Το σαπούνι

Fanny Viollet, To σαπούνι του Φρανσίς Πονζ
Fanny Viollet, To σαπούνι του Φρανσίς Πονζ

Ρο­άν, Απρί­λιος 1942

Αν τρί­ψω μ’ αυ­τό τα χέ­ρια μου, το σα­πού­νι αφρί­ζει, ευ­φραί­νε­ται…
Όσο πιο αυ­τά­ρε­σκα, εύ­στρο­φα,
εύ­καμ­πτα, ευ­ή­λα­τα τα κά­νει
όσο πιο πο­λύ σα­λιώ­νει τό­σο
η λύσ­σα του γί­νε­ται ογκώ­δης και μαρ­γα­ρώ­δης…
Πέ­τρα μα­γι­κή!
Όσο πιο πο­λύ σχη­μα­τί­ζει με τον αέ­ρα και το νε­ρό
εκρη­κτι­κά τσα­μπιά από ευώ­δη
στα­φύ­λια…
Το νε­ρό, ο αέ­ρας και το σα­πού­νι
αλ­λη­λο­κα­βα­λι­κεύ­ο­νται, παί­ζουν
κα­βα­λί­κα, σχη­μα­τί­ζουν
συν­δυα­σμούς λι­γό­τε­ρο χη­μι­κούς πα­ρά
φυ­σι­κούς, γυ­μνα­στι­κούς, ακρο­βα­τι­κούς…
Ρη­το­ρι­κούς;

Υπάρ­χουν πολ­λά να ει­πω­θούν σχε­τι­κά με το σα­πού­νι. Ακρι­βώς όλα όσα το ίδιο αφη­γεί­ται για τον εαυ­τό του μέ­χρι πλή­ρους εξα­φα­νί­σε­ως, εξα­ντλή­σε­ως του θέ­μα­τος. Ιδού κα­θε­αυ­τό το αντι­κεί­με­νο που μου ται­ριά­ζει.

*

Το σα­πού­νι έχει πολ­λά να πει. Ας τα πει με ευ­στρο­φία, εν­θου­σια­σμό. Όταν θα έχει τε­λειώ­σει, δεν θα υπάρ­χει πια.

*

Ένα εί­δος πέ­τρας, που όμως δεν αφή­νε­ται να κυ­λιέ­ται απ’ τη φύ­ση: σας γλι­στρά μέ­σ’ απ’ τα δά­χτυ­λα και λιώ­νει οφθαλ­μο­φα­νώς μάλ­λον πα­ρά κυ­λιέ­ται απ’ τα νε­ρά.
Το παι­χνί­δι τό­τε συ­νί­στα­ται ακρι­βώς στο να τη συ­γκρα­τεί­τε ανά­με­σα στα δά­χτυ­λά σας και να την πει­ρά­ζε­τε εκεί με την κα­τάλ­λη­λη δό­ση νε­ρού, ώστε να ει­σπρά­ξε­τε απ’ αυ­τήν μια ογκώ­δη και μαρ­γα­ρώ­δη αντί­δρα­ση…
Έτσι και την αφή­σου­με, αντι­θέ­τως, να δια­μεί­νει εκεί, πε­θαί­νει από αμη­χα­νία.

*

Ένα εί­δος πέ­τρας, που όμως (ναι! ένα-είδος-πέτρας­που-όμως) δεν αφή­νε­ται να την ψα­χου­λεύ­ουν μο­νο­με­ρώς οι δυ­νά­μεις της φύ­σης: τους γλι­στρά μέ­σ’ απ’ τα δά­χτυ­λα, λιώ­νει εκεί οφθαλ­μο­φα­νώς.
Λιώ­νει οφθαλ­μο­φα­νώς, αντί ν’ αφή­νε­ται να κυ­λιέ­ται απ’ τα νε­ρά.

*

Δεν υπάρ­χει, στη φύ­ση, τί­πο­τα συ­γκρί­σι­μο με το σα­πού­νι. Ίχνος από βο­τσα­λά­κι (πε­τρα­δά­κι), από πέ­τρα τό­σο γλι­στε­ρή, της οποί­ας η αντί­δρα­ση ανά­με­σα στα δά­χτυ­λά σας, αν έχε­τε κα­τα­φέ­ρει να τη συ­γκρα­τή­σε­τε εκεί πει­ρά­ζο­ντάς τη με την κα­τάλ­λη­λη δό­ση νε­ρού, του­τέ­στιν ένα τό­σο ογκώ­δες και μαρ­γα­ρώ­δες σά­λιο, να συ­νί­στα­ται σε τό­σα τσα­μπιά από πλη­θω­ρι­κές φού­σκες.
Τα κού­φια στα­φύ­λια, τα ευώ­δη στα­φύ­λια του σα­που­νιού.
Συσ­σω­μα­τώ­σεις.
Κα­τα­βρο­χθί­ζει τον αέ­ρα, κα­τα­βρο­χθί­ζει το νε­ρό γύ­ρω από τα δά­χτυ­λά σας.
Πα­ρό­τι κα­τ’ αρ­χάς ανα­παύ­ε­ται, ασά­λευ­το και άμορ­φο μέ­σα σ’ ένα πια­τά­κι, το σα­πού­νι έχει στα χέ­ρια του την εξου­σία να κα­τα­στή­σει τα δι­κά μας συ­ναι­νε­τι­κά, συ­γκα­τα­βα­τι­κά στο να κά­νουν χρή­ση του νε­ρού, να κα­τα­χρα­στούν το νε­ρό στις πα­ρα­μι­κρές του λε­πτο­μέ­ρειες.
Κι έτσι γλι­στρά­με απ’ τις λέ­ξεις στις ση­μα­σί­ες, με μια νη­φά­λια μέ­θη, ή μάλ­λον μ’ έναν ανα­βρα­σμό, έναν ιρι­δί­ζο­ντα πα­ρό­τι νη­φά­λιο εν ψυ­χρώ κο­χλα­σμό, απ’ όπου άλ­λω­στε βγαί­νου­με με τα χέ­ρια πιο κα­θα­ρά απ’ ό,τι πριν την έναρ­ξη αυ­τής της άσκη­σης.

*

Το σα­πού­νι εί­ναι ένα εί­δος πέ­τρας, όχι όμως φυ­σι­κής: ευαί­σθη­της, εύ­θι­κτης, πε­ρί­πλο­κης.
  Αυ­τή η πέ­τρα έχει ένα εί­δος ιδιά­ζου­σας αξιο­πρέ­πειας.
Μα­κράν του να αντλεί από­λαυ­ση (ή του­λά­χι­στον να περ­νά τον και­ρό της) με το να κυ­λιέ­ται απ’ τις δυ­νά­μεις της φύ­σης, τους γλι­στρά μέ­σ’ απ’ τα δά­χτυ­λα· λιώ­νει εκεί οφθαλ­μο­φα­νώς, αντί ν’ αφή­νε­ται να κυ­λιέ­ται μο­νο­με­ρώς απ’ τα νε­ρά.

Πά­νω εκεί, οι πε­ρι­στά­σεις της επο­χής μας ανά­γκα­σαν να εγκα­τα­λεί­ψου­με τη Ρο­άν, και, στο επό­με­νο κε­φά­λαιο, βρί­σκο­μαι πά­λι σ’ ένα χω­ριό στα βό­ρεια της Λυόν, στο Κο­λι­νύ

Κο­λι­νύ, 3 Ιου­νί­ου 1943

Δεν υπάρ­χει στη φύ­ση τί­πο­τα πα­ρό­μοιο με το σα­πού­νι. Δεν υπάρ­χει πέ­τρα τό­σο γλι­στε­ρή, της οποί­ας η αντί­δρα­ση ανά­με­σα στα δά­χτυ­λά σας –εάν έχε­τε κα­τα­φέ­ρει να τη συ­γκρα­τή­σε­τε εκεί πει­ρά­ζο­ντάς τη με νε­ρό–, του­τέ­στιν ένα τό­σο ογκώ­δες και μαρ­γα­ρώ­δες σά­λιο, να συ­νί­στα­ται σε τό­σα τσα­μπιά από τό­σο πλη­θω­ρι­κές φού­σκες.
Υπό μορ­φήν κού­φιων και τε­χνη­τώς ευω­δών στα­φυ­λιών, το σα­πού­νι κα­τα­βρο­χθί­ζει το νε­ρό, κα­τα­βρο­χθί­ζει τον αέ­ρα γύ­ρω απ’ τα δά­χτυ­λά σας, πε­ρι­κλεί­ει πο­λύ αέ­ρα με τους ενα­γκα­λι­στι­κούς του τρό­πους, τα τυ­λίγ­μα­τα από μπρά­τσα, τους κύ­κλους, τις πε­ρι­πλο­κές, τις δια­στρο­φι­κές, ιρι­δί­ζου­σες σφαί­ρες, ενός σώ­μα­τος νυμ­φαί­ου, μιας σάρ­κας ή νύμ­φης πε­ρί­ερ­γα ευ­λύ­γι­στης.
Η έμ­φα­ση, ο εν­θου­σια­σμός, η ευ­στρο­φία.
Ο ιρι­δί­ζων πα­ρό­τι υπερ­νη­φά­λιος εν ψυ­χρώ ανα­βρα­σμός…

*

Ναι. Όσο άμορ­φο κι αν ανα­παύ­ε­ται κα­τ’ αρ­χάς μέ­σα σ’ ένα πια­τά­κι, το σα­πού­νι έχει στα χέ­ρια του την εξου­σία να κά­νει τα δι­κά μας συ­γκα­τα­βα­τι­κά στο να χρη­σι­μο­ποιούν, να κα­τα­χρώ­νται το νε­ρό στις πα­ρα­μι­κρές του λε­πτο­μέ­ρειες, να μας το κα­θι­στούν προ­ση­λω­μέ­νο, επι­με­λές, προ­σε­κτι­κό, να το με­τα­τρέ­πουν τό­σο κα­λά ώστε να θέ­λει στο εξής να χο­ρεύ­ει χω­ρίς τέ­λος μα­ζί μας μέ­σα στα πέ­πλα του, στα φο­ρέ­μα­τά του, στις εσάρ­πες του για τις χο­ρο­ε­σπε­ρί­δες. Κι εμείς απ’ τη με­ριά μας το εξα­ντλού­με, μέ­χρις εσχά­του ορί­ου… Αι­σθά­νε­στε ότι εδώ υπάρ­χει κά­τι το δια­στρο­φι­κό, ένα εί­δος αμοι­βαί­ας κα­τά­χρη­σης…
(Τί­πο­τα δεν ομοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο με σκά­φη από ένα πια­τά­κι, εί­ναι όμως μια σκά­φη όπου ο άν­θρω­πος δεν βρί­σκει πο­τέ τί­πο­τα άλ­λο απ’ τα χέ­ρια του.)
…Κι έτσι γλι­στρά­με απ’ τις λέ­ξεις στις ση­μα­σί­ες… εν μέ­σω μιας νη­φά­λιας και μαρ­μαί­ρου­σας μέ­θης ή μάλ­λον ενός ανα­βρα­σμού, μιας εν ψυ­χρώ φυ­σα­λί­δω­σης απ’ όπου άλ­λω­στε βγαί­νου­με, και ιδού το μέ­γα μά­θη­μα – με τα χέ­ρια πιο κα­θα­ρά, πιο αγνά απ’ όσο πριν την απαρ­χή αυ­τής της άσκη­σης.

*

Το σα­πού­νι προ­ε­τοι­μά­στη­κε απ’ τον άν­θρω­πο προς χρή­σιν απ’ το σώ­μα του· εντού­τοις, δεν πα­ρα­μέ­νει σ’ αυ­τήν αυ­το­βού­λως. Το αδρα­νές αυ­τό βό­τσα­λο εί­ναι σχε­δόν εξί­σου δυ­σχε­ρές να το κρα­τή­σεις όσο κι ένα ψά­ρι. Να το που μου ξε­φεύ­γει και ίδιο με βα­τρά­χι ξα­να­βου­τά στη λε­κά­νη… εκ­πέ­μπο­ντας πά­ραυ­τα ιδί­οις ανα­λώ­μα­σιν ένα γλαυ­κό νέ­φος αυ­το­διά­λυ­σης, σύγ­χυ­σης…

*

Τι εξαί­σιο τρό­πο του ζην μας δεί­χνει το σα­πού­νι!
Το μέ­τω­πό του στε­γνώ­νει στον ήλιο, καί­γε­ται απ’ τον ήλιο, σκλη­ραί­νει, ρυ­τι­δώ­νε­ται, χα­ρα­κώ­νε­ται. Οι έγνοιες το χα­ρα­κώ­νουν. Πο­τέ όμως δεν δια­τη­ρεί­ται κα­λύ­τε­ρα πα­ρά έτσι αδρα­νές, λη­σμο­νη­μέ­νο.
Μέ­σα στο νε­ρό, αντι­θέ­τως, όπου μα­λα­κώ­νει, κυ­κλο­φο­ρεί, δεί­χνει άνε­το –με­τά βί­ας το γρα­πώ­νου­με– όπου με­τα­το­πί­ζε­ται, γί­νε­ται ευ­κί­νη­το, κα­τό­πιν εύ­στρο­φο, εύ­γλωτ­το – δα­πα­νά­ται τό­τε σε μια κί­νη­ση ανη­συ­χη­τι­κή, δεν πα­ρα­μέ­νει εκεί ατι­μω­ρη­τί… Εί­ναι αυ­τό που λέ­με διά­γω έκλυ­το βίο…; Σ’ αυ­τό βλέ­πω επί­σης το ση­μά­δι μιας ιδιαί­τε­ρης αξιο­πρέ­πειας…

*

Για ένα σα­πού­νι, οι πρω­ταρ­χι­κές αρε­τές εί­ναι ο εν­θου­σια­σμός και η ευ­στρο­φία. Του­λά­χι­στον η γλωσ­σι­κή ευ­χέ­ρεια. Αυ­τό όμως, που εί­ναι εξαι­ρε­τι­κά απλό, δεν έχει πο­τέ ει­πω­θεί. Ακό­μα κι απ’ τους σπε­σια­λί­στες της εμπο­ρι­κής δια­φή­μι­σης. Ελά­τε! Πό­σα μου προ­σφέ­ρουν οι εται­ρί­ες Piver ή Cadum; – Ού­τε δε­κά­ρα! Δεν πέ­ρα­σε πο­τέ κά­τι τέ­τοιο απ’ το μυα­λό τους! Εμείς όμως θα τους δεί­ξου­με τι ξέ­ρου­με να κά­νου­με…

*

Υπάρ­χει κά­τι το αξιο­λά­τρευ­το στην προ­σω­πι­κό­τη­τα του σα­που­νιού. Για­τί αξιο­λά­τρευ­το; Διό­τι η συ­μπε­ρι­φο­ρά του εί­ναι στον ύψι­στο βαθ­μό συ­μπα­θη­τι­κή και συγ­χρό­νως πέ­ρα ώς πέ­ρα αμί­μη­τη.
Ιδού ένα εί­δος μέ­τριου βό­τσα­λου που ανα­παύ­ε­ται ισό­πε­δο μέ­σα στο πιο άκομ­ψο (ενί­ο­τε στο πιο φθαρ­μέ­νο) πια­τά­κι του νοι­κο­κυ­ριού.
Κα­τα­φθά­νει ένας άν­θρω­πος με βρώ­μι­κα χέ­ρια. Τό­τε το λη­σμο­νη­μέ­νο σα­πού­νι θα του πα­ρα­δο­θεί. Όχι χω­ρίς κά­ποια κο­κε­τα­ρία. Πε­ριεν­δύ­ε­ται πέ­πλα μαρ­μαί­ρο­ντα, ιρι­δί­ζο­ντα και, συγ­χρό­νως, τεί­νει να λαν­θά­νει, να δια­φεύ­γει. Ίχνος στη φύ­ση από πέ­τρα πιο δια­φεύ­γου­σα. Τό­τε όμως το παι­χνί­δι συ­νί­στα­ται ακρι­βώς στο να συ­γκρα­τή­σου­με το σα­πού­νι ανά­με­σα στα δά­χτυ­λα και να το πει­ρά­ξου­με εκεί με την προ­σθή­κη μιας πο­σό­τη­τας νε­ρού ικα­νής ώστε να πε­τύ­χου­με ένα σά­λιο ογκώ­δες και μαρ­γα­ρώ­δες, ενώ αν το αφή­να­με να δια­μεί­νει μέ­σα στο νε­ρό, θα πέ­θαι­νε από σύγ­χυ­ση.
Διό­τι το σα­πού­νι έχει την ιδιαί­τε­ρη αξιο­πρέ­πειά του. Μια πέ­τρα εί­ναι, που όμως δεν πα­ρα­δέ­χε­ται να κυ­λιέ­ται μο­νο­με­ρώς απ’ τις δυ­νά­μεις της φύ­σης. Τους γλι­στρά μέ­σ’ απ’ τα δά­χτυ­λα, κολ­λά­ει σε κά­ποιο ση­μείο στο βυ­θό κι εκεί λιώ­νει οφθαλ­μο­φα­νώς μάλ­λον αντί ν’ αφή­νε­ται να την ψα­χου­λεύ­ουν τα νε­ρά.
Ο άν­θρω­πος το κα­τα­χρά­ται αυ­τό. Αν τρί­ψει μ’ αυ­τό τα χέ­ρια, το σα­πού­νι αφρί­ζει, ευ­φραί­νε­ται. Όσο πιο πο­λύ λυσ­σά­ει, άλ­λο τό­σο το σά­λιο του γί­νε­ται ογκώ­δες και μαρ­γα­ρώ­δες, άλ­λο τό­σο κά­νει τα χέ­ρια πρό­θυ­μα, ευ­κί­νη­τα, εύ­καμ­πτα, ευ­ή­λα­τα.
Πέ­τρα μα­γι­κή!
…Όσο πιο πο­λύ σχη­μα­τί­ζει με αέ­ρα και νε­ρό εκρη­κτι­κά τσα­μπιά από ευώ­δη στα­φύ­λια.
Τό­τε ο αέ­ρας, το νε­ρό και το σα­πού­νι αλ­λη­λο­κα­βα­λι­κεύ­ο­νται, παί­ζουν κα­βα­λί­κα, σχη­μα­τί­ζουν στομ­φώ­δεις κι ελα­φρούς συν­δυα­σμούς που μια ανα­πνοή, ένα μει­δί­α­μα, ένα επι­πλέ­ον τί­πο­τα εσω­τε­ρι­κής μα­ταιο­δο­ξί­ας, η πα­ρα­μι­κρή υπερ­βο­λή, τους κά­νει να εκρα­γούν…
Εί­τε μία κα­τά­λυ­ση από νε­ρά.
Έχει γί­νει αι­σθη­τό πως το πα­ρα­τρά­βη­ξα με τις ανα­λύ­σεις, τις πα­ραλ­λα­γές· πως υπάρ­χει εκεί ένα ύφος θα ’λε­γες σα­πω­νώ­δες, αφρί­ζον, αφρώ­δες – όπως το σά­λιο στους μυ­κτή­ρες του αλό­γου που καλ­πά­ζει.
Φυ­σι­κά το έκα­να επί­τη­δες.
Ξέ­ρο­ντας ότι θα μου αρ­κού­σε μία πα­ρά­γρα­φος κα­θα­ρής λο­γι­κής (ή ει­ρω­νεί­ας;) για να τα κα­θα­ρί­σω, να τα δια­λύ­σω και να τα ξε­πλύ­νω όλα αυ­τά.

(Αυ­τή η εκ­δο­χή, η λε­γό­με­νη του «ψελ­λί­σμα­τος του σα­που­νιού», εί­ναι της 3ης Ιου­νί­ου ’43 στο Κο­λι­νύ.)

Κο­λι­νύ, 9 Ιου­νί­ου 1943

Δεν υπάρ­χει στη φύ­ση τί­πο­τα πα­ρό­μοιο με το σα­πού­νι. Κα­μία πέ­τρα δεν εί­ναι πιο τα­πει­νή, ού­τε, εν ταυ­τώ, πιο υπέ­ρο­χη.
Υπάρ­χει, αλη­θώς, κά­τι αξιο­λά­τρευ­το στην προ­σω­πι­κό­τη­τά του. Η συ­μπε­ρι­φο­ρά του εί­ναι αμί­μη­τη.
Το πράγ­μα αρ­χί­ζει με μια τέ­λεια επι­φυ­λα­κτι­κό­τη­τα.
Το σα­πού­νι επι­δει­κνύ­ει κα­τ’ αρ­χάς μια τέ­λεια συ­στο­λή, πα­ρό­τι κα­τά το μάλ­λον ή ήτ­τον δια­κρι­τι­κώς ευώ­δη. Κα­τό­πιν, ευ­θύς μό­λις κα­τα­πια­στού­με μα­ζί του, δεν θα πω τι φω­τιά, εν­νο­εί­ται, αλ­λά τι εξαί­σια ορ­μή! Τι ακραί­ος εν­θου­σια­σμός στην αυ­το­προ­σφο­ρά! Τι γεν­ναιο­δω­ρία! Τι ευ­στρο­φία, σχε­δόν ανε­ξά­ντλη­τη, αφά­ντα­στη!
Απ’ αυ­τό μπο­ρού­με, άλ­λω­στε, ν’ απαλ­λα­γού­με αμέ­σως, όμως η πε­ρι­πέ­τεια αυ­τή, η σύ­ντο­μη αυ­τή συ­νά­ντη­ση αφή­νει –κι αυ­τό εί­ναι υπέ­ρο­χο– τα χέ­ρια πιο κα­θα­ρά απ’ όσο τα εί­χα­τε πο­τέ.

*

Λό­γω των ιδιο­τή­των του αντι­κει­μέ­νου, χρειά­ζε­ται να το ανα­πτύ­ξω λι­γά­κι, να το κά­νω ν’ αφρί­σει ενώ­πιόν σας.

Francis Ponge

Ο Francis Ponge γεν­νή­θη­κε το 1899 στο Μον­πε­λιέ. Ξε­κί­νη­σε σπου­δές στη νο­μι­κή και στη φι­λο­σο­φι­κή σχο­λή, κα­θώς και στην École Normale Superieure, τις οποί­ες όμως δεν ολο­κλή­ρω­σε. Το 1937 συμ­με­τεί­χε για λί­γους μή­νες στο σου­ρε­α­λι­στι­κό κί­νη­μα και στη συ­νέ­χεια προ­σχώ­ρη­σε στο Κομ­μου­νι­στι­κό Κόμ­μα, το οποίο εγκα­τέ­λει­ψε ορι­στι­κά με­τά τον πό­λε­μο, το 1946. Το 1942 εκ­δό­θη­κε η ποι­η­τι­κή του συλ­λο­γή Le Parti pris des choses (ελλ. έκδ.: Η φω­νή των πραγ­μά­των, μτ­φρ. Χρι­στό­φο­ρος Λιο­ντά­κης, Γα­βρι­η­λί­δης 1999). Το Σα­πού­νι, ένα από τα εμ­βλη­μα­τι­κά του έρ­γα, εκ­δό­θη­κε το 1967. Πέ­θα­νε στο Μον­πε­λιέ το 1988.

Με­τά από πολ­λούς δι­σταγ­μούς, οι οποί­οι με­τα­φέ­ρο­νται απ’ τον ποι­η­τή στο ίδιο το κεί­με­νό του, εί­ναι πράγ­μα­τι υπό μορ­φή βι­βλί­ου που τε­λι­κά δό­θη­κε να ανα­γνω­στεί απ’ το γαλ­λι­κό κοι­νό για πρώ­τη φο­ρά το Σα­πού­νι. Αυ­τή όμως η εκ­δο­τι­κή κί­νη­ση απέ­χει πο­λύ απ’ το να εί­ναι ασή­μα­ντη, κι αυ­τό για του­λά­χι­στον τρεις λό­γους: κα­τ’ αρ­χάς επει­δή το κεί­με­νο επι­νο­ή­θη­κε και γρά­φτη­κε εν όψει διά­φο­ρων μέ­σων μα­ζι­κής επι­κοι­νω­νί­ας, προ­ο­ρι­σμέ­νο να γί­νει δια­δο­χι­κώς διά­λε­ξη, πα­ρά­στα­ση, ρα­διο­φω­νι­κή εκ­πο­μπή και τε­λι­κά βι­βλίο· έπει­τα επει­δή η επι­λο­γή του βι­βλί­ου ως του κα­λύ­τε­ρου δυ­να­τού μέ­σου θε­μα­το­ποιεί­ται, κι έτσι εκτί­θε­ται, μέ­σα στο ίδιο το κεί­με­νο του Σα­που­νιού· τέ­λος, επει­δή η σύν­θε­τη κει­με­νι­κή διά­τα­ξη (dispositif) (πέ­ραν του αντι­κει­μέ­νου που εί­ναι το ίδιο το βι­βλίο) με την οποία έρ­χε­ται αντι­μέ­τω­πος ο ανα­γνώ­στης, προ­τεί­νει έναν αλη­θι­νό μη­ντια­τι­κό εγκι­βω­τι­σμό, κα­θώς το Σα­πού­νι δί­νε­ται να ανα­γνω­στεί όντως όπως ένα «βι­βλίο», με­τα­γρά­φο­ντας αυ­τό το ίδιο μια ρα­διο­φω­νι­κή εκ­πο­μπή, η οποία πα­ρου­σιά­ζει στον ανα­γνώ­στη-ακρο­α­τή τις διά­φο­ρες μορ­φές τις οποί­ες έχει πά­ρει απ’ το κεί­με­νο. Στην πε­ρί­πτω­ση του Σα­που­νιού, η «βι­βλιο­ποί­η­ση» (του­λά­χι­στον αυ­τή που πραγ­μα­το­ποί­η­σε ο ίδιος ο Πονζ) δεν δια­κρί­νε­ται ου­σιω­δώς απ’ την «κει­με­νο­ποί­η­ση», για­τί οι εκ­δο­τι­κές επι­λο­γές του ποι­η­τή εγκα­θι­στούν μια ιδιό­μορ­φη διά­τα­ξη απεύ­θυν­σης, μια ανέκ­δο­τη σχέ­ση με­τα­ξύ συγ­γρα­φέα και εμπλε­κό­με­νου ανα­γνώ­στη (ο Πονζ τον απο­κα­λεί «από­λυ­το ανα­γνώ­στη»). Το Σα­πού­νι, αλη­θι­νός επι­κοι­νω­νια­κός μύ­θος, σκη­νο­θε­τεί ένα λο­γο­τε­χνι­κό φα­ντα­σια­κό από φόρ­μες και μέ­σα μα­ζι­κής επι­κοι­νω­νί­ας (πα­ρά­στα­ση, ρα­διό­φω­νο, βι­βλίο), με το οποίο ο ποι­η­τής οι­κο­δο­μεί την ίδια τη φι­γού­ρα του στους κόλ­πους της ιστο­ρί­ας της λο­γο­τε­χνί­ας, επι­νο­ώ­ντας συγ­χρό­νως μια νέα φόρ­μα (με την οποία ο μη­ντια­τι­κός στο­χα­σμός συ­να­ντά το στο­χα­σμό πά­νω στα εί­δη τέ­χνης), «το χα­ρα­κεί­με­νο» [objoie: objet (=αντι­κεί­με­νο) και joie (=χα­ρά)].

  Celine Prado, Για το Σα­πού­νι (από το ερ­γο­βιο­γρα­φι­κό ση­μεί­ω­μα)

[To Σα­πού­νι, θα κυ­κλο­φο­ρή­σει από τις εκδ. Αντί­πο­δες 2019]

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: