Ένας ξαφνικός αποχαιρετισμός

Ένας ξαφνικός αποχαιρετισμός

Το ποίημα είναι η μαγιά του σύμπαντος κόσμου

Ένας ξαφνικός αποχαιρετισμός

Ο «Χάρτης» αποχαιρετά έναν φίλο και συνεργάτη, τον ποιητή και σκηνοθέτη Λευτέρη Ξανθόπουλο δημοσιεύοντας ένα ποίημα και ανέκδοτες «Ιστορίες του κυρίου Νί» που είχε ετοιμάσει για προσεχή τεύχη.

Γέρων στρατηλάτης προ του τέλους

Ι

Και πώς κουρ­σεύ­ε­ται μια πό­λη; Με ποιόν και­ρό και από ποια με­ριά; Από ανα­το­λή; Από τη δύ­ση; Από τα υψώ­μα­τα στον Άγιο Σί­λα η από τα πε­δι­να στο Κα­ρά­ορ­μαν; Μέ­ρα ή νύ­χτα; Χει­μώ­να ή κα­λο­καί­ρι;

Μπαί­νεις με τη σιω­πή ή βά­ζεις τα αλο­γα να φρου­μά­ζουν και να χτυ­πούν τις οπλές τους στο χώ­μα ση­κώ­νο­ντας σύν­νε­φο σκό­νη έξω από τα τεί­χη;

Τι πε­ρι­μέ­νεις από την πό­λη και ποιό το κούρ­σο;
Πλού­τη; Χω­ρά­φια; Γεν­νή­μα­τα; Ασή­μι και χρυ­σό;
Κα­μα­τε­ρά; Ψυ­χές;

Θυ­σιά­ζεις αιχ­μα­λώ­τους πριν την κουρ­σέ­ψεις; Κρε­μάς τους αντρες στη φούρ­κα και τα­πει­νώ­νεις γυ­ναί­κες και παι­διά; Σέρ­νεις δε­μέ­νους στον τρο­χό και στο πα­ζά­ρι;

ΙΙ

Με­τά θα φύ­γεις πά­λι. Θ᾽α­φή­σεις μέ­σα στις σπη­λιές τούς λί­γους που δεν πρό­λα­βες να κό­ψεις; Θα τους αφή­σεις να γεν­νο­βο­λούν και ν ᾽α­βγα­τί­ζουν ως τόν επό­με­νο κα­τα­κτη­τή ή θα τους ξε­τρυ­πώ­σεις να τους πε­ρά­σεις και αυ­τούς μα­χαί­ρι ίσα­με τον τε­λευ­ταίο;

Τα­ξι­δεύ­ο­ντας με­ρό­νυ­χτα μέ­σα στο βα­ρύ χει­μώ­να βδο­μά­δες και μή­νες με τις άγριες φυ­λές των βαρ­βά­ρων από το βορ­ρά να απο­δε­κα­τί­ζουν το στρα­τό σου

η άλ­λη πο­λι­τεία που σε πε­ρι­μέ­νει θα έχει άρα­γες πλού­τη γκα­μή­λες χρυ­σά­φι ζω­ντα­νά με­τα­ξω­τά μπα­χά­ρια και μυ­ρω­δι­κά; Ή μή­πως θα 'βρεις σκόρ­πια χα­μό­σπι­τα με πλί­θρες και τα­πει­νές κα­λύ­βες με άχυ­ρο και φύ­κια ση­κω­μέ­νες σε ξύ­λι­νους πασ­σά­λους μέ­σα στο νε­ρό;

Έλα λοι­πόν για πες μου τώ­ρα τι θα κά­νεις με μια χού­φτα κου­ρε­λή­δες για στρα­τιώ­τες σου που ξε­πα­γιά­ζου­νε στο κρύο και σε ακο­λου­θά­νε βου­λιά­ζο­ντας έως το γό­να­το μέ­σα στη λά­σπη με κλει­σμέ­νο τον και­ρό από πα­ντού στα κα­πνο­τό­πια στο Ντρα­νί­τσι και πιο πέ­ρα ακό­μη στα σκο­τει­νά τε­νά­γη των Φι­λίπ­πων;

[ Γράφτηκε στις 15.9.2014 και κυκλοφόρησε σε δίφυλο εκτός εμπορίου τον Δεκέμβριο του 2019 σε 123 αντίτυπα (15 X 21 εκ.) αριθμημένα με το χέρι και υπογεγραμμένα από τον ποιητή σε χαρτί Fabriano Ιταλίας 160 γραμμ. με τη φίρμα Tartaruga ]

O Λ.Ξ από την Molli Hiesinger
O Λ.Ξ από την Molli Hiesinger

Ο Λευ­τέ­ρης Ξαν­θό­που­λος γεν­νή­θη­κε το 1945 στην Αθή­να. Σπού­δα­σε νο­μι­κά στο Πα­νε­πι­στή­μιο Αθη­νών, χω­ρίς να δώ­σει πτυ­χια­κές εξε­τά­σεις, και κι­νη­μα­το­γρά­φο στο Λον­δί­νο. Δη­μο­σί­ευ­σε επτά ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές  κα­θώς και τη συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Γά­τες αλ­λού ( 2011). Σκη­νο­θέ­τη­σε τις ται­νί­ες με­γά­λου μή­κους, τις τη­λε­ται­νί­ες και τα ντο­κι­μα­ντέρ. Συμ­με­τεί­χε με κεί­με­νά του σε συλ­λο­γι­κές εκ­δό­σεις, με πιο πρό­σφα­τα τα βι­βλία Οι τέσ­σε­ρις επο­χές του Νί­κου Κούν­δου­ρου (μα­ζί με τον Λά­κη Πα­πα­στά­θη και τον Δη­μή­τρη Φύσ­σα, εκδ. Γα­βρι­η­λί­δης 2014) και Κα­μύ: Η ευ­τυ­χία και το πα­ρά­λο­γο αχώ­ρι­στα παι­διά της ίδιας γης (με τον Νί­κο Μπα­κου­νά­κη και τη Φω­τει­νή Τσα­λί­κο­γλου, εκδ. Κα­στα­νιώ­τη 2014). Κρι­τι­κές του για θέ­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας δη­μο­σιεύ­τη­καν στην εφ. Τα Νέα, στο περ. Εντευ­κτή­ριο, στα ηλε­κτρο­νι­κά πε­ριο­δι­κά Ο ανα­γνώ­στης, Χάρ­της κ.ά.

Λευτέρης Ξανθόπουλος: Επτά Ιστορίες του κυρίου Νί

Ο κύ­ριος Νί

——————————————————

Ο σα­λί­γκα­ρος

——————————————————

Η Μα­ρού­σκα

——————————————————

Απο­νιά

——————————————————

Στην εξο­χή

——————————————————

Ο λύ­κος

——————————————————

Από άμ­βω­νος

——————————————————

Ένας ξαφνικός αποχαιρετισμός

Δέκα σημεία για τον «Γέροντα στρατηλάτη» Λ. Ξ.

1.

Σε μια επο­χή που πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται οι Κων­στα­ντί­νοι, οι Ευ­φρο­σύ­νες, οι Βα­σί­λειοι, οι Πη­νε­λό­πες, οι Αι­κα­τε­ρί­νες, οι Δη­μή­τριοι, οι Ιω­άν­νη­δες, οι Ευάγ­γε­λοι, οι Πα­να­γιώ­τες και δε συμ­μα­ζεύ­ε­ται, ο εκλι­πών επέ­με­νε στο «Λευ­τέ­ρης» και δε γού­στα­ρε ού­τε με σφαί­ρες το «Ελευ­θέ­ριος». Έτσι γι­νό­ταν από­λυ­τα πι­στευ­τό ότι το πο­λυ­το­νι­κό του εί­χε πράγ­μα­τι να κά­νει με συ­ναι­σθή­μα­τα, πα­ρελ­θό­ντα, κε­κτη­μέ­νες τα­χύ­τη­τες κλπ και όχι με τα συ­νή­θη αί­τια του ελι­τι­σμού, της αυ­το­προ­βο­λής, της δή­θεν ει­κα­στι­κής ομορ­φιάς κλπ. Λευ­τέ­ρης λοι­πόν, σε στα­θε­ρή επα­φή με το στοι­χείο του λαϊ­κού πο­λι­τι­σμού.

2.

Ποι­η­τής, κρι­τι­κός κι­νη­μα­το­γρά­φου, πε­ζο­γρά­φος, σε­να­ριο­γρά­φος, ανα­δι­φη­τής αρ­χεί­ων, δο­κι­μιο­γρά­φος, επι­με­λη­τής εκ­δό­σε­ων (editor), σκη­νο­θέ­της φι­ξιόν, ντο­κι­μα­ντε­ρί­στας, δο­κι­μιο­γρά­φος, πα­ρου­σια­στής βι­βλί­ων, αρ­θρο­γρά­φος κυ­ρί­ως σε λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, δά­σκα­λος ποι­κί­λων καλ­λι­τε­χνι­κών μα­θη­μά­των και δεν ξέ­ρω και γω τι άλ­λο.

3.

Στις ται­νί­ες και τα βι­βλία που έγρα­ψε ή επι­με­λή­θη­κε, ασχο­λή­θη­κε με τα πιο ετε­ρό­κλη­τα αντι­κεί­με­να: Θο­δω­ρής Καλ­λι­φα­τί­δης γά­τες, (ανο­λο­κλή­ρω­τη τρι­λο­γία), Χρή­στος Κα­πρά­λος, Αλέ­κος Ξέ­νος, πα­ρα­δο­σια­κή τυ­πο­γρα­φία (Αι­μί­λιος Καλ­λια­κά­τσος), πο­λι­τι­κοί πρό­σφυ­γες, Μι­χά­λης Κα­τσα­ρός, Κα­ρα­γκιό­ζης (δις), Νί­κος Κούν­δου­ρος, Μίλ­τος Σα­χτού­ρης (δις), ερ­γά­τες στη Γερ­μα­νία (δις), Μα­νό­λης Τρια­ντα­φυλ­λί­δης, Θό­δω­ρος Αγ­γε­λό­που­λος, Κα­βά­λα (η πό­λη της κα­τα­γω­γής του), Αλέ­ξης Παν­σέ­λη­νος, Κ.Π. Κα­βά­φης, Φρί­ντα Λιάπ­πα, αθη­ναϊ­κοί τό­ποι (Κο­λω­νός, Τουρ­κο­βού­νια), Αντρέι Γκο­ρέν­κο, Νί­κος Εγ­γο­νό­που­λος, Παύ­λος Ζάν­νας (δις), Μά­νος Ζα­χα­ρί­ας, Πα­ντε­λής Βούλ­γα­ρης, Η. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος, Αλ­μπέρ Κα­μύ, να­ζι­στι­κά στρα­τό­πε­δα συ­γκέ­ντρω­σης (το βι­βλίο για τις πε­ρι­πέ­τειες της μά­νας του βα­σι­κού του εκ­δό­τη τα τε­λευ­ταία χρό­νια, του Σά­μη Γα­βρι­η­λί­δη – πά­ει κι αυ­τός πρό­σφα­τα), πώς γυ­ρί­ζε­ται μια ται­νία, καρ­να­βά­λι, Νί­κος Κα­ζαν­τζά­κης, αρ­χείο Γε­ωρ­γί­ου Πα­πα­νι­κο­λά­ου (ημι­τε­λής δου­λειά) και πολ­λά άλ­λα. Δύ­σκο­λα μπο­ρεί να σκε­φτεί κα­νείς πα­ρα­γω­γι­κό­τε­ρο πο­λυ­καλ­λι­τέ­χνη, που ταυ­τό­χρο­να σχε­δόν κα­μιά Τέ­χνη (σκε­φτεί­τε τις ιδιό­τη­τες των ανα­φε­ρό­με­νων προ­σώ­πων) δεν άφη­σε πα­ρα­πο­νε­μέ­νη ως αντι­κεί­με­νο.

4.

Οι τί­τλοι ει­δι­κά των λο­γο­τε­χνι­κών του βι­βλί­ων εί­ναι με επι­λο­γή του ποι­η­τι­κό­τα­τοι: «Πε­ρι­πέ­τειες πλα­νό­διου σω­μα­το­φύ­λα­κα ονεί­ρων», «Σή­κω­σε το κε­φά­λι σου πα­τέ­ρα», «Η ορ­μή του νε­ρού και των υδά­των», «Άγ­γε­λος των πρώ­των ημε­ρών», «Για­τί οι γυ­ναί­κες δεν αγα­πούν τη βρο­χή» κλπ.

5.

Ήταν ακό­μα ένας που σπού­δα­σε Νο­μι­κά, μα δεν τέ­λειω­σε. Τα πα­ρά­τη­σε στο πτυ­χίο και την κο­πά­νη­σε για το Λον­δί­νο, όπου σπού­δα­σε –τι άλ­λο;– σι­νε­μά. Για­τί; Για­τί σα φοι­τη­τής στην Αθή­να του ΄60 ασχο­λιό­τα­νε ήδη πο­λύ με τον κι­νη­μα­το­γρά­φο και εί­χε ήδη ρί­ξει τη βάρ­κα του στα βρά­χια. Όταν, με με­σο­λα­βη­τή τον υπέ­ρο­χο κοι­νό μας φί­λο Τά­κη Μπα­στέα, πή­γα και τον βρή­κα στα κα­τσά­βα­ρα­χα του Πο­λυ­γώ­νου όπου ζού­σε, τό­τε που έγρα­φα τα «Σι­νε­μά της Αθή­νας 1896-2013», με βό­η­θη­σε πά­ρα πο­λύ. Ανά­με­σα στ΄ άλ­λα, εί­χε και μια πλή­ρη συλ­λο­γή προ­γραμ­μά­των από τις προ­βο­λές που έκα­νε πριν τη χού­ντα η ΦΚΛΑ («Φοι­τη­τι­κή Κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή Λέ­σχη Αθή­νας») Κυ­ρια­κές πρωί στην «Ίρι­δα», Ακα­δη­μί­ας και Ιπ­πο­κρά­τους. Το λήμ­μα ει­δι­κά για το σι­νε­μά αυ­τό θα ήταν κα­τά πο­λύ φτω­χό­τε­ρο δί­χως τη δι­κή του συμ­βο­λή. Γι’ αυ­τό και ο Λευ­τέ­ρης βρί­σκε­ται στην αφιέ­ρω­ση του βι­βλί­ου μου.

6.

Πα­ρά τη δια­φο­ρά ηλι­κί­ας (11 χρό­νια, ήταν δη­λα­δή στην αμέ­σως προη­γού­με­νη γε­νιά από μέ­να), κολ­λή­σα­με: κα­φέ­δες στο «Πα­νελ­λή­νιον», βι­βλια­νταλ­λα­γές και αμοι­βαί­ες βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις, συ­νε­ντεύ­ξεις του στην τό­τε εκ­πο­μπή μου στον «Αθή­να 9,84», εκ­μυ­στη­ρεύ­σεις, επι­σκέ­ψεις οί­κοι (το νέο του σπί­τι στα Βρι­λήσ­σια, τί­γκα στο βι­βλίο πα­ντού) και μια συγ­γρα­φι­κή συ­νερ­γα­σία στο βι­βλίο του για τον Κούν­δου­ρο.

7.

Δευ­τέ­ρα, τη­λε­φώ­νη­μα: «Ελα, ρε Μή­τσο. Σ΄ενη­με­ρώ­νω ότι θα μπω για εγ­χεί­ρη­ση. Πρό­βλη­μα αορ­τής, άρα εγ­χεί­ρι­ση καρ­διάς. Οι εξε­τά­σεις κα­λές, το ίδιο και οι προ­ο­πτι­κές». Τε­τάρ­τη, τη­λε­φώ­νη­μα: «Σ΄ενη­με­ρώ­νω ότι μπαί­νω νο­σο­κο­μείο. Πα­ρα­σκευή το χει­ρουρ­γείο. Ακο­λου­θούν μια-δυο μέ­ρες εντα­τι­κή. Από Δευ­τέ­ρα σε κα­νο­νι­κό θά­λα­μο. Μια χα­ρά θα πάω, ρε Μή­τσο, θα τα πού­με». Δεν τα κα­τά­φε­ρε, πέ­θα­νε στο χει­ρουρ­γείο και Δευ­τέ­ρα έγι­νε η κη­δεία, που εί­χε κα­νο­νί­σει να εί­ναι πο­λι­τι­κή.

8•

Απλός και κα­λός άν­θρω­πος, δί­χως κα­μιά έπαρ­ση (πα­ρά το τρο­με­ρό του δη­μιουρ­γι­κό –άσε το σω­μα­τι­κό– εκτό­πι­σμα), ίντρι­γκες, συ­ναλ­λα­γές και τα σχε­τι­κά (σε καλ­λι­τε­χνι­κά σι­νά­φια όπου κα­τά κα­νό­να συμ­βαί­νουν τ’ αντί­θε­τα), ευ­γε­νι­κός, προ­ση­νής και με χιού­μορ, ήταν ένα εί­δος αναρ­χί­ζο­ντος μο­να­χι­κού δη­μιουρ­γού εκτός πά­σης ομά­δας / τά­σης / πα­ρά­τα­ξης, μια ομά­δα μό­νος του, γι­νό­τα­νε χα­λί να τον πα­τή­σου­νε οι φί­λοι του και βό­η­θα­γε με ανι­διο­τέ­λεια τους πά­ντες. Γι’ αυ­τό και τώ­ρα θρη­νή­θη­κε αλη­θι­νά και όχι τυ­πι­κά, και πά­ντως όχι στη βά­ση τού «οι τε­θνε­ώ­τες δε­δι­καί­ω­νται». Και θα θρη­νη­θεί πο­λύ ακό­μα, δε χω­νεύ­ε­ται εύ­κο­λα ο θά­να­τός του.

9.

Ελ­πί­ζω ότι συγ­γρα­φι­κά και κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά αφιε­ρώ­μα­τα θ΄ ακο­λου­θή­σουν, με­τά από συ­ντο­νι­σμό της Εται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων και της Εται­ρεί­ας Ελ­λή­νων Σκη­νο­θε­τών, ώστε να φα­νεί όλο το πλά­τος της δη­μιουρ­γι­κής του προ­σω­πι­κό­τη­τας.

10•

Πέ­ρα από όσα βι­βλία του κυ­κλο­φο­ρού­σαν κα­νο­νι­κά, ο Λευ­τέ­ρης δια­τη­ρού­σε την πα­λιά συγ­γρα­φι­κή συ­νή­θεια να τυ­πώ­νει μο­νό­φυλ­λες ή δί­φυλ­λες βι­νιέ­τες, σε 100 για πα­ρά­δειγ­μα αντί­τυ­πα εκτός εμπο­ρί­ου, να τις αριθ­μί­ζει και να τις χα­ρί­ζει σε φί­λους/ες του, χέ­ρι με χέ­ρι ή στέλ­νο­ντάς τες τα­χυ­δρο­μι­κά. Η τε­λευ­ταία πού εί­χε έρ­θει στα χέ­ρια μου, μό­λις πέρ­σι αν δεν κά­νω λά­θος, πε­ριέ­χει ένα πε­ζό ποί­η­μα με την αφιέ­ρω­ση «στη Λί­να» και τον δυ­σοί­ω­νο, όπως απο­δεί­χτη­κε, τί­τλο. Από το ποί­η­μα αυ­τό ξε­ση­κώ­νω τον τε­λευ­ταίο στί­χο – στρο­φή.

«ΓΕ­ΡΩΝ ΣΤΡΑ­ΤΗ­ΛΑ­ΤΗΣ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕ­ΛΟΥΣ»:
… Έλα λοι­πόν για πες μου τώ­ρα τι θα κά­νεις με μια χού­φτα κου­ρε­λή­δες για στρα­τιώ­τες σου που ξε­πα­γιά­ζου­νε στο κρύο και σε ακο­λου­θά­νε βου­λιά­ζο­ντας ώς το γό­να­το μέ­σα στη λά­σπη με κλει­σμέ­νο τον και­ρό από πα­ντού στα κα­πνο­τό­πια στο Νταρ­νί­τσι και πιο πέ­ρα μα­κρά στα τε­νά­γη των Φι­λίπ­πων;

——————————————————————————————


Λευτέρης Ξανθόπουλος: Έξι [αδημοσίευτες] Ιστορίες του κυρίου Νί

Ο πλα­νό­διος

Κα­λο­καί­ρι, με­ση­μέ­ρι, βρά­ζει ο τό­πος. Περ­νά­ει από μπρο­στά του με τρε­λή τα­χύ­τη­τα ανοι­χτό Ντά­τσουν. Ο κύ­ριος Νί προ­λα­βαί­νει να δια­βά­σει με­γά­λη επι­γρα­φή επά­νω στην κα­ρό­τσα:

ΕΙ­ΝΑΙ ΓΛΥ­ΚΑ ΕΙ­ΝΑΙ ΜΕ­ΛΙ
ΤΑ ΚΑΡ­ΠΟΥ­ΖΙΑ ΤΟΥ ΒΑΓ­ΓΕ­ΛΗ

Σε σα­μα­ρά­κι λί­γο πιο κά­τω, χτυ­πά­νε οι ρό­δες, χο­ρο­πη­δά­ει το αυ­το­κί­νη­το, πέ­φτει και σκά­ει καρ­πού­ζι τε­ρα­στί­ων δια­στά­σε­ων στο οδό­στρω­μα. Η κόκ­κι­νη ψί­χα απλώ­νε­ται στην άσφαλ­το. Κοκ­κι­νί­ζει ο δρό­μος, πα­ντού.


Κοι­μη­τή­ριο

Ο κύ­ριος Νι σε νε­κρο­τα­φείο να ξε­προ­βο­δί­σει ανα­χω­ρή­σα­ντα πριν της ώρας του κα­λό γεί­το­να, συ­να­ντά­ει τον γνω­στό του Δ. Π., που έγρα­φε στί­χους και τρα­γου­δού­σε με την κι­θά­ρα του σε συ­νοι­κια­κά κλα­μπά­κια πριν από χρό­νια όταν ήταν πιο μι­κρός και άτα­χτος. Ο Δ.Π. από την πα­λιά γει­το­νιά, φτά­νει κα­θυ­στε­ρη­μέ­νος, φτά­νει ασθμαί­νο­ντας αφού έχουν κα­τε­βά­σει τη σο­ρό στο χώ­μα. Φί­λοι και συγ­γε­νείς έχουν αρ­χί­σει να απο­χω­ρούν από το μνή­μα.

– Δ.Π.: Κι εσύ τρα­βιέ­σαι από δώ κι από κεί, ε;
– Κύ­ριος Νί: Ναί, από κη­δεία σε κη­δεία. Με­γα­λώ­σα­με φί­λε.
–Δ.Π.: Α, δε σου το ’πα; Κι­νέ­ζος, αυ­τό εί­ναι, Κι­νέ­ζος: το επάγ­γελ­μα του μέλ­λο­ντος.

Οι δύο ερ­γά­τες του δή­μου με τα φτυά­ρια στο χέ­ρι πά­νω από τον ανοι­χτό τά­φο, πε­ρι­μέ­νουν να απο­μα­κρυν­θεί και ο τε­λευ­ταί­ος για να φτυα­ρί­σουν.

– Α: Α, ρε Μή­τσο ξέ­ρεις ποιός άλ­λος πέ­θα­νε;– Β: Ποιός;
– Α: Ξέ­ρεις τον Θο­δω­ρά­κη τον χο­ντρό, που γυρ­νού­σε και βλα­στή­μα­γε;
– Β: Τον ξέ­ρω
–Α: Ε, αυ­τός! Έσκα­σε...


Η Ρί­τσα

Ο κύ­ριος Νι τρέ­χει να προ­λά­βει το απορ­ριμ­μα­το­φό­ρο του δή­μου, που περ­νά­ει έξω από την πόρ­τα του. Επεί­γε­ται να απαλ­λα­γεί από τη μαύ­ρη σα­κού­λα που κρα­τά­ει στο χέ­ρι του. Το σκου­πι­διά­ρι­κο με την φο­νι­κή εξά­τμι­ση χά­νε­ται στη στρο­φή. Μέ­νει σύ­ξυ­λος στη μέ­ση του δρό­μου. Ακου­μπά­ει τη σα­κού­λα κά­τω, βγά­ζει το σκου­φά­κι του και σκου­πί­ζει τον ιδρώ­τα στο μέ­τω­πό του. Έρ­χε­ται από την απέ­να­ντι με­ριά τού δρό­μου η Ρί­τσα, γει­τό­νισ­σα που τη γνω­ρί­ζει από μι­κρό παι­δί, με μια σα­κού­λα σου­περ­μάρ­κετ στο χέ­ρι, ώρι­μη και ζου­με­ρή, πε­νη­ντά­ρα και βά­λε, ζω­ντο­χή­ρα που το λέ­ει όμως η καρ­δού­λα της.

– Κύ­ριος Νί: Εί­δες; πά­λι, δεν το πρό­λα­βα...
– Ρί­τσα:     Αυ­τοί, το μό­νο που τους νοιά­ζει εί­ναι να σχο­λά­σου­νε.
– Κύ­ριος Νί: Ναι, δεν βλέ­πουν την ώρα.
– Ρί­τσα:     Πού να σου τα λέω τι έπα­θα στη λαϊ­κή. Ζα­λί­στη­κα και πή­γα να πέ­σω. Πή­γα δί­πλα στην Τα­σού­λα στο φαρ­μα­κείο και μου πή­ραν την πί­ε­ση. Άστα, πο­νάν τα κόκ­κα­λά μου, όλο μου το σώ­μα πο­νά­ει, δεν ξέ­ρω τι έχω, χά­λια.
– Κύ­ριος Νί: Άκου Ρί­τσα, εμπι­στευ­τι­κά σου το λέω και μην με πα­ρε­ξη­γείς...   Άντρα θέ­λεις!
– Ρί­τσα:       Πες το ψέ­μα­τα, ξε­μέ­νει ο άν­θρω­πος.


Η στε­ριά και η θά­λασ­σα

«Μια φο­ρά κι έναν και­ρό η θά­λασ­σα ήτα­νε μο­νοια­σμέ­νη με την στε­ριά. Κά­πο­τε λο­γό­φε­ραν για κά­τι πα­ρα­μι­κρό, κά­τι το ασή­μα­ντο και η στε­ριά έδιω­ξε τη θά­λασ­σα. Η θά­λασ­σα από τό­τε δεν συγ­χώ­ρε­σε πο­τέ το κα­κό που της έκα­νε η στε­ριά και όταν θυ­μά­ται το άδι­κο χι­μά­ει κα­τα­πά­νω της να πά­ρει πί­σω τη γη που κά­τε­χε.»

Ο κύ­ριος Νί δεν έπα­ψε το τε­λευ­ταίο διά­στη­μα να δια­βά­ζει στις εφη­με­ρί­δες, όλο και πιο συ­χνά, τις προ­βλέ­ψεις επι­στη­μό­νων για το λιώ­σι­μο των πά­γων, την άνο­δο της στάθ­μης των θα­λασ­σών και την εξα­φά­νι­ση κά­τω από το νε­ρό με­γά­λων εκτά­σε­ων γης, ακό­μα και ολό­κλη­ρων πό­λε­ων από τον πα­γκό­σμιο χάρ­τη.
Σε αυ­τό το ση­μείο ακρι­βώς θυ­μή­θη­κε από τα πα­λιά το πα­ρα­πά­νω πα­ρα­μυ­θά­κι που του έλε­γε συ­χνά η για­γιά του, δί­κην προ­λό­γου και για προ­θέρ­μαν­ση πριν από το με­γά­λο, το κα­λό πα­ρα­μύ­θι, που όμως πο­τέ του δεν το άκου­σε μέ­χρι το τέ­λος για­τί τον εί­χε πά­ρει κιό­λας ο ύπνος.
Μή­πως οι πα­λαιοί γνω­ρί­ζα­νε κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο από εμάς τους νε­ό­τε­ρους; ανα­ρω­τή­θη­κε με απο­ρία ο κύ­ριος Νί.


Η σύ­σκε­ψη

Ο κύ­ριος Νι συμ­με­τεί­χε στην με­γά­λη προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νη σύ­σκε­ψη στε­λε­χών της εξα­γω­γι­κής εται­ρί­ας πλα­κι­δί­ων και ει­δών υγιει­νής που ερ­γα­ζό­ταν ως επι­κε­φα­λής του λο­γι­στη­ρί­ου* μέ­χρι την συ­ντα­ξιο­δό­τη­σή του. Η σύ­σκε­ψη εί­χε σχε­δόν ολο­κλη­ρω­θεί. Κά­ποιοι ανυ­πό­μο­νοι άνοι­γαν τα κι­νη­τά τους, άλ­λοι μά­ζευαν χαρ­τιά και μο­λύ­βια από το τρα­πέ­ζι και ση­κώ­νο­νταν.
Εκεί­νος ο και­νούρ­γιος, ακρι­βώς δί­πλα του, ένας εξαι­ρε­τι­κά δρα­στή­ριος top executive με σω­ρό τα πτυ­χία, που άρ­χι­σε από πο­λύ νω­ρίς και κά­πως αλα­ζο­νι­κά, θα έλε­γα, να επι­δει­κνύ­ει τα ηγε­τι­κά του προ­σό­ντα στην Εται­ρεία, σαν λί­γο να δί­στα­σε πριν ση­κω­θεί, κοί­τα­ξε μια μα­τιά τρι­γύ­ρω, με­τά έγυ­ρε το κε­φά­λι στο πλάι, ακού­μπη­σε στον ώμο τού κυ­ρί­ου Νί, τον αγκά­λια­σε με τα δυο του χέ­ρια και άρ­χι­σε να κλαί­ει, άρ­χι­σε γο­ε­ρά να κλαί­ει επά­νω στους ώμους του.
Οι υπό­λοι­ποι έμει­ναν πα­γω­μέ­νοι και άφω­νοι στο ση­μείο που τους βρή­κε το ανα­πά­ντε­χο αυ­τό γε­γο­νός, το πα­ρά­πο­νο του νέ­ου συ­να­δέλ­φου. Εκεί­νος, ανά­με­σα στους λυγ­μούς του ακού­στη­κε να λέ­ει:

«Κά­θε τό­σο τρυ­πώ­νουν τα κα­κά πνεύ­μα­τα μέ­σα στο κε­φά­λι μου. Εκεί τους πε­ρι­μέ­νουν τα κα­λά πνεύ­μα­τα και δί­νου­νε τη μά­χη. Το απο­τέ­λε­σμα της μά­χης εί­μαι εγώ ο ίδιος, αυ­τή ακρι­βώς τη στιγ­μή, μα­ζί σας, τώ­ρα.
Όταν τα κα­κά πνεύ­μα­τα γί­νο­νται πιο πολ­λά από τα κα­λά, όπως σή­με­ρα, τό­τε χά­νο­νται τα ζύ­για και ένα μέ­ρος τους πρέ­πει να απο­βλη­θεί. Εδώ και αρ­χι­νά­ει ο πό­λε­μος ανα­με­τα­ξύ τους, ο θρή­νος και ο κο­πε­τός.
Το κλά­μα εί­ναι από τα κα­κά πνεύ­μα­τα που κα­τα­διώ­κο­νται από τα κα­λά και φεύ­γουν για να γλυ­τώ­σουν. Όταν βγού­νε έξω στον ανοι­χτό αέ­ρα και στο φως, ζα­λί­ζο­νται και πέ­φτουν κι εγώ επι­τέ­λους ξα­να­βρί­σκω τον εαυ­τό μου και εί­μαι έτοι­μος να γε­μί­σω ξα­νά με και­νούρ­γιες ιδέ­ες, και­νούρ­γιες ιστο­ρί­ες, και­νούρ­γιες πε­ρι­πέ­τειες. Δεν μπο­ρώ να ζή­σω χω­ρίς τις ιστο­ρί­ες μου.»

Ση­κώ­θη­κε, σκού­πι­σε τα μά­τια, διόρ­θω­σε τη γρα­βά­τα, ίσιω­σε με τα δά­χτυ­λα τα μαλ­λιά του, άνοι­ξε την πόρ­τα και με μια υπο­ψία χα­μό­γε­λου στο πρό­σω­πο, ακέ­ραιος και ευ­θυ­τε­νής δρα­σκέ­λι­σε το κα­τώ­φλι και βγή­κε.

Ο κύ­ριος Νι βγή­κε τε­λευ­ταί­ος από την αί­θου­σα και κα­θώς διέ­σχι­ζε συλ­λο­γι­σμέ­νος τον μα­κρύ διά­δρο­μο, άκου­σε πί­σω του ένα βουι­τό, όπως σμή­νος μι­κρών κα­τα­διω­κτι­κών αε­ρο­πλά­νων σε και­ρό πο­λέ­μου. Δεν πρό­λα­βε να γυ­ρί­σει το κε­φά­λι και ένα σμά­ρι από τα κα­κά πνεύ­μα­τα, σαν κο­πά­δι αγριε­μέ­νες σφή­κες ή σαν σμή­νος πε­πτω­κό­τες άγ­γε­λοι πέ­ρα­σε σφυ­ρί­ζο­ντας από δί­πλα του και χά­θη­κε φτε­ρο­κο­πώ­ντας στο βά­θος.
Ο κύ­ριος Νι στύ­λω­σε το βλέμ­μα του ίσια μπρο­στά, έσφι­ξε τα ντο­σιέ με τα υπη­ρε­σια­κά έγ­γρα­φα κά­τω από την αμα­σχά­λη του και συ­νέ­χι­σε την μο­να­χι­κή του δια­δρο­μή, προ­σπερ­νώ­ντας γρα­φεία με ανοι­χτές πόρ­τες και γρα­φεία με κλει­στές πόρ­τες ως την άλ­λη άκρη του ορό­φου, ως το γρα­φείο του με το τυ­φλό πα­ρά­θυ­ρο στον ακά­λυ­πτο.

*βλ Χάρ­της #12, «Ποιός εί­ναι ο κύ­ριος Νί».

[ και ]

Για του λό­γου το αλη­θές

Όταν ο κύ­ριος Νι ήταν ακό­μα μι­κρό παι­δί και το σπί­τι επρό­κει­το να ζυ­μώ­σει, τον έστελ­νε η μά­να του στο φούρ­νο του Μπέ­τσου στην Τζου­μα­γιάς για ν' αγο­ρά­σει προ­ζύ­μι. Η κυ­ρία Κο­ρα­λία από το τα­μείο, φώ­να­ζε κά­ποιον από το ζυ­μω­τή­ριο να φέ­ρει έξω ένα πε­νη­ντα­ρά­κι μα­γιά.
Συ­νή­θως έβγαι­νε ο Ευάγ­γε­λος με τον άσπρο σκού­φο στο κε­φά­λι και την κά­τα­σπρη ολό­σω­μη πο­διά, τυ­λιγ­μέ­νος στο αλεύ­ρι. «Πά­λι ζυ­μώ­νει η μά­να σου; Θα μας τρε­λά­νει με τις μυ­ρου­διές της».

Ο Βαγ­γέ­λης, αγράμ­μα­τος αρ­τερ­γά­της, γυ­ναι­κάς, πρό­σφυ­γας από την Ιω­νία, ο κα­λύ­τε­ρος ψάλ­της στην εκ­κλη­σία της ενο­ρί­ας στον Άγιο Στυ­λια­νό Γκύ­ζη και εν τού­τοις φα­να­τι­κός κομ­μου­νι­στής, μι­λού­σε με πα­ρα­βο­λές και συ­χνά χρη­σι­μο­ποιού­σε τη γλώσ­σα της Ευαγ­γε­λί­ων ή απο­σπά­σμα­τα από πα­τε­ρι­κά κεί­με­να και ψαλ­μούς, κά­πο­τε ακα­τά­στα­τα, που όμως όλα τα εί­χε φέ­ρει μα­ζί του από τις χα­μέ­νες πα­τρί­δες.
Εκεί­νη την ημέ­ρα λοι­πόν και κα­θώς έδι­νε στον μι­κρό κύ­ριο Νι μια πρέ­ζα μα­γιά τυ­λιγ­μέ­νη σε κομ­μα­τά­κι εφη­με­ρί­δας, του λέ­ει: «Πες στη μά­να σου ότι η μα­γιά εί­ναι το ποί­η­μα του σύ­μπα­ντος κό­σμου· από τον Ευάγ­γε­λο να της πεις, τον ψάλ­τη».

Πολ­λά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, συ­νο­δεύ­ο­ντας τον υπέρ­γη­ρο αρ­τερ­γά­τη στην τε­λευ­ταία του κα­τοι­κία σε τό­πο χλο­ε­ρό σε τό­πο ανα­ψύ­ξε­ως, και ακού­γο­ντας την εξό­διο ακο­λου­θία θυ­μή­θη­κε ο κύ­ριος Νί τα λό­για του πά­λαι πο­τε εν ζωή καλ­λί­φω­νου Βαγ­γέ­λη, μό­νο που αυ­τή την φο­ρά, απο­χαι­ρε­τώ­ντας τον αγα­θό αρ­το­ποιό, ανα­πο­δο­γύ­ρι­σε από μέ­σα του τις δύο λε­ξού­λες από τον ψαλ­μό και ψι­θύ­ρι­σε: «Το ποί­η­μα εί­ναι η μα­γιά του σύ­μπα­ντος κό­σμου Ευάγ­γε­λε».

Αυ­τά και για του λό­γου το αλη­θές.

Ένας ξαφνικός αποχαιρετισμός

Τρία ποιήματα στη μνήμη του Λευτέρη Ξανθόπουλου


Κατευόδιο

Βραδάκι, ναρκωμένοι οι καταναλωτές
Μπροστά στην τηλεόραση, πίτσα και μπύρες.
Απ’ του Καρά Ορμάν το περιγιάλι μ’ απλωτές
για τα νερά τα σκοτεινά τον δρόμο πήρες.

                                *

Την νύχτα αυτή κοιμούνται οι καταναλωτές.
Βγαίνεις από τα άπατα στην θάλασσα της Πύλου
και στάζει η χλαίνη σου την πίκρα φίλου
που ήρθε και βρήκε πόρτες σφαλιστές.

                                  *

Γιώργος από τα Σωτηριάνικα σου ανάβει
τσιγάρο σέρτικο με ίσκα και τσακμάκι
φέρνει κρασάκι ολόμαυρο να μεταλάβεις

                                  *

κι ένας δραπέτης με του φόνου το φαρμάκι
στην άμμο το σακίδιο, τ’ άρβυλα σου θάβει
και ψιθυρίζει: « είμαστε της αγάπης σκλάβοι».

                                                                              [+19.6.2020]

Η ιστορία

Την χλαίνη αυτή με τα χρυσά κουμπιά
χακί να πρασινίζει, τόπους-τόπους, βρύα

με κολλημένα πάνω της όστρακα, λιθαράκια
κι άχυρα λαμπερά ενός θέρους που δεν θα ’ρθει

άραγε ποιος την έχασε;
Και το παγούρι τσίγκινο, γαλβανισμένο

αστράφτοντας στα χώματα καθώς καθρέφτης
ποιανού πολεμιστή φρυγμένο στόμα

άραγε πότισε ποτέ;
Κουτσαίνοντας προβαίνει γερο-στρατηλάτης

την λόγχη του αντικρύζει στην σκουριά
στο χέρι του κομμένα χαλινάρια, δίχως

το άλογό του – από χρόνια πια φευγάτο
και ψάλλει: «Την χελώνα μου ταΐζω

ρόγες Αυγούστου του ΄22,
σταφύλια Αυγούστου του ’49».

Ρίχνει την χλαίνη του στους ώμους
κι aς ξέρει πως του ’σκαψε το κορμί

κι ας ξέρει πως του τρώει το δέρμα
κι όλο κουτσαίνοντας πέρα μακραίνει

κατά τα κυπαρίσσια.                                

                                                                              [+19.6.2020]

                                                                    *

Χει­ρό­γρα­φον ἐν τῷ, κατὰ τὸ ὅρος, σπη­λαίῳ τῶν Ντε­λα­γου­έ­αρ
(ΑΠΟ­ΣΠΑ­ΣΜΑ)

«…Ο μα­κά­ριος ού­τος αθλη­τής της φυ­λής των Ντε­λα­γου­έ­αρ, πο­λιορ­κη­θείς υπό των Αγα­ρη­νών και των για­νι­τζά­ρων των, κα­τό­πιν πο­λυ­η­μέ­ρου μά­χης, εσκλα­βώ­θη εν σπη­λαίω, Κου­τσού Ελα­φιού λε­γό­με­νον.        
Όθεν προ­στά­ζει ο μια­ρό­τα­τος ηγε­μών, στρα­τη­γός Μακ­Κέ­βαν, να βά­λουν τον γεν­ναίο μάρ­τυ­ρα εις την φυ­λα­κήν και να ασφα­λί­σουν τους πό­δας του εις την πο­δο­κάκ­κην, το λε­γό­με­νον το­μπρού­κι.
Εις ταύ­την την οδυ­νη­ράν βά­σα­νον υπέ­μει­νεν με πολ­λήν προ­σχά­ρειαν, λέ­γων νο­ε­ρώς την ευ­χήν και νο­μί­ζων τον ηγε­μό­να των Χλω­μών Προ­σώ­πων και τους εδι­κούς του και τον τζε­λά­την, ωσάν κύ­νας ψω­ρα­λέ­ους.
Τι τα εντεύ­θεν;
Έκλαιον αι κό­ραι των Ντε­λα­γου­έ­αρ,σαν εξη­μέ­ρω­σεν η δε­κά­τη ενά­τη ημέ­ρα, όντας τον εί­δα­σιν ναν τό­νε φέρ­νου­νε, εις θέ­σιν «Κό­μπια-Ντε­ρέ», ήγουν «ρεμ­μα­τιά» προ­σο­νο­μα­ζο­μέ­νη, όπου ο απάν­θρω­πος τζε­λά­της, πριν τον εσφά­ξη ως αρ­νί­ον, υψώ­σας την μά­χαι­ραν έκρω­ξε:
«Προ­σκυ­νάς;»
Ο στερ­ρός Ιν­διά­νος μάρ­τυς, Άστρο της Αυ­γής τού­νο­μα, υπό τον θρουν των αμ­φι­λα­φών πλα­τά­νων και υπό των υδά­των το κε­λά­ρυ­σμα, ενέ­πτυ­σεν αυ­τόν κα­τα­πρό­σω­πον λέ­γων:
«Έχω βά­ψει το κορ­μί μου στα χρώ­μα­τα των Ντε­λα­γου­έ­αρ».
Εκεί τον έσφα­ξαν ωσάν κριά­ρι.»

                                                                              [+22.6.2020]

Με φορ­μή το ποί­η­μα του Λευ­τέ­ρη Η τι­μή των Ντε­λα­γου­έ­αρ.

Ένας ξαφνικός αποχαιρετισμός

Λευτέρης

Αλ­λού εί­ναι οι γά­τες, ναι, Λευ­τέ­ρη. Δεν εί­ναι εδώ όπου ορ­μούν το νε­ρό και τα ύδα­τα. Εί­ναι σαν τις γυ­ναί­κες, που δεν αγα­πούν τη βρο­χή. Κι ας έρ­χο­νται, στην έβδο­μη βρο­χή, οι εχθροί και οι φί­λοι μας, πλα­νό­διοι σω­μα­το­φύ­λα­κες ονεί­ρων, και μπαί­νουν στο δω­μά­τιο για να ξα­πο­στά­σουν. Όχι στο πρά­σι­νο δω­μά­τιο του Τruffaut, όχι σ’ αυ­τό το τέ­με­νος του πέν­θους, όχι ακό­μα. Στο κόκ­κι­νο δω­μά­τιο μπαί­νουν, σ’ αυ­τό, το μό­νο χρώ­μα, το χρώ­μα του συ­ντρό­φου που επι­στρέ­φει, της «μη­τριάς πα­τρί­δας», του άγ­γε­λου των πρώ­των ημε­ρών, των μα­τιών του Οι­δί­πο­δα στον Κο­λω­νό.
Και με­τά, δρα­πέ­της.
Ο Λευ­τέ­ρης Ξαν­θό­που­λος αυ­το­προσ­διο­ρι­ζό­ταν ποι­η­τής-σκη­νο­θέ­της. Πλε­ο­να­σμός. Έπρε­πε και του άξι­ζε να αρ­κεί­ται στο «Ποι­η­τής», με την έν­νοια του δη­μιουρ­γού, του ποιού­ντος, του hacedor που λέ­ει ο Μπόρ­χες, του γό­νι­μου ερα­στή και θε­ρά­πο­ντα της τέ­χνης, κά­θε τέ­χνης – κυ­ρί­ως, της υψη­λής τέ­χνης της φι­λί­ας.
Με τον τί­τλο της τε­λευ­ταί­ας του ποι­η­τι­κής συλ­λο­γής, Άν­θρω­πος μη­δε­νι­κών απο­χρώ­σε­ων (πό­σο θλι­βε­ρό εί­ναι να μην μπο­ρώ να δώ­σω στη λέ­ξη «τε­λευ­ταί­ας» τον ευ­φη­μι­σμό τού απλώς πρό­σφα­του, αυ­τού που φέ­ρει μέ­σα του το σπό­ρο της συ­νέ­χειας), ο Λευ­τέ­ρης Ξαν­θό­που­λος αυ­το­προ­σω­πο­γρα­φεί­ται, συ­νει­δη­τά ή όχι, πά­ντως στην εντέ­λεια. Για­τί ο Λευ­τέ­ρης ήταν ένας άν­θρω­πος ευ­θύς, κα­θα­ρός, ορ­θά­νοι­χτος, ευα­νά­γνω­στος και ευ­ερ­μή­νευ­τος, σαν τους ευά­λω­τους στο βλέμ­μα και στα αι­σθή­μα­τα μο­νο­χρω­μα­τι­κούς πί­να­κες του Rauschenberg ή του Yves Klein.

Τον απο­χαι­ρε­τώ μ’ ένα δι­κό του ποί­η­μα απ’ αυ­τή τη συλ­λο­γή:

ΜΙΚΡΟΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ

Στρόγγυλα να είναι
τα λόγια
ζεστά
να καίνε
σαν τα ψωμάκια
που μόλις βγήκαν
από το φούρνο
Να αχνίζουν
τα λόγια


Μεί­νε ήσυ­χος, Λευ­τέ­ρη: αχνί­ζουν.


Σχέ­διο του Δη­μή­τρη Αρ­βα­νί­τη

——————————————————————————————


BIBΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦIA ΛΕΥ­ΤΕ­ΡΗ ΞΑΝ­ΘΟ­ΠΟΥ­ΛΟΥ

(2019) Γέ­ρων στρα­τη­λά­της προ του τέ­λους (εκτός εμπο­ρί­ου)
(2018) Άν­θρω­πος μη­δε­νι­κών απο­χρώ­σε­ων, Γα­βρι­η­λί­δης
(2015) Block 25 (Κα­ρο­λί­να Ναχ­μού­λη Γα­βρι­η­λί­δου, μαρ­τυ­ρία ομη­ρί­ας), εκδ. Γα­βρι­η­λί­δης
(2015) Κά­τι τρέ­χει (το Βι­βλίο της Ανοη­σί­ας), ει­κον. Εύα Στε­φα­νή, εκδ. Γα­βρι­η­λί­δης
(2014) Οι εχθροί και οι φί­λοι μου, εκδ. Γα­βρι­η­λί­δης
(2011) Γά­τες αλ­λού, εκδ. Γα­βρι­η­λί­δης
(2010) Η έβδο­μη βρο­χή, εκδ. Γα­βρι­η­λί­δης
(2002) Για­τί οι γυ­ναί­κες δεν αγα­πούν τη βρο­χή, εκδ. Κέ­δρος
(1999) Άγ­γε­λος των πρώ­των ημε­ρών, εκδ. Λι­βά­νη, εκδ. Γα­βρι­η­λί­δης 2016
[1998] Η ορ­μή του νε­ρού και των υδά­των, εκδ. Στιγ­μή (εκτός εμπο­ρί­ου)
[1995] Σή­κω­σε το κε­φά­λι σου πα­τέ­ρα, εκδ. Δελ­φί­νι
[1988] Το κόκ­κι­νο δω­μά­τιο, εκδ. Πα­ρα­σκή­νιο
[1981] Πε­ρι­πέ­τειες πλα­νό­διου σω­μα­το­φύ­λα­κα ονεί­ρων, εκδ. Νε­φέ­λη
(1972) Αντί­ψυ­χα (Β´έκδ. Αν­δρο­μέ­δα 1982, Γ´έκδ. Με­τρο­νό­μος 2017)

Με­τά­φρα­ση

Τζον Μπέρ­γκερ, Ζαν Μορ, Ο Έβδο­μος Άν­θρω­πος (Η ιστο­ρία του με­τα­νά­στη ερ­γά­τη στην Ευ­ρώ­πη), εκδ. Κα­στα­νιώ­τη 1979, Antifa-Scripta 2012

Συμ­με­το­χή σε συλ­λο­γι­κά έρ­γα
(Τί­τλοι στη βά­ση ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΝΕΤ)

(2014) Κα­μύ, εκδ. Κα­στα­νιώ­τη
(2014) Οι τέσ­σε­ρις επο­χές του Νί­κου Κούν­δου­ρου, εκδ. Γα­βρι­η­λί­δης [κεί­με­να, επι­μέ­λεια]
(2012) Θό­δω­ρος Αγ­γε­λό­που­λος, Φε­στι­βάλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου Θεσ­σα­λο­νί­κης
(2010) Νί­κος Εγ­γο­νό­που­λος: Ο ζω­γρά­φος και ο ποι­η­τής, Μου­σείο Μπε­νά­κη
(2009) Πα­λίμ­ψη­στο Κα­βά­λας, εκδ. Κα­στα­νιώ­τη
(2008) Μά­νος Ζα­χα­ρί­ας: Ο τα­ξι­διώ­της της μνή­μης, εκδ. Αι­γό­κε­ρως
(2007) Ιστο­ρία και πο­λι­τι­κή στο έρ­γο του Πα­ντε­λή Βούλ­γα­ρη, εκδ. Πα­πα­ζή­ση
(2004) Η με­τα­νά­στευ­ση στον κι­νη­μα­το­γρά­φο, εκδ. Πα­πα­ζή­ση [ει­σή­γη­ση]
(2004) Μά­νος Ζα­χα­ρί­ας: Ένας σκη­νο­θέ­της πα­θια­σμέ­νος με την Ελ­λά­δα, Φε­στι­βάλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου Θεσ­σα­λο­νί­κης
(2003) Πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και μύ­θος στο καλ­λι­τε­χνι­κό έρ­γο του Λευ­τέ­ρη Ξαν­θό­που­λου, εκδ. Πα­πα­ζή­ση
(2003) Φώ­τα, ήχος, πά­με, εκδ. Μα­ΐ­στρος
(1995) Φρί­ντα Λιάπ­πα, Φε­στι­βάλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου Θεσ­σα­λο­νί­κης
(1993) Παύ­λος Ζάν­νας, Φε­στι­βάλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου Θεσ­σα­λο­νί­κης [κεί­με­να, επι­μέ­λεια]
(1985) Θό­δω­ρος Αγ­γε­λό­που­λος, εκδ. Ηρά­κλει­τος


ΦΙΛ­ΜΟ­ΓΡΑ­ΦIA ΛΕΥ­ΤΕ­ΡΗ ΞΑΝ­ΘΟ­ΠΟΥ­ΛΟΥ
(Πη­γή: Wikipedia)

ΕΛΛΗ­ΝΙ­ΚΗ ΚΟΙ­ΝΟ­ΤΗ­ΤΑ ΧΑΪ­ΔΕΛ­ΒΕΡ­ΓΗΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Ελ­λη­νι­κή Κοι­νό­τη­τα Χαϊ­δελ­βέρ­γης, 1976. Δεύ­τε­ρο βρα­βείο ται­νί­ας μι­κρού μή­κους στο 17ου Φε­στι­βάλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου Θεσ­σα­λο­νί­κης 1976, Βρα­βείο Πα­νελ­λή­νιας Ένω­σης Κρι­τι­κών Κι­νη­μα­το­γρά­φου (ΠΕΚΚ), Συμ­με­το­χή στο Φε­στι­βάλ Λει­ψί­ας, Αν. Γερ­μα­νί­ας, 1977, Βρα­βείο Γερ­μα­νι­κής Τη­λε­ό­ρα­σης (ZDF), 1978.  
Ο ΓΙΩΡ­ΓΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΣΩΤΗ­ΡΙΑ­ΝΙ­ΚΑ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Γ. Κο­ζο­μπό­λης, 1978. Βρα­βείο κα­λύ­τε­ρης ται­νί­ας μι­κρού μή­κους Πα­νελ­λή­νιας Ένω­σης Κρι­τι­κών Κι­νη­μα­το­γρά­φου (ΠΕΚΚ) στο 19ο Φε­στι­βάλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου Θεσ­σα­λο­νί­κης 1978, Πρώ­το βρα­βείο Α΄ Φε­στι­βάλ ται­νιών μι­κρού μή­κους Δρά­μας 1978, Συμ­με­το­χή στο Φε­στι­βάλ Μάν­χαϊμ, Ο. Δ. Γερ­μα­νί­ας, 1979.
ΣΤΑ ΤΟΥΡ­ΚΟ­ΒΟΥ­ΝΙΑ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Γιώρ­γος Εμιρ­ζάς και Ελ­λη­νι­κό Κέ­ντρο Κι­νη­μα­το­γρά­φου, 1982. Βρα­βείο κα­λύ­τε­ρου ντο­κι­μα­ντέρ στο 23ο Φε­στι­βάλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου Θεσ­σα­λο­νί­κης 1982. Βρα­βείο ποιό­τη­τας δια­γω­νι­σμού ται­νιών μι­κρού μή­κους χω­ρών - με­λών ΕΟΚ, Ρώ­μη 1983, συμ­με­το­χή στα Φε­στι­βάλ: Δρά­μας 1983, Βαλ­κα­νι­κού Κι­νη­μα­το­γρά­φου Σό­φια 1982, Λει­ψί­ας Αν. Γερ­μα­νί­ας 1983, Εβδο­μά­δα Ελ­λη­νι­κού Κι­νη­μα­το­γρά­φου BFI Λον­δί­νο 1984, Mostra Cinematografica Internationale Πί­ζα 1984, Cinema du Reel Πα­ρί­σι 1988.
ΔΥΟ - ΤΡΙΑ ΠΡΑΓ­ΜΑ­ΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΓΑ­ΛΑ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Υπουρ­γείο Γε­ωρ­γί­ας για την εκ­πο­μπή της ΕΡΤ, Ελ­λά­δα δεν εί­ναι μό­νο η Αθή­να, 1982
ΚΥΠΑ­ΡΙΣ­ΣΙΑ – ΑΘΗ­ΝΑ, ΠΡΩ­ΤΗ ΘΕ­ΣΗ (Ο ΦΟΡ­ΤΗ­ΓΑ­ΤΖΗΣ), ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Υπουρ­γείο Γε­ωρ­γί­ας, 1982.
ΝΙΚΗ­ΣΙΑ­ΝΗ, ΤΟ ΧΩ­ΡΙΟ ΜΕ ΤΙΣ 18 ΕΚ­ΚΛΗ­ΣΙΕΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: ΕΡΤ, 1982
ΓΙΩΡ­ΓΟΣ ΠΕΓΙΟΣ, Η ΙΣΤΟ­ΡΙΑ ΕΝΟΣ ΚΑ­ΠΝΕΡ­ΓΑ­ΤΗ, Α΄ μέ­ρος,ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: ΕΡΤ, 1982  
ΓΙΩΡ­ΓΟΣ ΠΕ­ΓΙΟΣ, Η ΙΣΤΟ­ΡΙΑ ΕΝΟΣ ΚΑ­ΠΝΕΡ­ΓΑ­ΤΗ, Β΄ μέ­ρος, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: ΕΡΤ, 1982
ΨΗΦΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΕ­ΤΑ­ΝΑ­ΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΑΥ­ΤΙ­ΚΟΥΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Γιώρ­γος Εμιρ­ζάς, 1982  
ΚΛΟ­ΠΗ ΠΝΕΥ­ΜΑ­ΤΙ­ΚΗΣ ΙΔΙΟ­ΚΤΗ­ΣΙΑΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Γιώρ­γος Εμιρ­ζάς, 1982
ΕΠΙ ΚΟΛΩ­ΝΩ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Διεύ­θυν­ση Κι­νη­μα­το­γρα­φί­ας Υπουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμού, 1983. Συμ­με­το­χή, εκτός συ­να­γω­νι­σμού, στο 24ο Φε­στι­βάλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου Θεσ­σα­λο­νί­κης 1983, συμ­με­το­χή στην Κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή Συ­νά­ντη­ση Φι­λί­ας Λευ­κω­σία 1984, Φε­στι­βάλ ται­νιών μι­κρού μή­κους Ου­ψά­λα Σου­η­δί­ας 1984, Φε­στι­βάλ Νό­βι-Σαντ Γιου­γκο­σλα­βί­ας, 1993.
ΜΟΥ­ΣΙ­ΚΟ ΑΦΙΕ­ΡΩ­ΜΑ ΣΤΟΝ ΜΑΝΩ­ΛΗ ΜΗΤΣΙΑ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Γιώρ­γος Εμιρ­ζάς 1983
ΛΑΪ­ΚΗ ΕΠΙ­ΜΟΡ­ΦΩ­ΣΗ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Διεύ­θυν­ση Λαϊ­κής Επι­μόρ­φω­σης Υπουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας και ΕΡΤ, 198
Ο ΓΑ­ΜΟΣ, τη­λε­ται­νία. Πα­ρα­γω­γή: ΕΡΤ, 1984
ΚΑΛΗ ΠΑ­ΤΡΙ­ΔΑ, ΣΥ­ΝΤΡΟ­ΦΕ – BELOIANNISZ, δρα­μα­το­ποι­η­μέ­νο ντο­κι­μα­ντέρ, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή ται­νία και τη­λε­ο­πτι­κή εκ­δο­χή. Πα­ρα­γω­γή: Λευ­τέ­ρης Ξαν­θό­που­λος, Ε.Κ.Κ. και ΕΤ-1, 1986. Ει­δι­κή τι­μη­τι­κή διά­κρι­ση στο 39ο Διε­θνές Φε­στι­βάλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου Λο­κάρ­νο 1986, βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου σκη­νο­θέ­τη (Λευ­τέ­ρης Ξαν­θό­που­λος) και μου­σι­κής (Ελέ­νη Κα­ρα­ΐν­δρου) στο 27ο Φε­στι­βάλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου Θεσ­σα­λο­νί­κης 1986, συμ­με­το­χή στα διε­θνή κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά Φε­στι­βάλ και εκ­δη­λώ­σεις Viennale 1987, Strassbourg 1987, Göteborg 1987, Hamburg 1987, Huesca 1987, Sopot 1987, Haifa 1987, Montreal 1987, Portland 1988, Iceland 1988, Venissieux 1988.  
ΚΑΡ­ΝΑ­ΒΑ­ΛΙ ΚΑΙ ΚΑΡΑ­ΓΚΙΟ­ΖΗΣΓΙΑΝ­ΝΗΣ ΚΙΟΥΡ­ΤΣΑ­ΚΗΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Σι­νε­τίκ, 1987
ΔΙΑ­ΔΡΟ­ΜΕΣΠΑΥ­ΛΟΣ ΖΑΝ­ΝΑΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Σι­νε­τίκ, 1988
Η ΜΕΓΑ­ΛΗ ΠΟΜΠΗΑΛΕ­ΞΗΣ ΠΑΝ­ΣΕ­ΛΗ­ΝΟΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Σι­νε­τίκ, 1988
Ο ΓΛΥ­ΠΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑ­ΣΠΟ­ΡΑΣΚΩΣΤΑΣ ΒΑΛ­ΣΑ­ΜΗΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: ΕΡΤ, 1989
ΤΑΣΟΣ ΡΟΥΣ­ΣΟΣ (συγ­γρα­φέ­ας), ΑΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟΣ ΔΟΞΙΑ­ΔΗΣ (συγ­γρα­φέ­ας), ΡΕΑ ΓΑΛΑ­ΝΑ­ΚΗ (συγ­γρα­φέ­ας), ΓΙΩΡ­ΓΟΣ ΚΑΚΟΥ­ΛΙ­ΔΗΣ (ποι­η­τής) και NELLY’S (φω­το­γρά­φος). Πέ­ντε ανε­ξάρ­τη­τα μι­κρά πορ­τρέ­τα σύγ­χρο­νων δη­μιουρ­γών, που μι­λούν για την ζωή τους, για την τέ­χνη και την δη­μιουρ­γία). Πα­ρα­γω­γή Orama Films (Λου­κία Ρι­κά­κη), 1989 .
ΠΑΡΑ­ΔΟ­ΣΙΑ­ΚΗ ΤΥΠΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑΑΙΜΙ­ΛΙΟΣ ΚΑΛΙΑ­ΚΑ­ΤΣΟΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: ΕΡΤ 1989.
Ο ΔΡΑ­ΠΕ­ΤΗΣ, μυ­θο­πλα­σία. Κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή ται­νία και τη­λε­ο­πτι­κή εκ­δο­χή, πα­ρα­γω­γή: Λευ­τέ­ρης Ξαν­θό­που­λος, Ελ­λη­νι­κό Κέ­ντρο Κι­νη­μα­το­γρά­φου και ΕΤ-1, 1991. Βρα­βείο φω­το­γρα­φί­ας (Αν­δρέ­ας Σι­νά­νος), βρα­βείο Μου­σι­κής (Νί­κος Κυ­πουρ­γός) και βρα­βείο β΄αν­δρι­κού ρό­λου (Γιώρ­γος Νι­νιός) στο 32ο Φε­στι­βάλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου Θεσ­σα­λο­νί­κης 1991. Κρα­τι­κό Βρα­βείο Ποιό­τη­τας Υπουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμού. Επί­ση­μη συμ­με­το­χή στο 44ο Φε­στι­βάλ των Καν­νών 1991, στην πα­ράλ­λη­λη εκ­δή­λω­ση La Quinzaine des Realisateurs (Δε­κα­πεν­θή­με­ρο των σκη­νο­θε­τών) με τον γαλ­λι­κό τί­τλο Le Montreur d’ Ombres (αγγλ. Master of the Shadows), κα­θώς και: Μό­να­χο 1991, Μό­ντραλ 1991, Κε­μπέκ 1991, Τό­κιο 1991, Taipei Golden Horse Ταϊ­βάν 1991, Μον­πε­λιέ 1991, Διε­θνές Βρυ­ξελ­λών 1992, Με­σο­γεια­κού Κι­νη­μα­το­γρά­φου Βρυ­ξελ­λών 1992, Κων­στα­ντι­νού­πο­λη 1992, Ρί­βερ­τα­ουν ΗΠΑ 1992, Μπά­στια Κορ­σι­κή 1992, Νό­βι Σαντ Γιου­γκο­σλα­βία 1993.
LA CULTURE POPULAIRE DANS LE CINEMA GRECΛΑΪ­ΚΟΣ ΠΟ­ΛΙ­ΤΙ­ΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΕΛ­ΛΗ­ΝΙ­ΚΟ ΚΙ­ΝΗ­ΜΑ­ΤΟ­ΓΡΑ­ΦΟ), ντο­κι­μα­ντέρ, γαλ­λι­κή και ελ­λη­νι­κή version. Πα­ρα­γω­γή Cameras Continentales, Πα­ρί­σι - Χά­ρης Ντά­βας, 1991
ΠΟΙΟΣ ΕΙ­ΝΑΙ Ο ΤΡΕ­ΛΟΣ ΛΑΓΟΣΜΙΛ­ΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥ­ΡΗΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή Αλέ­ξαν­δρος Φιλμ, 1992
ΧΩΡΙΣ ΑΛ­ΛΟ­ΘΙ, τη­λε­ται­νία. Πα­ρα­γω­γή Frenzy-Films, 1993
Ο ΓΑ­ΛΑ­ΖΙΟΣ ΦΑ­ΚΕΛ­ΛΟΣ, τη­λε­ται­νία. Πα­ρα­γω­γή Frenzy-Films, 1993
ΠΑΡΑ­ΔΟ­ΣΙΑ­ΚΗ ΤΥΠΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Σι­νε­τίκ, 1998
ΣΚΟ­ΤΕΙ­ΝΟΣ ΣΥ­ΝΩ­ΜΟ­ΤΗΣΜΙΧΑ­ΛΗΣ ΚΑΤΣΑ­ΡΟΣ,ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Σι­νε­τίκ,1998
ΚΛΗ­ΡΟ­ΝΟ­ΜΟΣ ΠΟΥ­ΛΙΩΝΜΙΛ­ΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥ­ΡΗΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Σι­νε­τίκ, 2004
ΜΕ ΤΑ ΦΤΕ­ΡΑ ΤΟΥ ΑΝΕ­ΜΟΥΚΩΣΤΑΣ ΚΕΝΤΕ­ΡΗΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: ΕΡΤ και EBU (European Broadcasting Union) 2004
Ο ΚΗ­ΠΟΣ ΜΕ Τ’ ΑΜΕ­ΤΡΗ­ΤΑ ΠΑ­ΡΑ­ΘΥ­ΡΑΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟ­ΝΟ­ΠΟΥ­ΛΟΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Σι­νε­τίκ, 2005
ΕΥΛΟ­ΓΗ­ΜΕ­ΝΑ ΧΕ­ΡΙΑΧΡΗ­ΣΤΟΣ ΚΑΠΡΑ­ΛΟΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Σι­νε­τίκ, 2005
ΕΝΑΣ ΥΠΕ­ΡΟ­ΧΟΣ ΑΝ­ΘΡΩ­ΠΟΣΚΩΝ­ΣΤΑ­ΝΤΙ­ΝΟΣ ΚΑΡΑ­ΘΕ­Ο­ΔΩ­ΡΗ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Σι­νε­τίκ, 2006
ΑΣΠΡΑ ΓΕ­ΝΙΑΓΙΩΡ­ΓΟΣ ΜΠΡΑ­ΜΟΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: CL Productions, 2006
ΣΠΙ­ΤΙ ΔΙ­ΠΛΑ ΣΤΗ ΘΑ­ΛΑΣ­ΣΑΗ.Χ. ΠΑΠΑ­ΔΗ­ΜΗ­ΤΡΑ­ΚΟ­ΠΟΥ­ΛΟΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Σι­νε­τίκ, 2007
ΓΕΩΡ­ΓΙΟΣ Ν. ΠΑΠΑ­ΝΙ­ΚΟ­ΛΑ­ΟΥΠΑΠ ΤΕΣΤ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Σι­νε­τίκ, 2008
Η ΕΠΟ­ΧΗ ΤΩΝ ΚΕ­ΝΤΑΥ­ΡΩΝΟ ΜΟΥ­ΣΟΥΡ­ΓΟΣ ΑΛΕ­ΚΟΣ ΞΕΝΟΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Σι­νε­τίκ, 2009
ΣΤΟ ΠΕ­ΡΑ­ΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟ­ΝΟΥΟ ΓΙΩΡ­ΓΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΣΩΤΗ­ΡΙΑ­ΝΙ­ΚΑ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Σι­νε­τίκ, 2009  
ΓΥΝΑΙ­ΚΕΙΑ ΖΗ­ΤΗ­ΜΑ­ΤΑ ΣΤΟΝ ΕΛ­ΛΗ­ΝΙ­ΚΟ ΚΙ­ΝΗ­ΜΑ­ΤΟ­ΓΡΑ­ΦΟ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Πε­ρί­πλους, 2009
Η ΠΙ­ΚΡΗ ΙΣΤΟ­ΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΪ ΓΚΟ­ΡΕΝ­ΚΟ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Σι­νε­τίκ, 2010 
ΜΑΡΙΑ ΚΕΧΑ­ΓΙΟ­ΓΛΟΥ - ΜΑΡΙΑ ΣΚΟΥ­ΛΑ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Πε­ρί­πλους, 2011
ΠΑΡΕ ΤΑ ΔΩ­ΡΑ...ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥ­ΛΑ & ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙ­ΚΙΟΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Πε­ρί­πλους, 2011
ΟΙ ΣΥΛ­ΛΕ­ΚΤΕΣ, ντο­κι­μα­ντέρ. Πα­ρα­γω­γή: Σι­νε­τίκ, 2012

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: