Ένα δόσιμο χωμάτινης αγάπης

Ένα δόσιμο χωμάτινης αγάπης

Τασούλα Καραγεωργίου, «Η πήλινη χορεύτρια», Γαβριηλίδης 2019


Το μι­νω­ι­κό ει­δώ­λιο της πή­λι­νης χο­ρεύ­τριας που κο­σμεί το εξώ­φυλ­λο της ποι­η­τι­κής συλ­λο­γής της Τα­σού­λας Κα­ρα­γε­ωρ­γί­ου στρο­βι­λί­ζε­ται σε έναν ακί­νη­το χο­ρό εδώ και τριά­μι­συ χι­λιά­δες χρό­νια. Ει­κο­νί­ζει τον χο­ρό τον ίδιο, κα­θώς και το σώ­μα που χο­ρεύ­ει και, χο­ρεύ­ο­ντας, με­τα­μορ­φώ­νει τον χώ­ρο, αλ­λά και τον χρό­νο, αφού τον δια­σχί­ζει απτό­η­το κα­λώ­ντας μας μέ­σα από τους αιώ­νες να συμ­με­ρι­στού­με τη δι­κή του αί­σθη­ση της γης και του αέ­ρα. Ή και να ενώ­σου­με την κί­νη­σή μας με τη δι­κή του συμ­με­τέ­χο­ντας στην ευ­τυ­χία του ανά­ε­ρου και ανά­λα­φρου, σε μια πο­λυ­σή­μα­ντη τε­λε­τουρ­γία, σε μια αγκα­λιά. Η ποί­η­ση εί­ναι χο­ρός, λέ­ει ο Πωλ Βα­λε­ρύ, αντι­δια­στέλ­λο­ντάς τη με την πρό­ζα, την οποία πα­ρο­μοιά­ζει με το βά­δι­σμα. Η πρό­ζα οδη­γεί κά­που, υπο­στη­ρί­ζει, η ποί­η­ση όχι: εί­ναι κί­νη­ση που πραγ­μα­το­ποιεί­ται για τη χα­ρά της κί­νη­σης. Μην ξε­χνά­με όμως τους τε­λε­τουρ­γι­κούς χο­ρούς: αυ­τούς που κα­λούν τη βρο­χή, ενώ­νουν κοι­νό­τη­τες αν­θρώ­πων ή αφη­γού­νται κά­ποιο επει­σό­διο δια­τη­ρώ­ντας το, συμ­βο­λο­ποι­η­μέ­νο και μορ­φο­ποι­η­μέ­νο, στη μνή­μη χο­ρευ­τών και θε­α­τών. Σε μια τέ­τοια τε­λε­τουρ­γία μοιά­ζει να προ­σκα­λεί τους ανα­γνώ­στες της η Τα­σού­λα Κα­ρα­γε­ωρ­γί­ου με τη δι­κή της Πή­λι­νη χο­ρεύ­τρια.

Από το πρώ­το ήδη ποί­η­μα θέ­τει το ζή­τη­μα της χρη­σι­μό­τη­τας ή αχρη­στί­ας και μα­ταιό­τη­τας της ποι­η­τι­κής γρα­φής. Εάν μά­ταιη πεί­τε τη γρα­φή, ξε­κι­νά, για να μι­λή­σει στη συ­νέ­χεια για το πα­λιό­τε­ρο δείγ­μα της / στο δι­κό μας τ’ αλ­φά­βη­το: έναν στί­χο χα­ραγ­μέ­νο σε μια μι­κρή οι­νο­χόη, ο οποί­ος ανα­φέ­ρε­ται στην τέ­χνη του χο­ρού. Η οι­νο­χόη θα δο­θεί ως έπα­θλο στον κα­λύ­τε­ρο χο­ρευ­τή. Και το ποί­η­μα κα­τα­λή­γει με μια πα­ρέν­θε­ση: (Κά­τι άχρη­στο ίσως / όπως μοιά­ζει εν γέ­νει η ποί­η­ση / –σαν χο­ρού το κυ­μά­τι­σμα / σαν ση­μά­δι βα­θύ / στης ψυ­χής χα­ραγ­μέ­νο τη μνή­μη). Ο χο­ρευ­τι­κός ρυθ­μός των πα­ρέν­θε­των στί­χων, με τη δρα­στι­κή πα­ρου­σία ιάμ­βων και ανα­παί­στων υπο­γραμ­μί­ζει δια­κρι­τι­κά τη σχέ­ση της ποί­η­σης με την τέ­χνη του χο­ρού. Άχρη­στο ίσως χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται το αντι­κεί­με­νο που δί­δε­ται ως έπα­θλο – η μι­κρή οι­νο­χόη (δια­κο­σμη­τι­κή πι­θα­νόν), αλ­λά και η ίδια η πρά­ξη της ποι­η­τι­κής γρα­φής. Η έν­στα­ση της ποι­ή­τριας σε μια τέ­τοια αντί­λη­ψη υπο­δη­λώ­νε­ται με το ρή­μα μοιά­ζει, κα­θώς και με τους στί­χους που ακο­λου­θούν. Το κυ­μά­τι­σμα του χο­ρού ταυ­τί­ζε­ται με το βα­θύ ση­μά­δι που χα­ράσ­σε­ται στη μνή­μη (όπως και στον πη­λό)· στη μνή­μη όχι τη συ­νει­δη­τή, αλ­λά την υπό­γεια, και, γι’ αυ­τό, μας δια­μορ­φώ­νει. Ανε­ξί­τη­λο χά­ραγ­μα, επο­μέ­νως, η ποί­η­ση. Τι εί­ναι όμως αυ­τό που χα­ράσ­σε­ται και με ποιον τρό­πο χα­ράσ­σε­ται επά­νω σε κά­τι άυ­λο;

Η απά­ντη­ση στο πρώ­το ερώ­τη­μα, έτσι όπως μπο­ρού­με να τη συν­θέ­σου­με εξε­τά­ζο­ντας τα ποί­η­μα­τα της συλ­λο­γής, εί­ναι διτ­τή. Αυ­τό που επι­διώ­κει η ποί­η­ση να χα­ρά­ξει στις ψυ­χές των αν­θρώ­πων εί­ναι η αλ­λη­λεγ­γύη και η αγά­πη – η ανοι­χτή αγκα­λιά της μι­κρής πή­λι­νης χο­ρεύ­τριας· τα χέ­ρια τα απλω­μέ­να όχι μό­νο για το δι­κό της στρο­βί­λι­σμα, αλ­λά και για να ενω­θούν με άλ­λα σε έναν ατέρ­μο­νο κύ­κλιο χο­ρό. Ένα δό­σι­μο χω­μά­τι­νης αγά­πης βλέ­πει η ποι­ή­τρια στα ανοι­κτά [...] χέ­ρια της χο­ρεύ­τριας. Αγά­πη η οποία συ­ναρ­τά­ται άμε­σα στη συλ­λο­γή με τις ση­με­ρι­νές κοι­νω­νι­κοϊ­στο­ρι­κές συν­θή­κες. Ν’ αγκα­λιά­σει γλυ­κά τους πτω­χούς και τους ξέ­νους ζη­τά από την Αθή­να η Τα­σού­λα Κα­ρα­γε­ωρ­γί­ου σε άλ­λο ποί­η­μα. Και αλ­λού μι­λά για τα αδι­κη­μέ­να παι­διά, για τους πρό­σφυ­γες-ναυα­γούς τσα­κι­σμέ­νους στα βρά­χια, για τα κο­ρι­τσά­κια που αγκα­λιά έχουν μά­θει / τον θά­να­το, για τον πό­νο των ξέ­νων γυ­ναι­κών που κου­βα­λούν το πέν­θος και τον φό­βο αλ­λά δεν παύ­ουν αν επι­δί­δο­νται σε πρά­ξεις αγά­πης, έστω και αν αυ­τές δεν αρ­κούν πο­τέ. Μια ποί­η­ση στρα­τευ­μέ­νη, λοι­πόν, με την ευ­ρεία έν­νοια του όρου. Πα­ράλ­λη­λα –και αυ­τή εί­ναι η δεύ­τε­ρη πτυ­χή του ανε­ξί­τη­λου χα­ράγ­μα­τος– η ποί­η­ση απο­βλέ­πει να μας χα­ρί­σει μια νέα θέ­α­ση των πραγ­μά­των. Να μας απο­σπά­σει από τον μεμ­ψί­μοι­ρο θρή­νο για μια άχα­ρη ρου­τί­να και να μας κά­νει να δού­με τις ομορ­φιές που πε­ρι­μέ­νουν το βλέμ­μα μας πέ­ρα από τους ασφαλ­το­στρω­μέ­νους δρό­μους με τα αυ­το­κί­νη­τα και τα απρό­σω­πα πλή­θη. Ένα τέ­τοιο βλέμ­μα θα λει­τουρ­γή­σει ως ενι­σχυ­τι­κό της αγά­πης, κα­θώς ο θε­α­τής θα ανα­κα­λύ­ψει στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του δυ­να­τό­τη­τες να αρ­πα­χτεί από κά­που, να υπο­στα­σιο­ποι­η­θεί και, επο­μέ­νως, να αντι­κρί­σει τον Άλ­λον και να συ­να­ντη­θεί μα­ζί του.

Με ποιον τρό­πο μπο­ρεί να επι­τευ­χθεί μια τέ­τοια υπο­στα­σιο­ποί­η­ση και συ­νά­ντη­ση; Με ποιον τρό­πο, δη­λα­δή, επι­τυγ­χά­νε­ται το ανε­ξί­τη­λο χά­ραγ­μα; Αυ­τό το ερώ­τη­μα μοιά­ζει να απα­σχο­λεί την ποι­ή­τρια στη συ­γκε­κρι­μέ­νη συλ­λο­γή, κα­θώς τα πε­ρισ­σό­τε­ρα ποι­ή­μα­τα προ­σα­να­το­λί­ζο­νται στην υπό­δει­ξη μιας απά­ντη­σης. Στο κέ­ντρο του υπαρ­ξια­κού χο­ρού η Τα­σού­λα Κα­ρα­γε­ωρ­γί­ου το­πο­θε­τεί τις λέ­ξεις. Μια λέ­ξη δω­ρί­ζει στον Αν­δρέα Κάλ­βο στο τρί­το ποί­η­μα της συλ­λο­γής, σαν από­κρι­ση στο ερώ­τη­μά του: Υπάρ­χει ελ­πίς πα­τρί­δος; «Ελ­πίς πα­τρί­δος» τι­τλο­φο­ρεί­ται το πρώ­το ίσως ελ­λη­νι­κό ποί­η­μα του Κάλ­βου, χα­μέ­νο για σχε­δόν έναν αιώ­να και δη­μο­σιευ­μέ­νο μό­λις στα 2006 από τον Λεύ­κιο Ζα­φει­ρί­ου. Δεν εί­ναι μάλ­λον σύμ­πτω­ση ότι στο ποί­η­μα υπάρ­χει ανα­φο­ρά στην τέ­χνη του χο­ρού: χο­ρώ συ­μπε­πλεγ­μέ­νας βλέ­πει ο ζα­κύν­θιος ποι­η­τής Ελευ­θε­ρί­αν και Μού­σας. Αντί­στοι­χα, η φρά­ση λέ­σβιον μέ­λος, που ανα­φέ­ρε­ται στο ποί­η­μα της Τα­σού­λας Κα­ρα­γε­ωρ­γί­ου, συ­νυ­πάρ­χει, σε άλ­λη ωδή, του Κάλ­βου με τη λέ­ξη χο­ρο­βα­τού­ντες. Δω­ρί­ζε­ται μια λέ­ξη που αφο­ρά τον έρω­τα, αυ­τόν που φέρ­νει πό­νους: αλ­γε­σί­δω­ρος. Λέ­ξη σαπ­φι­κή (γι’ αυ­τό και το λέ­σβιον μέ­λος) η οποία στο ποί­η­μα πα­ρου­σιά­ζε­ται όχι μό­νο να γεν­νά τον εν­θου­σια­σμό του Κάλ­βου και τον έρω­τά του για την ποι­ή­τρια που του τη χά­ρι­σε (Κά­πως έτσι συ­νέ­βη κι ο Κάλ­βος αγά­πη­σ’ εμέ­να / και πο­τέ δεν πα­ντρεύ­τη­κε / την Αγ­γλί­δα εκεί­νη Αου­γού­στα Ουά­νταμς), κλεί­νει με ανά­λα­φρη ει­ρω­νεία η αφη­γή­τρια), αλ­λά και να απα­ντά στην ερώ­τη­ση που έθε­σε εκεί­νος. Η ελ­πί­δα για την ανά­στα­ση της πα­τρί­δας (ή την ύπαρ­ξή της) συ­ναρ­τά­ται άμε­σα με την αγά­πη για τις λέ­ξεις και με τη δι­κή τους ανά­στα­ση και ύπαρ­ξη. Ταυ­το­χρό­νως, με το δώ­ρο της πα­λιάς-νέ­ας λέ­ξης, ο Κάλ­βος μοιά­ζει να εμπνέ­ε­ται για μια και­νού­ρια ωδή. Δεν ευ­θύ­νε­ται, βέ­βαια, η Καρ­λό­τα Αου­γκού­στα Ουά­νταμς για την ποι­η­τι­κή σιω­πή του συ­ζύ­γου της: ο ποι­η­τής εί­χε ήδη σω­πά­σει πά­νω από τέσ­σε­ρις δε­κα­ε­τί­ες πριν από τον γά­μο του. Ωστό­σο, στο ποί­η­μα της Τα­σού­λας Κα­ρα­γε­ωρ­γί­ου, έρω­τας και ποί­η­ση συ­νυ­φαί­νο­νται. Και ο ποι­η­τής σώ­ζε­ται από το στέ­ρε­μα της έμπνευ­σης χά­ρη σε μια νέα-πα­λιά λέ­ξη. Δεν εί­ναι τυ­χαία η επι­λο­γή του Κάλ­βου ως δέ­κτη του δώ­ρου. Πρό­κει­ται για έναν ποι­η­τή ο οποί­ος έλ­κε­ται από τον κό­σμο της αρ­χαί­ας Ελ­λά­δας, κα­θώς και από αρ­χαί­ες ή αρ­χα­ΐ­ζου­σες λέ­ξεις, που συ­μπλέ­κο­νται εσκεμ­μέ­να στους στί­χους του με φρά­σεις της δη­μο­τι­κής. Μια αντί­στοι­χη έλ­ξη βιώ­νει και η Τα­σού­λα Κα­ρα­γε­ωρ­γί­ου, χά­ρη και στις άλ­λες της ιδιό­τη­τες – της φι­λο­λό­γου και της με­τα­φρά­στριας. Οι λέ­ξεις που ση­κώ­νουν ένα ιδιαί­τε­ρο βά­ρος στα ποι­ή­μα­τά της προ­έρ­χο­νται συ­χνά από την αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή ποί­η­ση. Μα­ζί τους κου­βα­λούν έναν ολό­κλη­ρο κό­σμο, χο­ρευ­τι­κό, γε­μά­το κι­νού­με­να αγάλ­μα­τα και φευ­γα­λέα ελά­φια.

Στον Κάλ­βο ανα­φέ­ρε­ται και ένα άλ­λο ποί­η­μα της συλ­λο­γής: «Κυ­κλο­δί­ω­κτος ήλιος», όπου πα­ρα­τί­θε­νται ως επι­γρα­φή οι στί­χοι: Ο ήλιος κυ­κλο­δί­ω­κτος, / ως αρά­χνη, / μ’ εδί­πλω­νεν / και με φως και με θά­να­τον / ακα­τα­παύ­στως. Το ποί­η­μα της Τα­σού­λας Κα­ρα­γε­ωρ­γί­ου, συ­νο­δευ­μέ­νο από μια δια­φω­τι­στι­κή ση­μεί­ω­ση, συ­ζη­τά τη μα­γι­κή με­του­σί­ω­ση της λέ­ξης κυ­κλο­δί­ω­κτος από τον ποι­η­τή: από προσ­διο­ρι­σμός ενός βρα­δύ­πο­δα όνου, κα­τα­δι­κα­σμέ­νου να γυρ­νά γύ­ρω-γύ­ρω στο πη­γά­δι, το επί­θε­το με­τα­τρέ­πε­ται σε προσ­διο­ρι­σμό του ήλιου και συμ­με­τέ­χει στη δη­μιουρ­γία μιας από τις εναρ­γέ­στε­ρες ει­κό­νες της ελ­λη­νι­κής ποί­η­σης (μας την έχει ξε­χω­ρί­σει μες στις υπέ­ρο­χες «Απο­ρί­ες [του] δια­βά­ζο­ντας τον Κάλ­βο» ο Σε­φέ­ρης). Τι νο­μί­ζε­τε, αλή­θεια; / Μ’ ένα στί­χο κερ­δί­ζο­νται / και το φως και ο θά­να­τος, κα­τα­λή­γει η Τα­σού­λα Κα­ρα­γε­ωρ­γί­ου. Αν με την ανά­συρ­ση και το δώ­ρο του επι­θέ­του αλ­γε­σί­δω­ρος κερ­δή­θη­κε ένας έρω­τας και μια ολό­κλη­ρη ζωή μέ­σα στην ποί­η­ση, με την ανα­ση­μα­σιο­δό­τη­ση τού κυ­κλο­δί­ω­κτος έχει συ­ντε­λε­στεί μία ακό­μη υπαρ­ξια­κή νί­κη. Κερ­δί­ζο­νται το φως και ο θά­να­τος ση­μαί­νει τα οι­κειω­νό­μα­στε· απο­κτού­με πρό­σβα­ση στο μυ­στή­ριό τους.

Αν­δρέ­ας Κάλ­βος, Διο­νύ­σιος Σο­λω­μός, Κ. Π. Κα­βά­φης, Μίλ­τος Σα­χτού­ρης (στην κα­τα­κλεί­δα ενός ποι­ή­μα­τος: δι­ψά­με για ου­ρα­νό), Γιώρ­γος Γε­ωρ­γού­σης, Κι­κή Δη­μου­λά, Τί­τος Πα­τρί­κιος (σε αφιε­ρώ­σεις, αλ­λά και συμ­με­τέ­χο­ντας σε έναν ποι­η­τι­κό διά­λο­γο), Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος, Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης εί­ναι με­ρι­κές από τις μορ­φές που κα­τοι­κούν ανά­με­σα στα εξώ­φυλ­λα της συλ­λο­γής, σε άνε­τη συ­νύ­παρ­ξη με τη Σαπ­φώ, τον Με­λέ­α­γρο, τον Σο­φο­κλή, με­τα­ξύ άλ­λων. Συ­νύ­παρ­ξη ή μάλ­λον σύ­μπρα­ξη, με στό­χο την εκ­δί­ω­ξη του κα­κού, της φρί­κης που κυ­βερ­νά, σαν απει­λή αό­ρα­τη, τον άμοι­ρό μας κό­σμο. Ο στί­χος ανή­κει στο ποί­η­μα «Το μπλο­κά­κι του ποι­η­τή», αφιε­ρω­μέ­νο στον Τί­το Πα­τρί­κιο, με τον οποίο και δια­λέ­γε­ται, και συ­γκε­κρι­μέ­να με το ποί­η­μα εκεί­νου «Η πύ­λη των λε­ό­ντων», όπου τα λιο­ντά­ρια πα­ρου­σιά­ζο­νται χα­μέ­να από χρό­νια· το μο­να­δι­κό που εί­χε μεί­νει το σκό­τω­σε ο Ηρα­κλής.

[...] Ωστόσο η θύμηση των λιονταριών
ποτέ δεν έπαψε να τρομάζει
τρόμαζε η εικόνα τους σε θυρεούς και ασπίδες
τρόμαζε τ’ ομοίωμά τους στα μνημεία των μαχών
τρόμαζε η ανάγλυφη μορφή τους
στο πέτρινο υπέρθυρο της πύλης.
Τρομάζει πάντα το βαρύ μας παρελθόν
τρομάζει η αφήγηση όσων έχουν συμβεί
καθώς τη χαράζει η γραφή στο υπέρθυρο
της πύλης που καθημερινά διαβαίνουμε.

(Τίτος Πατρίκιος, «Η πύλη των λεόντων»)

Η αφή­γη­ση (απο­τυ­πω­μέ­νη σε γρα­φή ή σε ζω­γρα­φι­κή) όσων έχουν συμ­βεί τρο­μά­ζει επει­δή ανα­σύ­ρει κά­τι απω­θη­μέ­νο. Δεν έχει ση­μα­σία αν ο φό­βος αντα­πο­κρί­νε­ται σε μια πραγ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση ή όχι· κα­τα­λαμ­βά­νει τον μέ­σα μας χώ­ρο και κα­θί­στα­ται πραγ­μα­τι­κός.

Στο ποί­η­μα της Τα­σού­λας Κα­ρα­γε­ωρ­γί­ου ο τρό­μος συ­νυ­φαί­νε­ται με το κα­κό που στοι­χειώ­νει την εξω­τε­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, βιώ­νε­ται όμως και από τον ποι­η­τή ο οποί­ος απο­φα­σί­ζει να μι­λή­σει για έρ­γα της ψυ­χής. Πρό­κει­ται για τη με­τά­βα­ση του αν­θρώ­που από τον χρή­σι­μο λό­γο (τα λο­γι­στι­κά κα­τά­στι­χα όπου ση­μειώ­νο­νται αριθ­μοί για ερ­γά­τες και δού­λους) στον άχρη­στο (το θέ­μα που τέ­θη­κε και στο πρώ­το ποί­η­μα της συλ­λο­γής): τον λό­γο της ποί­η­σης. Έναν λό­γο που αντα­πο­κρί­νε­ται σε μια βα­θύ­τε­ρη και, γι’ αυ­τό, απροσ­διό­ρι­στη ανά­γκη και απο­τε­λεί­ται από λέ­ξεις και­νούρ­γιες (με την έν­νοια της νέ­ας τους, πρω­τό­τυ­πης, ανοι­κειω­τι­κής χρή­σης) και ανυ­πό­τα­κτες, αφού αφο­ρούν όχι τον κα­νο­νι­σμέ­νο, ορ­γα­νω­μέ­νο κό­σμο των συ­ναλ­λα­γών, αλ­λά τον εσω­τε­ρι­κό, τον κυ­βερ­νη­μέ­νο από τον λυ­σι­με­λή πό­θο (ο όρος προ­έρ­χε­ται, βέ­βαια, και πά­λι από τον Τί­το Πα­τρί­κιο) και τα στα­σια­στι­κά μη­νύ­μα­τα: έναν λό­γο δι­πλά επα­να­στα­τι­κό, λοι­πόν. Αυ­τή η με­τά­βα­ση τρο­μά­ζει τον ποι­η­τή: πώς τόλ­μη­σε [...] αυ­τός, ένας γρα­φεύς. Ωστό­σο, η τόλ­μη του βρή­κε συ­νε­χι­στές· έτσι: πά­ντα θα υπάρ­χει ποι­η­τής / να φτιά­χνει νέα σύμ­βο­λα με από­κρυ­φες γρα­φές / και ν’ απο­διώ­χνει το κα­κό μ’ ένα μι­κρό μπλο­κά­κι. // Πά­ντα θα υπάρ­χει ποι­η­τής, δια­βά­της απ’ την Πύ­λη των Λε­ό­ντων. Το μπλο­κά­κι ως απα­ραί­τη­το ερ­γα­λείο στα χέ­ρια του ποι­η­τή ανέ­φε­ρε ο Τί­τος Πα­τρί­κιος σε συ­νέ­ντευ­ξή του, μνη­μο­νεύ­ο­ντας τον Μα­για­κόφ­σκι, ο οποί­ος συμ­βού­λευε τους ποι­η­τές να έχουν ένα μπλο­κά­κι και να ση­μειώ­νουν εντυ­πώ­σεις και σκέ­ψεις, αλ­λά και πα­ρου­σιά­ζει και τον εαυ­τό του σε ένα ποί­η­μά του να γρά­φει στι­χά­κια στο μπλο­κά­κι του. Στι­χά­κια από τα οποία θα εκτο­ξευ­θεί μια λέ­ξη σαν χρυ­σο­γέν­νη­τος κο­μή­της. Όπως η λέ­ξη κυ­κλο­δί­ω­κτος, με τη νέα της χρή­ση, θα μας συμ­φι­λιώ­σει με το αγ­γε­λι­κό και μαύ­ρο φως, έτσι και η αντί­στα­ση απέ­να­ντι στο κα­κό –στον ανα­βιω­μέ­νο φα­σι­σμό, στον ρα­τσι­σμό, στη βία– συ­ντε­λεί­ται με λέ­ξεις συ­σπει­ρω­μέ­νες σε νέα σύμ­βο­λα.

Η εμπι­στο­σύ­νη στις λέ­ξεις κυ­ριαρ­χεί στη συλ­λο­γή. Γι’ αυ­τό κα­τέ­χει ιδιαί­τε­ρη θέ­ση το ποί­η­μα «Δεν σας λέω πως εί­μαι η Θέ­τι­δα», όπου η ποι­ή­τρια κλεί­νει τα αυ­τιά της σε μα­γευ­τι­κά αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κά επί­θε­τα της θε­άς (αλο­σύ­δνη καλ­λί­κο­μος) για­τί: εί­μαι τώ­ρα η μά­να που θύ­μω­σε. // Των παι­διών που τ’ αδί­κη­σαν κου­βα­λάω την μή­νι. Βέ­βαια, στο ποί­η­μα παί­ζε­ται ένα δι­πλό παι­χνί­δι. Μπο­ρεί να αρ­νεί­ται να πα­ρα­συρ­θεί από τα επί­θε­τα της Θέ­τι­δας η ποι­ή­τρια (θυ­μί­ζο­ντας το ποί­η­μα του Άρη Αλε­ξάν­δρου «Το μα­χαί­ρι», όπου ο ποι­η­τής συμ­βου­λεύ­ει τον εαυ­τό του ή όποιον ομό­τε­χνο να μην πα­ρα­συρ­θεί απ’ τη λα­μπρή αλ­λη­λου­χία των σπιν­θή­ρων κα­τά την κα­τα­σκευή του μα­χαι­ριού· από την ομορ­φιά, λοι­πόν, των λέ­ξε­ων, κα­θώς: σκο­πός σου εσέ­να το μα­χαί­ρι: ο εν­νοη­μα­τω­μέ­νος, επι­κοι­νω­νια­κός λό­γος του ποι­ή­μα­τος), ωστό­σο επί­θε­τα συσ­σω­ρεύ­ει ή μάλ­λον επι­κα­λεί­ται προ­κει­μέ­νου να δεί­ξει το μέ­γε­θος της ορ­γής της και της κα­τα­στρο­φής που θα προ­κα­λέ­σει αντι­δρώ­ντας στην αδι­κία. Αλί­κτυ­ποι βρά­χοι, οί­νωψ και απεί­ρων πό­ντος. Επί­θε­τα που επι­διώ­κουν να γί­νουν μέ­ρος της τρι­κυ­μί­ας· να δρά­σουν· όχι να πε­ρι­γρά­ψουν κά­τι όμορ­φο.

Στις λέ­ξεις του ποι­η­τή Με­λέ­α­γρου (Κι αν εγώ εί­μαι Σύ­ρος, λοι­πόν τι πει­ρά­ζει; / μια πα­τρί­δα, τον κό­σμο, εμείς οι θνη­τοί κα­τοι­κού­με / κι όλους μάς έχει ένα Χά­ος γεν­νή­σει) βλέ­πει η Τα­σού­λα Κα­ρα­γε­ωρ­γί­ου ένα δια­βα­τή­ριο για τους πρό­σφυ­γες που φτά­νουν σή­με­ρα στην Ελ­λά­δα· στις λέ­ξεις με τις οποί­ες ο Όμη­ρος ανα­φέ­ρε­ται στον Ελ­πή­νο­ρα και στην ικε­σία του για ένα μνή­μα κο­ντά στη θά­λασ­σα, με το κου­πί του για σή­μα, βλέ­πει το διαρ­κές μνή­μα του πιο νέ­ου συ­ντρό­φου του Οδυσ­σέα. Από τις λέ­ξεις τις αρ­χαί­ες για την εφή­με­ρη ζωή των αν­θρώ­πων πιά­νε­ται βλέ­πο­ντας τον θά­να­το να πλη­σιά­ζει ένα αγα­πη­μέ­νο πρό­σω­πο. Και στους ήχους οι οποί­οι, μα­ζί με τις λέ­ξεις, αρ­δεύ­ουν τον ποι­η­τι­κό λό­γο στρέ­φε­ται ανα­ζη­τώ­ντας κά­τι αιώ­νιο πέ­ρα απ’ τον θά­να­το: / τον λυγ­μό, τ’ αη­δο­νιού το μι­νύ­ρι­σμα / και το άσμα του κύ­κνου. Οι λέ­ξεις νι­κούν τον θά­να­το και ξορ­κί­ζουν τη φθο­ρά, ακό­μη και όταν ανα­φέ­ρο­νται σε αυ­τήν. Μέ­νουν πά­ντα τα ποι­ή­μα­τα: το ακοί­μη­το βλέμ­μα της ωραί­ας ελά­φου. Λέ­ξεις, δε­μέ­νες με ήχους, αν­θρώ­πους και ρυθ­μούς (ιάμ­βους και ανα­παί­στους), που προ­σκα­λούν σε ένα στρο­βί­λι­σμα μέ­σα στον χρό­νο, όπως αυ­τό της πή­λι­νης χο­ρεύ­τριας· σε ένα δό­σι­μο χω­μά­τι­νης αγά­πης.

ΒΡΕΙ­ΤΕ ΤΟ ΒΙ­ΒΛΙΟ ΣΤΟΝ ΙΑ­ΝΟ.
«Πή­λι­νη χο­ρεύ­τρια» ΤΗΣ Τα­σού­λας Κα­ρα­γε­ωρ­γί­ου

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: