κ’ η κα­τα­δί­κη σου αν θέ­λεις από μέ­να. Δεν μου εί­χες δώ­σει τη βε­βαιό­τη­τα πως μ’ αγα­πού­σες μα με εί­χες κά­νει εμέ­να να σ’ αγα­πώ. Με­τά βα­σα­νί­στη­κα για να δια­κρί­νω αν με εί­χες στ’ αλή­θεια αγα­πή­σει.

Ξα­να­κοί­τα­ξα όλα τα γε­γο­νό­τα -όσα έμε­ναν στην ανά­μνη­σή μου-, μα ήταν τό­σο λί­γα και πα­ρα­μι­κρά, που δεν μπο­ρώ να πω ότι αυ­τά σχη­μά­τι­σαν πο­τέ το ρεύ­μα της θερ­μό­τη­τας που στά­θη­κε η σχέ­ση των δύο μας. Η ανη­συ­χία αν μ’ αγα­πού­σες ήρ­θε κα­τό­πι. Τό­τε ερ­χό­μου­να και σου έφερ­να το πρό­σω­πό μου. Μου άρε­σε να το βλέ­πεις. Ήμουν πε­ρισ­σό­τε­ρο απ’ ό,τι ήμουν εκεί­νη την ώρα, όταν βρι­σκό­μουν κο­ντά σου. Δεν θυ­μά­μαι τι σου έλε­γα και πώς φερ­νό­μουν. Νο­μί­ζω μά­λι­στα πως δεν θυ­μό­μου­να ού­τε αμέ­σως με­τά. Δια­βά­ζω τις δι­κές σου ση­μειώ­σεις τώ­ρα για κά­θε συ­νά­ντη­σή μας και βρί­σκω σ’ αυ­τές την Cordelia. Τη γνώ­ρι­σες πριν από μέ­να και μου τη γνώ­ρι­σες, και αυ­τό εί­ναι ο έρω­τάς μας. Ού­τε αυ­τά τα ίδια τα γε­γο­νό­τα που πε­ρι­γρά­φεις. Έχω την ίδια ησυ­χία που εί­χα και τό­τε.

(Με­τά από μι­κρή δια­κο­πή)

Πριν προ­χω­ρή­σω πα­ρα­κά­τω κά­θι­σα και τα­χτο­ποί­η­σα τα προη­γού­με­να. Για­τί εί­ναι δύ­σκο­λο να κλεί­σεις σε φρά­σεις, όχι μό­νο το απο­τέ­λε­σμα, μα και αυ­τήν τη σύμ­πτω­ση των δυ­νά­με­ων που τις γεν­νά. Να εί­ναι ο τρό­πος που ακο­λου­θείς μια μά­χη, πά­ντα το ένιω­θα σα να με έσω­ζε απ’ το χα­μό. Δεν έχει ση­μα­σία να δια­σώ­σεις το θέ­μα σου, μα να δια­σώ­σεις και τον εαυ­τό σου. Αυ­τήν την έν­νοια άλ­λω­στε δεν έχει στο τέ­λος και ολό­κλη­ρη η απά­ντη­σή μου;

Ο ρό­λος του Don Zuan στην ζωή της γυ­ναί­κας εί­ναι η απο­κά­λυ­ψη της γυ­ναι­κό­τη­τάς της στην πιο μύ­χια ου­σία της γυ­ναι­κό­τη­τας αυ­τής. Κά­τω απ’ τα κα­λύμ­μα­τα της αθω­ό­τη­τας του κο­ρι­τσιού, της παι­γνι­διά­ρας γνώ­σης λί­γο με­τά, της αι­σθη­μα­τι­κής αδρά­νειας κα­μιά φο­ρά, εκεί­νος γνω­ρί­ζει τη γυ­ναί­κα με το αιώ­νιό της βά­ρος της ύλης που ζη­τά να δο­θεί για να με­τα­τρα­πεί σε ενέρ­γεια. Σκο­πεύ­ει κα­τ’ ευ­θεί­αν στο στό­χο αυ­τόν τον κρυμ­μέ­νο, και η εξά­σκη­ση της γοη­τεί­ας του συ­νί­στα­ται ακρι­βώς στο να τον φα­νε­ρώ­σει, να ρί­ξει τα κα­λύμ­μα­τα για να τον έχει απέ­να­ντί του γυ­μνό και απρο­στά­τευ­το στην δύ­να­μή του, που δεν εί­ναι εχθρι­κιά πια μα ο ίδιος ο προ­ο­ρι­σμός και του στό­χου. Κά­τι πα­ρό­μοιο γί­νε­ται με κά­θε «εσύ» νο­μί­ζω.

Αν για κά­θε γυ­ναί­κα η εμ­φά­νι­ση του Don Zuan στη ζωή της εί­ναι απο­κα­λυ­πτι­κή, για τη κο­πέ­λα, η τε­λεί­ω­ση της γοη­τεί­ας του πά­νω της, ση­μαί­νει την ίδια τη γέν­νη­σή της. Πρώ­τη φο­ρά κα­τα­λα­βαί­νει αυ­τό το βά­ρος της ύλης που συ­νι­στά τη μορ­φή της. Κά­τω από την ελα­φρά­δα της ανυ­πο­ψί­α­στης πε­ρη­φά­νιας και της ντρο­πής της, της ελευ­θε­ρί­ας της και της αγο­ρί­στι­κης αυ­τάρ­κειας, αυ­τής της ύπαρ­ξης που εί­ναι ακό­μη πο­λύ πνεύ­μα για να νιώ­θει η ίδια τον εαυ­τό της, και αυ­τού του πνεύ­μα­τος που αξε­διά­λυ­τα ακό­μη μπλέ­κε­ται κά­θε στιγ­μή, σαν τρυ­φε­ρό κλω­νά­ρι αμπε­λιού, με τις αό­ρι­στες ανη­συ­χί­ες και τις πα­ρά­δο­ξες με­λαγ­χο­λί­ες, πρώ­τη φο­ρά της νιώ­θει να εί­ναι ορι­σμέ­νη όπως δεν εί­ναι ο αέ­ρας ή το νε­ρό, μα όπως εί­ναι ο κό­σμος με τον αέ­ρα και το νε­ρό.

Σ’ αυ­τόν τον ρό­λο του Αδάμ που απ’ την πλευ­ρά του θα γεν­νη­θεί η Εύα, υπάρ­χει η θε­τι­κή όψη του Don Zuan. Εκεί­νη που εί­ναι το θύ­μα του τον δι­καιώ­νει. Ό,τι βρι­σκό­τα­νε εν δυ­νά­μει, δη­μιουρ­γεί­ται, απ’ τ’ άγ­γιγ­μά του μες τη ζωή. Ο μύ­θος του Don Zuan κοι­ταγ­μέ­νος απ’ τη γυ­ναί­κα δεν εί­ναι αγω­νία κα­τα­λυ­τι­κή, για­τί ο πό­νος ξέ­ρο­με εμείς πως γεν­νά, και δεν κλεί­νε­ται για κα­μιά από μας η ζωή μο­νά­χα στον εαυ­τό της.

Παίρ­νω τον Don Zuan έτσι απλά όπως σή­με­ρα, και μου φαί­νε­ται πως έχω να να­νου­ρί­σω ένα παι­δί μου. Η δρα­μα­τι­κή τε­λεί­ω­ση του αι­σθά­νο­μαι ακα­θό­ρι­στα πως πρέ­πει κά­πως να πε­ρά­σει από δω. Μο­νά­χα που ζη­τώ να με συγ­χω­ρέ­σεις που δεν μπο­ρώ να την κά­νω, για μια στιγ­μή σαν αυ­τή, πιο πλού­σια τη φω­νή μου.

(Προ­σθέ­τω εκ των υστέ­ρων)

Στη ση­με­ρι­νή ώρι­μή μας σκέ­ψη θα μπο­ρού­σα­με να απο­κα­τα­στή­σου­με την ισορ­ρο­πία της γνώ­σης του αντι­κει­μέ­νου που μοι­ραία ακρω­τη­ριά­σα­με και κα­τα­στρέ­ψα­με όταν ήμα­σταν νέ­οι, με τη συ­νεί­δη­ση της σχέ­σης μιας πα­ράλ­λη­λης υπο­στά­σε­ως υπο­κει­μέ­νων, όπως άλ­λω­στε το εί­δες ότι το υπο­ψια­ζό­μουν. Μό­νο που ο μο­νό­λο­γός τους δεν θα πα­ρα­τί­θε­ται για τον θε­α­τή, θα υπάρ­χει το άγ­γιγ­μά τους, η ξε­νη­τιά αυ­τή που δεν μας κα­ταρ­γεί αλ­λά μας ορί­ζει. Ίσως, το πω στο παι­δί μου όταν θα το απο­βγά­ζω.

Γι’ αυ­τό οφεί­λει να σω­θεί η Cordelia. Η Μαρ­γα­ρί­τα κα­θώς χά­νε­ται δεν μπο­ρεί να ελευ­θε­ρώ­σει τον Φά­ουστ. Με­τά αντα­μώ­νει την Ελέ­νη. Η Cordelia πρέ­πει να εί­ναι η Μαρ­γα­ρί­τα και η Ελέ­νη. Το νό­η­μα του πρώ­του έρω­τα να μην εί­ναι ο χα­μός, μα η συ­νεί­δη­ση. Μία Ελέ­νη που μέ­σα της κρα­τά πη­γή για την αιώ­νια ομορ­φιά της τη Μαρ­γα­ρί­τα. Να ξα­να­λού­ζε­ται στην πρώ­τη, την ανα­μάρ­τη­τη ου­σία, για να μπο­ρεί να πράτ­τει, -χω­ρίς να δια­λύ­ε­ται- , την γυ­ναι­κό­τη­τά της, βε­βαί­ω­ση στη ζωή της ολό­κλη­ρη, του Don Zuan.

Η ιστο­ρία μας θα μπο­ρού­σε να ήταν η γέν­νη­σή της.

Ο φί­λος μας που του μί­λη­σα γι’ αυ­τές μου τις σκέ­ψεις έκα­νε μιαν απρό­ο­πτη πα­ρα­τή­ρη­ση. Του αρέ­σει το εί­δος αυ­τό του δια­λό­γου που οδη­γεί στην ακρο­βα­σία κα­μιά φο­ρά. Η χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, μου εί­πε, που εμ­φα­νί­ζο­νται στην ιστο­ρία αυ­τές οι γυ­ναι­κεί­ες μορ­φές, Εύα, Ελέ­νη, Μαρ­γα­ρί­τα, αντι­στοι­χεί ίσως στην φο­ρά που ακο­λού­θη­σε μες στην πο­ρεία της συ­νεί­δη­σής μας γε­νι­κώ­τε­ρα η αντί­λη­ψη του «μύ­θου».

Ένα άλ­λο πρό­βλη­μα που με απα­σχο­λεί με­τά απ’ την συ­ζή­τη­ση μα­ζί του, εί­ναι αν το δρά­μα που σχε­διά­ζω μπο­ρεί να έχει την ορι­σμέ­νη του μορ­φή μέ­σα στον ορι­σμέ­νο της χρό­νο. Εδώ απλώ­νε­ται έξω απ’ το σχή­μα του, σαν ζωή που δεν ορί­ζε­ται πα­ρά μό­νο απ’ τα στά­δια της συ­νεί­δη­σής μας, και όχι απ’ τον χρό­νο. Η Cordelia όμως υπάρ­χει σε όλα της τα στοι­χεία και σε όλο το διά­στη­μα απ’ αρ­χής. Δεν εί­ναι ανύ­παρ­κτη σαν αριθ­μός, εί­ναι απλώς ανει­κο­νι­κή, «ενέ­χου­σα ει­κό­να» και έτσι μπο­ρεί να απο­τε­λέ­σει το άλ­λο σκέ­λος σε μια δρα­μα­τι­κή σχέ­ση.

Αν εσύ έχεις να σχη­μα­τί­σεις από την αγά­πη σου τό­σο συ­γκε­κρι­μέ­νο το πρό­σω­πό της ώσπου να το δεις ο ίδιος κά­πο­τε ένα ακέ­ραιο πρό­σω­πο, ξέ­νο και μό­νο, εί­ναι για­τί δεν ήσα­σταν ο έρω­τας και η απει­λή μο­νά­χα ο ένας για τον άλ­λον, μα κι ο κα­θέ­νας απ’ την ίδια ρί­ζα, έρω­τας και απει­λή ο ίδιος για τον εαυ­τό του.

Η ώρα εκεί­νη που έτσι σε κά­λε­σα, τώ­ρα το ξέ­ρω πως ήταν το τρα­γι­κό ση­μείο. Δεν προ­ε­τοί­μα­ζε, αγα­πη­μέ­νε μου, την προ­δο­σία, μα εκεί­νη την ανα­πό­φευ­κτη τε­λεί­ω­ση δύο αν­θρώ­πων που νιώ­θουν τον εαυ­τό τους χω­ρι­στόν, πά­ντα όμως ο ένας σε σχέ­ση με τον άλ­λον, γι’ αυ­τό κ’ έχουν ανά­γκη ο ένας του άλ­λου. Υπήρ­ξα όμως στην ιστο­ρία αυ­τή προ του τρα­γι­κού και εί­μαι τώ­ρα μό­λις πέ­ραν του τρα­γι­κού γι’ αυ­τό στέ­κε­ται τέ­τοια, πο­λύ­τι­μη η ώρα εκεί­νη.

Ο χω­ρι­σμός μας μου οφει­λό­ταν. Μου οφει­λό­ταν έτσι να πο­νέ­σω για να στο πω ετού­το τώ­ρα, και να μπο­ρώ να σε ξα­να­δώ­σω, εγώ αυ­τήν την φο­ρά απ’ την αρ­χή, στην άλ­λη γυ­ναί­κα, όχι επα­νά­λη­ψη, όπως εσύ νο­μί­ζεις ή θέ­λεις να νο­μί­ζεις, πά­ντα, μα μια ολο­καί­νουρ­γη ιστο­ρία.

Έφτα­σα στο τε­λι­κό μέ­ρος. Πα­ρα­τη­ρώ, ξα­να­δια­βά­ζο­ντας όσα έχω γρά­ψει· πως ακο­λού­θη­σα ανά­λο­γους τρό­πους για να δια­φεύ­γω, όπως και τό­τε, κυ­κλώ­νο­ντας μο­νά­χα με σχό­λια και συ­ναι­σθή­μα­τα ό,τι ήταν αλη­θι­νό «πράγ­μα». Ίσως όμως μ’ αυ­τόν τον τρό­πο φτά­νει κα­νείς ανα­πό­τρε­πτα πια εκεί, για­τί έχει εξα­ντλή­σει τους άλ­λους δρό­μους, ανα­γκά­ζο­ντας τον εαυ­τό του ολό­κλη­ρον, τώ­ρα, ευ­θύ, στην πιο κο­ντά στη σάρ­κα του αλή­θεια.

Αγά­πη­σα, πα­ντρεύ­τη­κα, και έχω παι­διά. Μπο­ρεί αυ­τό ακρι­βώς να συ­νέ­τει­νε σε όλο τον σχη­μα­τι­σμό της άπο­ψής μου. Στις πιο ευ­τυ­χι­σμέ­νες μου στιγ­μές αι­σθά­νο­μαι πως εί­μαι η Cordelia σου. Πε­ρί­που όπως ξέ­ρει μια ηθο­ποιός πως εί­ναι η «Γε­νε­βιέ­βη». Πά­ντα ανα­λο­γι­ζό­μου­να τί εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο πραγ­μα­τι­κό­τη­τα για τον ηθο­ποιό και ως ποιο ση­μείο φτά­νει η προ­δο­σία. Νο­μί­ζω εί­ναι το ίδιο κα­θώς την ώρα του έρω­τα δεν σ’ εμπο­δί­ζει που από νω­ρίς μι­λού­σα­τε για το φαΐ ή για τα ρού­χα. Δεν εί­ναι δι­χα­σμός αυ­τό, ού­τε εί­ναι ασκή­μια. Πλου­ταί­νει η ώρα η μία την άλ­λην, και εί­σαι έτσι ολό­κλη­ρη ο εαυ­τός σου. Η διαρ­κής με­τά­βα­ση απ’ την μορ­φή στην ου­σία, απ’ την ου­σία στην μορ­φή, δί­νει την ομορ­φιά σε όλα. Ο τρό­πος αυ­τής της με­τά­βα­σης εί­ναι που ξε­χω­ρί­ζει τον ένα απ’ τον άλ­λον. Ίσως εί­ναι η ίδια η ου­σία.

Εί­μαι η Cordelia όπως με βλέ­πεις σή­με­ρα, σ’ αυ­τόν τον τρό­πο, γι’ αυ­τό εί­μαι η Cordelia σου και η γυ­ναί­κα του, και η μη­τέ­ρα των παι­διών μας. Ως τώ­ρα απέ­φευ­γα και τη σκέ­ψη μου ακό­μη που στρε­φό­ταν σε σέ­να νο­μί­ζο­ντας πως ήταν για κεί­νους απά­τη. Η αγω­νία των δέ­κα μου χρό­νων ήταν να κυ­βερ­νή­σω τον ακέ­ραιο εαυ­τό μου. Ερ­χό­νταν στιγ­μές που έλε­γα, όταν πο­λύ πο­νού­σα γι’ αυ­τό το σκί­σι­μο του κό­σμου μέ­σα μου στα δύο, πως δεν έπρε­πε να έχει έρ­θει ο χω­ρι­σμός μας, κι ανα­ζη­τού­σα τό­τε να βρω ποιος ήταν ο φταί­χτης. Τώ­ρα το ξέ­ρω που ενώ­θη­καν όλα. Παίρ­νο­ντας μιαν ορι­σμέ­νη μορ­φή χά­νε­σαι σ’ αυ­τό που ήσουν τό­τε, γε­νι­κή κα­θα­ρή έν­νοια της γοη­τεί­ας, πέ­ρα κι απ’ τα προ­σω­πι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά σου που απο­κτούν στο μά­κρε­μα του χρό­νου πά­λι μιαν εντε­λώς συμ­πτω­μα­τι­κή θέ­ση. Με γέν­νη­σες έτσι. Ανα­πτύσ­σο­ντας για μέ­να, όσο πε­ρισ­σό­τε­ρο, την έκτα­ση της έλ­ξης, μου απο­κά­λυ­ψες την έκτα­ση και την ύπαρ­ξη της δι­κιάς μου ου­σί­ας, όλου του αντί­στοι­χου πε­δί­ου που υπήρ­χε για μιαν άλ­λης φύ­σης ενέρ­γεια.

Πέ­ρα από την κα­τα­στρο­φή, σου χρω­στού­σα στη ζωή μου να της δώ­σω την πρά­ξη, να τη βε­βαιώ­σω σε όλες τις μορ­φές που ήταν να πά­ρει. Όταν γυρ­νάω σε σέ­να, εί­ναι για κεί­νους να γί­νω ωραία. Για­τί δι­κό σου εί­ναι το όνο­μα Cordelia. Με οφεί­λουν σε σέ­να. Γι’ αυ­τό σου γρά­φω.

Κα­θώς λυ­τρώ­νο­μαι από την αγω­νία το ξέ­ρω πως λυ­τρώ­νο­μαι πά­λι για σέ­να. Και σί­γου­ρα το πε­ρι­μέ­νεις. Ένας δρα­μα­τι­κός Don Zuan που γνώ­ρι­ζε πως η ελευ­θε­ρία του θα βρε­θεί τό­σο μα­κρύ­τε­ρα, πιο δύ­σκο­λη και ωραιό­τε­ρη, στο τε­λευ­ταίο άκρο της κα­μπύ­λης, αφού εκεί­νος οδή­γη­σε στο υψη­λό­τε­ρό της ση­μείο. Εγώ υπήρ­ξα η άλ­λη δύ­να­μη στην τρο­χιά της. Χρειά­ζο­νται δύο. Τώ­ρα σου δί­νο­μαι πλή­ρως, δί­νο­ντάς σου το τέ­λος, γεν­νώ­ντας σε με τη σει­ρά μου ποιος εί­σαι.

Μην το πά­ρεις για χά­ρη συγ­γνώ­μης. Θέ­λω να εί­μαι ακέ­ραια πά­λι αυ­τήν την ώρα μπρο­στά σου. Μο­νά­χα σου λέω, πως εί­ναι η άλ­λη νέα υπε­ρη­φά­νεια, που δεν χρειά­ζε­ται κα­νέ­ναν πια, και ού­τε κα­νέ­νας μπο­ρεί να τη βοη­θή­σει ανα­λαμ­βά­νο­ντας το πρώ­το σφάλ­μα, του αν­θρώ­που που αντί­κρυ στην μοί­ρα του τη γνω­ρί­ζει. Η δρα­μα­τι­κή αί­σθη­ση δεν έχει τέ­λος.

Πριν να σ’ εγκα­τα­λεί­ψω, τώ­ρα αλη­θι­νά μο­νά­χον, χω­ρίς ού­τε το βά­ρος και τον δε­σμό της τύ­ψης για μέ­να, σε ευ­χα­ρι­στώ που μου έδω­σες να έχω πά­ντο­τε μέ­σα μου τη Μαρ­γα­ρί­τα. Σε ευ­χα­ρι­στεί η Cordelia του άντρα μου και των παι­διών μου, η Cordelia σου.

Cordelia

(1954 γράφτηκε, 1959 δόθηκε για να εκδοθεί)

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: