Χρήσεις του χάρτη: ο ειδυλλιακός τόπος από τη Σαπφώ στον Ελύτη

«A map is not the territory it represents»
Alfred Korzybski, Science and Sanity. An introduction to non-Aristotelian systems and general semantics, 51994, σ. 58 (1933).

Ξυλογραφία του Αλέξ. Κορογιαννάκη για τα «Απαγορευμένα ποιήματα» του Μπωντλαίρ σε μετάφρ. Γ. Σημηριώτη, Αθήνα 1946
Ξυλογραφία του Αλέξ. Κορογιαννάκη για τα «Απαγορευμένα ποιήματα» του Μπωντλαίρ σε μετάφρ. Γ. Σημηριώτη, Αθήνα 1946
Barbier1

Τρία γε­ω­γρα­φι­κά ση­μεία ορί­ζουν τον τό­πο όπου, σύμ­φω­να με ιστο­ρι­κές μαρ­τυ­ρί­ες, έζη­σε, όπου, σε σχέ­ση με την ποι­η­τι­κή μυ­θο­πλα­σία, αυ­το­κτό­νη­σε και όπου, λό­γω νε­ό­τε­ρων γραμ­μα­το­λο­γι­κών ανα­θε­ω­ρή­σε­ων, ανα­γεν­νή­θη­κε η Σαπ­φώ και το έρ­γο της: δύο νη­σιά, η Λέ­σβος και η Λευ­κά­δα, και μία χώ­ρα της βο­ρεί­ου Αφρι­κής, η Αί­γυ­πτος. Αν απο­δε­χτού­με τις δε­σμεύ­σεις που επι­βάλ­λει η κα­μπυ­λό­τη­τα της γης και πα­ρα­με­ρί­σου­με τις αρ­χές της ευ­κλεί­δειας γε­ω­με­τρί­ας –που ιστο­ρι­κά ανή­κει πε­ρισ­σό­τε­ρο στην αρ­χαία αντί­λη­ψη των πραγ­μά­των–, θα πα­ρα­τη­ρή­σου­με ένα σκα­λη­νό σφαι­ρι­κό τρί­γω­νο που ενώ­νει το Αι­γαίο, το Ιό­νιο πέ­λα­γος και ένα κομ­μά­τι της ανα­το­λι­κής Με­σο­γεί­ου· από το προ­φυ­λαγ­μέ­νο λι­μά­νι της Μυ­τι­λή­νης μέ­χρι τις κα­κο­τρά­χα­λες ακτές της νο­τιο­δυ­τι­κής Λευ­κά­δας και από εκεί μέ­χρι την πε­ρί­φη­μη Αλε­ξάν­δρεια ή –κα­τά πε­ρί­πτω­ση–, λί­γο νο­τιό­τε­ρα, στην ίδια νοη­τή ευ­θεία, μέ­χρι την αρ­χαία πό­λη της Οξυρ­ρύγ­χου στις δυ­τι­κές όχθες του Νεί­λου.
Τα τρία ση­μεία του τρι­γώ­νου έχουν γε­ω­γρα­φι­κά γνω­ρί­σμα­τα πα­ρό­μοια, συ­να­φή,
επι­κα­λυ­πτό­με­να –από τη μία· και –από την άλ­λη– γνω­ρί­σμα­τα αταί­ρια­στα, ανο­μοιο­γε­νή, αντι­κρουό­με­να. Σί­γου­ρα συν­δέ­ο­νται με ευ­θεί­ες που συ­γκρο­τούν γε­ω­με­τρι­κή λο­γι­κή, αλ­λά –εξ ορι­σμού– όχι και γε­ω­με­τρι­κή συμ­με­τρία. Η αμ­βλεία γω­νία σχη­μα­τί­ζε­ται στο λι­μά­νι της Μυ­τι­λή­νης, το βο­ρειό­τε­ρο ση­μείο, ενώ η πιο οξεία στην Αί­γυ­πτο, τη νό­τια κα­τά­λη­ξη. Κα­τ’ αντι­στοι­χία, η Σαπ­φώ, αν το­πο­θε­τη­θεί στον χάρ­τη, απο­κτά δια­φο­ρε­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά κά­θε φο­ρά που η θέ­ση της από ση­μείο σε ση­μείο αλ­λά­ζει. Πέ­ρα από αι­σθη­τι­κές συ­νο­μο­τα­ξί­ες, λο­γο­τε­χνι­κές κα­τη­γο­ριο­ποι­ή­σεις, ακό­μα και ηθι­κές αντι­λή­ψεις, που σχε­τί­ζο­νται και με τη γε­ω­γρα­φι­κή συ­στοι­χία, μία σχε­δόν με­τα­φυ­σι­κή πα­ρα­δο­χή ανα­φύ­ε­ται: η μι­κρό­τε­ρη από­στα­ση –αυ­τή ανά­με­σα στη Λέ­σβο και στη Λευ­κά­δα– αντι­στοι­χεί στο διά­στη­μα ανά­με­σα στη γέν­νη­ση και τον θά­να­το της Σαπ­φώς. Ενώ η με­γα­λύ­τε­ρη από­στα­ση – ανά­με­σα στη Λευ­κά­δα και στην Αί­γυ­πτο– αντι­στοι­χεί στο διά­στη­μα ανά­με­σα στον θά­να­το και την ανα­γέν­νη­σή της
Οπό­τε, ενώ κά­θε νε­ό­τε­ρος πα­ρα­τη­ρη­τής επο­πτεύ­ει τη Σαπ­φώ από δια­φο­ρε­τι­κή χρο­νι­κή αφε­τη­ρία (δια­φο­ρε­τι­κή τό­σο ως προς την επο­χή της αρ­χαί­ας ποι­ή­τριας όσο, κυ­ρί­ως, ως προς την επο­χή άλ­λων πα­ρα­τη­ρη­τών), πα­ράλ­λη­λα το­πο­θε­τεί ανα­γκα­στι­κά τον εαυ­τό του εντός των γε­ω­γρα­φι­κών ορί­ων όπου κά­θε φο­ρά η Σαπ­φώ εμ­φα­νί­ζε­ται. Αν ο χρό­νος επι­μη­κύ­νει το άνυ­σμα ανά­με­σα σε δύο ιστο­ρι­κά ση­μεία, ο τό­πος αμ­βλύ­νει τού­τη τη δια­φο­ρά· γί­νε­ται κοι­νός για πα­λαιό­τε­ρους και νε­ό­τε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τές, ένα ορα­τό ση­μείο που, ενώ συ­σχε­τί­ζει δια­φο­ρε­τι­κές επο­χές, απο­τε­λεί εντού­τοις πε­δίο νέ­ων συ­γκρού­σε­ων. Συ­γκρού­σε­ων τό­σο στο κέ­ντρο κά­θε ση­μεί­ου –χρο­νι­κού και γε­ω­γρα­φι­κού– όσο και με­τα­ξύ αυ­τών των ση­μεί­ων. Αυ­το­νό­η­τα, η πε­ρι­ή­γη­ση στους Σαπ­φι­κούς τό­πους αρ­χί­ζει από τη Λέ­σβο. Εκεί, στο με­γα­λύ­τε­ρο νη­σί του βο­ρεί­ου Αι­γαί­ου, μα­ζί με τη Σαπ­φώ γεν­νιέ­ται και μια λυ­ρι­κή κο­σμο­α­ντί­λη­ψη, προ­σαρ­μο­σμέ­νη στις ανά­γκες ενός ψυ­χι­σμού που απο­δί­δει με ακρί­βεια αν­θρώ­πι­να συ­ναι­σθή­μα­τα σε αντι­στοι­χία με φυ­σι­κές κα­τα­στά­σεις· από την ανε­παί­σθη­τη κί­νη­ση των μι­κρών λου­λου­διών μέ­χρι τον συ­γκλο­νι­σμό που προ­κα­λεί η ορ­μη­τι­κό­τη­τα του ανέ­μου στον νου και στην καρ­διά του λυ­ρι­κού υπο­κει­μέ­νου. Η ίδια η Σαπ­φώ πε­ρι­γρά­φει έναν locus amoenus, τό­πο, δη­λα­δή, που δεν αντα­πο­κρί­νε­ται απα­ραί­τη­τα στις λε­πτο­μέ­ρειες της γε­ω­γρα­φι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, αλ­λά εκ­φρά­ζει τη βιω­μέ­νη αί­σθη­ση του χώ­ρου· πε­ρι­γρά­φει, λοι­πόν, έναν λο­γο­τε­χνι­κό τό­πο.

ορρανοθεν κατιου[σ|- [1α]
δεῦρυ μ’ ἐκ Κρήτας ἐπ[ὶ τόνδ]ε ναῦον [1]
ἄγνον, ὄππ[αι τοι] χάριεν μὲν ἄλσος
μαλί[αν], βῶμοι δὲ τεθυμιάμε-
νοι [λι]βανώτωι· [4]
ἐν δ’ ὔδωρ ψῦχρον κελάδει δι’ ὔσδων
μαλίνων, βρόδοισι δὲ παῖς ὀ χῶρος
ἐσκίαστ’, αἰθυσσομένων δὲ φύλλων
κῶμα καταίρει· [8]
ἐν δὲ λείμων ἰππόβοτος τέθαλεν
ἠρίνοισιν ἄνθεσιν, αἰ δ’ ἄηται
μέλλιχα πνέοισιν[
[     ] [12]
ἔνθα δὴ σὺ στέμματ’ἔλοισα Κύπρι
χρυσίαισιν ἐν κυλίκεσσιν ἄβρως
ὀμ[με]μείχμενον θαλίαισι νέκταρ
οἰνοχόαισον [16]

κα­τε­βαί­νο­ντας τους ου­ρα­νούς έλα και φτά­σε από την Κρή­τη εδώ στου να­ού τού­του το λά­μπος που το ζώ­νει γε­λα­ζού­με­νο δα­σά­κι μή­λων και όπου καί­ει πά­ντα στους βω­μούς λι­βα­νω­τού θυ­μί­α­μα # εδώ που κε­λα­ρύ­ζει το νε­ρό κα­τά­δρο­σο μέ­σ’ από της μη­λιάς τους κλώ­νους· όπου απ’ τα ρό­δα τα πολ­λά σκιές γε­μί­ζει ο κή­πος· κι από τις φυλ­λω­σιές όπου θρο­ούν και τρέ­μουν λες μια χαύ­νω­ση αρ­γο­πέ­φτει # εδώ το λι­βα­δά­κι όπου βoσκά­νε τ’ άλο­γα φού­ντω­σε απ’ άν­θη του Μα­γιού κι ελα­φρές πνέ­ουν οι αύ­ρες # έλα λοι­πόν εδώ Αφρο­δί­τη μου σε κά­λυ­κες χρυ­σούς ετοι­μα­σμέ­νο με λε­πτή τέ­χνη νέ­κταρ του τρα­πε­ζιού τους φί­λους να κε­ρά­σεις.[1]

Η Σαπφώ ταυτίζεται με εικόνες που περιγράφει, επειδή όργανο ομιλίας γίνεται το ίδιο το γυναικείο σώμα. Στα μάτια σύγχρονων μελετητών η γλώσσα αυτή είναι η γλώσσα του λεσβιακού έρωτα.

Η πα­ρά­θε­ση της με­τά­φρα­σης του Ελύ­τη, οπωσ­δή­πο­τε ανα­με­νό­με­νη, δεν εί­ναι σε όλες τις πε­ρι­πτώ­σεις εξί­σου αυ­το­νό­η­τη. Όσον αφο­ρά το απ. 2, πα­ρό­λο που πα­ρα­πέ­μπει μό­νο στην έκ­δο­ση LP, ο Ελύ­της υιο­θε­τεί κα­τά το δο­κούν πα­ραλ­λα­γές στί­χων και από άλ­λες εκ­δό­σεις (προ­σθέ­τει και τον στ. 1a), και εν­σω­μα­τώ­νει στην από­δο­σή του τα λό­για του Αθή­ναιου (χω­ρίς πα­ρά­θε­ση του πρω­το­τύ­που). Δη­λα­δή, αρ­κε­τοί λό­γοι για να τεκ­μη­ριω­θεί ο όρος «ανα­σύν­θε­ση». Υπα­κού­ο­ντας σε αι­σθη­τι­κό πρό­ταγ­μα σύμ­φυ­το με την ποι­η­τι­κή του, ο Ελύ­της δεν ακο­λου­θεί κα­τά πό­δας φι­λο­λο­γι­κές δε­σμεύ­σεις, χω­ρίς αυ­τό να απο­τε­λεί εμπό­διο τό­σο στην κα­τα­νό­η­ση του πρω­το­τύ­που όσο και –κα­τ’ εξο­χήν– στην από­λαυ­ση του με­τα­φρά­σμα­τος. Όμως εί­ναι ακρι­βώς η επι­δί­ω­ξη της τέρ­ψης, και οι ελευ­θε­ρί­ες που κά­θε φο­ρά για χά­ρη της παίρ­νει ο με­τα­φρα­στής, οι οποί­ες σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις κα­θι­στούν αμ­φι­λε­γό­με­νο το γύ­ρι­σμα ενός ποι­ή­μα­τος από την αρ­χαία γλώσ­σα στη νέα. Σαν να λη­σμο­νεί ο Ελύ­της ότι ανά­με­σα στον μο­ντέρ­νο ποι­η­τή και στην αρ­χαία ομό­τε­χνο πα­ρεμ­βάλ­λε­ται –του­λά­χι­στον– ο χρι­στια­νι­σμός και ο ρο­μα­ντι­σμός: ο και­νούρ­γιος κό­σμος.
Εντού­τοις, αν και η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή υπερ­χεί­λι­ση στη «Σαπ­φώ» του Ελύ­τη προ­κα­λεί συ­χνά λί­γω­μα, εξαι­τί­ας των γλυ­κε­ρών –εί­τε ερω­τι­κών εί­τε σκω­πτι­κών– προ­σω­πι­κών υπαι­νιγ­μών που ο ίδιος, κα­θ’ υπερ­βο­λήν, απο­δί­δει στους εκ­φρα­στι­κούς τρο­πι­σμούς της αρ­χαί­ας ποι­ή­τριας, στο απ. 2 η νε­ό­τε­ρη φω­νή (του άντρα) αντη­χεί ισο­δί­καια την αρ­χαία φω­νή (της γυ­ναί­κας), επει­δή ανά­με­σά τους δεν υπάρ­χουν άλ­λα πρό­σω­πα, πα­ρά μό­νον η φύ­ση αυ­τή κα­θαυ­τή. Μά­λι­στα, η ποι­η­τι­κή δε­ξιο­τε­χνία εγ­γυά­ται την ανα­βάθ­μι­ση του Σαπ­φι­κού locus amoenus στα νέα ελ­λη­νι­κά. Έτσι, με βά­ση τις δι­δα­χές του ελά­χι­στου –όπου ακό­μα και η μι­κρό­τε­ρη φθογ­γο­λο­γι­κή επε­ξερ­γα­σία εί­ναι ικα­νή να επι­δρά­σει στις ιδιό­τη­τες του κό­σμου–, ο Ελύ­της, ως κα­θ’ ύλην αρ­μό­διος, πα­ρεμ­βαί­νει με­τα­φρα­στι­κά στην αρ­χαία ει­κο­νο­ποι­ία, με­τα­μορ­φώ­νο­ντας σε φυ­σι­κά στοι­χεία δη­μιουρ­γή­μα­τα του πο­λι­τι­σμού: γι’ αυ­τό οι χρυ­σές κύ­λι­κες αντι­κα­θί­στα­νται από τους χρυ­σούς κά­λυ­κες, εξα­σφα­λί­ζο­ντας το συ­μπό­σιο σε πε­ρι­βάλ­λον ανέγ­γι­χτο από το αν­θρώ­πι­νο χέ­ρι, όπως αρ­μό­ζει στους θε­ούς που θα γευ­τούν το νέ­κταρ μέ­σα από τα ίδια τα λου­λού­δια όπου αυ­τό πα­ρά­γε­ται. Με τη χρή­ση της ίδιας τε­χνι­κής, μό­λις δύο χρό­νια πριν από την έκ­δο­ση της Σαπ­φώς, ένας ομη­ρι­κός λο­γό­τυ­πος, που αφο­ρά τη δια­κο­σμη­τι­κή ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα στην αρ­χαία ελ­λη­νι­κή αρ­χι­τε­κτο­νι­κή, ανά­γε­ται σε κα­θο­ρι­στι­κό σύμ­βο­λο της γυ­ναι­κεί­ας ομορ­φιάς: ενώ­τια παμ­φα­νό­ω­ντα.
Όσον αφο­ρά τη Σαπ­φώ: το αρ­χέ­τυ­πο ποι­η­τι­κό όρα­μα (εξάρ­τη­ση από τα τέσ­σε­ρα βα­σι­κά στοι­χεία του κό­σμου), η αφαι­ρε­τι­κή δο­μή (ακα­ριαία κί­νη­ση από τη μία ει­κό­να στην άλ­λη), ο συ­ντο­νι­σμός των αι­σθή­σε­ων με επάλ­λη­λες απει­κο­νί­σεις της φύ­σης (από τη θέ­α­ση της φω­τιάς έως την ευω­διά των τρυ­φε­ρών αν­θών) δια­νοί­γουν το από­σπα­σμα σε δύο ερ­μη­νευ­τι­κά πε­δία: στο πρώ­το βρί­σκο­νται εδραιω­μέ­νες αντι­λή­ψεις της ελ­λη­νι­κής αρ­χαιό­τη­τας, και στο δεύ­τε­ρο εμ­φα­νί­ζο­νται έν­νοιες της νε­ω­τε­ρι­κής επο­χής. Ση­μείο σύ­γκλι­σης των δύο πε­δί­ων η Αι­σθη­τι­κή, η οποία –πα­ρό­τι γέν­νη­μα του γερ­μα­νι­κού 18ου αιώ­να– τεκ­μη­ριώ­νει, ανα­λύ­ει και συ­στη­μα­το­ποιεί αφη­ρη­μέ­νες ιδέ­ες για την τέ­χνη που αφο­ρούν δια­χρο­νι­κά την αν­θρώ­πι­νη συ­νεί­δη­ση.

Μικρογραφία από το βιβλίο του Βοκάκιου «Περί διασήμων γυναικών». Είναι μάλλον η παλαιότερη απεικόνιση της Σαπφώς στον νεότερο κόσμο.
Μικρογραφία από το βιβλίο του Βοκάκιου «Περί διασήμων γυναικών». Είναι μάλλον η παλαιότερη απεικόνιση της Σαπφώς στον νεότερο κόσμο.

Πα­ρό­λο που η Αι­σθη­τι­κή λει­τουρ­γεί με τη λο­γι­κή του απο­κλει­σμού και αφο­ρά κρί­σεις για το ωραίο στις κα­λές τέ­χνες της μο­ντέρ­νας επο­χής, η πε­ριε­κτι­κό­τη­τα της μου­σι­κής, η οποία εί­ναι ανοι­χτή στις εκ­δη­λώ­σεις του αν­θρώ­πι­νου συ­ναι­σθή­μα­τος, επι­τρέ­πει εν­νοιο­λο­γι­κές αντι­στοι­χί­σεις και ερ­μη­νευ­τι­κές συ­γκλί­σεις ανά­με­σα στη νε­ό­τε­ρη θε­ω­ρία και στις από­ψεις των αρ­χαί­ων για την τέ­χνη των Μου­σών. Γι’ αυ­τό οι ανα­πα­ρα­στά­σεις και οι στο­χα­σμοί ποι­η­τών και φι­λο­σό­φων της αρ­χαϊ­κής και κλα­σι­κής Ελ­λά­δας που σχε­τί­ζο­νται με την εμπει­ρία, την επί­δρα­ση και τον κοι­νω­νι­κό και λα­τρευ­τι­κό ρό­λο μου­σι­κών δρω­μέ­νων «μπο­ρούν σή­με­ρα να γί­νουν κα­λύ­τε­ρα κα­τα­νοη­τές ως συ­να­φείς προς τον το­μέα της αι­σθη­τι­κής».[2] Σε αυ­τό το πλαί­σιο, ο κίν­δυ­νος ανα­χρο­νι­σμού και υπε­ρερ­μη­νεί­ας απο­σο­βεί­ται. Οι κα­θιε­ρω­μέ­νες αρ­χές δεν κλο­νί­ζο­νται αλ­λά ισχυ­ρο­ποιού­νται, ενώ απο­κα­λύ­πτε­ται η λαν­θά­νου­σα στα­θε­ρά που δια­τρέ­χει την έμπνευ­ση της αρ­χαί­ας ποι­ή­τριας. Εδώ η Σαπ­φώ ει­σβάλ­λει στον μο­ντέρ­νο κό­σμο –κα­τε­βαί­νει από τον ου­ρα­νό της αρ­χαιό­τη­τας– υπό τους όρους της συ­ναι­σθη­σί­ας, της αμοι­βαί­ας αντι­λη­πτι­κής ικα­νό­τη­τας των αι­σθή­σε­ων:

Πολ­λοί από τους στί­χους αυ­τού του απο­σπά­σμα­τος της Σαπ­φώς ξε­κι­νούν με μία αί­σθη­ση και τε­λειώ­νουν με άλ­λη, ή με­τα­φέ­ρουν ένα αντι­κεί­με­νο που εί­ναι γνω­στό για την επί­δρα­σή του σε μία αί­σθη­ση σε μιαν άλ­λη πρά­ξη: π.χ., το νε­ρό, που αρ­χι­κά πε­ρι­γρά­φε­ται ως ψυ­χρό, κα­τα­λή­γει να πα­ρά­γει ήχο, και τα ρό­δα δεν ανα­δί­δουν το άρω­μά τους, αλ­λά ρί­χνουν τη σκιά τους στον κή­πο. Η Σαπ­φώ αφή­νει αυ­τή την ει­κο­νο­ποι­ία να πε­ρι­πλα­νη­θεί σε ένα ονει­ρι­κό, σχε­δόν αλ­λό­κο­σμο βα­σί­λειο. Έτσι, δεν εί­ναι το φως του ήλιου από πά­νω που τρε­μο­παί­ζει ανά­με­σα στα κλα­διά του δέ­ντρου, αλ­λά ο ήχος του νε­ρού από κά­τω. Ομοί­ως, το θρόι­σμα των ίδιων κλα­διών δεν ανα­πα­ρί­στα­ται ως ήχος, αλ­λά χρη­σι­μο­ποιεί­ται η με­το­χή αἰθυσ­σο­μέ­νων (δη­λα­δή, που θρο­ΐ­ζουν και λά­μπουν) για την πε­ρι­γρα­φή των φύλ­λων τους. Μό­νο με­τά από αυ­τό, στην επό­με­νη στρο­φή, ανα­φέ­ρο­νται οι αύ­ρες που εί­ναι η πη­γή αυ­τής της επί­δρα­σης. Κα­θώς το από­σπα­σμα τε­λειώ­νει, ανα­κα­λεί του­λά­χι­στον τρεις δια­φο­ρε­τι­κές αι­σθή­σεις σε τα­χεία δια­δο­χή. «Χρυ­σές κύ­λι­κες» αστρά­φτουν στο μά­τι και εί­ναι βα­ριές και ψυ­χρές στην αφή. Το «ἄβρως» υπο­δη­λώ­νει αφή, αλ­λά επί­σης πα­ρα­πέ­μπει στον ήρε­μο ήχο του υγρού κα­θώς χύ­νε­ται. Το «θα­λί­αι­σι» με­τα­φέ­ρει την αι­σθη­σια­κά δη­λω­τι­κή λέ­ξη θα­λία («αν­θη­ρή αφθο­νία»), που έχει ευ­ρύ φά­σμα πι­θα­νών συ­νειρ­μών, από το άρω­μα των λου­λου­διών (το ομόρ­ρι­ζο ρή­μα θάλ­λω, μία στρο­φή πιο πριν, πε­ρι­γρά­φει τον αν­θι­σμέ­νο λει­μώ­να) στις γεύ­σεις του τρα­πε­ζιού, στα τρα­γού­δια και στους χο­ρούς του χο­ρευ­τι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος που συ­χνά ανα­πα­ρι­στά η Σαπ­φώ. Με αυ­τές τις απο­λαύ­σεις «ανα­μι­γνύ­ε­ται» (ὀμμε­μείχ­με­νον) στη συ­νέ­χεια το νέ­κταρ, το γλυ­κό πο­τό των θε­ών (που όμως πο­τέ δεν γεύ­ο­νται οι άν­θρω­ποι), και αυ­τή η ελ­λη­νι­κή με­το­χή απο­τε­λεί το έμ­βλη­μα της ανά­μει­ξης των αι­σθή­σε­ων στο ποί­η­μα ως σύ­νο­λο. Shane Butler - Alex Purves, «Introduction», στο Shane Butler - Alex Purves (επιμ.), Synaesthesia and the ancient senses, 2013, σ. 5.

Η δια­πί­στω­ση του συ­ναι­σθη­τι­κού γε­γο­νό­τος επι­κυ­ρώ­νει την κυ­ρί­αρ­χη ερ­μη­νεία του απο­σπά­σμα­τος.[3] Δο­κι­μα­σμέ­νες εκ­φρά­σεις όπως νε­ο­θη­λέα ποί­ην (Ξ 347)· ἥβης ἄνθεα (Μί­μνερ­μος, 1.4 IEG)· παρ­θέ­νων κῆπος ἀκή­ρα­τος (Ίβυ­κος, 286.3 PMG)· σχι­στούς λειμῶνας… ἀφρο­δί­της (Εμπε­δο­κλής 66)· ή ακό­μα και προ­τρο­πές σε κλί­μα διο­νυ­σια­κής ευ­φο­ρί­ας, όπως πα­ρε­σκευα­σμέ­νου ψαῦσαι χε­ροῖν λειμῶνος (Ευ­ρι­πί­δης, Κύ­κλωψ, 170-171): με­τα­φο­ρές της χλο­ε­ρής και πε­ρι­πό­θη­της ερω­τι­κής πε­ριο­χής, που χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἰππό­βο­τος στη Σαπ­φώ. Πλη­σιέ­στε­ρη πε­ρί­πτω­ση συ­νά­φειας με τον locus amoenus της αρ­χαί­ας ποι­ή­τριας το απ. 286 του Ιβύ­κου, το οποίο «ζω­ντα­νεύ­ει δια­φο­ρε­τι­κούς φα­ντα­στι­κούς “κό­σμους” που αλ­λη­λε­πι­δρούν με τον τεκ­μαι­ρό­με­νο κό­σμο του “εδώ και τώ­ρα”. {…} Το τεκ­μαι­ρό­με­νο πλαί­σιο της εκτέ­λε­σης {…} [του απο­σπά­σμα­τος] εί­ναι το συ­μπό­σιο, κα­τε­ξο­χήν πλαί­σιο του ελ­λη­νι­κού παι­δι­κού έρω­τα. Στον κό­σμο του συ­μπο­σί­ου εγκε­ντρί­ζο­νται οι πιο φα­ντα­στι­κοί κό­σμοι της ει­κο­νο­ποι­ί­ας».[4]

Μικρογραφία από το αλληγορικό μυθιστόρημα της Christine de Pizan «Η πόλη των γυναικών» (La Cité des dames), Παρίσι 1405
Μικρογραφία από το αλληγορικό μυθιστόρημα της Christine de Pizan «Η πόλη των γυναικών» (La Cité des dames), Παρίσι 1405

ἦρι μὲν αἵ τε Κυδώνιαι
μηλίδες ἀρδόμεναι ῥοᾶν
ἐκ ποταμῶν, ἵνα Παρθένων
κῆπος ἀκήρατος, αἵ τ’ οἰνανθίδες
αὐξόμεναι σκιεροῖσιν ὑφ’ ἕρνεσιν [5]
οἰναρέοις θαλέθοισιν

Την άνοι­ξη κι οι κυ­δω­νιές, που απ’ τα νε­ρά πο­τί­ζο­νται
των πο­τα­μιών μες στων Νυμ­φών τον κή­πο τον απά­τη­το,
και τα μπου­μπού­κια των κλη­μά­των,
που στα βλα­στά­ρια αυ­ξαί­νου­νε κά­τω απ’ τα κλη­μα­τό­φυλ­λα
με τον πα­χύ τον ίσκιο – αν­θί­ζουν.

Ίβυ­κος, 286.1-6 PMG (Ηλί­ας Π. Βου­τιε­ρί­δης, Αρ­χαί­οι έλ­λη­νες λυ­ρι­κοί, 1931) 

Εντού­τοις, ο κοι­νός τό­πος της αρ­χαί­ας γραμ­μα­τεί­ας απο­κτά στο απ. 2 δια­στά­σεις ιδιό­τυ­πης γλώσ­σας. Η πα­ρα­τα­κτι­κή σύν­δε­ση (στα­θε­ρή επα­νά­λη­ψη του μο­ρί­ου δὲ) ενο­ποιεί τα επι­μέ­ρους στοι­χεία σε έναν κε­ντρι­κό θε­μα­τι­κό άξο­να: ο ιε­ρός να­ός, το χα­ρι­τω­μέ­νο άλ­σος, τα μή­λα, τα ρό­δα, ο αν­θι­σμέ­νος λει­μώ­νας αντι­στοι­χούν δια­δο­χι­κά σε ση­μεία του γυ­ναι­κεί­ου σώ­μα­τος, η προ­στα­γή οἰνο­χό­αι­σον απο­δί­δει την ει­κό­να της ερω­τι­κής ολο­κλή­ρω­σης, ενώ η Αφρο­δί­τη «εμ­φα­νί­ζε­ται ως η θεϊ­κή εν­σάρ­κω­ση ενός χώ­ρου τον οποίο έχει οι­κειο­ποι­η­θεί το γυ­ναι­κείο φύ­λο. {…} Αυ­τή η με­τα­φο­ρι­κή έκ­φρα­ση της γυ­ναι­κεί­ας σε­ξουα­λι­κό­τη­τας εξαρ­τά­ται από τη με­τω­νυ­μία».[5] Η Σαπ­φώ ταυ­τί­ζε­ται με ει­κό­νες που πε­ρι­γρά­φει, επει­δή όρ­γα­νο ομι­λί­ας γί­νε­ται το ίδιο το γυ­ναι­κείο σώ­μα. Στα μά­τια σύγ­χρο­νων με­λε­τη­τών η γλώσ­σα αυ­τή εί­ναι η γλώσ­σα του λε­σβια­κού έρω­τα.

Παρόλο που η Αισθητική λειτουργεί με τη λογική του αποκλεισμού και αφορά κρίσεις για το ωραίο στις καλές τέχνες της μοντέρνας εποχής, η περιεκτικότητα της μουσικής, η οποία είναι ανοιχτή στις εκδηλώσεις του ανθρώπινου συναισθήματος, επιτρέπει εννοιολογικές αντιστοιχίσεις και ερμηνευτικές συγκλίσεις ανάμεσα στη νεότερη θεωρία και στις απόψεις των αρχαίων για την τέχνη των Μουσών.
206

Την ύπαρ­ξη του γυ­ναι­κεί­ου πε­δί­ου επι­κυ­ρώ­νει και η σύ­γκρι­ση ανά­με­σα στο απ. 2 της Σαπ­φώς και το απ. 34 του Αλ­καί­ου. Πα­ρό­λο που μοι­ρά­ζο­νται κοι­νά στοι­χεία (γραμ­μέ­να σε Σαπ­φι­κή στρο­φή, πε­ριέ­χουν επί­κλη­ση προς θε­ούς να έρ­θουν από τον τό­πο λα­τρεί­ας τους στους δύο ποι­η­τές), «όπως ακρι­βώς η Αφρο­δί­τη της Σαπ­φώς εκ­δη­λώ­νει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά που φαί­νο­νται να ται­ριά­ζουν σε ένα “θη­λυ­κό” σχή­μα, οι θε­οί που ανα­πα­ρι­στά ο Αλ­καί­ος [ο Κά­στωρ και ο Πο­λυ­δεύ­κης] προι­κί­ζο­νται με “αρ­σε­νι­κά” χα­ρί­σμα­τα. {…} Οι ει­κό­νες του, ιδί­ως η βιαιό­τη­τα των σκο­τει­νών κα­ται­γί­δων, εί­ναι ο αντί­πο­δας των ρυα­κιών που μουρ­μου­ρί­ζουν και του σιω­πη­λού κή­που της Σαπ­φώς». Από την άλ­λη, τα άλο­γα που βό­σκουν στον λει­μώ­να και συν­δέ­ο­νται με τη λα­τρεία της Αφρο­δί­της «μπο­ρούν επί­σης να συ­γκρι­θούν με τα θεϊ­κά άλο­γα που δα­μά­ζουν και στη συ­νέ­χεια ιπ­πεύ­ουν από τη μια άκρη του κό­σμου στην άλ­λη οι Διό­σκου­ροι στον ύμνο του Αλ­καί­ου. Γε­νι­κό­τε­ρα, {…} αυ­τά τα πε­ρί­φη­μα πλά­σμα­τα έχουν έντο­να “αρ­σε­νι­κή διά­στα­ση”».[6]

Δεῦτέ μοι νᾶ]σον Πέλοπος λίποντε[ς
παῖδες ] ιμοι Δ[ίος] ἠδὲ Λήδας
. . . . .ω]ι θύ[μ]ωι προ[φά]νητε, Κάστορ
καὶ Πολύδε[υ]κες, [4]
οἲ κὰτ εὔρηαν χ[θόνα] καὶ θάλασσαν
παῖσαν ἔρχεσθ’ ὠ[κυπό]δων ἐπ’ ἴππων,
ῤήα δ’ ἀνθρώποι[ς] θα[ν]άτω ῤύεσθε
ζακρυόεντος [8]
εὐσδ[ύγ]ων θρώσκοντ[ες ..] ἄκρα νάων
π]ήλοθεν λάμπροι προ[ ]τρ[. . . .]ντες,
ἀργαλέαι δ’ ἐν νύκτι φ[άος φέ]ροντες
νᾶϊ μ[ε]λαίναι· [12]

Ελά­τε, τον πο­λύ­α­στρον Όλυ­μπον αφή­νο­ντας,
της Λή­δας και του Δία εσείς παι­διά γεν­ναιό­τα­τα,
με σπλα­χνι­κή καρ­διά φα­νεί­τε, Κά­στο­ρα
Και ω Πο­λυ­δεύ­κη,
που απ’ άκρη σ’ άκρη τη στε­ριά κι όλη τη θά­λασ­σα
με άλο­γα ακά­μα­ντα περ­νά­τε και γλι­τώ­νε­τε
τό­σους και τό­σους ξαφ­νι­κά που ο κρυ­ε­ρό­τα­τος
θά­να­τος ζώ­νει·
στα κα­λο­ζύ­γι­στα άρ­με­να ψη­λά ανα­τέλ­λο­ντας
στα κα­ρα­βό­σκοι­να συν­δυό λα­μπροί προ­βάλ­λε­τε
και μες στην άγρια νύ­χτα χύ­νε­τε το φως σας
στου πλοί­ου τα σκό­τη.

Αλ­καί­ος, 34 V (Γιάν­νης Δάλ­λας, Αρ­χαί­οι λυ­ρι­κοί. Β΄, 2004)

Simeon Solomon, «Η Σαπφώ και η Ήριννα σε κήπο της Μυτιλήνης», 1864 (Tate Gallery, Λονδίνο)
Simeon Solomon, «Η Σαπφώ και η Ήριννα σε κήπο της Μυτιλήνης», 1864 (Tate Gallery, Λονδίνο)

Αν το ερω­τι­κό γε­γο­νός πε­ρι­λαμ­βά­νει φυ­σιο­λο­γι­κά τη συ­ναι­σθη­τι­κή διά­στα­ση, και η συ­ναι­σθη­τι­κή αντί­λη­ψη κα­θι­στά την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ένα οιο­νεί ερω­τι­κό φαι­νό­με­νο, ο γε­ω­γρα­φι­κός τό­πος του Σαπ­φι­κού απο­σπά­σμα­τος –όχι μό­νο για να δια­τη­ρη­θεί το ερω­τι­κό ση­μαι­νό­με­νο, αλ­λά και για να επι­τευ­χθεί θρη­σκευ­τι­κή μέ­θε­ξη– θα πρέ­πει να εκτεί­νε­ται σε μια πε­ριο­χή τό­σο εντός όσο και εκτός των ορί­ων του ορα­τού κό­σμου. Η συ­νά­φεια του έρω­τα με τη θρη­σκεία –μία ρι­ζω­μέ­νη σχέ­ση στη βά­ση κά­θε πο­λι­τι­σμού– αί­ρει τη διά­κρι­ση ανά­με­σα στο πραγ­μα­τι­κό και στο φα­ντα­στι­κό: οι θε­οί μι­μού­νται τους αν­θρώ­πους κά­νο­ντας έρω­τα (αλ­λά και πό­λε­μο), και οι άν­θρω­ποι, όταν πιε­στούν σε ένα ερω­τι­κό ζή­τη­μα, απερ­γά­ζο­νται δο­λο­πλο­κί­ες για να χει­ρα­γω­γή­σουν προς το συμ­φέ­ρον τους τη βού­λη­ση των θε­ών. Συν­δυά­ζο­ντας τύ­πους της ερω­τι­κής ει­κο­νο­πλα­σί­ας με εκ­φρα­στι­κά σχή­μα­τα της ορ­φι­κής θρη­σκεί­ας, η αρ­χαία ποι­ή­τρια γί­νε­ται ιε­ρουρ­γός της Αφρο­δί­της, και κα­λεί τη θεά να ανοί­ξει και να κλεί­σει την κυ­κλι­κή σύν­θε­ση του ποι­ή­μα­τος που της αφιε­ρώ­νει. Η τε­λε­τουρ­γι­κή πρά­ξη του κλη­τι­κού ύμνου γε­φυ­ρώ­νει τα διε­στώ­τα, με τη συ­ντα­κτι­κή δο­μή του ποι­ή­μα­τος να υπο­στη­ρί­ζει την ίδια λει­τουρ­γία: το ει­σα­γω­γι­κό επίρ­ρη­μα δεῦρυ συ­ντάσ­σε­ται με την ακρο­τε­λεύ­τια προ­στα­κτι­κή, «εί­τε σύμ­φω­να με τη γρα­φή οἰνο­χό­αι­σον εί­τε όπως το πα­ρα­δί­δει ο Αθή­ναιος (ἐλθέ οἰνο­χοοῦσα)»,[7] επι­τεί­νο­ντας την ανα­μο­νή του ακρο­α­τή για την τε­λι­κή ενέρ­γεια της θε­άς: 

Συ­νε­πώς, εγ­γε­νής συν­θή­κη ενός κλη­τι­κού ύμνου εί­ναι μια κε­νό­τη­τα ή από­στα­ση την οποία ρό­λος του ύμνου εί­ναι να επι­ση­μά­νει μέ­σω μιας πρά­ξης προ­σο­χής. Η Σαπ­φώ ανα­στέλ­λει την προ­σο­χή με όσα πα­ρεμ­βάλ­λει με­τα­ξύ του επιρ­ρή­μα­τος στην αρ­χή του απο­σπά­σμα­τος και του ρή­μα­τος στο τέ­λος του: το απο­τέ­λε­σμα εί­ναι ανοί­κειο – ωσάν η πλά­ση να μοιά­ζει να ανα­μέ­νει ένα γε­γο­νός που εί­ναι ήδη πα­ρόν διαρ­κώς. Δεν υπάρ­χει σα­φές όριο ανά­με­σα στο μα­κρι­νό και το κο­ντι­νό, ού­τε στιγ­μή κο­ρύ­φω­σης με την άφι­ξη της θε­άς. Η Σαπ­φώ απο­δί­δει ένα σύ­νο­λο κα­τα­στά­σε­ων που στην αρ­χή εξαρ­τώ­νται από την απου­σία της Αφρο­δί­της αλ­λά στο τέ­λος εμπε­ριέ­χουν την πα­ρου­σία της – μια αγε­φύ­ρω­τη από­στα­ση που δια­περ­νά τον κό­σμο.  (A. Carson,ό.π., σ. 358)


Εντός αυ­τού του κύ­κλου οι εταί­ρες της Σαπ­φώς ανα­με­τριού­νται στους ανα­βαθ­μούς του έρω­τα. Τα στά­δια μύ­η­σης εί­ναι τρία. Αρ­χι­κά, πι­στο­ποιού­νται τα σύμ­βο­λα που θε­με­λιώ­νουν το τε­λε­τουρ­γι­κό γε­γο­νός. Πρό­κει­ται για τα μό­να στοι­χεία (αμι­γώς λα­τρευ­τι­κά) που υπο­δη­λώ­νουν αν­θρώ­πι­νη συμ­βο­λή: ο να­ός, ο βω­μός και οι χρυ­σές κύ­λι­κες με το νέ­κταρ. Έπει­τα, η Σαπ­φώ συ­στή­νει τον locus amoenus υπό την επι­μέ­λεια της θε­άς· η οι­κεία ει­κό­να της φυ­σι­κής χά­ρι­τος ταυ­τί­ζε­ται με τη ζω­η­ρή εντύ­πω­ση της υπερ­βα­τι­κής μέ­θε­ξης. Η ψυ­χι­κή ανά­τα­ση φτά­νει στο όριο της ερω­τι­κής πλή­ρω­σης. Τέ­λος, η διέ­γερ­ση της συ­ναι­σθη­τι­κής αντί­λη­ψης κα­θι­στά την κοι­νή εμπει­ρία εκ­στα­τι­κή· το υπο­κεί­με­νο δια­χω­ρί­ζε­ται από τον εαυ­τό του, γι’ αυ­τό στο απ. 2 εκλεί­πει η αν­θρώ­πι­νη πα­ρου­σία. Η τε­λε­τή ολο­κλη­ρώ­νε­ται με την επι­φά­νεια της θε­άς: η Αφρο­δί­τη κα­τε­βαί­νει τους ου­ρα­νούς για να ανα­μι­χθεί με όσες γυ­ναί­κες έχουν με­ταρ­σιω­θεί στο ανώ­τε­ρο επί­πε­δο μύ­η­σης των μυ­στι­κών της.
Η άσκη­ση στον έρω­τα και στη λα­τρεία της Αφρο­δί­της κα­τα­γρά­φε­ται στον πρώ­το δια­σω­θέ­ντα χα­ρί­ε­ντα τό­πο της δυ­τι­κής γραμ­μα­τεί­ας· πρώ­το όσον αφο­ρά την αυ­το­τέ­λεια της ποι­η­τι­κής σύν­θε­σης, αλ­λιώς –και εδώ– προη­γεί­ται ο Όμη­ρος (ε 63-73). Ο ευω­δια­στός κή­πος, η πυ­κνή ζέ­στη του με­ση­με­ριού που «σπά­ει» από τη δρο­σιά του κε­λα­ρι­στού νε­ρού και τις σκιές των δέ­ντρων, εξα­σφα­λί­ζο­ντας ιδα­νι­κές συν­θή­κες θερ­μι­κής ευ­ε­ξί­ας, η χαύ­νω­ση που αρ­γο­πέ­φτει ολό­γυ­ρα συ­γκε­φα­λαιώ­νουν –εί­τε στην κυ­ριο­λε­κτι­κή τους πα­ρα­δο­χή εί­τε υπό το συμ­βο­λι­κό τους βά­ρος– ακέ­ραιο το κο­σμο­εί­δω­λο της Σαπ­φώς. Εδώ η ποί­η­ση ορί­ζει την εύ­κρα­τη ζώ­νη της αν­θρώ­πι­νης νό­η­σης, την οποία επι­κα­λύ­πτει η εύ­κρα­τη ζώ­νη του φυ­σι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Η ροή του χρό­νου επι­τα­χύ­νε­ται και οι δια­στά­σεις του χώ­ρου διευ­ρύ­νο­νται: από τα λου­λού­δια του Μα­γιού μέ­χρι τα μή­λα του Σε­πτέμ­βρη, η Σαπ­φώ ανα­γνω­ρί­ζει στους μή­νες της αν­θο­φο­ρί­ας, του θέ­ρους και της συ­γκο­μι­δής την επο­χή της καλ­λι­τε­χνι­κής αφύ­πνι­σης. Ο δύ­σθυ­μος χει­μώ­νας απο­κλεί­ε­ται. Η Σαπ­φώ έχει απο­κα­λύ­ψει την απέ­χθειά της για την επο­χή στην οποία οι αν­θρώ­πι­νες αι­σθή­σεις υπνώτ­τουν και το πε­δίο άν­θι­σης του λυ­ρι­σμού πα­ρα­μέ­νει άγο­νο και ανε­παρ­κές· δ]ὲ μή, χεί­μων[ (Σαπ­φώ, απ. 22.6). Στο πλαί­σιο της κοι­νής λυ­ρι­κής κα­τα­γω­γής, η οποία έχει συν­δε­θεί και με μιαν οιο­νεί εξ αί­μα­τος συγ­γέ­νεια, η ιδέα ει­κο­νο­ποιεί­ται και από τον Ελύ­τη:

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,
Xειμώνα ελάχιστε.

Οδυσσέας Ελύτης, Διαφανογραφία για τη Σαπφώ (μεταξοτυπία εκτός κειμένου), Ίκαρος 1984
Οδυσσέας Ελύτης, Διαφανογραφία για τη Σαπφώ (μεταξοτυπία εκτός κειμένου), Ίκαρος 1984

ΒΡΕΙ­ΤΕ ΤΑ ΒΙ­ΒΛΙΑ ΤΟΥ Οδυσ­σέα Ελύ­τη ΚΑΙ ΤΗΣ Σαπ­φώς ΣΤΟΝ ΙΑ­ΝΟ

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: