«Ο θάνατος κι ο εφιάλτης»

Μια συγκριτική ανάγνωση ποιημάτων του Γιάννη Βαρβέρη και του Μίλτου Σαχτούρη

Εξώφυλλο του Κώστα Τσόκλη για το βιβλίο «Άκυρο θαύμα», 1996
Εξώφυλλο του Κώστα Τσόκλη για το βιβλίο «Άκυρο θαύμα», 1996

Η επιρ­ροή της ποί­η­σης του Μίλ­του Σα­χτού­ρη στη γε­νιά του ’70 εί­ναι ένα θέ­μα που με­λε­τά­ται ιδιαι­τέ­ρως τα τε­λευ­ταία χρό­νια απο­δει­κνύ­ο­ντας (και πα­ράλ­λη­λα υπο­δει­κνύ­ο­ντας) ότι αυ­τός ο οι­κεί­ος και ταυ­τό­χρο­να ανοί­κειος κό­σμος που δη­μιουρ­γεί, το άγ­χος και η αγω­νία της ύπαρ­ξης, το πα­ρά­δο­ξο μιας «κό­λα­ση[ς] / με τό­σο φως / δεν το πε­ρί­με­να» (Μ. Σα­χτού­ρης, «Στιγ­μές», Στίγ­μα­τα, 1962[1] δεν εκ­φρά­ζει μό­νο τα βιώ­μα­τα και την οδύ­νη ενός με­τεμ­φυ­λια­κού κό­σμου αλ­λά γί­νε­ται εξαι­ρε­τι­κά επί­και­ρος στη σύγ­χρο­νη επο­χή και δεν αφή­νει αδιά­φο­ρους τους ομο­τέ­χνους του. Το πε­δίο της ποί­η­σης του Σα­χτού­ρη επε­κτεί­νε­ται πέ­ρα από συ­γκε­κρι­μέ­να, ει­δι­κά χρο­νι­κά όρια λαμ­βά­νο­ντας δια­χρο­νι­κή αξία, «κα­θώς αυ­τή η πα­ρα­γω­γή εί­ναι σα­φές σε από­λυ­τη έν­νοια ότι αντα­πο­κρί­νε­ται στα­θε­ρά στους όρους της σύγ­χρο­νης δη­μιουρ­γι­κής πρό­σλη­ψης κα­τά την εξέ­λι­ξη του αντι­κει­με­νι­κού και κυ­ρί­ως του πο­λι­τι­σμι­κού χρό­νου»[2] και εμπνέ­ο­ντας όχι μό­νο νε­ό­τε­ρους ποι­η­τές αλ­λά απο­κτώ­ντας στα­θε­ρά και ένα νέο, δυ­να­μι­κό κοι­νό[3]
Αυ­τός, λοι­πόν, ο κό­σμος που «ενώ πε­ρι­γρά­φε­ται με κα­νο­νι­κά συ­νταγ­μέ­νο λό­γο, με­τα­τρέ­πε­ται σε ανοί­κειο χώ­ρο»,[4] η εμ­μο­νή με τον θά­να­το και το στοι­χείο του εφιάλ­τη εί­ναι ορι­σμέ­να από τα στοι­χεία που επη­ρέ­α­σαν και έναν από τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους εκ­προ­σώ­πους της γε­νιάς του ’70, τον Γιάν­νη Βαρ­βέ­ρη. Ο ίδιος άλ­λω­στε επι­ση­μαί­νει σε αφιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού Αντί ότι «η γε­νιά του ’70 οφεί­λει ση­μα­ντι­κά τρο­φεία στον Μίλ­το Σα­χτού­ρη. […] Με τις εφιαλ­τι­κές του ει­κό­νες και τα εω­σφο­ρι­κά το­πία του μας βο­ή­θη­σε να εξοι­κειω­θού­με και να δια­τυ­πώ­σου­με […] την μεί­ζο­να έν­νοια του θα­νά­του».[5]

Ει­δι­κό­τε­ρα, η επιρ­ροή του Σα­χτού­ρη στην ποί­η­ση του Βαρ­βέ­ρη εντο­πί­ζε­ται κυ­ρί­ως στη δη­μιουρ­γία ενός εφιαλ­τι­κού το­πί­ου με ανα­φο­ρές στον δια­με­λι­σμό του αν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος, στη συ­νύ­παρ­ξη ζω­ντα­νών-νε­κρών, αλ­λά και στη χρή­ση ορι­σμέ­νων συμ­βό­λων, όπως το χιό­νι. Ο Σα­χτού­ρης έχει βιώ­σει τις οδυ­νη­ρές εμπει­ρί­ες του Β΄ Πα­γκό­σμιου πο­λέ­μου, της Κα­το­χής, του Εμ­φυ­λί­ου και των με­τεμ­φυ­λια­κών χρό­νων και αυ­τή η επο­χή και «ο ρε­α­λι­σμός της ει­σβάλ­λει και ανα­στα­τώ­νει τα άδυ­τα του φα­ντα­στι­κού του χώ­ρου και το εγώ του με την τα­ρα­χή και τις πα­ραι­σθή­σεις του, δρώ­ντας εξ επα­φής, λει­τουρ­γεί σαν πα­ρα­μορ­φω­τι­κός κα­θρέ­φτης της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας».[6] Ακό­μη και αν η επο­χή και ο σκο­πός των δύο ποι­η­τών δια­φέ­ρει, το ποι­η­τι­κό απο­τέ­λε­σμα του Βαρ­βέ­ρη σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις ανά­γε­ται στα ποι­ή­μα­τα του Σα­χτού­ρη, με τον οποίο «δη­μιουρ­γεί ση­μεία δια­λό­γου».[7]

Στη συ­νέ­χεια, θα εξε­τά­σου­με ορι­σμέ­να ποι­ή­μα­τα εν­δει­κτι­κά των σχέ­σε­ων που ανα­πτύσ­σο­νται ανά­με­σα στους δύο ποι­η­τές. Ο πα­ραλ­λη­λι­σμός των κοι­νών στοι­χεί­ων ξε­κι­νά με το ποί­η­μα του Βαρ­βέ­ρη «Σε σκλη­ρό νό­μι­σμα» όπου ο δια­με­λι­σμός του σώ­μα­τος συν­δέ­ε­ται με την ποι­η­τι­κή τέ­χνη: «Διε­ρω­τώ­μαι αν μέ­σα σ’ αυ­τό το ποί­η­μα/ βρί­σκε­ται η καρ­διά μου./ Θή­ρα­μα εί­ναι και τρέ­χει τρέ­χει./ Την κυ­νη­γούν κυ­νη­γοί./ Εγώ εί­μαι με τους κυ­νη­γούς./ Στή­νω δό­κα­να, πα­ρι­στά­νει πως πιά­στη­κε, φεύ­γει. […] Το βρά­δυ μα­ζευό­μα­στε/ εγώ και οι κυ­νη­γοί/ σε μια κα­λύ­βα δια­βά­ζου­με δυ­να­τά:/ «Απου­σιά­ζει η καρ­διά σου», μου λέ­νε./ Και σκύ­βω το κε­φά­λι./ «Θα δο­κι­μά­σω πά­λι αύ­ριο» υπό­σχο­μαι/ ξέ­ρο­ντας πως η φυ­σι­κή κα­τά­στα­ση/ της καρ­διάς μου/ εί­ναι μέ­σα στο δά­σος/ και έξω απ’ τα ποι­ή­μα­τα».[8] Εδώ η απου­σία της καρ­διάς του ποι­η­τή πα­ρα­πέ­μπει στο κομ­μέ­νο κε­φά­λι από το ποί­η­μα του Σα­χτού­ρη «Το κε­φά­λι του ποι­η­τή», το οποίο συ­νε­χί­ζει να δια­μαρ­τύ­ρε­ται και να ενο­χλεί με τα λό­για του: «Έκο­ψα το κε­φά­λι μου/ το ’βα­λα σ’ ένα πιά­το/ και το πή­γα στο για­τρό μου/ -Δεν έχει τί­πο­τε, μου εί­πε,/ εί­ναι απλώς πυ­ρα­κτω­μέ­νο/ ρί­ξε το μέ­σα στο πο­τά­μι και θα ιδού­με/ το­’ρι­ξα στο πο­τά­μι μα­ζί με τους βα­τρά­χους/ τό­τε εί­ναι που χά­λα­σε τον κό­σμο/ άρ­χι­σε κά­τι πα­ρά­ξε­να τρα­γού­δια/ να τρί­ζει φο­βε­ρά και να ουρ­λιά­ζει/ το πή­ρα και το φό­ρε­σα πά­λι στο λαι­μό μου/ γύ­ρι­ζα έξαλ­λος τους δρό­μους/ με πρά­σι­νο εξα­γω­νο­με­τρι­κό κε­φά­λι ποι­η­τή».[9]

Έπει­τα, στο ποί­η­μα «Αυ­γά μά­τια» του Βαρ­βέ­ρη πα­ρα­τη­ρού­με πώς απο­δο­μεί­ται μια οι­κεία σκη­νή και επα­να­δο­μεί­ται με εφιαλ­τι­κούς όρους: «Εί­πα κι εγώ ένα βρά­δυ να βυ­ζά­ξω τα το­πία./ Ξε­ρί­ζω­σα λοι­πόν τα δυο μου μά­τια/ κι έκα­ψα βού­τυ­ρο σ’ ένα φαρ­δύ τη­γά­νι/ να πιω βου­νά και λί­μνες στέ­ρεα τώ­ρα./ Ο κό­σμος εί­ναι δυο μα­στοί το δί­χως άλ­λο/ με μια και δυο κου­τά­λα της κου­ζί­νας/ πή­ρα να τους γευ­τώ μέ­σα στο πιά­το·/ ψαύ­ο­ντας με τη γλώσ­σα τις θη­λές τους/ τα δά­κρυα σαν παι­δά­κια εί­χαν κλο­τσή­σει/ σαν τό­πια τα το­πία εί­χαν κυ­λή­σει/ στο νέο τους χάρ­τη μιας πε­διά­δας ομε­λέ­τας./ Αυ­γά και μά­τια ένα μπα­στού­νι παίρ­νω τώ­ρα/ κι όπου σας βρί­σκω θα τρυ­πάω και θα βα­δί­ζω».[10] Αυ­τή η πα­ρα­μόρ­φω­ση και η με­τα­τρο­πή της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας σε σκη­νι­κό εφιαλ­τι­κού το­πί­ου πα­ρα­τη­ρεί­ται στο ποί­η­μα «Συ­μπέ­ρα­σμα» του Σα­χτού­ρη: «[…] κι ύστε­ρα τι ν’ από­γι­νε αυ­τός ο άν­θρω­πος/ τα ρού­χα του κυ­κλο­φό­ρη­σαν σ’ εφη­με­ρί­δες/ το ένα του μά­τι το κρα­τού­σε κι έπαι­ζε/ ένα μι­κρό κο­ρί­τσι/ μαύ­ρα αυ­το­κί­νη­τα με­τέ­φε­ραν τα κομ­μέ­να/ μέ­λη του/ κι η καρ­διά του αε­ρό­στα­το γε­λού­σε στο κε­νό»,[11] κα­θώς και στο ποί­η­μα «Ιστο­ρία», όπου προ­βάλ­λε­ται με το οξύ­μω­ρο «ωραίο τέ­ρας» η δυ­σμορ­φία του κο­ρι­τσιού: «Όταν άνοι­ξε η σκου­ρια­σμέ­νη πόρ­τα σαν αυ­λαία/ έτρι­ξε/ όπως σά­πιο κα­ρά­βι σε κα­κό λι­μά­νι/ πρό­βα­λε γε­λα­σμέ­νο το πρό­σω­πο του κο­ρι­τσιού/ μέ­σα στο άρω­μα της φω­τιάς και του κα­πνού/ η φω­νή της/ σα σκο­τει­νή αί­θου­σα κι­νη­μα­το­γρά­φου […] το κο­ρί­τσι/ ένα ζω­ντα­νό λου­λού­δι/ ένα λου­λού­δι αναμ­μέ­νο/ ένα ωραίο τέ­ρας/ ανά­πο­δα γυ­ρι­σμέ­νο το στό­μα/ τα μά­τια/ τα φρύ­δια/ ένα ωραίο τέ­ρας/ που χτυ­πού­σε/ σα μα­γι­κό ρο­λό­γι/ το βρά­δυ αυ­τό το μα­γι­κό/ τέ­λος προ­χώ­ρη­σε/ η νύ­χτα/ το κο­ρί­τσι έσπα­σε μέ­σα στον κα­θρέ­φτη/ ύστε­ρα/ φά­νη­καν πά­λι/ τε­ρά­στια/ το πρό­σω­πό μου/ το πρό­σω­πό της/ πα­ρα­μορ­φω­μέ­να/ άγρια μα­τω­μέ­να/ σαν κι­νη­μα­το­γρά­φος».[12]

Ταυ­τό­χρο­να, μπο­ρού­με να πού­με ότι η συ­νύ­παρ­ξη ζω­ντα­νών και νε­κρών, η από­δο­ση αν­θρώ­πι­νων χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών στον θά­να­το και οι νε­κροί που συ­μπε­ρι­φέ­ρο­νται όπως οι ζω­ντα­νοί απο­τε­λούν βα­σι­κά θέ­μα­τα της ποί­η­σης του Βαρ­βέ­ρη. Την ίδια στιγ­μή απο­τε­λεί συ­χνό θέ­μα και της ποί­η­σης του Σα­χτού­ρη[13] και θα ανα­φέ­ρου­με ορι­σμέ­να πα­ρα­δείγ­μα­τα, για να δια­πι­στω­θεί η ανα­λο­γία ανά­με­σα στους δύο ποι­η­τές. Αρ­χι­κά, στο ποί­η­μα «Η ζωή» του Βαρ­βέ­ρη πα­ρου­σιά­ζο­νται ει­ρω­νι­κά ορι­σμέ­νες φυ­σιο­λο­γι­κές δια­δι­κα­σί­ες των ζω­ντα­νών σ’ έναν κό­σμο νε­κρών: «Κά­τω απ’ το χώ­μα εδώ η ζωή/ μα­κραί­νει/ κι όλο χτε­νί­ζου­με/ του δι­πλα­νού μας τα μαλ­λιά/ κι ο ένας του άλ­λου/ κό­βου­με τα νύ­χια./ Και κά­θε νύ­χτα οι πιο πα­λιοί/ νιώ­θουν του φρέ­σκου δι­πλα­νού ν’ ανα­ση­κώ­νο­νται/ τα δά­χτυ­λα βα­ριά/ να ψη­λα­φού­νε για ένα χά­δι τρυ­φε­ρό/ τη σάρ­κα που έμει­νε».[14] Στο ποί­η­μα «Παί­ζου­με τους ζω­ντα­νούς;» οι αγα­πη­μέ­νοι νε­κροί κά­νουν την εμ­φά­νι­σή τους και ταυ­τί­ζο­νται με τους ζω­ντα­νούς: «Ξα­πλώ­νω από­ψε πά­λι στη με­ριά σου./ Και με φω­νά­ζω από το δι­πλα­νό δω­μά­τιο/ μ’ αγκα­λιά­ζω με φι­λάω/ εί­μαι πε­ρή­φα­νος για τους βαθ­μούς σου/ το Σάβ­βα­το θα πά­με σι­νε­μά/ την Κυ­ρια­κή θα φά­με έξω/ και σε σφίγ­γω στη σκιά μου/ αυ­τήν που έχω στους πνεύ­μο­νες/ και δε θα σε προ­λά­βουν/ μο­νά­χα μην υπο­πτευ­θείς/ γι’ αυ­τό/ ανά­βω και τσι­γά­ρο:/ Μπα­μπά, πά­λι τσι­γά­ρο;/ μ’ ακούω να λέω/ αλ­λά δεν ξέ­ρω πια/ ποιος απ’ τους δυο/ κα­πνί­ζει/ και ποιος κλαί­ει».[15] Στο ποί­η­μα «Πρό­βα» δια­γρά­φε­ται με οξύ­μω­ρους όρους μια αντί­στρο­φη κυ­κλι­κή δια­δι­κα­σία θα­νά­του-γέν­νη­σης, κα­θώς οι νε­κροί ετοι­μά­ζο­νται να γεν­νη­θούν: «Ζού­με κα­λά/ σ’ αυ­τό το από­με­ρο νε­κρο­τα­φείο./ Στους ευά­ε­ρους τά­φους/ κά­νου­με πρό­βα ξα­πλω­μέ­νοι/ ενώ φυ­σά­ει από πα­ντού ζωή/ και μας γε­μί­ζει νιά­τα./ Όταν τε­λειώ­νει η πρό­βα ση­κω­νό­μα­στε/ γε­μά­τοι αι­σιο­δο­ξία και δύ­να­μη. Αύ­ριο πά­λι./ Οι πρό­βες συ­νε­χί­ζο­νται επ’ αό­ρι­στον/ και μας μι­κραί­νουν/ σι­γά σι­γά ξα­να­γυ­ρί­ζου­με στη γέν­νη­σή μας/ και πα­ρα­δι­νό­μα­στε/ ετοι­μο­θά­να­τα νε­ο­γέν­νη­τα/ γε­μά­τα σφρί­γος./ Ζού­με κα­λά/ σ’ αυ­τό το από­με­ρο νε­κρο­τα­φείο./ Πο­τέ σας δε θα μά­θε­τε/ πως με­γα­λώ­νει ένας άν­θρω­πος/ σε βρέ­φος/ που δεν κλαί­ει».[16]

Όσον αφο­ρά τον Σα­χτού­ρη, θα ανα­φέ­ρου­με εν­δει­κτι­κά κά­ποιους στί­χους από τη συ­νύ­παρ­ξη ζω­ντα­νών-νε­κρών, όπως στο ποί­η­μα «Σάβ­βα­το»: «Οι νε­κροί δυο βή­μα­τα πλάι μας/ ησυ­χά­ζουν/ ή κά­θο­νται ήσυ­χα/ στα σκα­λο­πά­τια/ με μια σκού­πα μα­τω­μέ­νη στο χέ­ρι […]»,[17] στο ποί­η­μα «Ο ήλιος»: «– ‘Ήμουν ο άρ­ρω­στος δί­χως κρε­βά­τι’ έλε­γε τώ­ρα/ ο νε­κρός στο νέο εξε­τα­στή του. Το δω­μά­τιο ήταν/ κα­τα­σκό­τει­νο και μό­νο από μια μι­κρή τρύ­πα στο τα­βά­νι,/ κα­τέ­βαι­νε σι­γά-σι­γά μια υγρή κόκ­κι­νη κλω­στή»,[18] ενώ η κα­τάρ­γη­ση των φυ­σι­κών ορί­ων ζω­ής-θα­νά­του πραγ­μα­το­ποιεί­ται και με την από­δο­ση στο θά­να­το αν­θρώ­πι­νων ιδιο­τή­των, όπως: «[…] ώσπου τα φέ­ρε­τρα να γί­νουν αύ­ριο άσπρες βάρ­κες/ και μέ­σα να τρα­γου­δά­νε ευ­τυ­χι­σμέ­νοι οι νε­κροί»,[19] «[…] κά­θε βρά­δυ κερ­δί­ζω κερ­δί­ζω/ ο θά­να­τός μου/ απλώ­νει το χέ­ρι/ κά­θε βρά­δυ κερ­δί­ζω κερ­δί­ζω»,[20] «Ένας κό­σμος νε­κρός/ πί­νει το πα­γω­μέ­νο γά­λα του/ βάρ­κες πη­γαί­νουν έρ­χο­νται/ φέρ­νουν κι άλ­λους νε­κρούς/ μη­τέ­ρες χά­νουν τα παι­διά τους/ παι­διά κλαί­νε για­τί χά­σαν τις μη­τέ­ρες τους/ τέ­ρα­τα χαρ­το­παί­ζουν:/ – Ρί­ξε το πέ­ντε! Ουρ­λιά­ζει ο νε­κρός δο­λο­φό­νος/ ξάφ­νου πά­λι μι­λά­ει/ η κυ­ρία σκα­τό και καρ­πού­ζι/ ώσπου να βγά­λει η κόκ­κι­νη σε­λή­νη/ το μα­χαί­ρι της/ και ν’ αρ­χί­σει να σφά­ζει.»[21] ή όταν οι ίδιοι οι νε­κροί απο­κτούν φω­νή, αι­σθή­σεις, σκέ­φτο­νται και αι­σθά­νο­νται όπως οι ζω­ντα­νοί: «Μέ­σα στον τά­φο μου/ περ­πα­τώ τα­ραγ­μέ­νος/ τ’ απά­νω κά­τω/ τ’ απά­νω κά­τω/ ακούω τα πράγ­μα­τα τρι­γύ­ρω/ να ουρ­λιά­ζουν […]»,[22] «Πρωί πρωί κα­θώς έβγαι­να από το σπί­τι μου,/ εί­δα το αγ­γελ­τή­ριο του θα­νά­του μου./ «Τον αγα­πη­μέ­νο μας φί­λο…» έγρα­φε./ Ώστε λοι­πόν δεν εί­χα συγ­γε­νείς./ Πή­ρα γρή­γο­ρα ένα τα­ξί κι ανέ­βη­κα στην Κη­φι­σιά./ Σ’ όλο τον δρό­μο υπήρ­χαν τε­ρά­στια πα­νώ που/ γρά­φαν:/ «ΠΕ­ΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓ­ΜΑ­ΤΑ», «ΠΕ­ΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓ­ΜΑ­ΤΑ»./ Στην Κη­φι­σιά εί­χα ρα­ντε­βού με τον Διά­βο­λο./ Κα­θό­ταν σ’ ένα κα­φε­νείο και με μια μαύ­ρη βούρ­τσα/ βούρ­τσι­ζε τα ρού­χα του./ – Εντά­ξει, μου εί­πε, εί­ναι όλα τα κα­νο­νι­σμέ­να./ – Σας εξα­σφα­λί­σα­με ακό­μα και νε­ρό./ – Ησυ­χά­στε/ – Ησυ­χά­στε/ – Ησυ­χά­στε».[23] Ο κό­σμος των νε­κρών του Σα­χτού­ρη δια­μορ­φώ­νε­ται μέ­σα σε ένα γκρο­τέ­σκο σκη­νι­κό, ανα­πα­ρά­γε­ται σε «εφιαλ­τι­κά το­πία […] μα­ζί με τους αι­νιγ­μα­τι­κούς συμ­βο­λι­σμούς τους και ανα­πτύσ­σο­νται πά­ντο­τε σαν ύπου­λα γοη­τευ­τι­κές μου­σι­κές και χρώ­μα­τα»,[24] όπως ση­μειώ­νει ο Βαρ­βέ­ρης.

Τέ­λος, θα ανα­φερ­θού­με στο χιό­νι ως πα­ρα­πο­μπή στον θά­να­το, ένα στοι­χείο κοι­νό ανά­με­σα στους δύο ποι­η­τές. Ο Βαρ­βέ­ρης συν­δυά­ζει το χιό­νι με την πα­ρου­σία του θα­νά­του εί­τε προ­σω­πο­ποιώ­ντας τον εί­τε με τη μορ­φή των νε­κρών που εκ­φρά­ζουν ει­ρω­νι­κά τη δια­πί­στω­σή τους για το πέ­ρα­σμα του χρό­νου: «Μαύ­ρες κουκ­κί­δες/ Διάτ­το­ντες στο χιό­νι/ Σή­μα μι­κρό που χά­νε­ται στη θέα/ Να κά­νει σκι πά­νω σε μια νι­φά­δα/ Το βρί­σκει άλ­λη νι­φά­δα και το λιώ­νει/ Λιώ­νει κι αυ­τή/ Χιό­νι στο χιό­νι/ Βέρ­μιο Φτε­ρό­λακ­κα ψη­λά βου­νά/ Ο χρό­νος – / Κι ο θά­να­τος το στρώ­νει»,[25] «Χρό­νια πολ­λά/ λεν οι ζω­ντα­νοί./ Χιό­νια πολ­λά/ απα­ντούν οι πε­θα­μέ­νοι»,[26] «Χιό­νια πολ­λά/ λεν οι ζω­ντα­νοί./ Χρό­νια πολ­λά/ απα­ντούν οι πε­θα­μέ­νοι».[27] Για τον Σα­χτού­ρη συν­δυά­ζε­ται με τις δυ­σκο­λί­ες, τις αντι­ξο­ό­τη­τες και κα­τ’ επέ­κτα­ση τον θά­να­το[28]: «Ένας μπα­ξές γε­μά­τος αί­μα/ εί­ν’ ο ου­ρα­νός/ και λί­γο χιό­νι/…/»,[29] «Χιό­νι που πέ­φτει έξω!/ σαν πα­γο­πώ­λης του θα­νά­του/ ο Θε­ός/…/»,[30] «Λέ­ει η τσιγ­γά­να:/ – Δια­βά­ζω χρή­μα­τα/ μέ­σα στον ύπνο σου/ έχεις μια ζωή πυ­κνή/ γε­μά­τη χιό­νι/ όμως δεν ξέ­ρω/ πό­τε θα γλι­στρή­σεις πέ­ρα […] λέ­ει ο θά­να­τος:/ – Δι­κά μου τα χρή­μα­τα/ δι­κό μου και το φεγ­γά­ρι/ δι­κά μου το χιό­νι και τ’ αρ­νιά/ κι οι κόκ­κι­νες φλό­γες/…/».[31]

Συ­νο­ψί­ζο­ντας, θα λέ­γα­με ότι ο θά­να­τος και ο εφιάλ­της στή­νουν ένα ποι­η­τι­κό σκη­νι­κό με κοι­νές ορί­ζου­σες στους δύο ποι­η­τές, δια­τη­ρώ­ντας ωστό­σο ο κα­θέ­νας το δι­κό του γνώ­ρι­μο ύφος. Κλεί­νο­ντας, αξί­ζει να επι­ση­μά­νου­με ότι στη συλ­λο­γή του Γιάν­νη Βαρ­βέ­ρη Εν φα­ντα­σία και λό­γω, που κυ­κλο­φο­ρεί το 1975, το πρώ­το ποί­η­μα τι­τλο­φο­ρεί­ται «Τα σκεύη». Η συλ­λο­γή του Σα­χτού­ρη Το σκεύ­ος έχει εκ­δο­θεί το 1971. Βέ­βαια, μπο­ρεί να πρό­κει­ται για ένα συμ­πτω­μα­τι­κό γε­γο­νός, όμως με την ανά­γνω­ση του ποι­ή­μα­τος θα μπο­ρού­σα­με να πού­με ότι ο Βαρ­βέ­ρης δη­λώ­νει τον σε­βα­σμό του στο έρ­γο των προ­γό­νων, ανά­με­σα σ’ αυ­τούς και ο Σα­χτού­ρης. Το ποι­η­τι­κό υπο­κεί­με­νο αι­σθά­νε­ται ότι το έρ­γο αυ­τό απο­τε­λεί μια κλη­ρο­νο­μιά που του δί­νει ώθη­ση μέ­σα από τη δη­μιουρ­γι­κή αφο­μοί­ω­ση: «Η αί­θου­σα των κει­μη­λί­ων/ άθι­κτη/ εντός μου./ Κλή­ρος μου/ η εγρή­γορ­ση των αντι­κει­μέ­νων/ η δυ­να­στεία των τε­λευ­ταί­ων βη­μα­τι­σμών/ Προ­βι­βά­ζο­μαι σε σιω­πή».[32]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: