Το ουροβόρο Όμικρον ή η πινακοθήκη και η δίνη

Χλόη Κουτσουμπέλη, «Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον» εκδ. Πόλις 2021

Το ουροβόρο Όμικρον ή η πινακοθήκη και η δίνη


Για τον ου­ρο­βό­ρο —συ­νή­θως ένα φί­δι ή δρά­κο που δια­γρά­φει κύ­κλο τρώ­γο­ντας την ου­ρά του— μας πλη­ρο­φο­ρεί ανα­λυ­τι­κά ο Μπόρ­χες στο Βι­βλίο των φα­ντα­στι­κών όντων. Ο τυ­φλός Αρ­γε­ντί­νος ανα­φέ­ρει ως πρώ­τη χρή­ση αυ­τού του πα­ρά­ξε­νου τέ­ρα­τος ένα «ελ­λη­νι­κό φυ­λα­χτό του τρί­του αιώ­να». Γνω­ρί­ζου­με όμως πως πι­θα­νό­τα­τα εμ­φα­νί­στη­κε και σ’ ένα πρώ­ι­μο αλ­χη­μι­στι­κό κεί­με­νο που εκ­δό­θη­κε στην Αλε­ξάν­δρεια την ίδια πε­ρί­ο­δο. Ο τί­τλος του: Κλε­ο­πά­τρας χρυ­σο­ποι­ία. Η αλ­χη­μεία και η γε­ω­γρα­φι­κή φα­ντα­σία φαί­νε­ται πως συ­νε­τέ­λε­σαν στην αλ­λό­κο­τη σύλ­λη­ψη. Αλ­χη­μι­κά, ο ου­ρο­βό­ρος συν­δέ­ε­ται με τον πε­ριώ­νυ­μο «φι­λο­σο­φι­κό λί­θο»· γε­ω­γρα­φι­κά, με την προ­νε­ω­τε­ρι­κή αντί­λη­ψη του ωκε­α­νού ως ενός υδά­τι­νου δα­κτυ­λί­ου που πε­ρι­βάλ­λει τη γη. Ο Μπόρ­χες, που ανα­φέ­ρει και τις δύο αυ­τές συμ­βο­λι­κές προ­ε­κτά­σεις, ανα­φέ­ρει επί­σης την Ηρα­κλεί­τεια ει­κό­να του απεί­ρου ως ενός κύ­κλου όπου κά­θε ση­μείο εί­ναι ταυ­τό­χρο­να αρ­χή και τέ­λος. Και προ­σθέ­τει έναν θρύ­λο γύ­ρω από την Μαί­ρη, βα­σί­λισ­σα των Σκώ­των, η οποία φέ­ρε­ται να εί­χε ένα δα­χτυ­λί­δι με το μότ­το «στο τέ­λος μου βρί­σκε­ται η αρ­χή μου». Θα μπο­ρού­σα­με να προ­σθέ­σου­με και τη φρά­ση του Καρλ Κρά­ους που αγα­πού­σε ο Μπέν­για­μιν: «η απαρ­χή εί­ναι το τέ­λος», όπου η τε­λευ­ταία λέ­ξη ση­μαί­νει αμ­φί­ση­μα εξί­σου το τε­λι­κό ση­μείο και τον σκο­πό.
Η πο­λυ­ση­μία αυ­τή εί­ναι βέ­βαια ορ­γα­νι­κό τμή­μα της σα­γή­νης του συ­γκε­κρι­μέ­νου συμ­βό­λου. Ας συ­νο­ψί­σου­με τους βα­σι­κούς του νοη­μα­τι­κούς άξο­νες: πρώ­τον, τε­λειό­τη­τα, διό­τι από την αρ­χαιό­τη­τα ο κύ­κλος θε­ω­ρού­νταν το τέ­λειο σχή­μα· δεύ­τε­ρον, αυ­το(κα­τα)στρο­φή, διό­τι το φί­δι που τρώ­ει την ου­ρά του εί­ναι ένα πλά­σμα δυ­νά­μει αυ­το­α­ναι­ρού­με­νο, αυ­το­α­να­λω­νό­με­νο, ένα ον σε δια­δι­κα­σία αυ­το­ε­ξά­λει­ψης (εί­ναι ανα­γκαίο να προ­σθέ­σου­με εδώ ότι η κα­τα­στρο­φή του εαυ­τού θε­με­λιώ­νε­ται, εντός του συμ­βό­λου, στη στρο­φή προς τον εαυ­τό, έτσι ώστε η αυ­το­ε­ξά­λει­ψη να εί­ναι συ­νώ­νυ­μη, όλως πα­ρα­δό­ξως, της αυ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τας)· και τρί­τον, απει­ρό­τη­τα, ή αλ­λιώς ιλιγ­γιώ­δης ταύ­τι­ση του ση­μεί­ου του τέ­λους και αυ­τού της έναρ­ξης.
Μια πρώ­τη, και κα­τά τη γνώ­μη μου επι­δερ­μι­κή, μα­τιά στο πρό­σφα­το βι­βλίο της Χλό­ης Κου­τσου­μπέ­λη Η γυ­μνή μο­να­ξιά του ποι­η­τή Όμι­κρον, εί­ναι αυ­τή που το αντι­λαμ­βά­νε­ται ως κά­τι σαν λε­κτι­κό πε­ρί­πα­το σε μια πι­να­κο­θή­κη ποι­η­τι­κών αλ­λά και ευ­ρύ­τε­ρα καλ­λι­τε­χνι­κών πορ­τραί­των τα οποία, τρό­πον τι­νά, μας αυ­το­συ­στή­νο­νται. Η αί­σθη­ση αυ­τή δη­μιουρ­γεί­ται από τη χρή­ση του πρώ­του προ­σώ­που στα πρώ­τα εν­νιά ποι­ή­μα­τα της συλ­λο­γής (τα δύο πρώ­τα μά­λι­στα ξε­κι­νούν πα­νο­μοιό­τυ­πα: «Ονο­μά­ζο­μαι»), δο­μή που επι­στρέ­φει και αρ­γό­τε­ρα στη συλ­λο­γή, έχο­ντας όμως πρώ­τα δώ­σει τη θέ­ση της σε συν­θέ­σεις στο τρί­το πρό­σω­πο ή και στη δια­λο­γι­κή μορ­φή μιας σει­ράς από φα­ντα­σια­κές συ­νε­ντεύ­ξεις. Τα πράγ­μα­τα λοι­πόν δεν έχουν όπως αρ­χι­κώς φαί­νο­νται. Δεν έχου­με να κά­νου­με απλώς με μια σει­ρά από συγ­γρα­φι­κές ή ευ­ρύ­τε­ρα καλ­λι­τε­χνι­κές μορ­φές που μας αυ­το­συ­στή­νο­νται, ού­τε, ας μου επι­τρα­πεί, θα πρέ­πει να αφε­θού­με στην ευ­κο­λία της ιδέ­ας ενός ποι­η­τι­κού βι­βλί­ου που εξα­ντλεί­ται στην ανα­κύ­κλω­ση του δι­καί­ως ντε­μο­ντέ κλι­σέ του poète maudit. Θα ήταν πιο φρό­νι­μο ερ­μη­νευ­τι­κά να ξε­κι­νή­σου­με από το τέ­λος του βι­βλί­ου, η ση­μα­σία του οποί­ου προ­τάσ­σε­ται στο κά­τω-κά­τω ρη­τά από την ίδια την ποι­ή­τρια, κα­θώς ο τί­τλος του τε­λευ­ταί­ου ποι­ή­μα­τος εί­ναι ο τί­τλος της συλ­λο­γής συ­νο­λι­κά:

Πό­σο γυ­μνός ένιω­σε ο ποι­η­τής Όμι­κρον
όταν όλα εί­χαν τε­λειώ­σει στο χαρ­τί
η πέ­να ανα­παύ­τη­κε ορι­ζό­ντια
και το με­λά­νι στέ­ρε­ψε.

[…]

Την ώρα που αυ­τός κλεί­νει τα μά­τια και κοι­μά­ται
κά­που αλ­λού κά­ποιος άλ­λος από­το­μα ξυ­πνά
κά­θε­ται στο γρα­φείο του και γρά­φει.

Ποιος εί­ναι ο «ποι­η­τής Όμι­κρον»; Σ’ ένα επί­πε­δο, ο τε­λευ­ταί­ος ποι­η­τής της συλ­λο­γής εί­ναι βέ­βαια ο πρώ­τος ποι­η­τής, του­λά­χι­στον για τη δυ­τι­κή λο­γο­τε­χνι­κή πα­ρά­δο­ση, ο τυ­φλός ρα­ψω­δός, ο Όμη­ρος. Σ’ ένα άλ­λο όμως επί­πε­δο, αυ­τό που η σα­φέ­στα­τη οφει­λή όχι μο­νά­χα του ποι­ή­μα­τος αλ­λά και όλης της συλ­λο­γής στον Μπόρ­χες κα­θι­στά σα­φές, εί­ναι αλ­λη­γο­ρι­κά και με­τα­κει­με­νι­κά η ίδια η μορ­φή, η τρο­πι­κή φι­γού­ρα, ενός κύ­κλου όπου το τέ­λος ταυ­τί­ζε­ται με την αρ­χή: όταν ο Όμι­κρον τε­λειώ­νει το γρά­ψι­μο, και μα­ζί το βι­βλίο, δια­βά­ζου­με, ένας άλ­λος ξυ­πνά από­το­μα και γρά­φει, ξε­κι­νώ­ντας ένα άλ­λο βι­βλίο, ή το ίδιο βι­βλίο, ή κα­λύ­τε­ρα ακό­μα, ένα βι­βλίο που (θα) εί­ναι πά­ντα, σε κά­θε κύ­κλο του γύ­ρω απ’ τον εαυ­τό του, το ίδιο και άλ­λο.

Μπόρ­χες:

Σε μια ερημιά του Ιράν υπάρχει ένας πέτρινος πύργος […] Στο μοναδικό δωμάτιο […] υπάρχουν ένα ξύλινο τραπέζι κι ένας πάγκος. Σ’ αυτό το κυκλικό κελλί, ένας άνθρωπος που μου μοιάζει, γράφει […] ένα μεγάλο ποίημα για έναν άνθρωπο που σ’ ένα άλλο κυκλικό κελλί…Όλο αυτό δεν έχει τέλος («Ένα Όνειρο», Άπαντα Πεζά, σ. 611).

Τι άραγε ονειρεύτηκε ο Χρόνος μέχρι σήμερα […]; Ονειρεύτηκε το σπαθί, που ιδεώδης θέση του είναι ο στίχος. […] Ονειρεύτηκε πως Κάποιος τον ονειρεύεται («Κάποιος ονειρεύεται», ό.π., σσ. 618-619).

Πρό­κει­ται για δύο μό­νο από δε­κά­δες απο­σπά­σμα­τα που θα μπο­ρού­σα­με να πα­ρα­θέ­σου­με απ’ το μπορ­χε­σι­κό έρ­γο όπου τί­θε­νται δυο βα­σι­κές προ­κεί­με­νες του συμ­βο­λι­σμού του Όμι­κρον ως γρα­φή­μα­τος—γλώσ­σας που γί­νε­ται γράμ­μα, που γί­νε­ται σχή­μα: αυ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα, αφε­νός· οντο­λο­γι­κή αβε­βαιό­τη­τα αφε­τέ­ρου. Ας μι­λή­σου­με απλά: το να γνω­ρί­ζω ότι γρά­φω, το να αντι­κρί­ζω τον εαυ­τό μου που γρά­φει, ση­μαί­νει επί­σης να χω­ρί­ζο­μαι από τον εαυ­τό μου, να γί­νο­μαι άλ­λος απ’ τον εαυ­τό μου, και ως μια ακραία και ει­ρω­νι­κή συ­νέ­πεια της αυ­τε­πί­γνω­σης, να μη γνω­ρί­ζω αν εί­μαι ο γρά­φων ή ο πα­ρα­τη­ρη­τής του γρά­φο­ντος, ή, σε μιαν άλ­λη, εξί­σου αγα­πη­τή στον Μπόρ­χες εκ­δο­χή, αν εί­μαι ο συγ­γρα­φέ­ας ή ένας χα­ρα­κτή­ρας εντός ενός κει­μέ­νου που δεν ελέγ­χω.

Ας ξε­τυ­λί­ξου­με τον μί­το αυ­τόν στον «Ποι­η­τή Όμι­κρον» της Κου­τσου­μπέ­λη, αφού όμως πρώ­τα πα­ρα­τη­ρή­σου­με ότι ο μί­τος ται­ριά­ζει σε λα­βυ­ρίν­θους, ότι ο λα­βύ­ριν­θος εί­ναι ένα από τα βα­σι­κό­τε­ρα σύμ­βο­λα, μα­ζί με τον κα­θρέ­φτη και το ρό­δο, του μπορ­χε­σι­κού σύ­μπα­ντος, και ότι θα τον βρού­με, κα­θό­λου τυ­χαία, στη συλ­λο­γή της Κου­τσου­μπέ­λη («Το θη­λυ­κό κορ­μί έχει δα­γκά­νες/κρύ­βει ολέ­θριες πα­γί­δες/κι έναν λα­βύ­ριν­θο στο κέ­ντρο», μας λέ­ει στο «Η μη­τέ­ρα-σά­βα­νο του Διο­νύ­σιου Σο­λω­μού»).
Κε­ντρι­κή ση­μα­σία εδώ, ως κά­τι σαν αυ­τόν τον «λα­βύ­ριν­θο στο κέ­ντρο», έχει το ποί­η­μα «Ο θά­να­τος του συγ­γρα­φέα», που ανα­φέ­ρε­ται, προ­φα­νώς, στο ση­μα­ντι­κό δο­κί­μιο του Ρο­λάν Μπαρτ (1967). Ως γνω­στό, ο Μπαρτ κλεί­νει το δο­κί­μιό του πα­ρα­τη­ρώ­ντας ότι «η γέν­νη­ση του ανα­γνώ­στη πρέ­πει να επέλ­θει με κό­στος τον θά­να­το του συγ­γρα­φέα» (Image Music Text, σελ. 148). Η Κου­τσου­μπέ­λη αφο­μοιώ­νει τη ρή­ση αυ­τή (την οποία και πα­ρα­φρά­ζει, ου­σια­στι­κά: «Ο συγ­γρα­φέ­ας έπρε­πε να πε­θά­νει./Ας έπαι­ζε ο ανα­γνώ­στης τον ρό­λο του») στις μπορ­χε­σι­κές αρ­χές της κει­με­νι­κής αυ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τας αφε­νός και της οντο­λο­γι­κής αβε­βαιό­τη­τας αφε­τέ­ρου: «Ο Κυα­νο­πώ­γων ήταν έξαλ­λος με τον εν­δυ­μα­το­λο­γι­κό κώ­δι­κα,/ο γα­λα­τάς για­τί απο­κλεί­ε­ται το δι­κό του γά­λα να ήταν ξι­νι­σμέ­νο,/όπως ρη­τά ανα­φε­ρό­ταν στη σε­λί­δα δέ­κα τέσ­σε­ρα,/ενώ η Αλί­σα σιω­πού­σε. […] Δεν γνώ­ρι­ζαν πό­σο ο Τζον Σμιθ ήταν ενή­με­ρος/για την ελά­χι­στή τους σκέ­ψη, για τον πα­ρα­μι­κρό τους ψί­θυ­ρο./Και ότι την ίδια στιγ­μή/ένα μι­κρό δι­ή­γη­μα/με όλα τα σχε­τι­κά με την ανταρ­σία τους/εγκι­βω­τι­ζό­ταν στο με­γά­λο» (σελ. 25-26).
Εξή­γη­σα ήδη για­τί η αυ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα, η σύλ­λη­ψη του συγ­γρά­φο­ντος εαυ­τού στη θέ­ση του αντι­κει­μέ­νου πα­ρα­τή­ρη­σης της συγ­γρα­φής, εί­ναι επί­σης οδός προς την οντο­λο­γι­κή αβε­βαιό­τη­τα. Στο συ­γκε­κρι­μέ­νο ποί­η­μα, η αρ­χή αυ­τή ανα­δει­κνύ­ει τις μπορ­χε­σι­κές επι­πλο­κές πί­σω απ’ το ερ­μη­νευ­τι­κό πρό­ταγ­μα του Μπαρτ: Αν για να ζή­σει ο ανα­γνώ­στης πρέ­πει πρώ­τα να πε­θά­νει ο συγ­γρα­φέ­ας, πώς μπο­ρού­με να γνω­ρί­ζου­με ποιος τε­λι­κά εί­ναι ο συγ­γρα­φέ­ας και ποιος ο ανα­γνώ­στης; Δεν πρό­κει­ται για κά­ποιο κε­νό­σπου­δο λο­γο­τε­χνι­κό παι­χνί­δι· έχου­με ήδη πα­ρου­σιά­σει πει­στή­ρια ότι η Κου­τσου­μπέ­λη εί­ναι συγ­γρα­φέ­ας στον βαθ­μό που εί­ναι ανα­γνώ­στρια, γρά­φει στον βαθ­μό που επί­σης ερ­μη­νεύ­ει τα γρα­πτά άλ­λων. Η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα η ίδια ως εγ­γε­νής διά­στα­ση των λο­γο­τε­χνι­κών κει­μέ­νων μας ει­σά­γει ήδη στην οντο­λο­γι­κή αβε­βαιό­τη­τα που δρα­μα­το­ποί­η­σε αρι­στουρ­γη­μα­τι­κά και γκρο­τέ­σκα ο Μπόρ­χες στον «Πιέρ Με­νάρ, συγ­γρα­φέα του Κι­χώ­τη»: δεν κα­τέ­χου­με, άρα­γε, διαρ­κώς πολ­λα­πλές θέ­σεις όταν γρά­φου­με, δεν δια­λυό­μα­στε στην ίδια τη δια­δι­κα­σία με την οποία συ­γκρο­τού­μα­στε, και δεν ξα­να­γρά­φου­με, με κά­θε ση­μα­ντι­κό έρ­γο, την ίδια τη λο­γο­τε­χνι­κή ιστο­ρία την οποία κλη­ρο­νο­μού­με; Ποιος από ό,τι εί­μα­στε (πο­μποί και δέ­κτες, συγ­γρα­φείς κι ερ­μη­νευ­τές, υπο­κεί­με­να και αντι­κεί­με­να της πα­ρα­τή­ρη­σης) πε­θαί­νει και ποιος γεν­νιέ­ται στη δια­δι­κα­σία της συγ­γρα­φής; Και πού βρι­σκό­μα­στε, εν τέ­λει, σε σχέ­ση με το έρ­γο (το δι­κό μας, των άλ­λων); Το πε­ρι­κλεί­ου­με ή μας πε­ρι­κλεί­ει; Και εί­ναι οι τοί­χοι ανά­με­σα στο «εντός» και το «εκτός» οντο­λο­γι­κά συ­νε­κτι­κοί και συ­μπα­γείς;

Ας δού­με εν συ­ντο­μία σε ποιον βαθ­μό απο­κρυ­πτο­γρα­φεί­ται η συλ­λο­γή με βά­ση τα πιο πά­νω ερω­τή­μα­τα:

Πώς γρά­φει κά­ποιος νέο ποί­η­μα
που ο άλ­λος από πα­λιά έχει δια­βά­σει;

(«Το ελά­φι και ο κυ­νη­γός», σ. 22)

Όταν ο κύ­ριος Μπρουκς επι­νό­η­σε την κυ­ρία Μπρουκς
χά­ρη­κε πο­λύ.
Θα γέ­μι­ζε επι­τέ­λους τα διά­κε­να των στί­χων του.
[…]

Η κυ­ρία Μπρουκς έπι­νε ζε­στή σο­κο­λά­τα και χα­μο­γε­λού­σε.
Εί­χε μό­λις επι­νο­ή­σει τον κύ­ριο Μπρουκς,
που ήταν συγ­γρα­φέ­ας  
[…]

Ίσως όμως η αυ­τα­ρέ­σκειά της να με­τρια­ζό­ταν
αν γνώ­ρι­ζε
Πως την ίδια ώρα κά­ποιος κα­θι­σμέ­νος σε γρα­φείο  
[…]

εί­χε μό­λις επι­νο­ή­σει και τους δύο
κι ακό­μα ένιω­θε μι­σός.

                        («Μά­θη­μα δη­μιουρ­γι­κής μο­να­ξιάς», σ. 23)

Ο κύ­ριος Σ. ένιω­σε τον τρό­μο του κε­νού.
Αι­σθα­νό­ταν μι­σός.
[…]

Ακό­μα δεν εί­χε αρ­θρώ­σει ού­τε λέ­ξη,
αφού ο Τζον εί­χε επι­λέ­ξει τρι­το­πρό­σω­πη αφή­γη­ση. […]

Απ’ το απει­ρο­ε­λά­χι­στο πέ­ρα­σμα του κυ­ρί­ου Σ.
Δεν απέ­μει­νε ού­τε ίχνος στην κο­σμι­κή τά­ξη των πραγ­μά­των.
Τό­σο αυ­θαί­ρε­τα θα εξα­λεί­ψει κι εμάς.
Ο Μέ­γας Συγ­γρα­φέ­ας που μας επι­νό­η­σε.

                        («Η υπαρ­ξια­κή αγω­νία του Κυ­ρί­ου Σ.», σ. 24)

Και ας σκι­στούν όλες οι σε­λί­δες
του απάν­θρω­που αυ­τού βι­βλί­ου
στο οποίο
εί­μαι μεν μια συγ­γρα­φέ­ας
αλ­λά όχι η συγ­γρα­φέ­ας του.

                        («Οι μι­κρές κυ­ρί­ες της Λουί­ζα Μέι Άλ­κοτ», σ. 30).

Τέ­λος, στο ισό­γειο,
ζω εγώ με έναν σύ­ζυ­γο

μι­σό κα­να­ρί­νι [...]

και δύο δί­δυ­μα παι­διά.
Έχουν ονό­μα­τα, αλ­λά δεν ξέ­ρω
πο­τέ ποιο από τα δύο εί­ναι πα­ρόν»

                        («Ο κύ­ριος Γκοντ και οι λοι­ποί ένοι­κοι», σ. 34)

Φό­ρε­σα το κόκ­κι­νο κρα­γιόν
και τις ψη­λές της γό­βες.
Κοι­τά­χτη­κα μες στον κα­θρέ­φτη.
Τώ­ρα που τό­σο πο­λύ της έμοια­ζα
μπο­ρού­σα πια να τη σκο­τώ­σω.

                        («Ηλέ­κτρα», σ. 37)

— Ο αγα­πη­μέ­νος σας ρό­λος;
— Η Άλ­λη. Μό­νο που πά­ντα ξε­χνώ τα λό­για. […]
—  Με­ρι­κοί σας κα­τη­γό­ρη­σαν ότι τα πρό­σω­πα απ’ τα οποία πή­ρα­τε συ­νέ­ντευ­ξη ήταν στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ανύ­παρ­κτα.
—  Τα πρό­σω­πα εί­ναι απο­λύ­τως υπαρ­κτά. Αν κά­ποιος εί­ναι ανύ­παρ­κτος, αυ­τός φο­βά­μαι, αγα­πη­τέ μου, ότι εί­μαι μό­νον εγώ.

                            («Απο­σπά­σμα­τα συ­νε­ντεύ­ξε­ων», σσ. 42, 46)

    Ήθε­λα κά­πο­τε να συ­να­ντη­θού­με, μα άλ­λο­τε αρ­γού­σες εσύ έναν/αιώ­να, άλ­λο­τε εγώ ερ­χό­μουν μία χι­λιε­τία πιο νω­ρίς. […]
    Όταν εσύ έμπαι­νες σε κά­ποιο τρέ­νο στη Ζυ­ρί­χη, εγώ πε­τού­σα για το Άμ­στερ­νταμ.
    Σε όλες τις επο­χές δεν βρέ­θη­κε πο­τέ χώ­ρος για μας.
    […]
    Άλ­λω­στε κά­πως πρέ­πει να δι­καιο­λο­γεί την ύπαρ­ξή της και/η ποί­η­ση./Η μό­νη γη που οι ψυ­χές συ­μπί­πτουν.

                            («Η μό­νη γη», σ. 47)


    Δέ­κα λοι­πόν του­λά­χι­στον από τα ποι­ή­μα­τα της συλ­λο­γής απο­τε­λούν, θα λέ­γα­με, «δί­νες» εντός αυ­τού που αρ­χι­κά εμ­φα­νί­ζε­ται ως μια απλή πι­να­κο­θή­κη συγ­γρα­φέ­ων και καλ­λι­τε­χνι­κών μορ­φών. Εντός τους, κα­ταρ­ρέ­ουν τα όρια με­τα­ξύ εαυ­τού και άλ­λου, αφη­γη­τή και αφη­γού­με­νου, πραγ­μα­τι­κού και μυ­θο­πλα­στι­κού, συγ­γρα­φέα και γρα­φό­με­νου, επι­νοη­τή και επι­νοη­μέ­νου, εμ­φα­νι­ζό­με­νου και εξα­φα­νι­ζό­με­νου. Η συ­νέ­πεια εί­ναι η πα­ρά­στα­ση του ποι­η­τι­κού σύ­μπα­ντος με όρους ται­νί­ας Möbius, ή, με την αρ­χαιό­τε­ρη εκ­δο­χή του πα­ρα­δό­ξου, με τη μορ­φή του ου­ρο­βό­ρου όφι, ση­μεί­ου σύ­γκλι­σης αντί­θε­των πό­λων και αμοι­βαί­ας τους αναί­ρε­σης ή κα­τα­στρο­φής: ο ποι­η­τής Όμι­κρον, που βέ­βαια εί­ναι επί­σης ο ολε­τή­ρας Όμι­κρον, η αρ­χή και το τέ­λος ενός σύ­μπα­ντος γρα­φής χω­ρίς αρ­χή και τέ­λος επει­δή εί­ναι, ου­σια­στι­κά, κυ­κλι­κό.

    Έτσι όμως φτά­σα­με, τολ­μώ να πω δια­γρά­φο­ντας κύ­κλο, και στο ση­μείο το οποίο έθι­ξα αρ­χι­κά, αυ­τό της ανά­γκης να πα­ρα­κάμ­ψου­με ερ­μη­νευ­τι­κά το πα­λιό ποι­η­τι­κό κλι­σέ του «κα­τα­ρα­μέ­νου ποι­η­τή». Δεν εί­ναι ότι η συλ­λο­γή της Κου­τσου­μπέ­λη δεν αφο­ρά επί­σης αυ­τή την φι­γού­ρα: τη βρί­σκου­με πο­λύ εύ­κο­λα στα ποι­ή­μα­τα για την αυ­τό­χει­ρα Σύλ­βια Πλαθ (σ. 12), τον πρό­ω­ρα χα­μέ­νο και εν πολ­λοίς αυ­το­κα­τα­στρο­φι­κό Λόρ­δο Βύ­ρω­να (σ. 13), τον οι­κο­γε­νεια­κά βα­σα­νι­σμέ­νο Σο­λω­μό (σσ. 14-15), τον φθι­σι­κό και επί­σης πρό­ω­ρα χα­μέ­νο Κρυ­στάλ­λη (σ. 16), τη σχε­δόν από­λυ­τα απο­μο­νω­μέ­νη Έμι­λυ Ντί­κιν­σον (σ. 18), τον υπαρ­ξια­κά αγω­νιώ­ντα Καβ­βα­δία (σσ. 19-20), τον αυ­τό­χει­ρα Κα­ρυω­τά­κη (σ. 21), τον αυ­τό­χει­ρα ζω­γρά­φο (κα­τ’ εξαί­ρε­ση) Βαν Γκογκ (σ. 17). Το επι­χεί­ρη­μά μου ερ­μη­νευ­τι­κά λοι­πόν δεν εί­ναι και δε θα μπο­ρού­σε να εί­ναι ότι αυ­τό το «άλ­λο μι­σό» της συλ­λο­γής, το υπαρ­ξια­κό θα λέ­γα­με μι­σό, το μι­σό της πι­να­κο­θή­κης της «γυ­μνής μο­να­ξιάς» του δη­μιουρ­γού, θα πρέ­πει να αγνοη­θεί. Το επι­χεί­ρη­μά μου εί­ναι ότι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα οι δύο όψεις της συλ­λο­γής, που φαι­νο­με­νι­κά δε σχε­τί­ζο­νται, εί­ναι απλώς οι δύο όψεις του ίδιου νο­μί­σμα­τος.

    Κι εδώ επι­στρέ­φω στο γε­γο­νός ότι ο ου­ρο­βό­ρος όφις, ο Όμι­κρον, εί­ναι με­μιάς το σύμ­βο­λο αυ­τού που γνω­ρί­ζει τον εαυ­τό του και αυ­τού που στρέ­φε­ται ενά­ντια στον εαυ­τό του, ωσάν το ένα, η αυ­τε­πί­γνω­ση, να οδη­γού­σε νο­μο­τε­λεια­κά στο άλ­λο, την αυ­το­κα­τα­στρο­φή ως μο­να­δι­κή διέ­ξο­δο στην τε­λειό­τη­τα ως τε­λεί­ω­ση. Το σύ­μπαν της οντο­λο­γι­κής αβε­βαιό­τη­τας, το Μπορ­χε­σι­κό σύ­μπαν εί­ναι ένα σύ­μπαν συμ­με­τριών, πολ­λές φο­ρές πο­λύ­πλο­κων και φί­νων σαν arabesques. Εί­ναι όμως επί­σης ένα σύ­μπαν μο­να­ξιάς —συ­χνά, θα­να­τη­φό­ρας μο­να­ξιάς— διό­τι εντός του, εντός των λα­βυ­ρίν­θων του, ο άλ­λος δεν εί­ναι πο­τέ με βε­βαιό­τη­τα πραγ­μα­τι­κά άλ­λος. Οι συ­νέ­πειες εί­ναι συ­γκε­κρι­μέ­νες: Αν δεν μπο­ρείς να σκο­τώ­σεις χω­ρίς να ρι­σκά­ρεις να σκο­τώ­σεις τον εαυ­τό σου, δεν μπο­ρείς επί­σης να ερω­τευ­τείς χω­ρίς να ρι­σκά­ρεις να ερω­τευ­τείς τον εαυ­τό σου. Το σύ­μπαν όπου ο άλ­λος εί­ναι εγώ στον ίδιο βαθ­μό που εγώ εί­μαι ο άλ­λος εί­ναι ένα σύ­μπαν όπου κά­θε φό­νος εί­ναι αυ­το­χει­ρία και κά­θε έρω­τας ναρ­κισ­σι­στι­κός. Ο Όμι­κρον, δη­μιουρ­γός και ολε­τή­ρας, αρ­χή και τέ­λος, εί­ναι μό­νος για­τί στον εντε­λή σαν κρύ­σταλ­λο κό­σμο του «δεν υπάρ­χει», για να θυ­μη­θού­με τον Ντε­ρι­ντά, «πα­ρά κεί­με­νο», ή «δεν υπάρ­χει τί­πο­τε εκτός του κει­μέ­νου»· ο λα­βύ­ριν­θος του εγκλω­βι­σμού του απο­τε­λεί­ται από κα­θρέ­φτες. Εκεί δη­μιουρ­γεί ό,τι εμ­φα­νί­ζε­ται και εκεί εξα­φα­νί­ζε­ται στο κεί­με­νο. Εκεί τε­λειώ­νει και αρ­χί­ζει.

     

    αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: