Λογοθετικές οριοθετήσεις σε οροθετικά σώματα

Σχόλια στο ποίημα της Μ. Κυρτζάκη, «Σώμα - γυμνό»

Σώμα - γυμνό

Ότι θα έγραφα ένα ποίημα Ότι
θα το αφιέρωνα στον Ανδρέα

και στον χαράκτη
που σε απαθανάτισε όρθιο στημένο

το σώμα ολόγυμνο απ’ τη μέση
και κάτω στιβαρή και δεμένη

η σάρκα ξεχωρίζουν οι μυς
η κοιλιά των μελών οι ενώσεις πόσο

βάρος σωμάτων εκράτησαν πόσα
σπέρματα μέταλλα ηδονής στην χοάνη σου

άδειασαν και κρατάς ενωμένα τα γόνατα
σαν κρυμμένη πληγή και σαν έλεος οι γλουτοί

να λάμπουν στο φως.
Άξενο
που πέφτει επάνω σου από την μισάνοιχτη

πόρτα δεν το θέλεις το φως δεν το θέλεις
το βλέμμα στης ζωής σου τις άκρες

και ας είναι σπουδαίου ανδρός που ζητά
να σε σώσει – ζωγραφιά αιωνίως.


Να τραβήξεις τώρα πρέπει το ρούχο
να φανεί ο μαστός. Σηκωμένα τα χέρια.

Δεξί χέρι μπροστά  να σηκώσεις το ύφασμα.
Δεξί χέρι μπροστά  θ’ ακουμπήσεις το πρόσωπο

μα εσύ/να φυλάξεις τα μάτια
μα εσύ/να κρυφτείς. Χαρακιές η ζωή σου

και το σώμα σου ξύλο

(Σαν για πρώτη φορά να σε βλέπει
κάποιος γυμνή. Ζητείτε τα βιβλιάρια
ακούγεται απ’ τον τοίχο η κολλημένη

επιγραφή. Ενωμένα τα γόνατα
το αιδοίο να κρύψεις και τα πέλματα η βάση

του στημένου αγάλματος φρικτή επανάληψη)

Ποιο ποίημα τί ποίημα να γράψω για σένα
σώμα γυμνό μητέρας και κόρης και αδελφής
και συζύγου πιστής και άπιστης ερωμένης

και μοναχής και πόρνης

Χαρακιές η ζωή σου και το σώμα σου

ξύλο σε ιδιωτική συλλογή
κι η χοάνη σου δημόσιος κίνδυνος


(Eξαρχής υπό καθεστώς  –

η κρίση μού περισσεύει)


Τι ποίημα ότι θα έγραφα για σένα, σώμα μου

Λογοθετικές οριοθετήσεις σε οροθετικά σώματα

Το ποί­η­μα της Μα­ρί­ας Κυρ­τζά­κη «Σώ­μα - γυ­μνό» δη­μο­σιεύ­θη­κε στο έν­θε­το της Αυ­γής «Ανα­γνώ­σεις» (22 Ιου­λί­ου 2012) στο πλαί­σιο του αφιε­ρώ­μα­τος «Το γυ­ναι­κείο σώ­μα σε κα­θε­στώς κρί­σης».[1] Το ποί­η­μα θε­μα­το­ποιεί τη δια­πό­μπευ­ση 32 ορο­θε­τι­κών γυ­ναι­κών από την τό­τε κυ­βέρ­νη­ση, πα­ρα­μο­νές των εθνι­κών εκλο­γών. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, τον Μάιο του 2012, εν μέ­σω οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης και μιας τε­τα­μέ­νης πο­λι­τι­κής συ­γκυ­ρί­ας, κα­τά την οποία η προ­ε­κλο­γι­κή πό­λω­ση και οι συ­ζη­τή­σεις πε­ρί μνη­μο­νί­ων και μέ­τρων λι­τό­τη­τας κυ­ριαρ­χούν, ξε­σπά ένα πρω­το­φα­νές σκάν­δα­λο. Ο τό­τε Υπουρ­γός Υγεί­ας, Αν­δρέ­ας Λο­βέρ­δος, με μία συ­ντο­νι­σμέ­νη «επι­χεί­ρη­ση – σκού­πα» απο­πει­ρά­ται να κα­θα­ρί­σει τις πιά­τσες από την «απα­σφα­λι­σμέ­νη υγειο­νο­μι­κή βόμ­βα» της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας, όπως χα­ρα­κτή­ρι­σε τις θε­τι­κές στον HIV εκ­δι­δό­με­νες γυ­ναί­κες.[2] Το κυ­νή­γι μα­γισ­σών εί­χε ως σκο­πό την προ­στα­σία της ελ­λη­νι­κής οι­κο­γέ­νειας από τον «εφιάλ­τη του AIDS» τον οποίο διέ­σπει­ραν, κα­τά τα κυ­βερ­νη­τι­κά λε­γό­με­να, εκ­δι­δό­με­νες με­τα­νά­στριες.[3] Αν και στην πο­ρεία δια­πι­στώ­θη­κε ότι η πλειο­νό­τη­τα των γυ­ναι­κών που δια­γνώ­σθη­καν ως ορο­θε­τι­κές ήταν ελ­λη­νί­δες το­ξι­κο­ε­ξαρ­τη­μέ­νες, οι οποί­ες δι­κά­στη­καν για το αδί­κη­μα της «βα­ριάς σκο­πού­με­νης σω­μα­τι­κής βλά­βης», το αφή­γη­μα εί­χε ήδη εδραιω­θεί και οι γυ­ναί­κες εκτε­θεί ανε­πα­νόρ­θω­τα στη δη­μό­σια σφαί­ρα μέ­σω της δη­μο­σί­ευ­σης των φω­το­γρα­φιών τους –ως άλ­λων επι­κη­ρυγ­μέ­νων εγκλη­μα­τιών– και των απόρ­ρη­των ια­τρι­κών τους δε­δο­μέ­νων.

Μια «σαρ­κι­κής ιδιο­συ­στα­σί­ας» ποί­η­ση χα­ρα­κτή­ρι­σε το έρ­γο της Κυρ­τζά­κη ο Κ. Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου.[4] Το αν­θρώ­πι­νο κορ­μί εί­ναι αδια­λεί­πτως πα­ρόν σε όλες τις εκ­φάν­σεις του έρ­γου της, εφό­σον ο λό­γος πραγ­μα­τώ­νε­ται συ­νή­θως ως αί­σθη­ση, σω­μα­τι­κή ανά­γκη, άλ­γος ή τραύ­μα. Το «Σώ­μα – γυ­μνό» γί­νε­ται σαρ­κι­κό, όχι μό­νο μέ­σω της ακρι­βούς απει­κό­νι­σης ενός χα­ρα­κτι­κού, που απο­τυ­πώ­νει το ημί­γυ­μνο σώ­μα μιας πόρ­νης, αλ­λά για­τί το βί­ω­μα του θη­λυ­κού γέ­νους εν­δύ­ε­ται με ένα χα­ρα­κω­μέ­νο δέρ­μα και υπο­στα­σιο­ποιεί­ται σε ένα σαρ­κίο αδύ­να­μο, αλ­λά αν­θε­κτι­κό («χα­ρα­κιές η ζωή σου και το σώ­μα σου ξύ­λο» - στί­χος που επα­να­λαμ­βά­νε­ται). Το ανί­σχυ­ρο της γυ­ναι­κεί­ας φύ­σης («υπό κα­θε­στώς») δια­τυ­πώ­νε­ται ως βε­βαιό­τη­τα στο ποί­η­μα, όπως επι­βάλ­λε­ται δια­χρο­νι­κά στα λο­γο­θε­τι­κά πε­δία, «στους κα­νό­νες δη­λα­δή και τις δο­μές που ανα­πα­ρά­γουν συ­γκε­κρι­μέ­νες εκ­φο­ρές και κεί­με­να» κα­τά τη φου­κω­ι­κή σύλ­λη­ψη.[5]

Ωστό­σο το σώ­μα ως πε­δίο νοη­μα­το­δο­τή­σε­ων δεν απο­τυ­πώ­νε­ται στον λό­γο της Κυρ­τζά­κη μο­νά­χα ως πτυ­χή της ανι­σό­τη­τας των φύ­λων, μιας και έχει επι­ση­μαν­θεί ήδη ότι δεν πρό­κει­ται για μια απο­κλει­στι­κά φε­μι­νι­στι­κή γρα­φή.[6] Ο ανα­γνώ­στης της συ­γκε­ντρω­τι­κής έκ­δο­σης στη μέ­ση της ασφάλ­του[7] ανα­με­τρά­ται διαρ­κώς με τον κρυ­πτι­κό λό­γο της ποι­ή­τριας αλ­λά και με σώ­μα­τα ετε­ρο­γε­νή ως προς τις ση­μα­σί­ες τους. Από το άφυ­λο, πρω­τό­γο­νο και προ­πο­λι­τι­σμι­κό σώ­μα, συ­χνά οδη­γεί­ται στη φαυ­λό­τη­τα του σε­ξουα­λι­κο­ποι­η­μέ­νου σώ­μα­τος, που απη­χεί το δί­πο­λο της νε­ω­τε­ρι­κής σκέ­ψης σχε­τι­κά με την ανω­τε­ρό­τη­τα του ορ­θο­λο­γι­κού πνεύ­μα­τος ένα­ντι της τα­πει­νό­τη­τας της σάρ­κας, εν­δει­κτι­κά: «Γνω­ρί­ζει στο κορ­μί της και με το σώ­μα της τις σκο­τει­νές δια­δρο­μές που αλώ­νουν την ψυ­χή».[8] Δια­λέ­γε­ται, επί­σης, συ­χνά με το κα­τε­ξο­χήν λο­γο­θε­τι­κό πε­δίο της Βί­βλου, αλ­λά η χά­ρη του φω­τός με­τα­κυ­λί­ε­ται στο σκο­τά­δι επε­νερ­γώ­ντας ευ­νοϊ­κά για τις αι­σθή­σεις και το κορ­μί.[9]

Ανα­φέρ­θη­κα ήδη στον Μ. Φου­κώ, αλ­λά θα επα­νέλ­θω στη θε­ω­ρία του, προ­κει­μέ­νου να αντλή­σω στοι­χεία που θα προ­βά­λουν τους συ­σχε­τι­σμούς με­τα­ξύ των έως τώ­ρα ανα­φο­ρών στο λο­γο­τε­χνι­κό σώ­μα της ποι­ή­τριας, αλ­λά και στο «Σώ­μα – γυ­μνό» που μας απα­σχο­λεί ει­δι­κό­τε­ρα. Ο γάλ­λος φι­λό­σο­φος ανέ­δει­ξε την ανά­γκη των νε­ω­τε­ρι­κών κοι­νω­νιών να ρυθ­μι­στεί η σε­ξουα­λι­κό­τη­τα και να επι­τη­ρη­θούν τα σώ­μα­τα μέ­σω εξου­σια­στι­κών λό­γων, ενταγ­μέ­να πια σε μία εκ­βιο­μη­χα­νι­σμέ­νη κοι­νω­νία που θέ­τει «το πα­ρα­γω­γι­κό σώ­μα ενά­ντια στο σώ­μα της ηδο­νής».[10] Έκτο­τε, στις συ­να­φείς θε­ω­ρη­τι­κές συ­ζη­τή­σεις, το σώ­μα προ­σεγ­γί­στη­κε ως υλι­κό­τη­τα που μπο­ρεί να ερ­μη­νευ­θεί πο­λι­τι­σμι­κά. Έτσι μπο­ρούν να δια­φα­νούν οι εξου­σια­στι­κές σχέ­σεις στις οποί­ες εμπλέ­κε­ται το υπο­κεί­με­νο-σώ­μα και οι αξιο­λο­γή­σεις/κα­τη­γο­ριο­ποι­ή­σεις που κα­τα­τάσ­σουν τα σώ­μα­τα σε κα­νο­νι­κά ή μη κα­νο­νι­κά, φυ­σιο­λο­γι­κά ή πα­ρεκ­κλί­νο­ντα βά­σει τά­ξης, φύ­λου, φυ­λής κτλ. Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, οι φαι­νο­με­νο­λο­γι­κές αντι­λή­ψεις προ­σέ­θε­σαν στο ζή­τη­μα την έν­νοια της αντι­λη­πτι­κό­τη­τας, η οποία προ­βάλ­λει την αξία των βιω­μά­των και με­τα­βάλ­λει το σώ­μα από αντι­κεί­με­νο σε υπο­κεί­με­νο.[11] Απόρ­ροια και εξέ­λι­ξη των προ­α­να­φερ­θέ­ντων συ­νο­πτι­κά από­ψε­ων εί­ναι η πα­ρέμ­βα­ση της J. Butler η οποία απορ­ρί­πτει τις ου­σιο­κρα­τι­κές θε­ω­ρή­σεις, άρα και την κα­θιε­ρω­μέ­νη συ­νε­κτι­κό­τη­τα βιο­λο­γι­κού και κοι­νω­νι­κού φύ­λου, αλ­λά κυ­ρί­ως μας εν­δια­φέ­ρει ότι το σχή­μα αυ­τό στη­ρί­ζε­ται στην ανά­δει­ξη και τε­λι­κά απόρ­ρι­ψη της σχέ­σης αυ­τής ως απο­τέ­λε­σμα μιας λο­γο­θε­τι­κής ρυθ­μι­στι­κής πρα­κτι­κής.[12]

Στην τε­λευ­ταία ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή της Μ. Κυρ­τζά­κη, Λι­γο­στό και να χά­νε­ται (2002), εντάσ­σε­ται η ενό­τη­τα ποι­η­μά­των με τον τί­τλο «Σκο­τά­δι Σώ­μα». Με απα­σχο­λεί σε αυ­τό το ση­μείο ένα από τα τε­λευ­ταία μέ­ρη:

Στα σκο­τει­νά πα­λά­τια των αι­σθή-
                σε­ων οι ση­μα­σί­ες κα­τοι­κούν κι απ’
                                το απρό­βλε­πτο φω­τί­ζο­νται νυ­κτού-
                                ρο φως που πλημ­μυ­ρί­ζει τις πα­ρα­λί­ες
                                των σω­μά­των — φλοί­σβος και αύ-
                                ρα του νε­ρού γερ­μέ­νες υγρα­σί­ες μου-
                                λιά­ζουν οι ανα­πνο­ές

                                Και κά­θε σώ­μα τις ση­μα­σί­ες του
                                ανταλ­λά­σει
[13]


Χω­ρίς να θέ­λω να υπο­στη­ρί­ξω ότι η Κυρ­τζά­κη συ­νο­μι­λεί εν γνώ­σει της με τις σύγ­χρο­νες θέ­σεις της κοι­νω­νι­κής αν­θρω­πο­λο­γί­ας, εί­ναι εντυ­πω­σια­κό το γε­γο­νός ότι σε λί­γους στί­χους κα­τα­φέρ­νει να πε­ρά­σει από το πα­ρα­δο­σια­κό αντι­θε­τι­κό ζεύ­γος πνεύ­μα – σώ­μα στην ιδέα ενός σώ­μα­τος «που υπάρ­χει και βιώ­νε­ται, συ­γκρο­τεί­ται και ανα­συ­γκρο­τεί­ται μέ­σω διαρ­κών τρο­πο­ποι­ή­σε­ων και επα­να­προσ­διο­ρι­σμών άμε­σα συ­νυ­φα­σμέ­νων με τη διαρ­κή ανα­ζή­τη­ση μιας έστω και εφή­με­ρης ταυ­τό­τη­τας».[14] Στο πα­ρα­πά­νω ποί­η­μα πε­ρι­γρά­φε­ται το νυ­χτε­ρι­νό απο­δε­σμευ­τι­κό για την ψυ­χή και το σώ­μα σκη­νι­κό, αλ­λά κα­τα­λή­γει έστω και εντός ενός στε­νού πλαι­σί­ου, του ερω­τι­κού, στην αρ­κε­τά προ­ω­θη­μέ­νη ιδέα της εν­δε­χο­με­νι­κό­τη­τας των σω­μά­των ως προς τη ση­μα­σία τους.

Οι δυ­να­τό­τη­τες αυ­τές μπο­ρεί να ποι­κί­λουν, αλ­λά επι­στρέ­φο­ντας στο αφε­τη­ρια­κό ποί­η­μα οι ση­μα­σί­ες που μας εν­δια­φέ­ρουν εί­ναι τα σώ­μα­τα εκ­δι­δό­με­νων γυ­ναι­κών, με­τα­να­στριών, κα­θώς και τα σώ­μα­τα που νο­σούν και γι’ αυ­τό στιγ­μα­τί­ζο­νται. Όλες αυ­τές εί­ναι ταυ­τό­τη­τες που ανα­δύ­ο­νται από το πε­ρι­θώ­ριο για να επι­βε­βαιώ­σουν την ετε­ρό­τη­τά τους και να προ­κα­λέ­σουν ηθι­κό πα­νι­κό.[15] Πολ­λώ δε μάλ­λον όταν, πέ­ρα από την κοι­νω­νι­κή, πο­λι­τι­κή και εθνι­κή τους δια­φο­ρά, εγ­γρά­φε­ται δια­κρι­τά πά­νω τους και ο σε­ξουα­λι­κός εαυ­τός. Οι λο­γο­τε­χνι­κές οριο­θε­τή­σεις των σω­μά­των αυ­τών συ­χνά αν­θί­στα­νται στα λο­γο­θε­τι­κά πε­δία, αλ­λά συγ­χρό­νως έστω κι ως άρ­νη­ση ει­ρω­νι­κά τα ανα­πα­ρά­γουν. Πολ­λα­πλώς στιγ­μα­τι­σμέ­να αφη­γη­μα­το­ποιού­νται και το βά­ρος του σε­ξουα­λι­κο­ποι­η­μέ­νου αλ­λό­τριου εαυ­τού επι­σύ­ρει κα­τη­γο­ρί­ες και εξη­γεί τι­μω­ρί­ες: η ετε­ρό­τη­τα προ­κα­λεί την ηθι­κή εξα­χρεί­ω­ση και εκεί­νη με τη σει­ρά της την ασθέ­νεια, επο­μέ­νως ένα σώ­μα που πά­σχει εί­ναι για­τί ενέ­δω­σε σε μια θα­να­τη­φό­ρα επι­θυ­μία. Το πα­ρεκ­κλί­νον ηθι­κά και κοι­νω­νι­κά σώ­μα και ει­δι­κά της γυ­ναί­κας ή του υπο­κει­μέ­νου που υπο­τά­χθη­κε στις απο­λαύ­σεις και τις εξαρ­τή­σεις, εί­ναι ένο­χο για το λό­γο αυ­τό και μό­νο: ανέ­τρε­ψε την κυ­ριαρ­χία του νου,[16] σαν η ατι­μω­τι­κή υπο­τα­γή του πνεύ­μα­τος στις αι­σθή­σεις να μην αναι­ρέ­θη­κε πο­τέ.[17]

Το «Σώ­μα γυ­μνό» ξε­κι­νά με ένα ψευ­δε­πί­γρα­φο ανα­δρο­μι­κό ξάφ­νια­σμα της ποι­ή­τριας:

                                Ότι θα έγρα­φα ένα ποί­η­μα Ότι
                                θα το αφιέ­ρω­να στον Αν­δρέα
                                και στον χα­ρά­κτη
                                που σε απα­θα­νά­τι­σε

Από τη μία πλευ­ρά λει­τουρ­γεί ως μία ομο­λο­γία προ­σω­πι­κής κα­τα­γρα­φής, από την άλ­λη προσ­δί­δει μια πι­κρή ει­ρω­νεία για τη δι­πλή αφιέ­ρω­ση του ποι­ή­μα­τος, κυ­ρί­ως στον υπ. Υγεί­ας, Αν­δρέα Λο­βέρ­δο, τον αυ­τουρ­γό της δί­ω­ξης των ορο­θε­τι­κών, και πα­ράλ­λη­λα στον χα­ρά­κτη, Γιώρ­γη Δή­μου. Πρό­κει­ται για μια χει­ρο­νο­μία σε δύο άντρες, που ανα­στη­λώ­νουν το θη­λυ­κό κορ­μί, αλ­λά με δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο ο κα­θέ­νας επι­τε­λώ­ντας τον ρό­λο τους ως πα­ρα­γω­γοί ει­κό­νας και ση­μα­σί­ας των σω­μά­των.[18] Μά­λι­στα στη δεύ­τε­ρη στρο­φή η ποι­η­τι­κή φω­νή, μι­μού­με­νη τις εντο­λές ενός αστυ­νό­μου τη στιγ­μή της λή­ψης φω­το­γρα­φιών του ύπο­πτου, αλ­λά και του ζω­γρά­φου που δί­νει εντο­λές στο μο­ντέ­λο, προ­βάλ­λει το γυ­ναι­κείο σώ­μα ως σε­ξουα­λι­κο­ποι­η­μέ­νο αντι­κεί­με­νο στη διά­θε­ση των αν­δρών.[19] Επο­μέ­νως εξαρ­χής τί­θε­ται το πλαί­σιο της υπο­ταγ­μέ­νης θη­λυ­κό­τη­τας στην εξου­σια­στι­κή πα­τριαρ­χία και έπει­τα ο ανα­γνώ­στης πα­ρα­κο­λου­θεί την σχο­λα­στι­κή πε­ρι­γρα­φή του έρ­γου του Δή­μου, η οποία θα μας απα­σχο­λή­σει στην συ­νέ­χεια. Το σώ­μα απο­κτά πολ­λα­πλές ση­μα­σί­ες: ξε­κι­νά από τον πα­ραλ­λη­λι­σμό του ως έρ­γου τέ­χνης (χα­ρα­κτι­κό) και αφί­σα κα­τα­ζη­τού­με­νου, με­ταλ­λάσ­σε­ται σε ξε­νι­στή και σε ιό, σε τό­πο άξε­νο και φι­λό­ξε­νο, εντο­λο­δό­χο και αλ­λό­τριο, συγ­γε­νή και οι­κείο ορ­γα­νι­σμό, κτή­ση και βί­ω­μα, ώστε να κα­τα­λή­ξει πά­λι έρ­γο τέ­χνης: ποί­η­ση αυ­τή τη φο­ρά.

Απο­κρυ­πτο­γρα­φώ­ντας τις με­τα­μορ­φώ­σεις αυ­τές, δια­κρί­νει κα­νείς τα κορ­μιά των εκ­δι­δό­με­νων γυ­ναι­κών,[20] οι οποί­ες κα­τα­διώ­κο­νται -αν και πα­ρα­δο­μέ­νες «με ση­κω­μέ­να τα χέ­ρια»- και δια­πο­μπεύ­ο­νται: «πό­σα/ σπέρ­μα­τα μέ­ταλ­λα ηδο­νής στην χο­ά­νη σου/ άδεια­σαν», «δεν το θέ­λεις το φως δεν το θέ­λεις», «μα εσύ/να φυ­λά­ξεις τα μά­τια/ μα εσύ/να κρυ­φτείς». Η πιο ρη­τή ανα­φο­ρά στις πόρ­νες βέ­βαια γί­νε­ται στην πα­ρεν­θε­τι­κή στρο­φή, όπου επι­στρέ­φει στο με­σο­πό­λε­μο όπως εύ­στο­χα έχει πα­ρα­τη­ρη­θεί,[21] σε μια από­πει­ρα ανά­δει­ξης και τεκ­μη­ρί­ω­σης της δια­χρο­νι­κό­τη­τας της υπο­τα­γής του γυ­ναι­κεί­ου σώ­μα­τος:[22]

                                (Σαν για πρώ­τη φο­ρά να σε βλέ­πει
                                κά­ποιος γυ­μνή. Ζη­τεί­τε τα βι­βλιά­ρια
                                ακού­γε­ται απ’ τον τοί­χο η κολ­λη­μέ­νη
                                επι­γρα­φή. Ενω­μέ­να τα γό­να­τα
                                το αι­δοίο να κρύ­ψεις και τα πέλ­μα­τα η βά­ση
                                του στη­μέ­νου αγάλ­μα­τος φρι­κτή επα­νά­λη­ψη)

Η δεύ­τε­ρη πα­ρεν­θε­τι­κή στρο­φή: «(Εξαρ­χής υπό κα­θε­στώς —/ η κρί­ση μού πε­ρι­σεύ­ει)», τί­θε­ται πριν τον κα­τα­λη­κτι­κό στί­χο με ανά­λο­γο σκο­πό. Η Κυρ­τζά­κη σαρ­κά­ζο­ντας τον τί­τλο του αφιε­ρώ­μα­τος στο οποίο δη­μο­σιεύ­ε­ται το ποί­η­μά της («Το γυ­ναι­κείο σώ­μα σε κα­θε­στώς κρί­σης») πα­ρα­δέ­χε­ται την εξου­σια­στι­κή υπε­ρο­χή των αρ­σε­νι­κών ανά τα χρό­νια και ομο­λο­γεί πως η υπο­ταγ­μέ­νη θη­λυ­κό­τη­τα δεν εί­ναι απόρ­ροια της κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης ή μια εξαί­ρε­ση, αλ­λά ο κα­νό­νας.

Στο ίδιο αφιέ­ρω­μα της Αυ­γής η Α. Αθα­να­σί­ου δη­μο­σιεύ­ει ένα κα­ταγ­γελ­τι­κό και καί­ριο ως προς τις πα­ρα­τη­ρή­σεις της άρ­θρο, σχε­τι­κά με το σκάν­δα­λο, στο οποίο με­τα­ξύ άλ­λων δια­πι­στώ­νει: «Μέ­σω βιο­πο­λι­τι­κών αφη­γη­μά­των και τε­χνο­λο­γιών, που πα­ρά­γουν και χει­ρα­γω­γούν ξέ­να σώ­μα­τα και επι­σφα­λείς ζω­ές, οι κά­θε λο­γής “ξέ­νοι” και “ξέ­νες” υπο­στα­σιο­ποιού­νται, απο­κη­ρύσ­σο­νται, απο­φεύ­γο­νται, ή εντο­πί­ζο­νται, πει­θαρ­χού­νται, ελέγ­χο­νται και “μπαί­νουν στη θέ­ση» τους”», ενώ ανα­δει­κνύ­ει και τη ρη­το­ρι­κή της κυ­βερ­νη­τι­κής κα­τα­σταλ­τι­κής (και προ­ε­κλο­γι­κής συ­νά­μα) εκ­στρα­τεί­ας κα­τά την οποία οι εκ­δι­δό­με­νες ορο­θε­τι­κές γυ­ναί­κες –αλ­λά όχι οι οι­κο­γε­νειάρ­χες που πλή­ρω­σαν να συ­νευ­ρε­θούν ερω­τι­κά μα­ζί τους– απο­τε­λούν κίν­δυ­νο και απει­λή τό­σο για τη δη­μό­σια υγεία, όσο και για την ελ­λη­νι­κή οι­κο­γέ­νεια.[23] Εί­ναι ευ­ρέ­ως δια­δε­δο­μέ­νη, ιδί­ως κα­τά το πα­ρελ­θόν, η προ­κα­τά­λη­ψη ότι ένας φο­ρέ­ας δια­σπεί­ρει τον ιό επί­τη­δες,[24] και επί­σης εγκαί­ρως έχει εξα­κρι­βω­θεί η στρα­τιω­τι­κή με­τα­φο­ρά της νό­σου του AIDS από την Sontag. Η Sontag στο κλα­σι­κό της βι­βλίο H νό­σος ως με­τα­φο­ρά/Το AIDS και οι με­τα­φο­ρές του συ­ζη­τά τις με­τα­φο­ρές που κα­τά και­ρούς έχουν κυ­ριαρ­χή­σει στη δη­μό­σια σφαί­ρα σχε­τι­κά με κά­ποιες ασθέ­νειες και δια­πι­στώ­νει ότι η νό­σος του AIDS απο­τε­λεί για το κοι­νω­νι­κό φα­ντα­σια­κό ει­σβο­λέα στην κοι­νό­τη­τα και η από­πει­ρα πε­ριο­ρι­σμού της χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ως μά­χη, αγώ­νας, πό­λε­μος.[25] Πε­ραι­τέ­ρω οι κα­τα­γω­γι­κές ρί­ζες αυ­τής της με­τα­φο­ράς εντο­πί­ζο­νται στην ασθέ­νεια της σύ­φι­λης, η οποία συ­σχε­τί­ζε­ται με το AIDS ως προς τον τρό­πο με­τά­δο­σής τους.[26]

Σε μία εύ­στο­χη ει­κό­να η νό­σος ει­σβάλ­λει στο ποί­η­μα σαν προει­δο­ποί­η­ση ή υπεν­θύ­μι­ση του κιν­δύ­νου του νο­σή­μα­τος της σύ­φι­λης,[27] μέ­σω των στί­χων «[…] Ζη­τεί­τε τα βι­βλιά­ρια/ ακού­γε­ται απ’ τον τοί­χο η κολ­λη­μέ­νη/ επι­γρα­φή […]», αλ­λά ο κα­τε­ξο­χήν εμ­βλη­μα­τι­κός κα­τά τη γνώ­μη μου στί­χος του ποι­ή­μα­τος, ο οποί­ος ευ­σύ­νο­πτα εν­σω­μα­τώ­νει όλη την υπό­θε­ση της δια­πό­μπευ­σης εί­ναι ο εξής: «κι η χο­ά­νη σου δη­μό­σιος κίν­δυ­νος». Η ευ­ρη­μα­τι­κή με­τω­νυ­μία του αι­δοί­ου σε χο­ά­νη με­τα­φέ­ρει μια ει­κό­να της θη­λύ­τη­τας ως δια­με­σο­λα­βή­τριας και του σώ­μα­τός της ως τό­που αντι­φα­τι­κών νοη­μα­το­δο­τή­σε­ων: δέ­κτης των κυ­ριαρ­χι­κών δυ­νά­με­ων, ση­μείο συγ­χώ­νευ­σης όλων των ετε­ρό­κλι­των κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων, που αλύ­γι­στα σαν μέ­ταλ­λα ει­σβάλ­λουν εντός της και τε­λι­κά την με­τα­τρέ­πουν ερή­μην της σε «δη­μό­σιο κίν­δυ­νο», σαν να προ­κά­λε­σε εξαρ­χής με την αδυ­να­μία και την επι­δε­κτι­κό­τη­τά της τη δί­ω­ξή της.

Η Κυρ­τζά­κη ανα­συ­γκρο­τεί ποι­η­τι­κώ τω τρό­πω το γυ­ναι­κείο σώ­μα γυ­μνό, άρα και ικα­νό να φα­νε­ρώ­σει τη φύ­ση του ως πα­λίμ­ψη­στο. Το λο­γο­τε­χνι­κό παι­χνί­δι με τις αλ­λε­πάλ­λη­λες εγ­γρα­φές του προ­κα­λεί τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή απο­δο­χή από δια­φο­ρε­τι­κά ανα­γνω­στι­κά υπο­κεί­με­να. Αξιο­ποιεί­ται το ρη­το­ρι­κό μέ­σο της έκ­φρα­σης, αφού οι με­τα­μορ­φώ­σεις του γυ­ναι­κεί­ου σώ­μα­τος έχουν ως αφε­τη­ρία την από­δο­ση του χα­ρα­κτι­κού του Γιώρ­γη Δή­μου[28] για να ανα­δει­χθεί η «ανα­το­μία» του ανα­πα­ρι­στώ­με­νου σώ­μα­τος: όρ­θιο, γυ­μνό από τη μέ­ση και κά­τω, ξε­χω­ρί­ζει η κοι­λό­τη­τα που κα­τα­λή­γουν τα μέ­λη. Η εξο­νυ­χι­στι­κή πε­ρι­γρα­φή δί­νει στην ποι­ή­τρια την ευ­και­ρία να ανα­δεί­ξει τις επα­νεγ­γρα­φές του γυ­ναι­κεί­ου σώ­μα­τος δια­χρο­νι­κά, ενώ ως επι­λο­γή η έκ­φρα­ση φα­νε­ρώ­νει τους δι­κούς της ιδιαί­τε­ρους καλ­λι­τε­χνι­κούς χει­ρι­σμούς.

Όσο η έκ­φρα­ση ως τρό­πος απο­τε­λεί για αιώ­νες το συ­να­πά­ντη­μα των αντι­μα­χό­με­νων τε­χνών (πα­ρα­στα­τι­κές τέ­χνες vs λο­γο­τε­χνία),[29] έχει δια­τυ­πω­θεί η άπο­ψη ότι συγ­χρό­νως αντι­προ­σω­πεύ­ει ένα εί­δος έμ­φυ­λης σύ­γκρι­σης, κα­τά την οποία η θη­λυ­κή πα­θη­τι­κό­τη­τα ταυ­τί­ζε­ται με την αδρά­νεια των πα­ρα­στα­τι­κών τε­χνών, ενώ η αρ­σε­νι­κή ενερ­γη­τι­κό­τη­τα αντι­στοι­χεί στην αφη­γη­μα­τι­κή δυ­να­μι­κή της λο­γο­τε­χνί­ας.[30] Μία αναμ­φί­βο­λα πα­ρω­χη­μέ­νη δια­πί­στω­ση, ωστό­σο χρή­σι­μη για ένα προ­χώ­ρη­μα βα­θύ­τε­ρο στην επι­λο­γή της Κυρ­τζά­κη. Το αδρα­νές γυ­ναι­κείο σώ­μα του χα­ρα­κτι­κού, δε­χό­με­νο την ενερ­γη­τι­κό­τη­τα του άν­δρα καλ­λι­τέ­χνη, πλη­γώ­νε­ται και συ­νά­μα κα­θο­ρί­ζε­ται από τις χα­ρα­κιές του, πά­ντως τε­λι­κά ανα­συ­γκρο­τεί­ται λο­γο­τε­χνι­κά από την θη­λυ­κή ποι­η­τι­κή φω­νή. Ο ανα­ζω­ο­γο­νη­τι­κός χει­ρι­σμός του ρη­το­ρι­κού τρό­που και το παι­χνί­δι­σμα αυ­τό με­τα­ξύ των καλ­λι­τε­χνι­κών υπο­κει­μέ­νων ανα­νε­ώ­νει τη σχε­τι­κή ελ­λη­νι­κή πα­ρά­δο­ση[31] και ανα­τρέ­πει τις εξου­σια­στι­κές σχέ­σεις ανά­με­σα στα φύ­λα.

Ας μνη­μο­νευ­θούν δει­λά και οι συ­νο­μι­λί­ες που ανα­δει­κνύ­ο­νται από αυ­τό τον διά­λο­γο των τε­χνών. Το γυ­ναι­κείο ζή­τη­μα ως πο­λι­τι­κό θέ­μα προ­ϋ­πο­θέ­τει την έξο­δο στην πό­λη, στο δη­μό­σιο χώ­ρο, κι αν η Κυρ­τζά­κη δεν το πράτ­τει στο συ­γκε­κρι­μέ­νο ποί­η­μα,[32] δεν μπο­ρού­με να πα­ρα­βλέ­ψου­με την επι­λο­γή της φί­λης της ποι­ή­τριας και συ­νο­μι­λή­τριας, Κι­κής Δη­μου­λά. Η Δη­μου­λά σε ένα από τα πιο γνω­στά της έρ­γα, το «Ση­μείο Ανα­γνω­ρί­σε­ως», με υπό­τι­τλο «άγαλ­μα γυ­ναί­κας με δε­μέ­να χέ­ρια», ανα­δει­κνύ­ει την κοι­νω­νι­κή κα­τα­πί­ε­ση στο πέ­ρα­σμα των αιώ­νων[33] συ­σχε­τί­ζο­ντας κι εκεί­νη το φυ­σι­κό γυ­ναι­κείο σώ­μα με ένα άγαλ­μα (σε άγαλ­μα ανα­φέ­ρε­ται και η Κυρ­τζά­κη: «του στη­μέ­νου αγάλ­μα­τος φρι­κτή επα­νά­λη­ψη»), όταν απευ­θύ­νε­ται σε ένα γλυ­πτό που κο­σμεί ένα πάρ­κο της πρω­τεύ­ου­σας:

                                Όλοι σε λέ­νε κα­τευ­θεί­αν άγαλ­μα,
                                εγώ σε λέω γυ­ναί­κα αμέ­σως.
                                Όχι για­τί γυ­ναί­κα σε πα­ρέ­δω­σε
                                στο μάρ­μα­ρο ο γλύ­πτης
                                κι υπό­σχο­νται οι γο­φοί σου
                                ευ­γο­νία αγαλ­μά­των,
                                κα­λή σο­δειά ακι­νη­σί­ας.
                                Για τα δε­μέ­να χέ­ρια σου, πού έχεις
                                όσους πολ­λούς αιώ­νες σε γνω­ρί­ζω,
                                σε λέω γυ­ναί­κα

                                Σε λέω γυ­ναί­κα
                                για­τ’ εί­σ’ αιχ­μά­λω­τη
[34]

Βέ­βαια, η πιο απροσ­δό­κη­τη συ­νο­μι­λία αφο­ρά το ντο­κι­μα­ντέρ Ερεί­πια της Ζ. Μαυ­ρου­δή, το οποίο απο­τε­λεί ένα χρο­νι­κό της δια­πό­μπευ­σης των ορο­θε­τι­κών γυ­ναι­κών.[35] Η σκη­νο­θέ­τις επι­λέ­γει να δεί­χνει πλά­να από γλυ­πτά που βρί­σκο­νται στο κέ­ντρο της Αθή­νας, όσο μι­λούν οι γυ­ναί­κες που στο­χο­ποι­ή­θη­καν και κα­τη­γο­ρή­θη­καν.[36] Άλ­λο­τε η «Βό­ρεια Ήπει­ρος», το άγαλ­μα του «Ση­μεί­ου Ανα­γνω­ρί­σε­ως», βαν­δα­λι­σμέ­νο ή/και ζω­γρα­φι­σμέ­νο με μαρ­κα­δό­ρους ή σπρέι στο πρό­σω­πο, άλ­λο­τε η αγέ­ρω­χη «Κυ­βέ­λη» στην Ακα­δη­μί­ας και άλ­λο­τε μια γυ­ναί­κα σε στά­ση ικε­σί­ας,[37] ανα­πλη­ρώ­νουν τις ήδη στιγ­μα­τι­σμέ­νες μορ­φές, ανα­δει­κνύ­ο­ντας ταυ­τό­χρο­να τη με­τα­μόρ­φω­ση των ηρω­ί­δων από κό­ρες σε ερεί­πια. Συ­νά­μα το γυ­ναι­κείο φύ­λο προ­βάλ­λε­ται στο ντο­κι­μα­ντέρ εντασ­σό­με­νο το­πο­γρα­φι­κά στο δη­μό­σιο χώ­ρο μεν, αλ­λά κυ­ρί­ως στο πε­ρι­θώ­ριό του, αφού τα μέ­ρη που βρί­σκο­νται τα αγάλ­μα­τα απο­τε­λούν ση­μείο συ­νά­ντη­σης το­ξι­κο­ε­ξαρ­τη­μέ­νων ατό­μων, άρα οι­κείο χώ­ρο και των πρω­τα­γω­νι­στριών της ιστο­ρί­ας.[38]

Στο ίδιο ντο­κι­μα­ντέρ η για­τρός της Μο­νά­δας Ει­δι­κών Λοι­μώ­ξε­ων του νο­σο­κο­μεί­ου «Αν­δρέ­ας Συγ­γρός» Χρ. Μπό­τση ανα­φέ­ρει: «[…] κα­νείς δεν πή­ρε μια κα­λή συ­νέ­ντευ­ξη από αυ­τά τα πλά­σμα­τα πο­τέ», επι­κρί­νο­ντας την έως τό­τε απρο­κά­λυ­πτη πα­ρα­γκώ­νι­ση από το δη­μό­σιο λό­γο των πρω­τα­γω­νι­στριών ενός σκαν­δά­λου άνευ προη­γου­μέ­νου, οι οποί­ες κα­τα­δι­κά­στη­καν ερή­μην τους όχι απλώς από τις δι­κα­στι­κές αρ­χές, αλ­λά από την κυ­βέρ­νη­ση, τα ΜΜΕ και την κοι­νω­νία. Τα «λο­γο­θε­τι­κά πε­δία» που υπα­γο­ρεύ­ουν δο­μές και συ­μπε­ρι­φο­ρές, που επι­τρέ­πουν λό­γους, αλ­λά όχι και αντι­λό­γους, έθε­σαν το πλαί­σιο του κει­μέ­νου αυ­τού. Η Κυρ­τζά­κη αι­σθάν­θη­κε εγκαί­ρως την ανά­γκη να ακου­στούν τα απο­σιω­πη­μέ­να/λο­γο­θε­τι­κά οριο­θε­τη­μέ­να σώ­μα­τα, όταν σε ένα αρ­κε­τά πρώ­ι­μο κεί­με­νό της τι­τλο­φο­ρού­με­νο «Η γλώσ­σα-σώ­μα»[39] και εμπνευ­σμέ­νο από ένα αντί­στοι­χο του συ­μπα­τριώ­τη και ομο­τέ­χνου της Γ. Χει­μω­νά, ανα­λύ­ο­ντας -ου­σιο­κρα­τι­κά αλ­λά επαρ­κώς λει­τουρ­γι­κά- τη δο­μή της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας στέ­κε­ται στη ση­μα­σία του λό­γου ως μέ­σου αντί­στα­σης. Η γλώσ­σα, όπως τα πά­ντα στην ποί­η­σή της, εί­ναι σώ­μα, «έχει κύτ­τα­ρα και ιστούς· φλέ­βες και αί­μα· βρω­μιά και ομορ­φιά· και τε­λεί συ­νε­χώς εν ασχη­μία· οφεί­λει – για να δια­σχί­ζει· […] Η γλώσ­σα-σώ­μα μας κα­λύ­πτει. Δεν την κα­λύ­πτου­με. Μας χρη­σι­μο­ποιεί. Μας δια­περ­νά. Μια γλώσ­σα-σώ­μα μέ­σα και έξω από μας».[40] Κα­τα­λή­γει η Κυρ­τζά­κη στο τέ­λος του «μα­νι­φέ­στου» της, πα­ραλ­λάσ­σο­ντας ένα σύν­θη­μα: «Τι κι αν έχε­τε την εξου­σία/ Εμείς έχου­με τη γλώσ­σα. Ποιοι εμείς; Μα φα­ντά­ζο­μαι οι τε­λού­ντες εν σιω­πή».[41]

Επι­χει­ρή­θη­κε ο σχο­λια­σμός και όχι η ερ­μη­νεία του ποι­ή­μα­τος, εφό­σον εί­ναι ένα «σώ­μα – γυ­μνό», εναρ­γές δη­λα­δή από την πρώ­τη ανά­γνω­ση· το τε­λευ­ταίο σχό­λιο αφο­ρά στην ποι­η­τι­κή πο­ρεία της ποι­ή­τριας στην οποία αφιε­ρώ­νε­ται αυ­τό το τεύ­χος. Η κρυ­πτι­κή και συ­χνά δύ­σκο­λη γρα­φή της Κυρ­τζά­κη έχει εγκα­τα­λει­φθεί πια, χω­ρίς βε­βαί­ως εκ­πτώ­σεις στην ποιό­τη­τα, ού­τε όμως στη ση­μα­σία της, κα­θώς προ­σφέ­ρει μια χο­ρεία ποι­η­μά­των, αυ­τών της ύστε­ρης πα­ρα­γω­γής με­τα­ξύ των οποί­ων και το σχο­λια­ζό­με­νο, τα οποία βρί­σκο­νται σε διαρ­κή διά­λο­γο με την κοι­νω­νία και τα γε­γο­νό­τα.[42] Η ορ­μή της νε­ό­τη­τας συ­νά­ντη­σε την ανυ­πο­χώ­ρη­τη γνώ­ση του γή­ρα­τος σε μια πα­ράλ­λη­λη δη­μιουρ­γι­κή δια­δρο­μή με την ιστο­ρία: αφε­τη­ρία της η πτώ­ση της Χού­ντας και τέρ­μα της το ορι­στι­κό τέ­λος της Με­τα­πο­λί­τευ­σης και η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση.[43] Από ει­ρω­νεία της τύ­χης άρα­γε ή ως απόρ­ροια της ωρι­μό­τη­τας ολο­κλη­ρώ­νε­ται αυ­τή η πο­ρεία κυ­κλι­κά[44] προ­σεγ­γί­ζο­ντας ως προς την πρό­θε­ση τις πρώ­τες της ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές, Οι λέ­ξεις (1973) και Ο κύ­κλος (1976), στις οποί­ες απη­χεί­ται το βί­ω­μα της ανυ­πό­φο­ρης ιστο­ρι­κής στιγ­μής της Δι­κτα­το­ρί­ας; Όπως και να ‘χει η συ­γκε­κρι­μέ­νη γρα­φή ακό­μα μία φο­ρά στη­λι­τεύ­ει, εξε­γεί­ρε­ται και πλέ­ον δι­καιώ­νει. Η Μα­ρία Κυρ­τζά­κη ενα­γω­νί­ως κα­τα­δύ­θη­κε στο λό­γο εξε­ρευ­νώ­ντας τον και ανα­λή­φθη­κε από αυ­τόν έχο­ντας βρει την προ­σω­πι­κή της φω­νή και θέ­ση στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία. Με αβρό­τη­τα, λοι­πόν, χα­ρί­ζει την «ελευ­θε­ρώ­τρια λέ­ξη» της σε σώ­μα­τα δί­χως στό­μα­τα.[45] «Τί ποί­η­μα ότι θα έγρα­φα για σέ­να, σώ­μα μου» διε­ρω­τά­ται. Αναμ­φί­βο­λα τα εν­σω­μα­τω­μέ­να στο δι­κό της σώ­μα/ποί­η­μα σώ­μα­τα αν μπο­ρού­σαν θα απο­κρί­νο­νταν δι­καιω­μέ­να: λυ­τρω­τι­κό – το γνω­ρί­ζου­με με βε­βαιό­τη­τα.



[1]Μα­ρία Κυρ­τζά­κη, «Σώ­μα — γυ­μνό», εφ. Αυ­γή της Κυ­ρια­κής (έν­θε­το «Ανα­γνώ­σεις», τχ. 500), 22 Ιου­λί­ου 2012, σ. 3.

[2] Βλ. https://​www.​pro​toth​ema.​gr/​greece/​article/​194015/​yge​iono​mikh-​bomba-​oi-​mol​ysme​nes-​me-​aids-​pornes/ , https://​www.​tovima.​gr/​2012/​05/​02/​society/​a-​lob​erdo​s-​na-​poi​niko​poii​thei-​i-​sek​soya​liki-​praksi-​xwris-​pro​fyla​ksi/ και https://​www.​pro​toth​ema.​gr/​health-​and-​life/​article/​195109/​%E2%80%9Cd​agko​to%E2%80%9D-​yper-​ths-​dhm​osio​poih​shs-​gia-​tis-​oro​thet​ikes-​ier​odoy​les/ (τε­λευ­ταία ανά­κτη­ση: 21/11/2020).

[3] http://​www.​enet.​gr/?​i=news.​el.​article&​id=385​463 (τε­λευ­ταία ανά­κτη­ση: 21/11/2020).

[4] Κ. Γ. Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου, «Η ιστο­ρι­κό­τη­τα του προ­σώ­που και η ατο­μι­κό­τη­τα της ιστο­ρί­ας. Μα­ρία Κυρ­τζά­κη, Μαύ­ρη Θά­λασ­σα, Κα­στα­νιώ­της, Αθή­να 2000», Εντευ­κτή­ριο, τμ. 14, τχ. 54, Απρί­λιος-Ιού­νιος 2001, σ. 116-117.

[5] Ε. Ση­φά­κη, «Δο­μι­σμός, με­τα­δο­μι­σμός και σπου­δές φύ­λου», Σπου­δές Φύ­λου και Λο­γο­τε­χνία, Ελ­λη­νι­κά Ακα­δη­μαϊ­κά Ηλε­κτρο­νι­κά Συγ­γράμ­μα­τα και Βοη­θή­μα­τα, Αθή­να 2015, κεφ. 5, σ. 107. Δια­θέ­σι­μο στο: http://​hdl.​handle.​net/​11419/​5726

[6] Α. Βο­για­τζό­γλου, «Η ανεύ­ρε­ση της “ελευ­θε­ρώ­τριας λέ­ξης”: Σχό­λια στην ποί­η­ση της Μα­ρί­ας Κυρ­τζά­κη Μα­ρία Κυρ­τζά­κη, Γκο­βό­στης, Αθή­να 2020, σ. 58. Το ποί­η­μα που μας εν­δια­φέ­ρει, βέ­βαια, εντάσ­σε­ται σε ένα φε­μι­νι­στι­κό πλαί­σιο, αλ­λά στο σύ­νο­λό της η γρα­φή της Κυρ­τζά­κη δεν εί­ναι «γυ­ναι­κεία». Άλ­λω­στε ο κά­πως επι­τι­μη­τι­κός αυ­τός χα­ρα­κτη­ρι­σμός έχει πλέ­ον εγκα­τα­λει­φθεί.

[7] Μ. Κυρ­τζά­κη, στη μέ­ση της ασφάλ­του. Ποι­ή­μα­τα 1973-2002, Κα­στα­νιώ­της 20052.

[8] Στο ίδιο, σ. 319.

[9] Στο πα­ρόν αφιέ­ρω­μα στη σχέ­ση πνεύ­μα­τος – σώ­μα­τος ανα­φέ­ρε­ται και ο Β. Μα­κρυ­δή­μας. Σχε­τι­κά με το θρη­σκευ­τι­κό στοι­χείο και το σκο­τά­δι ση­μειώ­νει ότι: «Στη μυ­θο­λο­γι­κή απαρ­χή του σύ­μπα­ντος, κα­τά την Κυρ­τζά­κη, ο ρό­λος του Θε­ού πε­ριο­ρί­ζε­ται σε ό,τι έχει να κά­νει με τη νύ­χτα». Βλ. εδώ Β. Μα­κρυ­δή­μας, «“…το μέ­σα που κυ­βερ­νά­ει / τις ζω­ές του κό­σμου”. Ερω­τι­κή όρα­ση και ενό­ρα­ση στη συλ­λο­γή Λι­γο­στό και να χά­νε­ται της Μα­ρί­ας Κυρ­τζά­κη».

[10] Γε­νι­κά το επι­χεί­ρη­μα αυ­τό ανα­πτύ­χθη­κε αρ­χι­κά στο κα­τα­στα­τι­κό για το θέ­μα έρ­γο, τον πρώ­το τό­μο της Ιστο­ρί­ας της σε­ξουα­λι­κό­τη­τας. Εδώ πα­ρα­πέ­μπω στο Μ. Φου­κώ, Οι μη κα­νο­νι­κοί. Πα­ρα­δό­σεις στο Κο­λέ­γιο της Γαλ­λί­ας 1974-1978, μτ­φρ. Σ. Σια­μαν­δού­ρας, Εστία 2011, σ. 614.

[11] Για μια κα­τα­το­πι­στι­κή εξέ­τα­ση του θέ­μα­τος δες την ει­σα­γω­γή της Μα­κρυ­νιώ­τη στο Δ. Μα­κρυ­νιώ­τη (επιμ., εισ.), Τα όρια του σώ­μα­τος. Διε­πι­στη­μο­νι­κές προ­σεγ­γί­σεις, Νή­σος, Αθή­να 2004, σ. 11-73: 15, 18-19.

[12] Κ. Γιαν­να­κό­που­λος, «Ιστο­ρί­ες σε­ξουα­λι­κό­τη­τας» στο Κ. Γιαν­να­κό­που­λος, Σε­ξουα­λι­κό­τη­τα. Θε­ω­ρί­ες και πο­λι­τι­κές της αν­θρω­πο­λο­γί­ας, εκδ. Αλε­ξάν­δρεια 2006, σ. 17-102: 48.

[13] Κυρ­τζά­κη, ό.π., σ. 330.

[14] Μα­κρυ­νιώ­τη, ό.π., σ. 15.

[15] Μ. Πα­πα­ρου­ση, Το σώ­μα και η δια­πραγ­μά­τευ­ση της δια­φο­ράς στη σύγ­χρο­νη ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία, Επί­κε­ντρο, Θεσ­σα­λο­νί­κη 2012, σ. 54-56, 84.

[16] E. Goffman, Στίγ­μα. Ση­μειώ­σεις για τη δια­χεί­ρι­ση της φθαρ­μέ­νης ταυ­τό­τη­τας, (εισ., μτ­φρ. Δ. Μα­κρυ­νιώ­τη), εκδ. Αλε­ξάν­δρεια 2001, σ. 39.

[17] Για μια εξέ­τα­ση των πα­ρα­πά­νω στις λο­γο­τε­χνι­κές τους εκ­δο­χές Βλ. Πα­πα­ρού­ση, ό.π., σ. 19-88.

[18] Η από­στα­ση με­τα­ξύ των δύο αν­δρών επι­τεί­νε­ται και στο τέ­λος της πρώ­της στρο­φής: «και ας εί­ναι σπου­δαί­ου αν­δρός που ζη­τά/ να σε σώ­σει — ζω­γρα­φιά αιω­νί­ως». Προ­φα­νώς η έμ­με­ση ανα­φο­ρά στον Α. Λο­βέρ­δο ως σπου­δαί­ου αν­δρός εί­ναι ει­ρω­νι­κή, εν αντι­θέ­σει με την εμ­φα­νώς κυ­ριο­λε­κτι­κή απεύ­θυν­ση στον Δή­μου.

[19] Στους τρεις τε­λευ­ταί­ους στί­χους της συ­γκε­κρι­μέ­νης στρο­φής, όμως, η φω­νή επι­στρέ­φει στη ήπια γυ­ναι­κεία συ­γκα­τά­βα­ση.

[20] Όπως ήδη ει­πώ­θη­κε, απο­δεί­χθη­καν στην πλειο­νό­τη­τά τους απλώς το­ξι­κο­ε­ξαρ­τη­μέ­νες. Η ποι­ή­τρια ίσως ανα­φέ­ρε­ται στην εκ­στρα­τεία κα­τά των εκ­δι­δό­με­νων ορο­θε­τι­κών, τις οποί­ες οι εξαγ­γε­λί­ες όσο κι αν δεν επα­λη­θεύ­θη­καν άφη­σαν το στίγ­μα τους στην κοι­νή γνώ­μη. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση οι χα­ρα­κιές στο σώ­μα εύ­κο­λα συ­σχε­τί­ζο­νται και με τη χρή­ση ου­σιών.

[21] Α. Βο­για­τζό­γλου, «Η ανεύ­ρε­ση της “ελευ­θε­ρώ­τριας λέ­ξης”: Σχό­λια στην ποί­η­ση της Μα­ρί­ας Κυρ­τζά­κη», ό.π., σ. 65.

[22] Για την ανα­πα­ρά­στα­ση της φι­γού­ρας της πόρ­νης στον με­σο­πό­λε­μο βλ. Χ. Ντου­νιά, Πέ­τρος Πι­κρός. Τα όρια και η υπέρ­βα­ση του Να­του­ρα­λι­σμού, Γα­βρι­η­λί­δης, Αθή­να 2006, σ. 43. Η με­λε­τή­τρια υπο­στη­ρί­ζει ότι η πόρ­νη στη λο­γο­τε­χνία του με­σο­πο­λέ­μου, ή του­λά­χι­στον στην μαρ­ξι­στι­κή της εκ­δο­χή, εκλαμ­βά­νε­ται ως θύ­μα της κοι­νω­νί­ας. Πα­ρα­βά­λει μά­λι­στα και το γνω­στό ποί­η­μα της Γ. Κα­ζαν­τζά­κη, «Αμαρ­τω­λό», έναν μο­νό­λο­γο μιας πόρ­νης, η οποία επί­σης βιώ­νει την αστυ­νο­μι­κή κα­τα­στο­λή. Οι σύγ­χρο­νες απο­τυ­πώ­σεις την προ­σεγ­γί­ζουν, όπως προ­α­να­φέρ­θη­κε, ως θύ­τη. Πβ. Πα­πα­ρού­ση, ό.π.

[23] Α. Αθα­να­σί­ου, «Κρί­ση και “μο­λυ­σμα­τι­κά σώ­μα­τα”», εφ. Αυ­γή της Κυ­ρια­κής (έν­θε­το «Ανα­γνώ­σεις», τχ. 500), 22 Ιου­λί­ου 2012, σ. 2. Πλέ­ον ανα­θε­ω­ρη­μέ­νο ως «Η κρί­ση ως εθνι­κό αφή­γη­μα: Κα­νο­νι­στι­κή οι­κειό­τη­τα και μο­λυ­σμα­τι­κά σώ­μα­τα» στο Η κρί­ση ως «κα­τά­στα­ση έκτα­κτης ανά­γκης». Κρι­τι­κές και αντι­στά­σεις, Σαβ­βά­λας 2012.

[24] Δ. Πα­πα­νι­κο­λά­ου, Κά­τι τρέ­χει με την οι­κο­γέ­νεια. Έθνος, πό­θος και συγ­γέ­νεια την επο­χή της κρί­σης, Πα­τά­κης 2018, σ. 206.

[25] Σ. Σό­ντακ, H νό­σος ως με­τα­φο­ρά/Το AIDS και οι με­τα­φο­ρές του, (μτ­φρ. Γ Λυ­κιαρ­δό­που­λος, Σ. Ρο­ζά­νης), Ύψι­λον 1993, σ. 103. Η Sontag στο κλα­σι­κό για το θέ­μα αυ­τό έρ­γο, α Επί­σης, κα­τά την ίδια «οι το­ξι­κο­μα­νείς που κολ­λούν την αρ­ρώ­στια επει­δή χρη­σι­μο­ποιούν κοι­νές μο­λυ­σμέ­νες βε­λό­νες θε­ω­ρού­νται ότι δια­πράτ­τουν (ή ολο­κλη­ρώ­νουν) ένα εί­δος ακού­σιας αυ­το­κτο­νί­ας», στο ίδιο, σ. 122.

[26] Στο ίδιο, σ. 110-111.

[27] Πβ. Το ποί­η­μα της Γ. Κα­ζαν­τζά­κη, «Αμαρ­τω­λό», όπου γί­νε­ται ανα­φο­ρά στην ασθέ­νεια: «Γλέ­ντια, κα­βγά­δες ως να φέ­ξει,/ αρ­ρώ­στιες, αμ­φι­θέ­α­τρο του Συγ­γρού/ κι ενέ­σεις 606». Οι ενέ­σεις 606 χρη­σί­μευαν ως θε­ρα­πευ­τι­κό μέ­σο κα­τά της σύ­φι­λης. Βλ. Ν. Σα­ρα­ντά­κος, «Η δια­πό­μπευ­ση μιας κοι­νω­νί­ας» δη­μο­σιευ­μέ­νος το ιστο­λό­γιό του, https://​sar​anta​kos.​wor​dpre​ss.​com/​2012/​05/​03/​ntropi/ (τε­λευ­ταία ανά­κτη­ση 21/11/2020).

[28] Ο Γιώρ­γης Δή­μου, του οποί­ου το χα­ρα­κτι­κό εντάσ­σε­ται στο ποί­η­μα και πα­ρι­στά­νει μια ιε­ρό­δου­λη, ήταν σπου­δαί­ος έλ­λη­νας χα­ρά­κτης από την Αί­γυ­πτο, αγω­νί­στη­κε στην Αντί­στα­ση και συ­νερ­γά­στη­κε με αρι­στε­ρά πε­ριο­δι­κά. Πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες για τη ζωή του και αν­θο­λό­γιο των έρ­γων του κυ­κλο­φό­ρη­σε από το ΜΙΕΤ με αφορ­μή την ανα­δρο­μι­κή του έκ­θε­ση: Γ. Δή­μου, Χα­ρα­κτι­κά / Σχέ­δια. Κεί­με­να / Επι­στο­λές, ΜΙΕΤ 2004.

[29] Σχε­τι­κά βλ. το άρ­θρο της Μ. Αθα­να­σο­πού­λου, «Τί εί­ναι η “έκ­φρα­ση”;», στην ιστο­σε­λί­δα του πο­λυ­με­σι­κού οδη­γού για τη λο­γο­τε­χνία και την ανά­γνω­ση Σε­λι­δο­δεί­κτες, https://​sel​idod​eikt​es.​greek-​lan​guag​e.​gr/​lemmas/​1172/​1110 (τε­λευ­ταία ανά­κτη­ση 21/11/2020). Εκεί ανα­φέ­ρε­ται: «Πα­ρά τους πε­ριο­ρι­σμούς που υφί­στα­νται η ζω­γρα­φι­κή και η γλυ­πτι­κή ως τέ­χνες του «φυ­σι­κού ση­μεί­ου» κα­τά την ανα­πα­ρά­στα­ση του πό­νου ή της φρί­κης, η λο­γο­τε­χνία αμιλ­λά­ται τις τέ­χνες αυ­τές, επι­διώ­κο­ντας να πα­ρα­γά­γει, με τα συμ­βα­τι­κά της μέ­σα, μια πα­ρό­μοια ψευ­δαί­σθη­ση οπτι­κής αμε­σό­τη­τας». Η υπο­γράμ­μι­ση δι­κή μου.

[30] Βλ. W. J. T. Mitchell, Iconology. Image, Text, Ideology, University of Chicago Press, Σι­κά­γo 1986, σ. 110. Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά στην ερ­μη­νεία αυ­τή με αφορ­μή το ίδιο πα­ρα­δο­σια­κό σχή­μα, στην ανα­μέ­τρη­ση ποί­η­σης – ει­κό­νας, η πρώ­τη ση­μα­το­δο­τεί το χρό­νο, την κί­νη­ση, τη δρά­ση, ενώ η δεύ­τε­ρη το χώ­ρο και τη στα­τι­κό­τη­τα, βλ. Mitchell, στο ίδιο, σ. 48. Εκ­με­ταλ­λευό­με­νη, λοι­πόν, μια στα­τι­κή ει­κό­να η ποι­ή­τρια ανα­δει­κνύ­ει δια­χρο­νι­κά τις αδιά­κο­πες με­τα­γρα­φές της γυ­ναι­κεί­ας φύ­σης.

[31] Στους Σε­λι­δο­δεί­κτες πά­λι η Μ. Αθα­να­σο­πού­λου κά­νει μια σύ­ντο­μη ανα­δρο­μή στην αξιο­ποί­η­ση της έκ­φρα­σης από νε­ο­έλ­λη­νες λο­γο­τέ­χνες, έτσι σε μια συ­γκρι­τι­κή ανά­γνω­ση με το πα­ρόν κεί­με­νο δια­φαί­νε­ται η πρω­το­τυ­πία της Κυρ­τζά­κη. Βλ. «Ut pictura poesis: στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία και ποί­η­ση (19ος-αρ­χές 20ού αιώ­να)» στο https://​sel​idod​eikt​es.​greek-​lan​guag​e.​gr/​lemmas/​1174/​1110 (τε­λευ­ταία ανά­κτη­ση 21/11/2020). Επί­σης, οι πολ­λα­πλές όψεις της σχέ­σης της λο­γο­τε­χνί­ας με τη γλυ­πτι­κή διε­ρευ­νώ­νται στη με­λέ­τη της L. Giannakopoulou, The power of Pygmalion. Ancient Greek Sculpture in Modern Greek Poetry, 1860-1960, Peter Lang, Oξ­φόρ­δη 2007. Η ίδια με­λε­τή­τρια αξιο­ποιεί δη­μιουρ­γι­κά και εντός δια­φο­ρε­τι­κού ιστο­ρι­κού πλαι­σί­ου την αντί­στι­ξη αρ­σε­νι­κού-θη­λυ­κού/λο­γο­τε­χνί­ας-ει­κό­νας σε μια εύ­στο­χη ερ­μη­νευ­τι­κή από­πει­ρα του ποι­ή­μα­τος «Ζω­φό­ρος» του Α. Σι­κε­λια­νού, βλ. The power of Pygmalion..., σσ. 202-219.

[32] Ση­μα­ντι­κή εί­ναι η αντί­θε­ση ιδιω­τι­κό–δη­μό­σιο στο τρί­στι­χο: «Χα­ρα­κιές η ζωή σου και το σώ­μα σου/ ξύ­λο σε ιδιω­τι­κή συλ­λο­γή/ κι η χο­ά­νη σου δη­μό­σιος κίν­δυ­νος». Εδώ η Κυρ­τζά­κη ανα­φέ­ρε­ται, κα­τά τη γνώ­μη μου, στην εντός και εκτός οι­κί­ας βία εις βά­ρος των γυ­ναι­κών. Προ­σω­πι­κά «το ξύ­λο σε ιδιω­τι­κή συλ­λο­γή» μου προ­κα­λεί ει­κό­νες σχε­τι­ζό­με­νες με εν­δο­οι­κο­γε­νεια­κή βία.

[33] Δ. Πα­πα­στά­θη, Κι­κή Δη­μου­λά «αχθο­φό­ρος με­λαγ­χο­λί­ας». Ποί­η­ση και Ποι­η­τι­κή του Πέν­θους, Gutenberg, Αθή­να 2018, σ. 378-379.

[34] Το ποί­η­μα «Ση­μείο Ανα­γνω­ρί­σε­ως» πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στην ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή Το λί­γο του κό­σμου (1971). Κι­κή Δη­μου­λά, Ποι­ή­μα­τα, Ίκα­ρος 2009, σ. 151-152. Το ανα­φε­ρό­με­νο άγαλ­μα εί­ναι «Η Βό­ρειος Ήπει­ρος» (1951) του Κων­στα­ντί­νου Σε­φερ­λή που βρί­σκε­ται στην Πλα­τεία Το­σί­τσα της Αθή­νας, στο πάρ­κο με­τα­ξύ Πο­λυ­τε­χνεί­ου και Εθνι­κού Αρ­χαιο­λο­γι­κού Μου­σεί­ου, όπως ανα­φέ­ρει η Πα­πα­στά­θη, ό.π., σ. 378.

[35] Ζωή Μαυ­ρου­δή, Ερεί­πια (Ruins) – Ορο­θε­τι­κές γυ­ναί­κες. Το χρο­νι­κό μιας δια­πό­μπευ­σης, 2013. Δια­θέ­σι­μο στο https://​ruins-​doc​umen​tary.​com/ (τε­λευ­ταία ανά­κτη­ση 21/11/2020).

[36] Θα ήθε­λα εδώ να ευ­χα­ρι­στή­σω την σκη­νο­θέ­τι­δα του ντο­κι­μα­ντέρ, η οποία πρό­θυ­μα απά­ντη­σε σε ερώ­τη­σή μου όσον αφο­ρά την επι­λο­γή των αγαλ­μά­των. Σε μία σύ­ντο­μη δια­δι­κτυα­κή συ­νο­μι­λία μοι­ρά­στη­κε τις σκέ­ψεις της και με βο­ή­θη­σε να εντο­πί­σω τα γλυ­πτά. Ει­δι­κό­τε­ρα θε­ω­ρεί ότι: «η ανα­πα­ρά­στα­ση μέ­σω αγαλ­μά­των ή και χα­ρα­κτι­κών υπο­δη­λώ­νει την αν­θρώ­πι­νη πα­ρου­σία χω­ρίς να την ευ­τε­λί­ζει, όπως έκα­ναν για πα­ρά­δειγ­μα κά­ποιες φι­γού­ρες φλε­γό­με­νων σω­μά­των σε τη­λε­ο­πτι­κά ρε­πορ­τάζ».

[37] Τα αγάλ­μα­τα που κι­νη­μα­το­γρα­φού­νται εί­ναι: το πρώ­το η «Βό­ρεια Ήπει­ρος», το οποίο ανα­φέ­ρε­ται και στο ποί­η­μα της Δη­μου­λά, βλ. πιο πά­νω, αλ­λά πλέ­ον έχει αφαι­ρε­θεί, το δεύ­τε­ρο η «Κυ­βέ­λη» φι­λο­τε­χνη­μέ­νη από τη Ν. Με­λά και βρί­σκε­ται στον πε­ρί­βο­λο του Πνευ­μα­τι­κού Κέ­ντρου Δή­μου Αθη­ναί­ων στην οδό Ακα­δη­μί­ας και το τρί­το άγαλ­μα γυ­ναί­κας δεν κα­τά­φε­ρα να το ταυ­το­ποι­ή­σω, πά­ντως βρί­σκε­ται στη συμ­βο­λή της Λ. Βα­σι­λίσ­σης Αμα­λί­ας και Λ. Βα­σι­λίσ­σης Όλ­γας απέ­να­ντι από το άγαλ­μα του Λόρ­δου Βύ­ρω­να.

[38] Η Μ. Κα­ρα­βα­ντά σε μια πα­ράλ­λη­λη ανά­γνω­ση του ντο­κι­μα­ντέρ και του γε­γο­νό­τος της δια­πό­μπευ­σης χρη­σι­μο­ποιεί την πα­ρο­μοί­ω­ση των ορο­θε­τι­κών σω­μά­των ως κό­ρες, στην οποία κοι­νός όρος εί­ναι η σιω­πή, η οποία πε­ρι­βάλ­λει και τα δύο σώ­μα­τα ως ανα­πα­ρι­στώ­με­να, αλ­λά συγ­χρό­νως και εξαι­ρε­μέ­να στη σύγ­χρο­νη δη­μο­κρα­τία. Βλ. Μ. Karavanta, «The Illegal Human: Democracy In-Surgent», Journal of Contemporary Thought, 39, Summer 2014, σ. 175-196. Σε μια μελ­λο­ντι­κή ερ­γα­σία θα συ­νε­χί­ζω τη συ­ζή­τη­ση και σε διά­λο­γο με αυ­τό το άρ­θρο.

[39] Μ. Κυρ­τζά­κη, «Η γώσ­σα-σώ­μα», Χάρ­της, τχ. 2, Σε­πτέμ­βριος 1982, σ. 139-140. Σε αυ­τό το ση­μείο να ανα­φέ­ρω ότι εί­ναι η τρί­τη φο­ρά , του­λά­χι­στον σε αυ­τό το ση­μεί­ω­μα, που η Κυρ­τζά­κη επι­λέ­γει το σώ­μα ως μέ­ρος τί­τλου και προσ­διο­ρι­σμό, «Σώ­μα ­— γυ­μνό», «Σκο­τά­δι Σώ­μα», «Η γώσ­σα-σώ­μα».

[40] Κυρ­τζά­κη, Στο ίδιο, σ. 139. Το κεί­με­νο του Γ. Χει­μω­νά, όπως ομο­λο­γεί η ίδια σε ση­μεί­ω­ση του άρ­θρου της εί­ναι το «Η Γλώσ­σα, ως μη-αν­θρώ­πι­νη ομι­λία», Πρα­κτι­κά Α΄ Συ­μπο­σί­ου Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Ποί­η­σης, (επιμ. Σ. Σκαρ­τσής), τμ. β΄ , Γνώ­ση 1983, σ. 117-121.

[41] Στο ίδιο, σ. 140.

[42] Βο­για­τζό­γλου, «Η ανεύ­ρε­ση…», ό.π., σ. 59-73.

[43] Βλ. τη συ­ζή­τη­ση για το ζή­τη­μα της οριο­θέ­τη­σης της Με­τα­πο­λί­τευ­σης στο Β. Κα­ρα­μα­νω­λά­κης, Ι. Πα­πα­θα­να­σί­ου (επιμ.), Με­τα­πο­λί­τευ­ση, σα­ρά­ντα χρό­νια με­τά, Η ΑΥ­ΓΗ-ΑΣΚΙ, χ.χ. χ.τ., σ. 11-16.

[44] Όσον αφο­ρά την κυ­κλι­κό­τη­τα της πο­ρεί­ας της Κυρ­τζά­κη, αξιο­ση­μεί­ω­το εί­ναι το γε­γο­νός ότι τα πρώ­τα της ποι­ή­μα­τα τα υπέ­γρα­φε ως «Μα­ρία Κα­ρέ­νιν», ενώ το τε­λευ­ταίο δη­μο­σιευ­μέ­νο της ποί­η­μα το 2015 εί­χε τον τί­τλο «Κα­ρέ­νι­να», βλ. Βο­για­τζό­γλου, «Η ανεύ­ρε­ση…», ό.π., σ. 72-73.

[45] Η φρά­ση «ελευ­θε­ρώ­τρια λέ­ξη» προ­έρ­χε­ται από τη ρή­ση του Βιτ­γκε­στάιν: «Το θέ­μα έχει ως εξής: Όλα όσα κά­νου­με απο­σκο­πούν στην ανεύ­ρε­ση της ελευ­θε­ρώ­τριας λέ­ξης», με την οποία ρή­ση η ποι­ή­τρια έκλει­σε μία ομι­λία της το 2011.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: