Σκόρδα στους μήνες της επιδημίας

Γαλλική μικρογραφία (περ. 1530) από εικονογράφηση των «Μεταμορφώσεων» του Οβιδίου
Γαλλική μικρογραφία (περ. 1530) από εικονογράφηση των «Μεταμορφώσεων» του Οβιδίου

Πέ­ρυ­σι κα­νείς δεν εί­χε προ­βλέ­ψει το κα­κό, πα­ρ᾽ όλο που το εί­χε μέ­σα του από πάπ­που προς πάπ­που. Ού­τε το εί­δε κα­νείς να έρ­χε­ται φέ­τος, αφού ο χει­μώ­νας εί­χε κλεί­σει δρό­μους και πα­ρά­δρο­μους, όπως κλεί­νουν οι τσί­μπλες τα μά­τια. Όμως, για να δο­κι­μα­στεί, όπως λέ­νε οι πα­ρα­δό­σεις, η πί­στη του κα­ντη­λα­νά­φτη, επει­δή εκεί­νος εί­χε ακού­σει άπει­ρες φο­ρές κα­τά την Θεία Λει­τουρ­γία πως άγνω­στες, πί­στευε και μη ερεύ­να, οι βου­λές του Κυ­ρί­ου, η κοι­λιά του του­μπά­νια­σε, πρή­στη­κε γε­μά­τη αέ­ρα κο­πα­νι­στό, που δεν έφευ­γε ού­τε από το στό­μα, ού­τε από πί­σω του. Κα­θώς ξε­πρό­βα­λε από το κο­νά­κι του, μέ­ρα ασυν­νέ­φια­στη και ηλιό­λου­στη, για να πά­ει εγκαί­ρως στην εκ­κλη­σία, ένιω­σε πως ακρο­πα­τού­σε στον δρό­μο, άρ­χι­σε να υψώ­νε­ται αρ­γά, λες και το πρω­ι­νό αγιά­ζι τον εί­χε αρ­πά­ξει από τις μα­σχά­λες και τον ανα­σή­κω­νε. Ώσπου να φτά­σει στην πλα­τεία, εκεί όπου τα πα­ρα­παί­δια ξε­σκό­νι­ζαν τα πε­ζο­δρό­μια και οι μα­γα­ζά­το­ρες ξε­σκό­νι­ζαν την πραμ­μά­τεια τους, ανοι­γό­κλει­νε τα πό­δια του μια σπι­θα­μή πά­νω από το πλα­κό­στρω­το και κου­νού­σε τα χέ­ρια του σαν να φο­βό­ταν ότι θα έπε­φτε και έψα­χνε να πια­στεί από τον αέ­ρα, που τον πή­γαι­νε κα­τά εδώ και κα­τά εκεί, όπως μα­κρύ αντρι­κό σώ­βρα­κο πια­σμέ­νο με μα­ντα­λά­κια σε σκοι­νί μπου­γά­δας. Ώσπου να βγει από την πλα­τεία, εί­χε ανέ­βει μια ορ­γιά ψη­λό­τε­ρα, κω­πη­λα­τού­σε με τα χέ­ρια του διά­πλα­τα θέ­λο­ντας να απο­φύ­γει να πέ­σει σε τοί­χο, φώ­να­ζε βο­ή­θεια προ­σευ­χό­με­νος, αλ­λά ακου­γό­ταν σαν βου­λω­μέ­νη μπου­ρού ανα­πό­φευ­κτου ναυα­γί­ου, το πρώ­το κρού­σμα.
Για να λέ­με την αλή­θεια, το πλή­θος εί­χε κιό­λας μα­ζευ­τεί και έσπευ­δε προς το μέ­ρος του κρα­τώ­ντας θυ­μια­τή­ρια και σκοι­νιά με γάν­τζους στην άκρη μή­πως κα­τά­φερ­νε να τον γα­τζώ­σει και να τον προ­σγειώ­σει, όμως εκεί­νος ανέ­βαι­νε, έβλε­πε τα πα­ρά­θυ­ρα των σπι­τιών να ανοί­γουν και να δεί­χνουν τα από­κρυ­φά τους, έκλει­νε τα μά­τια του για να μη σκα­ντα­λι­στεί από τα άπρε­πα του κό­σμου, εί­χε φτά­σει πά­νω από τις σκε­πές και απο­λάμ­βα­νε την θέα της πό­λης, που κα­νέ­νας πριν από αυ­τόν δεν εί­χε δει από τό­σο ψη­λά τον Φλε­βά­ρη που και αν φλε­βί­σει κα­λο­καί­ρι θα μυ­ρί­σει, λο­γά­ρια­ζε πως από το ένα δευ­τε­ρό­λε­πτο στο άλ­λο θα βρι­σκό­ταν δια­κό­σια μέ­τρα ψη­λά, από το κε­φά­λι ως τις πα­τού­σες εί­χε γί­νει ένα μπα­λό­νι, εκεί­νη την στιγ­μή έσκα­σε και τρί­μα­τα του κορ­μιού του έπε­σαν ξε­ρά σαν χο­ντρο­κο­πα­νι­σμέ­νο αλα­το­πί­πε­ρο στις γει­το­νιές, λε­κέ­δες που τους πή­ρε η βρο­χή της επο­μέ­νης.
Και να φα­ντα­στεί κα­νείς πως ήταν άν­θρω­πος της υπο­μο­νής, δεν εί­χε βλά­ψει ού­τε ζω­ντα­νό, ού­τε νε­κρό. Από­δει­ξε όμως πως εί­ναι αδύ­να­το να ανα­λη­φθεί ο άν­θρω­πος στους ου­ρα­νούς, ακό­μα και όταν του δί­νε­ται η ευ­και­ρία. Δεν θέ­λω να πι­στέ­ψω πως οι πα­που­τσή­δες άρ­χι­σαν να πω­λούν πα­πού­τσια με μο­λυ­βέ­νιες σό­λες στους κα­λούς πε­λά­τες τους για να εί­ναι ασφα­λι­σμέ­νοι πως δεν θα εγκα­τέ­λει­παν έξαφ­να τού­τη την γη που την πα­τού­με και όλοι μέ­σα θε να μπού­με. Ού­τε θέ­λω να πι­στέ­ψω τα λε­γό­με­να πως όσα τρί­μα­τα του κα­ντα­λα­νά­φτη εί­χαν σω­θεί από την βρο­χή θε­ω­ρή­θη­καν φυ­λα­χτά και πως θά­να­τοι στις μο­νά­δες εντα­τι­κής θε­ρα­πεί­ας έλα­βαν χώ­ρα, επει­δή κά­ποιοι όρ­μη­σαν σε σπί­τια σαν πο­ντι­κοί και σε κο­τέ­τσια σαν αλε­πού­δες για να πιούν τσάι του βου­νού, ρα­ντί­ζο­ντάς το με την άκρη μιας κου­τα­λιάς από εκεί­να τα κα­τά­λοι­πα.
Λί­γο εν­δια­φέ­ρει να πού­με πε­ρισ­σό­τε­ρα, επει­δή ο σκο­πός του λό­γου μας δεν εί­ναι να μας απα­σχο­λή­σει το κα­κό. Όπως γνω­ρί­ζε­τε, πολ­λοί του­μπά­νια­σαν εκεί­νες τις μέ­ρες, όλο τον μή­να Φλε­βά­ρη, κόλ­λη­σε και ο Μάρ­της: οι κα­λοί και ενά­ρε­τοι, πι­στοί και αλ­λο­παρ­μέ­νοι ξε­φού­σκω­ναν γρή­γο­ρα και άφη­ναν την τε­λευ­ταία πνοή τους με ένα σφύ­ριγ­μα οχιάς, οι κα­κοί και άτι­μοι έμε­ναν φου­σκω­μέ­νοι μέ­ρες ώσπου να ξε­χα­στούν κά­ποιες του­λά­χι­στον από τις βα­ριές αμαρ­τί­ες τους, οι για­τροί και οι οδο­ντο­τε­χνί­τες εί­χαν βρει τρό­πο να τρυ­πούν με μια χο­ντρή πα­ρα­μά­να τις πρη­σμέ­νες κοι­λιές, από τις οποί­ες έφευ­γε αρ­γά μια βρώ­μα άστι­φτης πο­λυ­και­ρι­σμέ­νης πα­τσα­βού­ρας. Οι συμ­βο­λαιο­γρά­φοι έγρα­φαν δια­θή­κες, οι νε­κρο­θά­φτες έσκα­βαν ολη­με­ρίς και ολο­νυ­χτίς τά­φους, όπου συ­χνά έπε­φταν για να ξα­πο­στά­σουν και να μη ξα­να­ση­κω­θούν, οι ζω­ντα­νοί άρ­πα­ζαν τα χρυ­σα­φι­κά και τα χρυ­σά δό­ντια τών ετοι­μο­θά­να­των για να μην τους προ­λά­βουν οι συγ­γε­νείς, οι σκύ­λοι έγλει­φαν τους νε­κρούς που έμε­ναν ασα­βά­νω­τοι, δεν του χω­ρού­σαν τα ψυ­γεία. «Εσύ», εί­πε ο πα­τέ­ρας, «που ξέ­ρεις γράμ­μα­τα, να γρά­ψεις την ιστο­ρία που θα σου πω». Θα την εί­χα λη­σμο­νή­σει αν με έπια­νε ο ύπνος στην κου­ζί­να όπου ο πα­τέ­ρας ανα­κά­τευε το φα­γη­τό, το οποίο κό­χλα­ζε και άπλω­νε τη μυ­ρου­διά του ως τα σά­λια μου που έτρε­χαν λό­γω της ώρας.

Φέ­τος λοι­πόν από τον Φλε­βά­ρη που άρ­χι­σε, το κα­κό που έπε­σε εί­χε σχέ­ση με το κα­κό που μας βρή­κε από τον κα­ντη­λα­νά­φτη και με­τά, το ίδιο ήταν και χει­ρό­τε­ρο. Κα­νέ­νας δεν εί­χε πά­ρει τον ανή­φο­ρο προς τον ου­ρα­νό προη­γου­μέ­νως, οι για­τροί έκα­ναν αφαι­μά­ξεις και υπο­κλι­σμούς στους αρ­ρω­στη­μέ­νους ώστε να φεύ­γουν πουρ­γα­ρι­σμέ­νοι από την ζωή και όχι βου­τηγ­μέ­νοι στις ακα­θαρ­σί­ες από τις διάρ­ροιες που προ­κα­λού­σε η επι­δη­μία, με το στό­μα κα­θα­ρό από το αί­μα που έπη­ζε ανά­με­σα στα δό­ντια τους ή κυ­λού­σε βρω­με­ρό από τη μύ­τη τους. Και με το που ξη­μέ­ρω­σε ο Μάρ­της, επα­να­λαμ­βα­νό­ταν κα­θη­με­ρι­νά στις έξι το από­γευ­μα η δια­τα­γή σω­τη­ρί­ας, που ο πα­τέ­ρας την εί­χε μά­θει από στή­θους, τό­σες πολ­λές φο­ρές την εί­χε ακού­σει. «Στους δρό­μους βα­δί­ζου­με αθο­ρύ­βως κρα­τώ­ντας μπα­στού­νι με το οποίο με­τρά­ται η από­στα­ση από όσους συ­να­ντού­με, έχο­ντας εύ­και­ρο σφουγ­γά­ρι βρεγ­μέ­νο με ξί­δι για να απο­μα­κρύ­νο­νται τα μι­κρό­βια. Κά­θε πρωί τρώ­με σύ­κα ξε­ρά, λί­γο απή­γα­νο και μπό­λι­κο σκόρ­δο. Αν, πα­ρ' ελ­πί­δα αυ­τά τα εί­δη λεί­πουν, τρώ­με ψω­μί βου­τηγ­μέ­νο σε κρα­σί μο­σχά­το, ένα καρ­τού­τσο μό­νο. Οι άντρες έχουν υπο­χρέ­ω­ση να ξυ­ρί­ζο­νται κά­θε πρωί, οι γε­νειο­φό­ροι να θυ­σιά­ζουν τα μου­στά­κια τους, επει­δή εκεί φω­λιά­ζει το μό­λε­μα. Οι γυ­ναί­κες να αε­ρί­ζουν τα ασπρό­ρου­χα, τα σε­ντό­νια ιδιαι­τέ­ρως και να πλέ­νουν αμαρ­τύ­ρη­τα εκεί που ξέ­ρουν με ξί­δι και σκόρ­δο».
Και τό­τε, που λές, συ­νέ­χι­ζε ο πα­τέ­ρας μου, ο πρώ­τος της φα­μί­λιας μας, φύ­τε­ψε στο χω­ρά­φι του σκόρ­δα σε­βό­με­νος την δια­τα­γή σω­τη­ρί­ας, που φού­ντω­σαν χλω­ρά τον Απρί­λη. Έπρε­πε να σκύ­βει για να τα ξε­ρι­ζώ­σει, να κά­θε­ται στα γό­να­τα από την αυ­γή ως το από­γευ­μα, τό­σες ώρες στο βά­σα­νο, ώσπου κο­ψο­με­σιά­στη­κε, η γυ­ναί­κα του απέ­βα­λε, ήταν στον μή­να της, πά­ντως η πα­ρα­γω­γή βγή­κε άφθο­νη, την φόρ­τω­σε στο τρα­κτέρ του και πή­ρε τους δρό­μους να την που­λή­σει και δεν μα­τα­φά­νη­κε. Η φή­μη λέ­ει πως όσοι αγό­ρα­σαν τα σκόρ­δα του έγια­ναν ας εί­χαν φτά­σει στην αυ­λή του κά­τω κό­σμου και εί­χαν δει τον χά­ρο με τα μά­τια τους, η αλή­θεια εί­ναι πως μά­ζε­ψε πολ­λά λε­φτά, οι κα­κές γλώσ­σες λέ­νε πως τα έφα­γε παί­ζο­ντας ξι­λί­κι, άλ­λοι ορ­κί­ζο­νται πως πή­γε στα Ιε­ρο­σό­λυ­μα, έγι­νε χα­τζής και ξό­δε­ψε ό,τι εί­χε για να χτι­στεί ο να­ός του Σο­λο­μώ­ντα, στον οποίο εί­χε κά­νει τά­μα: όταν ήταν έτοι­μος να που­λή­σει το τε­λευ­ταίο σκόρ­δο σε μια γυ­ναί­κα που το παι­δί της το έτρω­γε η επι­δη­μία, το μοί­ρα­σε στη μέ­ση για να δώ­σει το άλ­λο μι­σό σε μιαν άλ­λη γυ­ναί­κα που έκλαι­γε ότι το δι­κό της το παι­δί αγ­γε­λια­ζό­ταν. Τό­τε αλα­λιά­στη­κε από τα πλού­τη και εί­πε: «Άμα φτω­χύ­νω από τα σκόρ­δα, θα φτω­χύ­νει ο Θε­ός», λέ­ξεις που αν δεν τις εί­πε τις σκέ­φτη­κε τον μή­να Μάη, που πιά­νου­με το μα­γιό­ξυ­λο.

Κα­τα­λα­βαί­νεις πως όλη η πό­λη κα­τα­πιά­στη­κε να φυ­τεύ­ει σκόρ­δα ακό­μα και σε γλά­στρες, σε σκε­πές, σε ντου­λά­πια και σε κα­τώ­για, ανά­βο­ντας κε­ριά στις εκ­κλη­σί­ες και κά­νο­νταν δε­ή­σεις να κρα­τή­σει το κα­κό ως τον αιώ­να τον άπα­ντα. Τα χου­χού­λι­ζαν, τα κα­λό­πια­ναν με ευ­χές και κα­τά­ρες να ξε­πε­τα­χτούν πριν από τα σκόρ­δα των άλ­λων, να τα βγά­λουν στην αγο­ρά όπως βγά­ζου­με τις αμαρ­τί­ες μας. Οι άν­θρω­ποι, το ξέ­ρεις, εί­ναι αχόρ­τα­γοι, όπως ο κό­κο­ρας που δεν του φτά­νει μία κό­τα, αλ­λά παι­δεύ­ει όλες τις κό­τες στο κο­τέ­τσι και όσες βρει στο δρό­μο του. Όμως η λοι­μι­κή εί­ναι σπλα­χνι­κή, έρ­χε­ται η ώρα που βα­ριέ­ται να τυ­ρα­νά­ει τον κό­σμο και γυ­ρί­ζει το κα­λο­καί­ρι στα λη­μέ­ρια της, ώσπου να ξυ­πνή­σει και να ξα­να­βγεί στον ήλιο, όχι επει­δή το θέ­λει, αλ­λά επει­δή οι άν­θρω­ποι την κα­λούν για να έχουν την ευ­και­ρία να που­λή­σουν σκόρ­δα. Για­τί, τι να κά­νεις τα σκόρ­δα που έχεις μα­ζέ­ψει; σε ρω­τάω. Τι να κά­νεις εκεί­να που κλη­ρο­νό­μη­σες. Πό­σα να φας για να μην πά­νε χα­μέ­να, αφού έχεις σκύ­ψει τό­σο πο­λύ για να τα ξε­ρι­ζώ­σεις. Πό­σα να δώ­σεις όταν κα­νείς δεν τα θέ­λει. Πό­σα να κρα­τή­σουν οι άν­θρω­ποι, όταν εύ­χο­νται να εμ­φα­νι­στεί πά­λι το κα­κό για να πλου­τί­σουν. Το μά­θη­μα που έχω να σου δώ­σω εί­ναι να φο­βά­σαι τα σκόρ­δα έστω και αν φέρ­νουν δώ­ρα.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: