Παραμυθία για μικρούς και μεγάλους

Παραμυθία για μικρούς και μεγάλους

Η Χρι­στί­να Φρα­γκε­σκά­κη γρά­φει βι­βλία για μι­κρούς και με­γά­λους. Αφη­γή­μα­τα, νου­βέ­λες, πα­ρα­μύ­θια. Πα­ρα­μυ­θία για μι­κρούς και με­γά­λους. Πραγ­μα­τευό­με­νη ζη­τή­μα­τα κομ­βι­κά του αν­θρώ­πι­νου ψυ­χι­σμού στην εκ­δί­πλω­σή τους τα οποία έχει με­τα­βο­λί­σει βιω­μα­τι­κά, κά­νει να ανα­δυ­θεί το «παι­δί» που ενυ­πάρ­χει μέ­σα μας (Ζωρζ Μο­κό, Ψυ­χα­νά­λυ­ση και Εκ­παί­δευ­ση, εκδ. Κα­στα­νιώ­τη). Ένα παι­δί που τρα­βά τον ενή­λι­κο μπρο­στά με ορ­μή και ζω­ντά­νια ενώ ταυ­τό­χρο­να, με τις το­μές που επι­τε­λεί με τη γρα­φή της, η συγ­γρα­φέ­ας κλεί­νει κύ­κλους, πεν­θεί, ανοί­γει, οι­κο­δο­μεί, σχε­διά­ζει, προ­βάλ­λο­ντας στο μέλ­λον.

Με αφορ­μή την τε­λευ­ταία της δη­μιουρ­γία Το αγό­ρι που γύ­ρευε τις μυ­ρω­διές (εκδ. Πα­τά­κη 2019), θα επι­στρέ­ψω σε δύο άλ­λα βι­βλία της. Τον Φε­βρουά­ριο του 2013 εκ­δί­δε­ται η Μα­ρα­λά, η μά­να των πα­ρα­μυ­θιών (εκδ. Πα­τά­κη). Ιστο­ρία αρ­χε­τυ­πι­κή, ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη από την Κα­τε­ρί­να Χα­δου­λού με μο­να­δι­κή σύν­δε­ση ει­κό­νας λό­γου. Το βι­βλίο πραγ­μα­τεύ­ε­ται την αρ­χή του Χρό­νου και τις απαρ­χές της γλώσ­σας. Μα­ρα­λά το όνο­μα της γριάς γυ­ναί­κας που ζει σε μία ξύ­λι­νη κα­λύ­βα. Μα και Ρα και Λα. Εί­μα­στε πο­λύ κο­ντά στην πρω­το­γλώσ­σα, τη λα­κα­νι­κή «lalangue», η οποία κα­θο­ρί­ζει το εί­ναι μας και τον τρό­πο από­λαυ­σής μας. Αυ­τή η «γλώσ­σα» πριν τη γλώσ­σα, εμπε­ριέ­χει τη μα­γεία των πρώ­των ήχων του μι­κρού του αν­θρώ­που. Έτσι όπως θα πρε­πε να ακού­με, κα­τά τον Φρό­υντ, τον ήχο και το χρώ­μα των λέ­ξεω. Με τη μα­γεία που τις άκου­γαν οι πρώ­τοι άν­θρω­ποι. Η Μα­ρα­λά, αρ­χέ­γο­νη φυ­σιο­γνω­μία που «μι­λού­σε όλες τις γλώσ­σες, των δέν­δρων, των ζώ­ων, των που­λιών» ανα­λαμ­βά­νει να μά­θει τη ζωή στη Ρο­δι­νή, το κο­ρί­τσι που εμ­φα­νί­ζε­ται με ορ­μή, με κρό­το και με ένα ση­μά­δι Ξε­κι­νώ­ντας από τα γράμ­μα­τα, δο­μι­κό λί­θο γλώσ­σας και ψυ­χής. Σε αυ­τό το πλά­σμα που έρ­χε­ται από άγνω­στο τό­πο, με­τα­φο­ρά για τις συμ­βο­λι­κές σχέ­σεις των αν­θρώ­πων, πέ­ραν των βιο­λο­γι­κών, η Μα­ρα­λά θα με­τα­δώ­σει όσα έχει κα­τα­κτή­σει.Και ύστε­ρα θα την πα­ρο­τρύ­νει να φύ­γει, να ζή­σει. Η ίδια θα ξα­πλώ­σει, θα «κοι­μη­θεί» για πά­ντα δί­πλα στη φω­τιά. Τε­λε­τουρ­γία απο­χω­ρι­σμού, πέν­θους που συ­νι­στά και την απαρ­χή της ζω­ής. Η Ρο­δι­νή με τη θλί­ψη του συμ­βά­ντος εξα­κο­ντί­ζε­ται σε μία σα­νί­δα για το υπέ­ρο­χο τα­ξί­δι με τους δο­μι­κούς της λί­θους, τα «γράμ­μα­τα» που θα γρά­ψουν την ιστο­ρία της, να τη συ­νο­δεύ­ουν στο το­πίο που ανοί­γε­ται μπρο­στά της.

Η συ­νέ­χεια, τρία χρό­νια με­τά, το 2016, στο Ζω­γρά­φι­σέ μου ένα σπί­τι (εκδ. Κα­λει­δο­σκό­πιο). Από το εξώ­φυλ­λο λα­χτα­ρού­με –σαν μέ­σα από κα­λει­δο­σκό­πιο– να μπού­με στον κό­σμο των δύο κο­ρι­τσιών που ζω­γρα­φί­ζουν πλαι­σιω­μέ­να από ένα κί­τρι­νο-κρο­κί που κυ­ριαρ­χεί στη ζω­γρα­φι­κή της Μά­ριας Μπα­χά. Χρώ­μα του ήλιου, της γέν­νη­σης. Από τη Ρο­δι­νή με την αρ­χαϊ­κή φυ­σιο­γνω­μία, μό­νη στο εξώ­φυλ­λο της Μα­ρα­λά, από το Ένα, περ­νά­με στο Δύο. Της σχέ­σης με τον Άλ­λο που οι­κο­δο­μεί με βή­μα­τα αρ­γά και στα­θε­ρά τον κό­σμο. Το σπί­τι εκ­προ­σω­πεί κα­τε­ξο­χήν το σώ­μα με την ευ­ρεία έν­νοια. Τα δύο κο­ρί­τσια, με το παι­χνί­δι των ερω­τα­πο­κρί­σε­ων χτί­ζουν το σπί­τι, το σώ­μα, τον κό­σμο όλο. Με­τα­βα­τι­κός χώ­ρος η ζω­γρα­φι­κή, ανά­με­σα στο μέ­σα και στο έξω. Από τα χαρ­τιά τους κά­τω από το τρα­πέ­ζι, περ­νά­με στις σε­λί­δες όπου γεν­νιού­νται δέν­δρα, που­λιά, πο­τά­μια, βου­νά. Ο εαυ­τός μέ­σα στον κό­σμο με στή­ριγ­μα τη Φι­λία. Ζω­γρα­φί­ζουν το ονει­ρι­κό σπί­τι-σώ­μα, την ασυ­νεί­δη­τη ει­κό­να σώ­μα­τος (Φραν­σουάζ Ντολ­τό). Ει­κό­να που δί­νει χα­ρά, ισορ­ρο­πία. «Μες στο σπί­τι μου κοι­μά­μαι και κα­νέ­ναν δε φο­βά­μαι. Εχει πόρ­τα αση­μέ­νια κλει­δα­ριά μα­λα­μα­τέ­νια».

Και φτά­νου­με στο Αγό­ρι που γύ­ρευε τις μυ­ρω­διές. Μό­νο ένας κύ­ριος θα μπο­ρού­σε να ει­κο­νο­γρα­φή­σει το αγό­ρι με τις πε­ρι­πέ­τειές του. Ο Αλέ­ξης Κυ­ρι­τσό­που­λος συ­μπλη­ρώ­νει απο­φα­σι­στι­κά την ιστο­ρία της Φι­λι­φυ­λί­τσας που πραγ­μα­τεύ­ε­ται η Χρι­στί­να Φρα­γκε­σκά­κη. « Όλα τα ονό­μα­τα έχουν την ιστο­ρία τους», μας λέ­ει η αφη­γή­τρια για την Τρα­ντα­φυλ­λιά, που πή­ρε το όνο­μα της για­γιάς της. Πλά­θει τις λέ­ξεις, ανα­κα­τεύ­ει γράμ­μα­τα και έχου­με ένα νέο όνο­μα που πε­ριέ­χει τη φι­λία, το φι­λί, το φύ­λο. Η νε­α­ρή κο­πέ­λα γί­νε­ται γυ­ναί­κα με αρώ­μα­τα που ζα­λί­ζουν. Και ανα­μέ­νει τον έρω­τα.
Η ιστο­ρία κά­νει το­μή για να γνω­ρί­σου­με τον κό­σμο του αγο­ριού σε­λί­δα με τη σε­λί­δα. Απ’ό­λα τα αγό­ρια που τρέ­χουν να δού­νε τη Φυ­λί­τσα και να την πα­ντρευ­τούν, κα­νέ­να δεν επι­θυ­μεί εκεί­νη. Εκεί­νος δεν έχει ακό­μη έρ­θει. Αλ­λά εί­ναι ήδη εκεί. Χω­ρίς να μπο­ρεί να μυ­ρί­σει. Το αγό­ρι ξε­κι­νά μια μα­κρά πο­ρεία να βρει τις μυ­ρω­διές. Σα­φής η ανα­φο­ρά στην αι­σθη­τη­ρια­κό­τη­τα που έχει χα­θεί. Βου­τά­με στον κό­σμο της Πα­ρα­μυ­θί­ας τό­σο ση­μα­ντι­κό στην επο­χή της βιά­σης. Ο ήρω­ας έχει να δια­νύ­σει απο­στά­σεις. Θά­λασ­σες, βου­νά, πε­ρι­βό­λια. Να ρω­τή­σει με­γα­λύ­τε­ρους. Δια­βά­τες, μά­γει­ρες, σο­φούς. Κά­θε φο­ρά απελ­πί­ζε­ται. Ωσπου σε ανύ­πο­πτη στιγ­μή, στη βρο­χού­λα, στη φύ­ση, βρί­σκει τις μυ­ρω­διές. Η πε­ρι­πέ­τεια της ανά­κτη­σης της επι­θυ­μί­ας μέ­σα από το τα­ξί­δι, μα­κρά πο­ρεία αλ­λά έχει τέ­λος…

«Αυ­τόν θέ­λω, αυ­τόν που ακό­μα δεν ήρ­θε». Εκεί­νος δια­νύ­ει όρη και πε­ρι­βό­λια για να φτά­σει. Η φρά­ση κε­ντρι­κή με πα­ρέ­πεμ­ψε, με­τά από το πο­λύ­χρο­νο τα­ξί­δι στα πα­ρα­μύ­θια της, στην φρά­ση του Ιτα­λού ψυ­χα­να­λυ­τή Μά­σι­μο Ρε­καλ­κά­τι Το σύ­μπλεγ­μα του Τη­λέ­μα­χου – Παι­διά και γο­νείς με­τά τη δύ­ση του πα­τέ­ρα, εκδ. Κέ­λευ­θος. Μο­να­δι­κή ερ­μη­νεία της πα­τρι­κής λει­τουρ­γί­ας στον Ζακ Λα­κάν. Η συμ­βο­λι­κή λει­τουρ­γία που εμπνέ­ει, μας προ­χω­ρά στη ζωή και μας κά­νει να ανα­μέ­νου­νε και να πι­στεύ­ου­με σε «αυ­τό που δεν έχει ακό­μη φα­νεί».

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: