«Τώρα της στενοχώριας τον χειμώνα…»*

«Τώρα της στενοχώριας τον χειμώνα…»*

Με το που το εί­δα πά­νω στη σε­λί­δα, εντε­λώς αγε­νέ­στα­τα, ανοί­γει το πα­ρά­θυ­ρο και μπαί­νει μέ­σα. Ένα που­λά­κι, μι­κρό­τε­ρο κι από σπουρ­γί­τι, με­γα­λύ­τε­ρο κι από σταυ­ρα­ε­τός. Μου τρι­βε­λί­ζει τ’ αυ­τιά με διά­φο­ρες γα­λι­φιές κι εγώ, επί­σης εντε­λώς αγε­νέ­στα­τα, απο­κτώ ένα ηλί­θιο θάρ­ρος και νιώ­θω φί­λος. Άβο­λα, όμως. Το νιώ­θεις ότι εί­ναι μια λυ­κο­φι­λία. Το νιώ­θεις ότι δεν πρό­κει­ται να σου χα­ρί­σει εύ­κο­λα τον εαυ­τό του. Ίσα-ίσα με­ρι­κά λό­για για να γνω­ρι­στεί­τε, κά­ποιες κου­βέ­ντες της εξοι­κεί­ω­σης και με­τά, μό­λις νιώ­σεις λί­γο άνε­τα και εκ­φρά­σεις την ανά­γκη ν’ ανοί­ξου­με το πα­ρά­θυ­ρο να πά­ρου­με μια ανά­σα, κά­νει μια και πε­τά­ει έξω. Φεύ­γει απροει­δο­ποί­η­τα. Αφού σε έκα­νε να νιώ­σεις δι­κός του, αφού σε πα­ρέ­συ­ρε σε μια σει­ρά εξο­μο­λο­γή­σε­ων, αφού πί­στε­ψες ότι μπο­ρεί και να βρή­κα­με τον κα­λύ­τε­ρο φί­λο, σε γρά­φει στα πα­λιά του τα πα­πού­τσια και εξα­φα­νί­ζε­ται στο χά­ος. Θυ­μώ­νεις, βρί­ζεις και δια­μαρ­τύ­ρε­σαι για την προ­δο­σία, με­τα­νιώ­νεις που εκτέ­θη­κες μπρο­στά του, ανα­ρω­τιέ­σαι τι δεν έκα­νες κα­λά και σ’ εγκα­τέ­λει­ψε, πα­ρα­κα­λάς θε­ούς κι αγί­ους να ξα­να­γυ­ρί­σει για λί­γο, αλ­λά τί­πο­τα. Το παίρ­νεις από­φα­ση ότι ήταν μια εντε­λώς τυ­χαία, κοι­νή συ­νά­ντη­ση, που η ευαι­σθη­σία σου τη με­γα­λο­ποί­η­σε, ίσως και η ανά­γκη που έχεις να βρε­θείς με κά­τι νέο, και­νούρ­γιο, άγ­γι­χτο, πά­ντως μια ερω­τι­κή συ­νεύ­ρε­ση που άρ­χι­σε και τέ­λειω­σε με ένα χά­δι, απ’ αυ­τά που σε ξε­ση­κώ­νουν μέ­χρι τρέ­λας. Αρ­χί­ζει το βα­σα­νι­στή­ριο της αυ­το­κρι­τι­κής, τι κα­κό έκα­να, τι λά­θος εί­πα, πού τον πρό­σβα­λα, αφού τον λα­χτά­ρη­σα από την πρώ­τη στιγ­μή και του το ‘δει­ξα – μή­πως αυ­τό ήταν το λά­θος μου; αυ­τό ήταν δεν έπρε­πε να δεί­ξω την πεί­να μου, α, να χα­θείς λι­γού­ρη, μο­νο­λο­γώ – αφού του υπο­σχέ­θη­κα ότι θα τον αγα­πή­σω, θα τον σε­βα­στώ, θα τον τι­μώ σε κά­θε επα­φή μας… Ίσως δεν έπρε­πε ν’ ανοί­ξω το πα­ρά­θυ­ρο, το πή­ρε σαν προ­σβο­λή, θε­ώ­ρη­σε ότι τον βα­ρέ­θη­κα ή ότι δεν μου άρε­σε η μυ­ρω­διά του, μάλ­λον αυ­τό, τη διά­θε­σή μου να ξε­λα­μπι­κά­ρω λί­γο, για μια στιγ­μή, την πα­ρε­ξή­γη­σε, πα­ρε­ξη­γή­θη­κε!
Για να ξορ­κί­σω το κα­κό αρ­χί­ζω να κά­νω από την αρ­χή ότι κά­να­με όταν μπή­κε εδώ, θυ­μά­μαι εί­χα πά­ρει ένα βι­βλίο, το ξα­να­παίρ­νω, το ανοί­γω πά­λι στην αρ­χή του, πε­τά­γο­μαι μια στιγ­μή και στις τε­λευ­ταί­ες σε­λί­δες, για­τί άρα­γε; αρ­χί­ζω να το δια­βά­ζω και νιώ­θω ξαφ­νι­κά κά­τι ν’ ανοί­γει το πα­ρά­θυ­ρο με αγέ­νεια, την αγέ­νεια δεν θα του την πω, αυ­τό δεν θα του το πω μη ση­κω­θεί και φύ­γει πά­λι, και να ει­σχω­ρεί στον χώ­ρο μου, στρογ­γυ­λο­κά­θε­ται και του πιά­νω – ή μου πιά­νει; να κά­τι που δεν θυ­μά­μαι κα­λά – την κου­βέ­ντα γύ­ρω από το χτες του και το προ­χτές του, το περ­σι­νό του και το προ­πέρ­σι­νο, το πριν από χρό­νια κι από αιώ­νες, το για­τί του και το πώς του, νο­μί­ζω πως ο ένας ρω­τού­σε τον άλ­λο για τα ίδια ακρι­βώς πράγ­μα­τα, σαν να θέ­λα­με να μά­θου­με ό ένας για τον άλ­λο τα ίδια ακρι­βώς πράγ­μα­τα, ταύ­τι­ση το λέ­νε; πώς τρως, πώς πί­νεις, τι σ’ αρέ­σει, ποιες γυ­ναί­κες, τι φα­γη­τά, πας στο γή­πε­δο, πι­στεύ­εις στον Χρι­στό, πό­τε το ‘κο­ψες το τσι­γά­ρο, αγά­πη­σες τους γο­νιούς σου, για­τί έχεις αυ­τό το μί­σος στη μά­να σου, για­τί τον χτύ­πη­σες τον πα­τέ­ρα σου τό­σο βά­ναυ­σα, τον πί­κρα­νες ρε, πί­νεις πο­λύ, όχι δεν πί­νω, πί­νω όσο χρειά­ζο­μαι, αλ­λά εί­μαι λι­χού­δης, αυ­τό ναι, μ’ αρέ­σουν τα γλυ­κά, να πάω ν’ αγο­ρά­σω από δί­πλα, όχι μη φεύ­γεις, όχι μη φεύ­γεις, όχι μη φεύ­γεις, τρεις φο­ρές το εί­πε, τον κα­θη­σύ­χα­σα ότι δεν θα φύ­γω, ή δεν θα φύ­γει; τι ακρι­βώς εί­πα­με, εδώ μπερ­δεύ­ο­μαι, νο­μί­ζω ότι μου εί­πε δεν θα φύ­γεις, μάλ­λον εγώ του εί­πα δεν έχεις να πας που­θε­νά, όχι, μου εί­πε δεν θα φύ­γω, τώ­ρα ποιος κα­θη­σύ­χα­σε τον άλ­λο δεν μπο­ρώ να θυ­μη­θώ, τι μπέρ­δε­μα, αρ­χί­ζω να ζα­λί­ζο­μαι, μπο­ρεί και να θυ­μώ­νω, αλ­λά το ονο­μά­ζω ζα­λά­δα για να μην το κα­τα­λά­βει και ση­κω­θεί και φύ­γει, τι εξάρ­τη­ση τώ­ρα στα κα­λά κα­θού­με­να, μια χα­ρά ήμου­να, ένα βι­βλίο πή­ρα να δια­βά­σω, θε­α­τρι­κό πρέ­πει να ήτα­νε κι έγι­νε όλο αυ­τό το κα­κό, τώ­ρα της στε­να­χώ­ριας το χει­μώ­να τον έκα­νε λα­μπρή κα­λο­και­ριά, άκου τι μου ‘ρθε στο μυα­λό! τρε­λαί­νο­μαι; μπο­ρεί, τι το άφη­σα να μπει, αλ­λά μπο­ρού­σα να κά­νω κι αλ­λιώς, χω­ρίς να το κα­τα­λά­βω στρογ­γυ­λο­κά­θι­σε απέ­να­ντί μου και μου εί­πε, θα σε τρε­λά­νω, εγώ εσέ­να θα σε τρε­λά­νω, κά­θε φο­ρά που θα με βλέ­πεις μπρο­στά σου θα τρε­λαί­νε­σαι, έτσι κά­νω εγώ όσους μ’ αγα­πά­νε, και ποιος σου εί­πε ότι σ’ αγά­πη­σα του λέω, α, όχι που­στιές σ’ εμέ­να, μου κά­νει, κι εκεί απά­νω ήταν που εί­πα ας πά­ρου­με μια ανά­σα και συ­νε­χί­ζου­με, κι ανοί­γω το πα­ρά­θυ­ρο να μπει κα­θα­ρός αέ­ρας και κά­νει μια και φεύ­γει.

«Τώρα της στενοχώριας τον χειμώνα…»*

Πρέ­πει να με εί­χε πά­ρει ο ύπνος όταν ξα­να­γύ­ρι­σε. Για­τί άνοι­ξα τα μά­τια να δω την ώρα και τον βλέ­πω πά­νω στο κο­μο­δί­νο, δί­πλα στο ξυ­πνη­τή­ρι, γε­λα­στός και αε­ρά­τος. Εί­χε με­τα­μορ­φω­θεί σε έναν αξιο­πρε­πέ­στα­το κύ­ριο. Φο­ρού­σε ένα πε­ρί­ερ­γο ρού­χο και ήταν πα­ρά­ξε­να κου­ρε­μέ­νος.  Πή­γα να κα­του­ρή­σω. Γύ­ρι­σα, δεν τον βλέ­πω στο κο­μο­δί­νο, ψά­χνω το δω­μά­τιο, έφυ­γε λέω, ξα­να­χώ­νο­μαι κά­τω από τα σκε­πά­σμα­τα και νιώ­θω ν’ ακου­μπάω σε κά­τι. Ήταν αυ­τός. Εί­χε γλι­στρή­σει μέ­σα στο κρε­βά­τι και έκα­νε πως κοι­μά­ται. Λέω έκα­νε, για­τί όταν τον ρώ­τη­σα «τι γί­νε­ται, ρε φί­λε;», αμέ­σως πε­τά­χτη­κε πά­νω και μου ‘πια­σε την κου­βέ­ντα. Φλύ­α­ρος όσο δεν παίρ­νει, δεν μ’ άφη­νε να πω λέ­ξη, άρ­χι­σε να μου εξη­γεί για το βι­βλίο που διά­βα­ζα όταν πρω­το­ήρ­θε σπί­τι. Έδει­χνε ότι το ήξε­ρε όλο απ’ έξω. Τον πα­ρα­κά­λε­σα, σχε­δόν τον ικέ­τευ­σα να μου πει ποιος εί­ναι. Κα­τά­λα­βε πό­σο με απα­σχο­λού­σε και έδει­χνε να το δια­σκε­δά­ζει. Μου έλε­γε όσα ήθε­λε εκεί­νος, προ­σπα­θώ­ντας να αντι­λη­φθεί αν μπο­ρού­σα να κα­τα­λά­βω τη συ­νέ­χεια, πο­τέ δεν ολο­κλή­ρω­νε μια φρά­ση, σκέ­το μαρ­τύ­ριο. Το πή­ρα από­φα­ση πως δεν θα τον ξε­φορ­τω­νό­μουν, όχι και πως το ήθε­λα, ίσα-ίσα, και απο­φά­σι­σα να κοι­μη­θώ μα­ζί του. Απο­φά­σι­σα, μια λέ­ξη εί­ναι, για­τί δεν νο­μί­ζω ότι εί­μαι σε θέ­ση να απο­φα­σί­ζω, μάλ­λον με οδη­γεί και απο­φα­σί­ζει αυ­τό που πρέ­πει να απο­φα­σί­σω, τι μπέρ­δε­μα να πά­ρει ο διά­ο­λος. Μου λέ­ει λό­για και τα επα­να­λαμ­βά­νω δυ­να­τά. Μου επι­βάλ­λει κι­νή­σεις και χει­ρο­νο­μί­ες και τις δο­κι­μά­ζω αδια­μαρ­τύ­ρη­τα. Ξη­μέ­ρω­σε και ακό­μα μου έλε­γε πράγ­μα­τα, ιστο­ρί­ες από τη ζωή του, κά­τι για τα παι­δι­κά του χρό­νια, τη μά­να του, τον πα­τέ­ρα του, τους καυ­γά­δες που κά­να­νε επει­δή το παι­δί τους εί­χε γεν­νη­θεί λει­ψό, τα πει­ράγ­μα­τα στο σχο­λείο, τα κο­ρί­τσια που τον απο­φεύ­γα­νε και με­τά τις σπου­δές του στη στρα­τιω­τι­κή σχο­λή. Τα άκου­γα όλα αυ­τά σαν ονει­ρο­παρ­μέ­νος, λες και δεν εί­χα κα­νέ­να δι­κό μου πρό­βλη­μα να λύ­σω, ο καυ­γάς προ­χτές με την Ελέ­νη για το σχο­λείο της μι­κρής με εί­χε ισο­πε­δώ­σει, κι έρ­χε­ται αυ­τός ο τύ­πος και μου πε­τά­ει κα­τά­μου­τρα ‘’τώ­ρα της στε­να­χώ­ριας το χει­μώ­να, τον έκα­νε λα­μπρή κα­λο­και­ριά του Γιορκ ο ήλιο­ς’’ και μου αρα­διά­ζει του κό­σμου τις ιστο­ρί­ες για­τί, λέ­ει, σε έναν ρό­λο πρέ­πει να ξέ­ρω την πά­σα λε­πτο­μέ­ρεια…
Ο ρό­λος. Ο Στα­νι­σλάβ­σκι λέ­ει, ο συγ­γρα­φέ­ας εί­ναι ο πα­τέ­ρας, ο ηθο­ποιός η μη­τέ­ρα και το παι­δί τους ο ρό­λος. Ο ρό­λος! Αυ­τό το μαρ­τύ­ριο, η τρέ­λα, αυ­τό το πα­ρα­μι­λη­τό, η πα­λιν­δρό­μη­ση, το ζε­στό-κρύο, το άσπρο-μαύ­ρο, οι ατέ­λειω­τες αγρυ­πνί­ες, τα ξυ­πνή­μα­τα το ξη­μέ­ρω­μα, λιώ­μα στην κού­ρα­ση κι αυ­τός σφή­να στο κρα­νίο, οι σιω­πη­λές συ­ζη­τή­σεις με τον μπα­μπά του, οι ει­κα­σί­ες, οι δια­σταυ­ρώ­σεις, τα έστω, αυ­τά τα έστω!, κά­ποιες πο­νη­ρές συμ­φω­νί­ες μα­ζί του, κά­τι σαν «αν σου δώ­σω αυ­τό, τι θα μου δώ­σεις;», όλα ψέ­μα­τα, αυ­τός έχει το πά­νω χέ­ρι, οδη­γεί, κα­τευ­θύ­νει, έχει όλα τα δί­κια, έχει όλα τα προ­νό­μια για­τί εσύ τον βρή­κες, δεν σε βρή­κε, τον πα­ρα­κά­λε­σες, δεν σε ανα­ζή­τη­σε πο­τέ εκεί­νος, ού­τε που νοιά­ζε­ται ποιος εί­σαι. Του κτύ­πη­σες την πόρ­τα, σου άνοι­ξε και σου εί­πε ψά­χνε, εγώ έχω λί­γα πράγ­μα­τα να σου πω. Ψά­χνε δού­λε. Υπη­ρέ­τη­σέ με. Κά­νε αυ­τό που όλη σου τη ζωή λα­χτα­ράς. Πες το όπως πρέ­πει, όπως γρά­φτη­κε, «τώ­ρα της στε­να­χώ­ριας το χει­μώ­να…».
Κά­θο­μαι από απέ­να­ντι και με πα­ρα­τη­ρώ: πα­ρα­μι­λάω. Χρό­νια τώ­ρα. Πε­νή­ντα, εξή­ντα; Ένα γλυ­κό, μο­να­δι­κό πα­ρα­μι­λη­τό. Εγώ κι αυ­τός. Εγώ κι αυ­τοί. Πα­σχί­ζω να τους κα­τα­λά­βω, αλ­λά κά­θε μέ­ρα αλ­λά­ζουν. Λες και προ­σπα­θούν να με τρε­λά­νουν.  Το κα­τά­φε­ραν.


*Σαίξ­πηρ, «Ρι­χάρ­δος Γ´»