Ηρώ Νικολοπούλου

Ηρώ Νικολοπούλου

Κο­πά­νι­σε με δύνα­μη τον τό­μο στη δι­πλα­νή θέ­ση. Ένας κου­στου­μά­τος από απέ­ναντι της έρι­ξε απα­ξιω­τι­κό βλέμ­μα. Δεν άγ­γι­ξε το βι­βλίο μέ­χρι την επό­με­νη στά­ση που μπου­κά­ρα­νε ορ­δές ιδρω­μέ­νων διεκ­δι­κώ­ντας ένα κά­θι­σμα. «Το κέ­ρα­τό μου μέ­σα, ψι­θύ­ρι­σε, τί δεν τους αρέ­σει δη­λαδή; Πά­λι Νι­κο­λο­πού­λου με γρά­ψα­νε». Έψα­ξε σε όλα τα ση­μεία του τό­μου, πα­ντού ήταν γραμ­μέ­νο λά­θος, στον πρό­λο­γο, στο σώ­μα του δι­η­γή­μα­τος, στα δι­πλά ευ­ρε­τή­ρια, στο βιο­γρα­φικό, στο οπι­σθό­φυλ­λο. Πα­ντού! Λύσ­σα­ξε. Η χα­ρά της εξα­τμί­στη­κε, κα­τρα­κύ­λη­σε στα χέ­ρια, έγι­νε τρέ­μουλο, έπια­σε να μα­δά­ει τα πε­τσά­κια. Σ’ όλη την υπό­λοι­πη δια­δρομή εί­χε ακου­μπι­σμέ­νο το κε­φά­λι στο τζά­μι και αναλο­γιζόταν μαζο­χιστικά μία-μία τις πε­ρι­πτώ­σεις που εί­χε υπο­στεί την ίδια τα­πείνωση.
Πρώ­τη φο­ρά προβλη­ματίστηκε όταν παρέ­λαβε την παρ­θε­νι­κή της αστυ­νο­μι­κή ταυ­τό­τη­τα. Έτρε­ξε και την έδει­ξε στη μά­να της με κα­μά­ρι, για να ει­σπρά­ξει την δη­κτι­κή παρα­τήρηση «Πά­ντα το ‘λε­γα πως πο­λύ νω­ρίς σας δί­νουν την ψευ­δαί­σθη­ση της ενη­λι­κί­ω­σης και της ελευ­θε­ρί­ας... Να πως φαί­νε­ται ότι εί­σαι ανώ­ρι­μη, κοί­τα, σε γρά­ψα­νε με λά­θος όνο­μα και ού­τε καν το εί­δες».
Αρ­γό­τε­ρα που μπλέ­χτη­κε με την λογο­τε­χνία τα πράγ­ματα δυ­σκό­λε­ψαν. Μια κρι­τι­κή με λά­θος επί­θε­το, μια δεύ­τε­ρη με το σω­στό, άντε με­τά πά­λι λά­θος. Μία πα­ρά μία πη­γαί­να­νε, σαν άδειες φα­­ντά­ρου. Άρ­χι­σε να τρώ­γε­ται μέ­σα της. Κά­θε φο­ρά που έδι­νε κά­τι για δη­μο­σί­ευ­ση την έτρω­γε κρυ­φό σα­ρά­κι μέ­χρι να το δει τυ­πω­μέ­νο. Και στις μι­σές πε­ρι­πτώ­σεις το λά­θος την χτυ­πού­σε κα­τά­μου­τρα. Στην αρ­χή δο­κί­μα­σε τον αυτο­σαρκασμό, με­τά την απο­σιώ­πη­ση, στο τέ­λος άρ­χι­σε να βρί­ζει. Μια μέ­ρα, απο­γοη­τευ­μέ­νη από το μά­ταιο ψά­ξι­μο στο δια­δί­κτυο για ένα δη­μο­σί­ευ­μα που την αφο­ρού­σε, ετοι­μα­ζό­ταν να τα παρα­τήσει όταν τε­λευταία στιγ­μή σκέ­φτη­κε μια ακό­μα λύ­ση, πλη­κτρο­λο­γη­σε στην μπά­ρα της ανα­ζή­τη­σης αντί για το όνο­μά της μια πρό­τα­ση κλει­δί, και τό­τε το λήμ­μα εμ­φα­νί­στη­κε εκ­θαμ­βω­τι­κό, πλην όμως κά­τω από την στο­ργική σκέ­πη και ιδιο­κτη­σία άλ­λου· απει­λητικό ξεμπου­κάρισε πά­λι το παρα­μορφωμένο της επί­θε­το. Κά­ποιος της έκλε­βε τη ζωή. Γκουγκλά­ρισε το λά­θος και δια­πί­στω­σε πως οι μι­σές ανα­φο­ρές, μι­λού­σαν για κά­ποια Ηρώ Νι­κο­λο­πού­λου. Ποιος δαί­μονας τυ­πο­γρα­φεί­ου διόρ­θω­νε κα­τά βού­λη­ση το πα­τρι­κό της όνο­μα εμβολί­ζοντάς το με κεί­νο το «λο», κά­νο­ντάς το να α­κούγεται σαν επί­θετο λαϊ­κού αοι­δού. Πώς θα άθροι­ζε τώ­ρα τα λά­φυ­ρα των ανα­φο­ρών, κρι­τι­κών και άλ­λων τι­νών κει­μέ­νων συμψη­φί­ζο­ντας στο ορ­θό της όνο­μα και το πα­ρα­ποι­η­μέ­νο;
Τρε­λά­θη­κε, δεν εί­χε αντι­λη­φθεί μέ­χρι εκεί­νη την ώρα την διά­στα­ση του θέ­μα­τος. Το λά­θος επί­θε­το εί­χε αρ­χί­σει να ρο­κα­νί­ζει την πραγ­μα­τι­κή της ει­κό­να, το ζω­τι­κό της χώ­ρο, το απα­­ραίτητο εκτό­πι­σμα. Άσε, που θα μπερ­δευό­ταν και ο ερευ­νητής του μέλ­λο­ντος, πώς να ταυ­το­ποι­ή­σει το έρ­γο και το πρό­σω­πο κα­νείς όταν συνα­ντά τέ­τοια προ­σκόμ­μα­τα, υπάρ­χει τό­σος συνω­στι­σμός, αστέ­ρια, και αστε­ρί­σκοι που δια­γκω­νί­ζο­νται μέ­σα στους και­­ρούς, στους εκ­δο­τι­κούς, στις αν­θο­λο­γί­ες, στις βιβλιο­θήκες για να βρουν το χώ­ρο τους. Ποιος θα νοια­στεί να ψά­ξει; Πώς θα εξα­σφά­λι­ζε το ίχνος της, πώς θα δια­χει­ρι­ζό­ταν τώ­ρα το άγ­χος θα­νά­του που την έζω­νε ασφυ­κτι­κό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ;
Απο­φά­σι­σε πως έπρε­πε να δρά­σει, η δη­μιουρ­γι­κή επιθετι­κότητα εί­ναι πά­ντα ο καλύτε­ρος τρό­πος. Θα έβα­ζε τα δυ­να­τά της, θα δού­λευε με­θο­δι­κό­τε­ρα, θα πή­γαι­νε σε πε­ρισ­σό­τε­ρες πα­ρου­σιά­σεις βι­βλί­ων, θα ήταν πα­­ντα­χού πα­ρού­σα, κι αν κα­τά­φερ­νε να πά­ρει κά­ποιο βρα­βείο θα ήταν πλέ­ον ασφα­λής. Κα­νείς δεν μπερ­δεύ­ει το όνο­μα ενός βρα­βευ­μέ­νου συγ­γρα­φέα, ού­τε το ξε­χνάει φυ­σι­κά. Νό­μι­ζε.
Το συ­ζή­τη­σε με μια φί­λη της από το σι­νά­φι, μα όσο κι αν προ­σπά­θη­σαν στά­θη­κε αδύ­να­τον να θυ­μη­θούν το ό­νο­μα του Νό­μπελ της χρο­νιάς. Κοι­­τάχτηκαν έκπλη­κτες και ψευτο­γέλασαν αμή­χανα κουκου­λώνοντας κρυ­φή ενο­χή. «Αχ, έτσι θα μας ξεχά­σουν κι εμάς!» ανα­στέ­να­ξε ναζιά­ρικα η Τού­λα, κι έπει­τα αλλά­ζοντας ύφος απεφάν­θη ει­ρωνικά, «Άρα ού­τε με τη βράβευ­ση σώ­ζε­σαι, επο­μέ­νως πά­ρ’ το από­φα­ση χρυ­σό μου ή θα σε σβή­σει η άμπω­τη της λή­θης ή ...», ανα­πήδησε ενθου­σια­σμένη «μα πώς δεν το σκε­φτήκαμε νω­ρί­τε­ρα;», η Ηρώ την κοί­τα­ξε απο­ρη­μέ­νη, «απλό, απλού­στα­το», εξή­γη­σε η Τού­λα χειρο­νο­μώντας, «θα αλλά­­ξεις όνο­μα, θα προ­σαρ­μο­στείς σ’ αυ­τό που εί­ναι πιο βολι­κό και πιο συ­νη­θι­σμέ­νο, άσε που μπο­ρεί τώ­ρα που μι­λά­με να έχει ήδη πε­ρισ­σό­τε­ρες ανα­φο­ρές στο δια­δί­κτυο. Έχει και πλά­κα, πολ­λοί συγ­γρα­φείς το κά­νουν, ξέ­ρεις, ένα καλ­λι­τεχνικό ψευ­δώ­νυ­μο.» «Μα, τι εί­ναι αυ­τά που λες;» μουρ­μού­ρισε βα­ρύ­θυ­μα η πα­θού­σα βου­λιά­ζο­ντας κι άλ­λο στην πολυ­θρόνα της. «Μό­νο μια πε­ρί­πτω­ση ετε­ρώνυμου τύ­που Πεσ­σόα, θα εί­χε ίσως εν­δια­φέ­ρον...» Για το υπό­λοι­πο της συ­νά­ντη­σης κλεί­στη­κε σε πει­σμα­τι­κή σιω­πή ψά­χνο­ντας λύ­ση
Και την βρή­κε.
Δεν το συ­ζή­τη­σε όμως με κα­νέ­ναν. Ήθε­λε να κά­νει τη δο­κιμή χω­ρίς κρι­τι­κή πά­νω απ’ το κε­φά­λι της· με­τά από λί­γες μέ­ρες, το απο­φά­σι­σε. Άλ­λαξε εντε­λώς την θε­μα­το­λο­γία της, άρ­χι­σε να γρά­φει για νε­α­ρές μο­να­χι­κές υπάρ­ξεις και ανεκπλή­ρω­τους έρω­τες, για τρί­γω­να και πα­ρά­νο­μες σχέ­σεις, για προη­γού­μενες ζω­ές που βά­ραι­ναν το κάρ­μα των ηρώ­ων της, έχω­νε και τον απα­ραί­τη­το φό­νο ανά­με­σα, υπογρά­φοντας απο­φα­σι­σμέ­να πλέ­ον ως Νι­κο­λο­πού­λου. Φυ­σι­κά, αναγκά­στηκε να απευ­θυνθεί σε άλ­λον εκ­δό­τη, ντρε­πό­ταν να πά­ει στον πα­λιό της. Μπο­ρεί πο­τέ να μην εί­χε εισπρά­ξει δι­θυ­ραμ­βι­κές κρι­τι­κές, τα βι­βλία της ωστό­σο κρα­τού­σαν ένα στοι­χειώ­δες επί­πε­δο. Στο νέο εκ­δο­τι­κό, πά­ντως, την καλο­δέ­χτη­καν μια που οι ιστο­ρί­ες της που­λού­σαν. Προ­σπά­θη­σε κι αυ­τή να το δια­σκεδάσει. Μό­νη της. Δεν τόλ­μη­σε να το μοι­ρα­στεί με κανέ­ναν. Έπει­τα, ξανοί­χτηκε σ’ ένα με­γαλύτερο κεί­με­νο, νου­βέλα το εί­πε αυ­τή, μυ­θι­στό­ρη­μα θα το κά­νεις, την συμ­βούλεψαν με πει­στι­κό χα­μό­γε­λο. Το έκα­νε. Μι­κρό σου βγή­κε τε­λι­κά, παρα­τήρησε ο υπεύ­θυνος όταν του το πα­ρέ­δω­σε. Λί­γες ημέ­ρες αργό­τερα της επι­σή­μα­νε τα ση­μεία που μπο­ρού­σε να ανα­πτύ­ξει πε­ρισσό­τερο έτσι ώστε να φτά­σει στον επι­θυ­μητό αριθ­μό σελί­δων. Λί­γο σα­στι­σμέ­νη με την νέα δια­δι­κα­σία η Ηρώ πή­ρε το κεί­μενο και άρ­χι­σε να το πα­ρα­γε­μί­ζει.
Το μυ­θι­στό­ρη­μα εκδό­θηκε τον Οκτώ­βριο, με την κατάλ­ληλη προ­βο­λή και το εύ­πε­πτο θέ­μα του τον Δε­κέμ­βριο εί­χε ξε­πουλήσει και με χα­ρά της ανα­κοί­νω­σαν ότι από Φλε­βά­ρη θα έβ­γαινε η νέα χι­λιά­δα. Πα­ρ’ όλη την κρί­ση και πα­ρ’ όλο που η κά­θε χι­λιά­δα ήταν σκάρ­τα εξα­κό­σια αντί­τυ­πα. Ε­κείνη πά­λι λί­γο νοια­ζόταν για τις χι­λιά­δες, αυ­τό που έ­ψαχ­νε ενα­γω­νί­ως ήταν οι στή­λες με τις κρι­τι­κές των εφη­με­ρίδων, όσες λί­γες τέ­λος πά­ντων εί­χαν απο­μεί­νει να ασχο­λού­νται με λο­γο­τε­χνία. Κα­νείς όμως από όσους εί­χαν γρά­ψει για τα προη­γού­μενα βι­βλία της δεν ασχο­λή­θη­κε με τα και­νούρ­για. Μό­νο κά­ποιες τυ­πι­κές αναφο­ρές, με το νέο επί­θε­το αλάν­θα­στο πλέ­ον. Η απο­κα­τά­στα­ση θα κα­θυ­στε­ρού­σε αλ­λά δεν πτο­ή­θη­κε. Ξέ­κο­ψε τε­λεί­ως από τις ελά­χιστες ού­τως ή άλ­λως επα­φές που εί­χε με ομό­τε­χνους και προ­χώρησε ακά­θεκτη στο επό­με­νο και στο με­θε­πό­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μα πο­τα­μό σε πά­χος τού­βλου. Εί­χε κα­τα­λά­βει τι χρεια­ζό­ταν, να ‘χει διάρ­κεια η ιστο­ρία, να τα­ξι­δεύ­ει ο ανα­γνώ­στης μέ­σα απ’ όμορ­φες πε­ρι­γρα­φές, εν ολί­γοις να μην σκο­τί­ζε­ται πο­λύ, οι σκέ­ψεις και τα συ­ναι­σθή­μα­τα να εί­ναι έτοι­μα αλε­σμέ­να, μό­νο το δά­κρυ να βγαί­νει εύ­κο­λα κι άλ­λο τό­σο εύ­κο­λα να λη­σμο­νιέ­ται. Οι πω­λή­σεις του εκδο­τικού πή­γαι­ναν πε­ρί­φημα, οι ανα­γνώ­στριες την λά­τρευαν, περί­μεναν με ανυ­πο­μο­νη­σία το επό­με­νο βι­βλίο της, και το ψευ­δώ­νυ­μο της όλο κι ανέ­βαι­νε στις λί­στες με τα ευ­πώ­λη­τα. Όλοι πλέ­ον την γνώ­ρι­ζαν, δεν υπήρ­χε φό­βος να την μπερ­δέ­ψουν με κα­μία άλ­λη. Οι δι­πλές χα­ο­τι­κές ανα­φο­ρές στο δί­κτυο εί­χαν σταμα­τήσει. Τώ­ρα υπήρ­χε πα­ντού μό­νο ένα επί­θε­το: Νικο­λο­πούλου· το οι­κο­γε­νεια­κό Νικο­πού­λου εξα­φα­νίστηκε ως δια μαγεί­ας, σαν να έκο­ψαν την πλά­κα όλοι, ταυ­τό­χρο­να. Το πεί­ραμά της εί­χε πε­τύ­χει!
Όταν οι άν­θρω­ποι δια­βά­ζουν αυ­τά που πε­ρι­μέ­νουν και τους εί­ναι ευ­χά­ρι­στα, θέ­λουν κι άλ­λο· κι όταν ο εκ­δό­της βγά­ζει λε­φτά από τον συγγρα­φέα του τον προ­σέ­χει, και ο αντί­στοι­χος δημο­σιο­γράφος τον σέ­βε­ται ακό­μα κι αν δεν τον εκτι­μά, και κοι­τά δυο και τρεις φο­ρές το άρ­θρο του πριν το πα­ρα­δώ­σει, διό­τι εδώ παί­ζο­νται χρή­μα­τα πια, όχι ιδέ­ες. Και μια ο λό­γος για χρή­μα­τα, κα­θό­λου άσχη­μο να μπο­ρείς να ζεις από τα βι­βλία σου. Η ανα­δο­μη­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας απο­λάμ­βα­νε για πρώ­τη φο­ρά την φή­μη και την πο­λυτέλεια της αφθο­νί­ας.
Ντύ­θη­κε πο­λύ προ­σεγμένα για την πε­ρί­στα­ση, σο­μόν φό­ρε­μα με πε­τρόλ πα­σμί­να στους ώμους και αση­μί ψηλο­τά­κουνο στι­λέ­το· σή­μερα εί­χε κλει­σμέ­νη, από τον εκ­δό­τη της, συνέ­ντευξη στο γνω­στό­τερο ιδιω­τι­κό κα­νά­λι για την παρου­σίαση του νέ­ου πο­λυ­δια­φη­μι­σμέ­νου βι­βλί­ου της «Ρα­ντε­βού στο χθες», και μά­λι­στα στη μεση­με­ρι­ανή ζώ­νη, την ώρα της μεγα­λύτερης τηλε­θέασης από γυ­­ναίκες. Κυ­ρί­ως αυ­τές μας ενδια­φέρουν, της διευ­κρί­νι­σαν όταν από­ρη­σε για την επι­λο­γή, μό­νο αυ­τές δια­βά­ζουν, πρό­σε­ξε τι θα πεις, εί­ναι το κοι­νό σου – από και­ρό εί­χε αρ­χί­σει να ενο­χλεί­ται απ’ αυ­τή την λέ­ξη.
Μό­λις εί­χε κα­τέ­βει από το τα­ξί όταν άκου­σε μια γνώ­ρι­μη φω­νή να την φω­νά­ζει· εί­δε τη Τού­λα να κου­νά­ει όλο χα­ρά κά­τι χαρ­τιά από το απέ­να­ντι πε­ζο­δρό­μιο και να της δεί­χνει με νό­η­μα το κόκ­κι­νο φα­νά­ρι. Εί­χε χρό­νια να την δει. Ίσως από κεί­νη την ανό­η­τη συ­ζή­τη­ση πε­ρί λά­θος επι­θέ­του. Μά­λι­στα, ήταν το τε­λευ­ταίο πράγ­μα που χρεια­ζό­μουν αυ­τή τη στιγ­μή, σκέ­φτη­κε η Ηρώ κα­θώς φι­λού­σε την μι­σο­συ­γκι­νη­μέ­νη και μι­σο­έκ­πλη­κτη πα­λιά της φί­λη. «Μα, για­τί χα­θή­κα­με, τι συ­νέ­βη, πού κρύ­φτη­κες, πώς περ­νάς, γρά­φεις ή τα παρά­τη­σες;» Πο­τα­μός οι ερω­τή­σεις της και όλες άκομ­ψος πρό­λο­γος για κά­τι που διαρ­κώς υπο­νο­ού­σε αν και τε­λι­κά δεν έλε­γε. Όλη αυ­τή την ώρα η ση­μαιο­στο­λι­σμέ­νη ανα­κρι­νό­με­νη χα­μο­γε­λού­σε αμή­χα­να στον πρωτα­γω­νιστή της απέ­να­ντι δια­φη­μι­στι­κής αφί­σας, εν­τέ­λει εξή­γησε ότι εί­χε επεί­γον ρα­ντε­βού κι έ­πρε­πε να φύ­γει, υποσχέ­θη­καν να μην ξα­να­χα­θούν.
Η συ­νέ­ντευ­ξη πή­γε πε­ρί­φη­μα. Οι πω­λή­σεις τις επό­με­νες μέ­ρες ανέ­βη­καν κα­τα­κό­ρυ­φα. Την νάρ­κω­σε μια μου­δια­σμέ­νη χα­ρά. Δο­κί­μα­σε να δου­λέψει μια πα­ραγ­γε­λία, όμως οι μέ­ρες κυ­λού­σαν με το μυα­λό της κολ­λη­μέ­νο στην τυ­χαία συνά­ντηση. Όλα τα ευ­χά­ρι­στα συναι­σθή­ματα που την εί­χαν κατα­κλύσει, έστω και δα­νει­κά, τα τελευ­ταία χρό­νια άρχι­σαν να ξε­φλουδίζουν, τώ­ρα την δια­πό­τι­ζε μια ύπου­λη πί­κρα ενο­χής και προ­δο­σί­ας. Τα πει­ρα­κτι­κά σχό­λια της πα­λιάς ομό­τε­χνης τρυ­πού­σαν τ’ αφτιά της. Και ξαφ­νι­κά συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πως εί­χαν κυ­λή­σει πέ­ντε χρό­νια. Όσο κατο­χυ­ρω­νόταν στη συνεί­δηση των άλ­λων τό­σο έχα­νε στη δι­κή της, όλο και πιο ξέ­νη στο ρό­λο της, στα κεί­με­νά της. Ξέ­νη μέ­σα στο πε­τσί της. Την τύ­λι­ξε βα­θύ σκο­τά­δι, το πεί­ρα­μά της την κα­τά­πι­νε με βου­λι­μία, κό­ντευε να την εξα­φα­νί­σει.
Τα­λα­νί­στη­κε από ανα­βο­λές και πα­λιν­δρο­μή­σεις ώσπου απο­φά­σισε πως ήταν έτοι­μη να βά­λει σε λει­τουρ­γία το δεύ­τε­ρο μέ­ρος του σχε­­δίου της. Κλεί­στη­κε κι άρ­χι­σε να γρά­φει αγνοώ­ντας κοι­νό και πω­λή­σεις. Κα­θώς εί­χε δο­θεί ολό­ψυ­χα στο κεί­με­νό της καθυ­στέ­ρησε την πα­ραγ­γελία που της εί­χαν ζη­τή­σει από τον εκδο­τικό, αλ­λά δεν την ένοια­ζε, αισθα­νό­ταν πά­λι εκεί­νο το ευ­λο­γη­μέ­νο αί­σθη­μα της πλη­ρότητας. Έπει­τα από εντα­τι­κή δου­λειά ενός χρό­νου το νέο της βι­βλίο ή­ταν έτοι­μο.
Πή­γε και το πα­ρέ­δω­σε κα­τευ­θεί­αν στον υπεύ­θυ­νο χω­ρίς ρα­­­ντε­βού. Την γνώ­ρι­ζαν πια κα­λά όλοι, εί­χε οι­κειό­τη­τα. Με­τά από χρό­νια εί­χε χτυ­πο­κάρ­δι πρω­τά­ρας. Μια βδο­μά­δα αρ­γό­τε­ρα της τη­λε­φώ­νη­σαν απ’ τον εκ­δο­τι­κό, να πε­ρά­σει. Κα­τα­χά­ρη­κε. Έφτα­νε επι­τέλους η ώρα της δι­κής της πραγ­μα­τι­κής φω­νής· και θα τη­λεφωνούσε στην Τού­λα, τώ­ρα θα μπο­ρού­σε να απαντή­σει στο χεί­μαρ­ρο των ερω­τή­σε­ων, θα ξα­νά­πια­νε ίσως και τις πα­λιές ξεθω­ριασμένες γνω­ρι­μί­ες της με αν­θρώ­πους που μπο­ρούσε ν’ ανταλ­λά­ξει δυο κου­βέ­ντες στο ίδιο μή­κος κύ­μα­τος.
Βρή­κε τον υπεύ­θυ­νο με το χει­ρό­γρα­φο στα χέ­ρια. Του χαμο­γέλασε με αυτο­πε­ποίθηση, έπαι­ζε πο­λύ με αυ­τό τα τελευ­ταία χρό­νια, τον ρώ­τησε τη γνώ­μη του.
«Τί να σου πω βρε Ηρώ μου, τί σ’ έπια­σε κα­λή μου και χά­θη­­κες έναν ολό­κλη­ρο χρό­νο κι εγώ έλε­γα πως θα μου ’φερ­νες το κε­λε­πού­ρι!»
«Θέ­λεις να πεις ότι δεν σ’ άρε­σε;» ακού­στη­κε η φω­νή της έκ­πλη­κτη και κά­πως προ­σβε­βλη­μέ­νη.
«Τί να μου αρέ­σει κο­ρί­τσι μου... Έτσι γρά­φεις εσύ; Τί να μου αρέ­σει, που μου θύ­μι­σε όπως έγρα­φε πριν χρό­νια κά­ποι­α... να δεις πώς τη λέ­γα­νε, έμοια­ζε το όνο­μά της με το δι­κό σου, ...Νι­κο­λα­κο­πού­λου... νο­μί­ζω... ή Νι­κο­πού­λου; ... κά­τι τέ­τοιο...».

ΒΡΕΙ­ΤΕ ΤΑ ΒΙ­ΒΛΙΑ ΤΗΣ Ηρώς Νι­κο­πού­λου ΣΤΟΝ ΙΑ­ΝΟ.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: