του Άγ­γε­λου Πε­φά­νη



Στις ελ­λη­νι­κές κα­λέν­δες τα κά­λα­ντα. Του­λά­χι­στον δεν χτυ­πούν τα κου­δού­νια. Από τα ξη­με­ρώ­μα­τα, κα­θώς η μία συμ­μο­ρία παι­διών προ­σπα­θεί να ξε­πε­ρά­σει σε λύ­τρα την άλ­λη. Δεν πρό­κει­ται για πα­ραγ­γε­λί­ες, που προ­πλη­ρώ­νεις και ακο­λου­θεί το άσμα της πα­ρα­λα­βής. Πρό­κει­ται για εκ­βια­σμούς φθόγ­γων, που βιά­ζε­σαι να πλη­ρώ­σεις μή­πως στα­μα­τή­σουν.
Αυ­τά θα λέ­γα­με γε­λώ­ντας με φί­λους, αν μπο­ρού­σα­με να βρε­θού­με. Οι νε­κροί όμως απο­φεύ­γουν τις συ­νευ­ρέ­σεις. Ακό­μη και χω­ρίς πε­ριο­ρι­στι­κά μέ­τρα. Αλ­λά και αν ζού­σαν, τι μπο­ρείς να πεις όταν δεν ακούς ή δεν ακού­γε­σαι; Ανή­κου­στες ει­κα­σί­ες απο­τε­λούν οι ευ­χές και τα κά­λα­ντα.
Μα δεν αγα­πά­τε τα παι­διά, ρω­τούν οι παι­δό­φι­λοι. Μα δεν αγα­πά­τε τη μου­σι­κή, ρω­τούν οι άμου­σοι. Μα δεν αγα­πά­τε τις πα­ρα­δό­σεις, ρω­τούν όσοι έχουν πα­ρα­δο­θεί.
Έτσι συ­νε­χί­ζε­ται το τρα­γού­δι στο ντουζ. Κα­θέ­νας και ένα παι­δί μέ­σα του. Κα­θέ­νας το βιο­λί του. Κα­θέ­νας και η δι­κή του πα­ρά­δο­ση. Κα­θέ­νας και η δό­ση του.
Ευ­τυ­χώς στην κα­τά­στα­σή μας κα­νείς δεν ακού­ει τί­πο­τε. Θα ήταν αδύ­να­τον τους ήχους να κα­λύ­ψει το νε­ρό, για­τί έχει κο­πεί.