Συγγραφείς που κάποτε διέσχισαν τον Χάρτη της ελληνικής λογοτεχνίας: Κώστας Ουράνης

Ouranis5

Ο Κώ­στας Ου­ρά­νης (ψευ­δώ­νυ­μο του Κώ­στα Νε­άρ­χου ή Νιάρ­χου, που γεν­νή­θη­κε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη το 1890 και πέ­θα­νε στην Αθή­να το 1953) υπήρ­ξε ένας από τους πλέ­ον χα­ρι­σμα­τι­κούς εκ­προ­σώ­πους της ελ­λη­νι­κής ποί­η­σης και γε­νι­κό­τε­ρα της λο­γο­τε­χνί­ας μας κα­τά τη διάρ­κεια του πρώ­του μι­σού του 20ού αιώ­να. Κο­σμο­πο­λί­της, δια­κρι­τι­κά τρυ­φε­ρός, συ­γκρα­τη­μέ­να νο­σταλ­γι­κός, ευαί­σθη­τα διαι­σθη­τι­κός – στα ποι­ή­μα­τα, στα πε­ζά, στις κρι­τι­κές του.
Μέ­σα στην πρώ­τη δε­κα­ε­τία του αιώ­να θα εγκα­τα­στα­θεί, για ένα σύ­ντο­μο χρο­νι­κό διά­στη­μα, στην Αθή­να και θα ερ­γα­στεί στην Ακρό­πο­λη του Βλά­ση Γα­βρι­η­λί­δη. Κα­τό­πιν, και με το πρό­σχη­μα ανώ­τε­ρων σπου­δών, θα φύ­γει στο εξω­τε­ρι­κό, αλ­λά τε­λι­κά θα τον κερ­δί­σει ένας άλ­λος τρό­πος ζω­ής και σκέ­ψης – αυ­τός που τά­ρα­ζε τους φι­λο­λο­γι­κούς κύ­κλος του Πα­ρι­σιού.
Θα κα­τοι­κή­σει για με­ρι­κά χρό­νια σε διά­φο­ρα μέ­ρη της Ευ­ρώ­πης, ενώ η υγεία του θα κλο­νι­στεί, κα­θώς θέ­λη­σε να ζή­σει με τον τρό­πο των Γάλ­λων πα­ρακ­μια­κών του τέ­λους του 19ου αιώ­να.
Θα επι­στρέ­ψει στην Αθή­να το 1924 και θα γί­νει –κυ­ρί­ως με τα ποι­ή­μα­τά του– ένας από τους πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κούς εκ­προ­σώ­πους του νε­ο­ρο­μα­ντι­σμού και του νε­ο­συμ­βο­λι­σμού στον τό­πο μας.
Δη­μο­σιο­γρα­φεί σε εφη­με­ρί­δες, συ­νερ­γά­ζε­ται με λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά και με­τα­φρά­ζει Πό­ου, Μπω­ντλαίρ, Βα­λε­ρύ, Τ.Σ. Έλιοτ κ.ά.
Η άμε­ση επα­φή του με όλους αυ­τούς τους συγ­γρα­φείς επι­δρά στο δι­κό του έρ­γο, αλ­λά στη συ­νέ­χεια και ο ίδιος επέ­δρα­σε στα έρ­γα με­τέ­πει­τα ποι­η­τών –Άγρα, Λα­πα­θιώ­τη κ.ά.– αλ­λά και πε­ζο­γρά­φων – Πα­πα­ντω­νί­ου, Κα­ρα­βία, Βου­σβού­νη κ.ά.
Αν και δεν έγρα­ψε το «με­γά­λο» ποί­η­μα, σί­γου­ρα μας άφη­σε όμορ­φα ποι­ή­μα­τα που αγα­πή­θη­καν και στην επο­χή του, αλ­λά που μέ­χρι και σή­με­ρα έχουν τη δύ­να­μη να ενερ­γο­ποι­ή­σουν νέ­ους ποι­η­τές, αλ­λά και μου­σι­κούς. Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πως ποι­ή­μα­τά του τα έχουν ντύ­σει με νό­τες συν­θέ­τες της νε­ό­τε­ρης γε­νιάς (Ευ. Ρε­μπού­τσι­κα, Δ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Διά­φα­να Κρί­να, Χρ. Θε­ο­φι­λά­τος Δ. Κο­γιάν­νης, κ.ά).
Εκεί­νο, λοι­πόν, που –κα­τά την άπο­ψή μου– χα­ρί­ζει ζω­ντά­νια στο έρ­γο του εί­ναι αυ­τή η νο­σταλ­γι­κή και συ­χνά θλιμ­μέ­νη μα­τιά με την οποία η ποί­η­σή του πε­ρι­γρά­φει όχι τό­σο μια επο­χή που χά­θη­κε –και χά­νε­ται– αλ­λά και τον ίδιο τον άν­θρω­πο που αφέ­θη­κε –και αφή­νε­ται– να χα­θεί.
Αν δια­βά­σει κα­νείς με αυ­τήν τη διά­θε­ση την ποί­η­ση αλ­λά και τα πε­ζά (τα­ξι­διω­τι­κά και μη) του Ου­ρά­νη, θα προ­σέ­ξει πως έχουν κά­τι το αν­θρω­πο­κε­ντρι­κό. Οι τό­ποι δη­μιουρ­γούν συ­ναι­σθή­μα­τα για­τί εκεί­νοι που τους κα­τοι­κού­νε συ­ναι­σθά­νο­νται.
Κι ακό­μα αφή­νουν την εντύ­πω­ση μιας ποί­η­σης που δεν πε­ριο­ρί­ζει τα ερε­θί­σμα­τά της από γε­ω­γρα­φι­κούς προσ­διο­ρι­σμούς. Δια­χρο­νι­κά κο­σμο­πο­λί­τι­κη, ιδιό­τυ­πα τυ­χο­διω­χτι­κή.

Ο Κώστας Ουράνης με τη σύζυγό του Μαρία Νεγρεπόντη (Άλκη Θρύλο)
Ο Κώστας Ουράνης με τη σύζυγό του Μαρία Νεγρεπόντη (Άλκη Θρύλο)

Μοιά­ζω τους γέ­ρους ναυ­τι­κούς με τις ρυ­τι­δω­μέ­νες
και τις σφιγ­γώ­δεις τις μορ­φές, που εί­δα στην Ολ­λαν­δία

(Νο­σταλ­γί­ες)

Να ’μαι κι εγώ στο μέ­σο της ζω­ής μου,
μα δά­σο σκο­τει­νό δε βλέ­πω μπρος μου
κι ού­τε το φά­ντα­σμα του Βιρ­γι­λί­ου,
να γί­νει πα­ρα­στά­της κι οδη­γός μου

(Nel mezzo del’ cammin)

Γυ­ναί­κες που σας εί­δα σ’ ένα τραί­νο
τη στιγ­μή που κι­νού­σε γι’ άλ­λα μέ­ρη

(Πε­ρα­στι­κές)

Τα φορ­τη­γά κα­ρά­βια που τα­ξί­δε­ψαν
στων πέ­ντε των ηπεί­ρων τα πε­λά­γη
– απ’ του Μουρ­μάγκ τη πα­γε­ρή τη θά­λασ­σα
ίσα­με του Αμα­ζό­να τα τε­νά­γη

(Τα φορ­τη­γά κα­ρά­βια συλ­λο­γί­ζο­μαι)

*

Στα δυο κεί­με­να του που ακο­λου­θούν μπο­ρεί κα­νείς να πα­ρα­τη­ρή­σει πως έχουν στην ου­σία και το ίδιο θέ­μα –την πλή­ξη των επαρ­χιών της Ελ­λά­δας του Με­σο­πο­λέ­μου– αλ­λά και την ίδια αί­σθη­ση μέ­τρου του λό­γου και την ίδια συ­ναι­σθη­μα­τι­κή συμ­με­το­χή να τα δια­περ­νά.
Όσο όμως κι αν αυ­τή πλέ­ον η ελ­λη­νι­κή επαρ­χία, τό­σο του πε­ζού όσο και του ποι­ή­μα­τος, δεν υπάρ­χει, το κλί­μα που πε­ρι­γρά­φε­ται εξα­κο­λου­θεί να ισχύ­ει όχι σε μι­κρές κω­μο­πό­λεις του χτες, αλ­λά στις αντί­στοι­χες του σή­με­ρα, αυ­τές που κα­τά τη διάρ­κεια των κα­λο­και­ρι­νών μη­νών ασφυ­χτιούν από το πλή­θος των του­ρι­στών και στη συ­νέ­χεια, όταν πια έρ­θει ο χει­μώ­νας, βυ­θί­ζο­νται –και μα­ζί με αυ­τές και οι μό­νι­μοι κά­τοι­κοί τους– στην πλή­ξη και την ανία.
Η μο­να­ξιά των τό­πων μπο­ρεί να άλ­λα­ξε την αι­τία δη­μιουρ­γί­ας της, μα δεν αλ­λοιώ­θη­κε η χροιά της. Απλώς όπου «ηρω­ί­δα μυ­θι­στο­ρή­μα­τος» ας δια­βά­σου­με «ηρω­ί­δα τη­λε­ο­πτι­κής σα­που­νό­πε­ρας» και όπου «νυ­σταγ­μέ­νες κι­νή­σεις» ας σκε­φτού­με «πα­θη­τι­κά βλέμ­μα­τα προς μια οθό­νη».
Και θα πρό­τει­να ακό­μη αυ­τά τα δύο κεί­με­να να δια­βα­στούν και ως το ένα συ­μπλή­ρω­μα του άλ­λου.
Το μι­κρό πε­ζό απο­τε­λεί τον καμ­βά που πά­νω του θα έρ­θει να σχε­δια­στεί η ζωή των πρω­τα­γω­νι­στριών του ποι­ή­μα­τος. Το σκη­νι­κό που πε­ρι­γρά­φει το πρώ­το απο­τε­λεί το χώ­ρο μη δρά­σης του δευ­τέ­ρου.
Τε­λι­κά μπο­ρεί να δια­φο­ρο­ποιού­νται οι τε­χνι­κές αφή­γη­σης, αλ­λά αυ­τές που επι­βιώ­νουν εί­ναι όσες στη­ρί­ζο­νται στην ποιό­τη­τα της γλώσ­σας και στην κα­τα­νό­η­ση του προ­βλή­μα­τος του άλ­λου.

Όταν βρέχει σε κάποιες επαρχίες

Συλ­λο­γιέ­μαι κά­ποιες μι­κρές λη­σμο­νη­μέ­νες κω­μο­πό­λεις απο­μα­κρυ­σμέ­νων επαρ­χιών, όταν βρέ­χει, το χει­μώ­να, πα­γε­ρά και μο­νό­το­να – κι ο ου­ρα­νός εί­ναι μο­λυ­βέ­νιος, κι όλα εί­ναι μου­σκε­μέ­να, και τα πα­λαιά σπί­τια μοιά­ζουν πιο πα­λιά, κι η γύ­μνια των δέ­ντρων εί­ναι πιο σπα­ρα­χτι­κή, κι οι άνι­σοι δρό­μοι εί­ναι έρη­μοι κι εί­ναι σα να μην οδη­γούν που­θε­νά.
Αν δεν ήταν μια κα­μι­νά­δα που κα­πνί­ζει, ένα βρεγ­μέ­νο σκυ­λί που τρέ­χει με την ου­ρά ανά­με­σα στα σκέ­λια να χω­θεί κά­που, θα ’λε­γε κα­νέ­νας πως εί­ναι ακα­τοί­κη­τες. Τα πα­ρά­θυ­ρα εί­ναι κλει­στά, οι πόρ­τες φου­σκω­μέ­νες από το νε­ρό, δεν ανοί­γουν, στις αυ­λές εί­ναι σω­ρια­σμέ­να σα­πι­σμέ­να φύλ­λα και στα με­γά­λα έρη­μα λια­κω­τά τα λου­λού­δια έχουν μα­ρα­θεί στις γλά­στρες τους.
…Κά­πο­τε σαν ένα φά­ντα­σμα, πα­ρου­σιά­ζε­ται σ’ ένα τζά­μι πα­ρα­θύ­ρου μια θα­μπή μορ­φή, κοι­τά­ει τον ου­ρα­νό που εί­ναι μο­λυ­βέ­νιος, τη βρο­χή που δε στα­μα­τά­ει, το δρό­μο που δεν οδη­γεί που­θε­νά – κι απο­σύ­ρε­ται ξα­νά, θα­μπή και ανώ­νυ­μη, σαν μέ­σα σε βά­θη ανυ­παρ­ξί­ας.
Οι ώρες περ­νάν χω­ρίς αλ­λα­γή – ναρ­κω­μέ­νες από το κρύο, σκε­βρω­μέ­νες από την υγρα­σία. Οι άν­θρω­ποι μέ­σα στα σπί­τια τους έχουν τη σκυ­θρω­πή απά­θεια των φυ­λα­κι­σμέ­νων που ξε­πέ­ρα­σαν την από­γνω­σή τους. Παν κι έρ­χο­νται με κά­τι το νυ­σταγ­μέ­νο στις κι­νή­σεις τους και χω­ρίς να λέ­νε τί­πο­τε με­τα­ξύ τους. Από τό­τε που βρέ­χει, εξά­ντλη­σαν και την κου­βέ­ντα και τις σκέ­ψεις τους. Οι νέ­ες πιά­νουν κι αφή­νουν άθυ­μα τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα για­τί τα ’χουν μά­θει απ’ έξω. Οι πα­τέ­ρες, κο­ντά στο τζά­κι, ανα­σκα­λεύ­ουν μη­χα­νι­κά τις στά­χτες, κι οι γυ­ναί­κες, μην έχο­ντας να κά­νουν τί­πο­τα, εί­ναι σαν εξου­θε­νω­μέ­νες από τη συ­ναί­σθη­ση της αχρη­στί­ας τους. Τα σπί­τια εί­ναι βυ­θι­σμέ­να σε μια πα­γε­ρή σιω­πή Ακό­μα κι οι πε­τει­νοί έχουν ναρ­κω­θεί μέ­σα στα κο­τέ­τσια τους. Μο­να­χά ένα πρό­βα­το, δε­μέ­νο σε μια κα­μά­ρα, βε­λά­ζει λυ­πη­τε­ρά και δί­χως αι­τία.
…Άξαφ­να, από μια γω­νιά δρό­μου προ­βάλ­λει μια σι­λου­έ­τα γυ­ναί­κας κά­τω από μιαν ομπρέ­λα. Και σα να τους μή­νυ­σαν –ποιος; πό­τε;– δυο, τρεις, πέ­ντε θα­μπές μορ­φές φαί­νο­νται αμέ­σως πί­σω από τα τζά­μια τους, κα­τά­πλη­κτες για το με­γά­λο, το απί­θα­νο αυ­τό γε­γο­νός και προ­σπα­θούν να δια­κρί­νουν ποια νά ’ναι αυ­τή –η κυ­ρία ει­ρη­νο­δί­κου νά ’ναι ή η κυ­ρία υπα­στυ­νό­μου;– που βγή­κε με τέ­τοιο και­ρό από το σπί­τι της και πη­γαί­νει έτσι μο­να­χή της μέ­σα στη βρο­χή και στην ερη­μιά…
Η γυ­ναί­κα έχει πια χα­θεί στο βά­θος του γυ­μνού δρό­μου, μα οι μορ­φές εί­ναι ακό­μα πί­σω από τα τζά­μια κι απο­ρούν και σκαν­δα­λί­ζο­νται κι ανα­ρω­τιού­νται τι τά­χα να συμ­βαί­νει και βγή­κε η κυ­ρία ει­ρη­νο­δί­κου –ή μή­πως ήταν η κυ­ρία υπα­στυ­νό­μου;– και πού να πή­γαι­νε. Κι αν δεν εί­χε τρε­λα­θεί να περ­πα­τά­ει έτσι μέ­σα στη βρο­χή και την ερη­μιά, ενώ όλος ο κό­σμος εί­ναι κλει­σμέ­νος στα σπί­τια του, τα βυ­θι­σμέ­να στην πα­γε­ρή σιω­πή τους…

Οι νέες των επαρχιών

Ι
Τις νέ­ες συλ­λο­γί­ζο­μαι στις απο­μα­κρυ­σμέ­νες
τις επαρ­χί­ες, τα χλoμά και κρύα δει­λι­νά,
όταν πί­σω απ’ το τζά­μι τους κοι­τάν στη­λά το δρό­μο
κι ανα­στε­νά­ζου­νε, για­τί κα­νέ­νας δεν περ­νά...

Τις συλ­λο­γιέ­μαι στις θα­μπές του φθι­νο­πώ­ρου ημέ­ρες,
όταν κοι­τά­νε τη βρο­χή να πέ­φτει στην αυ­λή τους
κι ανα­ση­κώ­νουν στους στε­νούς τους ώμους τους το σά­λι,
για­τί ένα ρί­γος πα­γε­ρό νιώ­θουν ως την ψυ­χή τους...


ΙΙ
Συλ­λο­γι­στή­κα­τε πο­τέ τις νέ­ες στις επαρ­χί­ες,
που πε­ρι­μέ­νου­νε να ’ρ­θει, το βρά­δυ, η εφη­με­ρί­δα,
για να δια­βά­σουν άπλη­στα το μυ­θι­στό­ρη­μά της
και να μά­θουν τι από­γι­νε η όμορ­φη ηρω­ί­δα;

Όπου ανταλ­λάσ­σουν καρτ-πο­στάλ, «ιδί­ως το­πία και άν­θη»
και δια­τη­ρούν ρο­μα­ντι­κή, κρυ­φά, αλ­λη­λο­γρα­φία
μ' ένα άγνω­στον, που μ’ άπει­ρα χα­ρί­σμα­τα τον πλά­θουν
κι εκεί­νος εί­ναι ένας γρα­φεύς σε κά­ποια Δη­μαρ­χία;

Που γρά­φουν καλ­λι­γρα­φι­κά και μ’ ανορ­θο­γρα­φί­ες –
«σκέ­ψεις» μες σε λευ­κώ­μα­τα παρ­μέ­νες στα βι­βλία
και που με με­λαγ­χο­λι­κά ψευ­δώ­νυ­μα υπο­γρά­φουν,
όπως: «Ανέ­ρα­στος Ψυ­χή» ή «Θλι­βε­ρά Καρ­δία»;


ΙΙΙ
Εγώ τις συλ­λο­γί­ζου­μαι τις νέ­ες αυ­τές, που εί­ναι
της Έμ­μας Μπο­βα­ρύ αδερ­φές – και πά­ντα καρ­τε­ρά­νε
τον Νέο τον ρο­μα­ντι­κό, τον πλού­σιο, τον ωραίο,
που θα τους δώ­σει τη λα­μπρή ζωή που λα­χτα­ρά­νε.

Πό­τε θα ’ρ­θει; Πό­τε θα ’ρ­θει από τα γα­λα­νά
βα­σί­λεια της χί­μαι­ρας, μ’ ερω­τι­κά ανοιγ­μέ­νη
την αγκα­λιά κι ένα γλυ­κό χα­μό­γε­λο στα χεί­λια,
αχ!, για­τί τό­σο πο­λύ ν’ αρ­γεί; Τι πε­ρι­μέ­νει;

Δε νιώ­θει πως στην πέν­θι­μη αυ­τήν ανα­μο­νή
λιώ­νουν οι άσπρες τους ψυ­χές σα μά­ταιες λα­μπά­δες;
Και δε φο­βά­ται, σα θα ’ρ­θεί –μια μέ­ρα– να μη βρει
σβη­στό το φως –κι αλί­μο­νο– νε­κρές τις Εστιά­δες;

Πό­τε θα ’ρ­θει; Κα­τά­μο­νες και θλι­βε­ρές στο σπί­τι
το έρη­μο με τα χλoμά και κρύα δει­λι­νά
οι νέ­ες των επαρ­χιών κoι­τάν ρεμ­βές το δρό­μο
κι ανα­στε­νά­ζου­νε, για­τί κα­νέ­νας δεν περ­νά...

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: